Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Εργατικό ατύχημα, αποζημίωση, αναπηρία, ύψος χρηματικής ικανοποίησης.


Περίληψη. Εργατικό ατύχημα. Υπάγεται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον η αγωγή στρέφεται κατά του εργοδότη και των υπ` αυτού προστηθέντων. Τρίτοι, όμως, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη ή το μισθωτό, χωρίς να μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία και έτσι, αν το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, αρμόδιο προς εκδίκαση της σχετικής αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία. Οικοδομικές εργασίες.


Τόσο ο κύριος του έργου όσο και ο εργοδότης του εργαζομένου, απαλλάσσονται μεν από τις υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης, όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, ευθύνονται όμως αν υπάρχει πταίσμα για τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος, εις ολόκληρον. Αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης κατ΄άρθ. 931 ΑΚ. Όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, δεν νομιμοποιείται να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθ. 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής. Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος. Στοιχεία για το ορισμένο της. Παραβίαση της αρχής αναλογικότητας ως προς ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης. Παραπομπή του ζητήματος της παραδεκτής ή μη προσβολής της ως λόγου αναίρεσης στην Ολομέλεια του ΑΠ. (Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ΄ αριθμ. 7834/2013 απόφασης ΜονΕφΑθηνών).
                                     
                                            Άρειος Πάγος, B2` Πολιτικό Τμήμα, 182/ 2015

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου-Εισηγητή και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 424/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7834/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ανωτέρω διάδικοι με τις από 11-3-2014 και 22-4-2014 αιτήσεις τους και τους από 1-4-2014 και 11-9-2014 προσθέτους λόγους επ` αυτών αντίστοιχα.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (14-10-2014 ), συζητήθηκαν,1) η από 11-3-2014 αίτηση αναίρεσης της ομόρρυθμης εταιρείας ... κ.λ.π., 2) οι από 1-4-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της ομόρρυθμης εταιρείας ... κ.λ.π , 3) η από 22-4-2014 αίτηση αναίρεσης του Σ. Α. και 4) οι από 11-9-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Σ. Α., οι οποίες στρέφονται κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ` αριθμ. 7834/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι τους, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα). Α). Επί της πρώτης από 11-3- 2014 αίτησης και των από 1-4-014 προσθέτων λόγων αναίρεσης των αναιρεσειόντων ομόρρυθμης εταιρείας .............................. κ.λ.π. 1 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16 § 2 και 663 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το μονομελές πρωτοδικείο είναι αρμόδιο (εφόσον λόγω ποσού δεν είναι αρμόδιο το ειρηνοδικείο), να δικάσει, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ, κάθε διαφορά, από σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή των κατά νόμο δικαιουμένων εκ της παροχής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτήρα της διαφοράς ως απορρέουσας από σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ή από αδικοπραξία που προκλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το μονομελές πρωτοδικείο δικάζει, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και τις διαφορές από εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 37 του ΕισΝΚΠολΔ, μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 551/1915, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Ομοίως, κατά την ορθότερη και κρατούσα στη νομολογία άποψη, υπάγεται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος σε εργατικό ατύχημα ή λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, εφόσον η αγωγή στρέφεται κατά του εργοδότη και των υπ` αυτού προστηθέντων και αποδίδεται σ` αυτόν ή στους προστηθέντες από αυτόν πταίσμα για την επέλευση του ατυχήματος αυτού και το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέστηκε εξ αφορμής της εργασίας (ΟλΑΠ 433/1968, ΑΠ 1530/2004). Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε, α) στο ανεπιεικές αποτέλεσμα, όπως, επί αδικοπραξίας σε βάρος μισθωτού από συνάδελφο του, που ενεργούσε ως προστηθείς του κοινού εργοδότη, να μην μπορεί να ασκηθεί κοινή αγωγή συγχρόνως κατά του εργοδότη και του προστηθέντος και β) στη διάσπαση του ενιαίου βιοτικού συμβάντος και στη δημιουργία κινδύνου έκδοσης αντιφατικών κατ` ουσίαν αποφάσεων. Τρίτοι, όμως, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη ή το μισθωτό, χωρίς να μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία και έτσι, αν το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, αρμόδιο προς εκδίκαση της σχετικής αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζον κατά την τακτική διαδικασία.
Τέλος, εφόσον το εφετείο κρίνει παραδεκτή την έφεση και υπάρχει λόγος έφεσης επί της ουσίας, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, μεταξύ των άλλων και την καθ` ύλη αρμοδιότητα, αν τα περιστατικά προκύπτουν από τα διαδικαστικά δικόγραφα (ΑΠ 937/1977, ΑΠ 1241/1977 και σε περίπτωση που η εκκαλούμενη εξαφανίζεται για αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο, ενόψει δε του ότι η καθ` ύλη αρμοδιότητα ερευνάται αυτεπαγγέλτως και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προταθεί αυτή από το διάδικο και στην κατ` έφεση δίκη, ανεξαρτήτως του αν η σχετική ένσταση υποβλήθηκε ή όχι στον πρώτο βαθμό. Σε κάθε άλλη περίπτωση , όπως λχ αν η εκκαλούμενη εξαφανίζεται γιατί εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση σε καθ` ύλη αναρμόδιο δικαστήριο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και την δικάζει κατ` ουσία (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 7 του Ν. 2915/ 2001, “αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ` ουσία”. Η ρύθμιση αυτή, που γίνεται με το άνω άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν είναι αντισυνταγματική, διότι έχει τεθεί από λόγους γενικότερου συμφέροντος για καλύτερη και ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και του άρθρου 28 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το κράτος μεριμνά για την απονομή της δικαιοσύνης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 522 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή ενός λόγου της εφέσεως, υποκαθιστά το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, αν δε κρίνεται αγωγή, με το δικόγραφο της οποίας ασκούνται επικουρικώς πλείονες αξιώσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτοδίκου αποφάσεως που πλήττονται με αυτή, αλλά εκτείνεται, κατ` εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις αξιώσεις εκείνες που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 833/ 2003, ΑΠ 1290/ 2002, ΑΠ 1142/ 1999).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/ 2006, 4/ 2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/ 2011, 2/ 2013). Τέλος, κατά το άρθρο 59 αριθ. 14, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι είχε ανατεθεί από τους οικοπεδούχους στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία έχει σκοπό την ανέγερση κτιρίων, κατοικιών, καταστημάτων και γραφείων και την πώληση τους σε τρίτους και της οποίας ομόρρυθμα μέλη, νόμιμοι διαχειριστές και εκπρόσωποι είναι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, η ανέγερση ενός συγκροτήματος πολυτελών κατοικιών επί οικοπέδου κειμένου στην Εκάλη Αττικής, το οποίο και αποπερατώθηκε. Ότι την 6-6-2009 ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, μαζί με τον ομοεθνή του Α. Μ. προσελήφθησαν από τον εργαζόμενο εργοδηγό της πρώτης εναγομένης Φ. Σ. ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό αυτής, προκειμένου να απασχοληθούν ως εργάτες σε εργασίες καθαρισμού και συντήρησης των αποπερατωμένων οικοδομών. Ότι την 8-6-2009, ο εργοδηγός της πρώτης εναγομένης του ανέθεσε να προβεί σε εργασίες καθαρισμού σε τσιμεντένιο λούκι που υπήρχε στην απόληξη της κεραμοσκεπούς στέγης ενός εκ των αποπερατωμένων ακινήτων, ευρισκόμενο σε ύψος 13 μέτρων από το επίπεδο του ακαλύπτου και 16 μέτρων από το υπόγειο, χωρίς την παροχή προστατευτικών μέτρων ασφαλείας, σε περίπτωση πτώσης του, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια του καθαρισμού του τσιμεντένιου λουκιού, να σφηνώσει το πόδι σε σημείο αυτού που παρουσίαζε στένωση και ο ενάγων να απολέσει την ισορροπία του και να καταλήξει στο έδαφος από ύψος 16 μέτρων σε άνοιγμα επί του εδάφους για την είσοδο στο υπόγειο της οικοδομής, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι συνεπεία του παραπάνω ατυχήματος υπέστη τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή σωματικές βλάβες, που του επέφεραν αναπηρία και έτσι κατέστη ολικά και μόνιμα ανίκανος προς εργασία. Ότι η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και του δευτέρου εναγομένου, ως ιδιοκτήτη, πέραν της ιδιότητος του ως ομορρύθμου μέλους της πρώτης εναγομένης, η οποία δια του προστηθέντος οργάνου της εργοδηγού Φ. Σ. παρέλειψαν υπαιτίως να τηρήσουν τους ειδικούς όρους ασφαλείας στον χώρο εργασίας. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος εκάστου των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν: α) το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική Ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και β) το ποσό των 300.000 ευρώ ως αποζημίωση, κατ` άρθρο 931 ΑΚ, λόγω της βαριάς αναπηρίας που υπέστη, συνεπεία της οποίας κατέστη ολικά ανίκανος προς εργασία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή, έχοντας τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, υπάγεται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην καθ ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ` αριθμ. 424/24-2-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έκρινε εαυτό αναρμόδιο να δικάσει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο, μετά από έφεση του ενάγοντος δέχθηκε ότι η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, υπάγεται στην καθ ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με την εξής αιτιολογία : Στη προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών (ενάγων) με τον μοναδικό λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο και η κρινόμενη αγωγή παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως καθ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, προκειμένου να εκδικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, με το αιτιολογικό ότι από τα εκτιθέμενα στη αγωγή, η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την πρώτη εναγομένη ήταν σύμβαση υπεργολαβίας, ως προς την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού δικαίου και όχι σύμβαση εργασίας, ως προς την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των εργατικών διαφορών. Ο παραπάνω λόγος της έφεσης, τυγχάνει βάσιμος κατ’ ουσίαν, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στη κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι την 6-6-2009 προσλήφθηκε από τον εργαζόμενο εργοδηγό της πρώτης εναγομένης Φ. Σ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό αυτής, προκειμένου να απασχοληθεί ως εργάτης σε εργασίες καθαρισμού και συντήρησης των αποπερατωμένων οικοδομών που αναφέρονται στην αγωγή.
Συνεπώς η επικαλούμενη στο ιστορικό της αγωγής σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την πρώτη εναγομένη ήταν αυτή της συμβάσεως εργασίας και όχι της συμβάσεως υπεργολαβίας, όπως εσφαλμένα εξέλαβε η εκκαλουμένη απόφαση.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της και στην συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, ως προς την ίδια διαδικασία, ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η επικαλούμενη στο ιστορικό της αγωγής σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την πρώτη εναγομένη ήταν αυτή της συμβάσεως εργασίας και όχι της συμβάσεως υπεργολαβίας και στη συνέχεια να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει το ίδιο με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και να μην αναπέμψει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν κήρυξε παρά το νόμο την προβληθείσα με λόγο εφέσεως του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) αρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 28 του Συντάγματος.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε την αρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η διαφορά έπρεπε να εισαχθεί στο καθ` ύλη αρμόδιο Δικαστήριο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, για το λόγο ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την πρώτη εναγομένη ήταν σύμβαση υπεργολαβίας, άλλως ότι το Εφετείο έπρεπε να αναπέμψει την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να μην τη δικάσει το ίδιο, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου οι ίδιοι ως άνω λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 28 του Συντάγματος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/ 2001. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ` αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠ0λΔ, μέμφονται το Εφετείο, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή κατοικίες είχαν αποπερατωθεί από τριετίας, ότι δεν εξετελέσθη σ` αυτές καμία οικοδομική εργασία, ότι ο τυχόν καθαρισμός αυτών είτε έγινε από καθαρίστριες ,είτε από εργολάβο .στον οποίο εγγράφως του ανέθεσαν το έργο τούτο, ενώ το δικαστήριο δέχθηκε ότι έγιναν οικοδομικές εργασίες από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα. Ειδικότερα, ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη, α) την υπ` αριθμ. .../23-1-2012 δοθείσα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ... , ένορκη βεβαίωση του Σ. Φ., β) το από 5-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας που έχει συναφθεί μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και του Σ. Φ. για τον καθαρισμό των εξωτερικών χώρων του συγκροτήματος κατοικιών της πρώτης από τον δεύτερο και γ) την από 10-6-2009 απόδειξη είσπραξης ποσού των 600 ευρώ του Σ. Φ. για καθαρισμό από αυτόν των εξωτερικών χώρων του άνω συγκροτήματος κατοικιών. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ` αυτήν βεβαίωση, α) ότι ρητά λήφθηκε υπόψη η ως άνω υπ` αριθμ. .../23-1-2012 ένορκη βεβαίωση του Σ. Φ., και β) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα ,αφενός της ανάθεσης από την αναιρεσείουσα στον Σ. Φ. , φύλακα και επιστάτη του άνω συγκροτήματος, να προβεί στην πρόσληψη για λογαριασμό της εργατών για εργασίες καθαριότητας και συντήρησης των κατοικιών του άνω συγκροτήματος, και αφετέρου της πρόσληψης από τον Σ. Φ. του αναιρεσιβλήτου και την απασχόληση του τελευταίου με τον καθαρισμό των κατοικιών, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
3. Κατά τις διατάξεις του αρθ. 8 παρ. 5 α.ν. 1846/ 1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", εργοδότες θεωρούνται κατ` αρχήν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου) για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση του ΙΚΑ πρόσωπα παρέχουν την εργασία τους (περ. α`). Ειδικά, όμως, για οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται με μεσολάβηση τρίτων προσώπων (μηχανικών, εργολάβων, υπεργολάβων) ως εργοδότες θεωρούνται, για μεν την καταβολή των προς το ΙΚΑ οφειλομένων εισφορών (εργοδοτικών), οι κύριοι των κτισμάτων που ανεγείρονται, συμπληρώνονται, μεταρρυθμίζονται ή κατεδαφίζονται, για δε την εφαρμογή της 9 του αρθ. 26 (εφοδιασμός με ασφαλιστική ταυτότητα, τήρηση καταστάσεων κλπ.) και οι εργολάβοι ή υπεργολάβοι με τους οποίους οι εργαζόμενοι έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας (περ. νι). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί οικοδομικών εργασιών, ως εργοδότης, από την άποψη της εφαρμογής των διατάξεων του νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων, θεωρείται τόσο ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης) όσο και εκείνος που έχει αναλάβει τις οικοδομικές εργασίες (μηχανικός, εργολάβος, υπεργολάβος) και έχει συνάψει την εργασιακή σύμβαση με τους εργαζομένους στο οικοδομικό έργο. Επομένως, τόσο ο κύριος του έργου όσο και ο εργοδότης του εργαζομένου που υπέστη εργατικό ατύχημα κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών (π.χ. συντήρησης), δηλαδή εκείνος με τον οποίο ο εργαζόμενος είχε συνάψει την εργασιακή σύμβαση, απαλλάσσονται μεν από τις υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, ευθύνονται όμως αν υπάρχει πταίσμα για τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος, επειδή δε για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, κατά το άρθρο 926 ΑΚ ενέχονται εις ολόκληρον. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1914, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω Ν. 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι επιζώντες σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα τούτου, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1914 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 937/2011, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 260/2011). Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη. Κατά τα άρθρα δε 111 του ΠΔ 1073/1981 και 3 και 5 του Ν. 1396/1983, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν. Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου που δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Και τούτο, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/1983, για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτελέσεως τμήματος του έργου σε υπεργολάβο με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου του υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων (ΑΠ 1210/ 2006 ). Εξάλλου, πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ αδικοπραξία (ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011, ΑΠ 47/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/ 1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 24/ 1992, ΑΠ 89/ 2013). Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη τεχνική, οικοδομική και εμπορική εταιρία με την επωνυμία "...", έχει αντικείμενο δραστηριοτήτων την ανέγερση κτιρίων, κατοικιών, καταστημάτων και γραφείων και την πώληση τους, είτε σε δικά της οικόπεδα, είτε σε οικόπεδα τρίτων με το σύστημα της αντιπαροχής, την ανάληψη και εκτέλεση κάθε είδους τεχνικών έργων, την αγορά και πώληση κάθε είδους ακινήτων, καθώς και τη δημιουργία οποιασδήποτε άλλης εμπορικής επιχείρησης, ενώ οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων είναι ομόρρυθμα μέλη της εταιρίας αυτής, με συμμετοχή στο εταιρικό της κεφάλαιο, σε ποσοστό 50% ο καθένας από αυτούς και αποτελούν και τους νόμιμους διαχειριστές και εκπροσώπους της, που τη δεσμεύουν και εκπροσωπούν ενεργώντας είτε και οι δύο από κοινού, είτε και χωριστά ο καθένας απ αυτούς. Στα πλαίσια αυτά η πρώτη εναγομένη εταιρεία ανέλαβε να οικοδομήσει και αποπεράτωσε με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τόσο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... και το διακριτικό τίτλο ... , που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, σε ποσοστό 97% εξ αδιαιρέτου, όσο και του δεύτερου εναγομένου σε ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου, ένα συγκρότημα τριών (3) γειτονικών διώροφων πολυτελών κατοικιών (βιλών-μεζονέτων) με δώμα και υπόγειο, που είναι οικοδομημένες σε ακίνητο τους κείμενο στην Εκάλη Αττικής και συγκεκριμένα επί των οδών ..., ... και … Τον Ιούνιο του 2009 η πρώτη εναγομένη ανέθεσε στον εργαζόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας επιστάτη και φύλακα του ως άνω συγκροτήματος Φ. Σ., Αλβανικής υπηκοότητας, να προβεί στη πρόσληψη για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης εταιρείας εργατών, προκειμένου αυτοί να απασχοληθούν σε εργασίες καθαριότητας και συντήρησης του συγκροτήματος των πολυτελών κατοικιών. Την 6-6-2009 ημέρα Σάββατο, ο εργαζόμενος στην πρώτη εναγομένη Φ. Σ., προέβη. προφορικώς στη πρόσληψη του ενάγοντος, Αλβανικής υπηκοότητας, μαζί με έναν (1) ακόμα ομοεθνή του, τον Α. Μ., για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης εργοδότριας-εργολάβου, για να προβούν στις εργασίες καθαρισμού και συντήρησης των τριών αποπερατωμένων οικοδομημάτων κατασκευής της πρώτης εναγομένης εταιρίας (με το εν λόγω σύστημα της αντιπαροχής). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αντικρούονται από τα όσα έχει καταθέσει ο Σ. Φ., η μαρτυρία του οποίου περιέχεται στη προσκομιζόμενη με επίκληση υπ` αριθμ. .../23-1-2012 ένορκη βεβαίωση του Συμβολαιογράφου Αθηνών .., ο οποίος αναφέρει ότι είχε αναλάβει υπεργολαβικά τον καθαρισμό του συγκροτήματος. Η ως άνω κατάθεση δεν κρίνεται πειστική και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, καθόσον έρχεται σαφώς σε αντίφαση με την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του Π. Ζ. και τα όσα έχουν καταθέσει οι Σ. Μ., Τ. Σ., φίλοι και ομοεθνείς του ενάγοντος, οι μαρτυρίες των οποίων περιέχονται στην προσκομιζόμενή με επίκληση υπ αριθμ. .../23-1-2012 ένορκη βεβαίωση τής Συμβολαιογράφου Αθηνών .... , στις οποίες ρητά και κατηγορηματικά καταθέτουν ότι ο ομοεθνής τους Φ. Σ. εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, λαμβάνοντας ημερομίσθιο ανερχόμενο στο ποσό των 40 ευρώ, όπως ο ίδιος μάλιστα τους ανέφερε. Πράγματι, την 6-6-2009, ημέρα Σάββατο και περί ώραν 07:30 π.μ. ο ενάγων μαζί με τους Φ. Σ. και τον Α. Μ., άρχισαν τις εργασίες καθαρισμού στα μπαλκόνια, τα κεραμίδια και τους ακάλυπτους χώρους- κήπους των κτισμάτων αυτών και απασχολήθηκαν μέχρι την 15:00 μ.μ. της ιδίας ημέρας έναντι ημερομισθίου ποσού 40,00 ευρώ. Η ίδια εργασία έλαβε χώρα και την επομένη, 7-6-2009, ημέρα Κυριακή και τις ίδιες ώρες και τέλος και την μεθεπομένη ημέρα, 8-6-2009, ημέρα της εβδομάδας Δευτέρα οι τρεις προαναφερόμενοι εργαζόμενοι προσήλθαν στην οικοδομή και συνέχισαν τις εργασίες καθαρισμού της. Γύρω στις 11.30, ο ενάγων είχε ανέβει στην κεραμοσκεπή της 3ης μεζονέτας, ευρισκομένης πλησίον της λεωφόρου Πεντέλης, μέσω μίας φορητής κλίμακας και βρισκόταν σε ένα από τα μπαλκόνια του 1ου ορόφου. Στο πέρας της ανώτερης πλάκας υπήρχε κατακόρυφο χείλος-στηθαίο (υπό μορφή σενάζ) ύψους 23 και πλάτους 26 εκατοστών που την οριοθετούσε περιμετρικά. Περιμετρικά επίσης και 63 εκατοστά κάτω από την απόληξη τής κεραμοσκεπής και μεταξύ αυτής και του κατακόρυφου χείλους-στηθαίου είχε διαμορφωθεί οριζόντιος διάδρομος (η απόληξη της κεραμοσκεπής δηλαδή απείχε περί τα 63 εκατοστά καθ ύψος από τον οριζόντιο διάδρομο). Ο διάδρομος αυτός χρησιμοποιείτο ως συλλέκτης των βρόχινων υδάτων της κεραμοσκεπής και το πλάτος του δεν ήταν σταθερό. Ειδικότερα, το πλάτος του διαδρόμου ήταν 36 εκατοστά, όμως το ωφέλιμο εύρος του γινόταν 26 εκατοστά λόγω του ότι στο συγκεκριμένο σημείο η κεραμοσκεπή εξείχε κατά 10 εκατοστά εντός αυτού. Ο ενάγων, βαδίζοντας στον προαναφερόμενο διάδρομο με το ένα πόδι εναλλάξ και φτάνοντας στο προαναφερόμενο σημείο για να καθαρίσει τον διάδρομο από τις πευκοβελόνες, όπου το ωφέλιμο εύρος του γινόταν 26 εκατοστά, σφήνωσε το πόδι του και στην προσπάθεια απεμπλοκής του απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε με σφοδρότητα επί του εδάφους, από ύψους περί των 7 μέτρων στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Αμέσως διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο τότε εφημερεύον Κρατικό Νοσοκομείο και συγκεκριμένα στο Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου και αμέσως εισήχθην στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ 1) της Α5 Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι και την 27-6-2009, οπότε και μεταφέρθηκε στη Β` Ορθοπεδική Κλινική του ιδίου, Νοσοκομείου, όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι και την 27-10-2009, οπότε και έλαβε εξιτήριο. Ειδικότερα σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα με επίκληση από 4-12-2009 και 27-10-2009 πιστοποιητικά νοσηλείας που έλαβε κατά την έξοδό του από το εν λόγω Νοσοκομείο, ο ενάγων υπέστη εκρηκτικό κάταγμα 2ου οσφυϊκού σπονδύλου με νευρολογική σημειολογία 5ης οσφυϊκής ρίζας, δεξιός πνευμοθώρακας με σύνοδες θλάσεις πνευμόνων, τραυματική ρήξη ισθμού αορτής, κάκωση πυέλων και εμβολισμού έσω λαγόνων δεξιών, υποογκαιμικό σοκ πλευρών, σώματος, κατάγματα Ιερού οστού αριστερά και κατάγματα ηβοϊσχιακού κλάδου αριστερών άνω και κάτω άκρων, κάταγμα pilon αριστερής ποδοκνημικής, κάταγμα αριστερούς σκαφοειδούς και κάταγμα - εξάρθημα αριστεράς πηχοκαρπικής, νέκρωση σκαφοειδούς και ανάπτυξη αρθρίτιδας. Από τις ως άνω σωματικές βλάβες ο ενάγων κατέστη ολικά και μόνιμα ανίκανος προς εργασία και κρίθηκε με διαδοχικές αποφάσεις της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ανάπηρος κατά ποσοστό 80% από 26-2-2010 μέχρι 30-11-2013 (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από 24-2-2011 και 1-1- 2012 γνωματεύσεις της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ), ενώ με τις υπ` αριθμ. 10609/11- 5-2011 και Ι0611/1Ι-5- 2Ο11 αποφάσεις του Διευθυντή του ΙΚΑ του απονεμήθηκε σύνταξη αναπηρίας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ο επίδικος τραυματισμός του ενάγοντος, που εμπίπτει στην έννοια του εργατικού ατυχήματος οφείλεται σε συνυπαιτιότητα της εργοδότριας - εργολάβου πρώτης εναγομένης εταιρείας και των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, ως ομορρύθμων εταίρων νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης εταιρείας. Ειδικότερα, η αμέλεια της πρώτης εναγομένης συνίσταται στη μη τήρηση εκ μέρους της των όρων ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφοι 4.1.1 και 4.1.4 ΠΔ 155/2004 περί εξοπλισμού εργασίας, των άρθρων 19 παράγραφοι 1.α, 1.β και 1.γ του ΠΔ 778/1980 μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών, του άρθρου 12 Παράρτημα IV, μέρος Β, τμήμα II, παράγραφος 5.1 και 5.2 του ΠΔ 305/1996 προδιαγραφές ασφαλείας προσωρινών-κινητών εργοταξίων και στο ΠΔ 1073/1981 εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού. Μέτρα ασφαλείας, των άρθρων 102 και 107 του ΠΔ 1073/1981. Ειδικότερα η πρώτη εναγομένη δεν έλαβε τα παρακάτω μέτρα ασφαλείας ώστε να εξασφαλίζονται απολύτως oι εργαζόμενοι αυτής έναντι πτώσης: α) επιλογή του πλέον ενδεδειγμένου εξοπλισμού εργασίας για την εξασφάλιση και διατήρηση ασφαλών συνθηκών εργασίας σε περίπτωση που δεν μπορεί να εκτελεσθούν ,προσωρινές εργασίες σε ύψος με ασφάλεια (παράβαση Π.Δ. 155/2004, κεφάλαιο Β άρθρο 2, παράγραφοι 4.1.1 και 4.1.4 και Π.Δ. 305/96, άρθρο παράρτημα ιν, μέρος Β Τμήμα ΙΙ. παράγραφος 14.1, β) Κατασκευή καταλλήλων δαπέδων εργασία οσάκις χρησιμοποιείται η ίδια στέγη ως διάδρομος ή επιφάνεια εργασίας για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών (παράβαση Π.Δ. 778/80, άρθρο 19, παράγραφος 1.α), γ) κατασκευή ανεξάρτητου ικριώματος ως προς τη στέγη μετά πλήρους δαπέδου εργασίας, εις το ύψος του σημείου απολήξεως της στέγης, παραλλήλως προς αυτή, και καθ όλο το μήκος της, ήτοι εξωτερικώς του καλυπτόμενου χώρου και παραλλήλως προς τον τοίχο, το δε εν προκειμένω δάπεδο εργασίας πρέπει να έχει προστατευτικό κιγκλίδωμα ύψους ενός μέτρου (παράβαση Π.Δ. 778/80, άρθρο 19, παράγραφος 1,β), δ) Κατασκευή άμα τη συμπληρώσει της στέγης (τοποθέτηση των ζευκτών) προστατευτικής οριζοντίου διατάξεως έναντι πτώσης εντός του προς κάλυψη χώρου, καθ όλη αυτού την επιφάνεια ή κατασκευή στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος (χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο) (παράβαση Π.Δ. 778/80, άρθρο 19. παράγραφος 1.γ, και Π.Δ. 305/96. άρθρο 12, παράρτημα ιν, μέρος Β, Τμήμα ΙΙ, παράγραφος 5.1), ε) χρήση κατάλληλου εξοπλισμού ή μηχανισμών συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, χρήση και επίβλεψη της χρήσης ζωνών ασφαλείας ή άλλων μεθόδων ασφάλειας με αγκύρωση (παράβαση Π.Δ. 305/96, άρθρο 12, παράρτημα ιν, μέρος Β, Τμήμα ΙΙ, παράγραφος 5.2), στ) Οι χώροι και τα δάπεδα εργασίας θα έπρεπε να κατασκευάζόνταν και να διατηρούνταν ασφαλή σύμφωνα και με όσα ορίζονται στο Π.Δ. 1073/81, άρθρο 37, παράγραφοι, 1 και 2 και στο Π.Δ. 778/80, άρθρο 21, παράγραφος 1), όπως τα παραπάνω προκύπτουν σαφώς από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 18- 8-2009 έκθεση έρευνας του Τεχνικού Επιθεωρητή Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας Π. Φ.. Οι πιο πάνω παραλείψεις της πρώτης εναγομένης τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο τραυματισμός του ενάγοντος, διότι κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επήλθε στην ένδικη περίπτωση. Περαιτέρω όμως προέκυψε ότι τον ενάγοντα βαρύνει συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 20 % στην πρόκληση του τραυματισμού του, καθόσον αυτός κινούμενος με έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλλει από τις περιστάσεις, κινήθηκε επί του ως άνω διαδρόμου, στο οποίο επιτρεπόταν η βάδιση μόνο με το ένα πόδι εναλλάξ και ενώ ήταν αντιληπτό ευχερώς στον ενάγοντα ότι το πλάτος αυτού (λούκι) ήταν περιορισμένο για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του (36 εκατοστά), με συνέπεια όταν ο ενάγων μετέβη στο σημείο του ατυχήματος, όπου το ωφέλιμο εύρος του γινόταν 26 εκατοστά, λόγω του ότι στο συγκεκριμένο σημείο η κεραμοσκεπή εξείχε κατά 10 εκατοστά εντός αυτού, να σφηνώσει το πόδι του και στην προσπάθεια απεμπλοκής του να απολέσει την ισορροπία του, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, που ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικίας 41 ετών, έγγαμος με δύο (2) ανήλικα τέκνα, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το εν λόγω ατύχημα, που οφείλεται στη μη τήρηση των όρων ασφαλείας από την πρώτη εναγομένη εταιρεία. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη α) τις συνθήκες του ατυχήματος, β) την ηλικία του ενάγοντος, γ) ο βαθμός και το είδος της αμέλειας που βαρύνει την πρώτη εναγομένη, ε) τη σοβαρότητα του τραυματισμού του ενάγοντος, στ) τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος, ζ) τη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, η) το γεγονός ότι ο ενάγων είναι εργάτης και επομένως το στοιχείο της σωματικής δύναμης είναι αυτό που προέχει κατά την παροχή οποιασδήποτε εργασίας του, κρίνει ότι η επιδικαστέα σε αυτόν εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προξένησε το ατύχημα, ανέρχεται στο ποσό των 80.000 ευρώ. Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία ως εργοδότρια - εργολάβο και κύρια του έργου και τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους ως ομόρρυθμα μέλη και νομίμους εκπροσώπους αυτής να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό των 80.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 8 παρ.5 α.ν. 1846/1951, 1 και 16 του Ν.551/1914 , που κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), 914,922,681, 664 και 300 του ΑΚ, 102, 107 και 111 του ΠΔ 1073/1981, 3 και 5 του Ν.1396/1983, 2 παρ. 4.1.1 και 4.1.4 του ΠΔ 155/2004, 19 παρ. 1.α,1.β, και 1.γ του ΠΔ 778/1980,12 παράρτημα IV μέρος Β, τμήμα II και παρ. 5.1 και 5.2 του ΠΔ 305/1996, ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Και τούτο γιατί από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτουν, 1) ότι ο Φ. Σ. επιστάτης -φύλακας του συγκροτήματος κατοικιών της πρώτης αναιρεσείουσας προέβη για λογαριασμό της στην πρόσληψη του αναιρεσιβλήτου -ενάγοντος ως εργάτη για τον καθαρισμό των κατοικιών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου η αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας και η εντεύθεν αδικοπρακτική ευθύνη της, 2) τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να λάβει η πρώτη αναιρεσείουσα και δεν έλαβε και 3) η συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος. Ακόμη με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της σύναψης δηλαδή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του εργαζομένου αναιρεσιβλήτου και της εργοδότριας - εργολάβου και κυρίας του έργου της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης και ως προς τα δύο μέρη του. Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων που διατυπώνεται με τους ίδιος λόγους, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων είναι συνυπαίτιος για τη ζημία που υπέστη, ενώ έπρεπε να αποφανθεί ότι αυτός δεν δικαιούται καμία αποζημίωση, αφού κατά την εργασία του, μέρα μεσημέρι και με αρκετή ζέστη, κατανάλωσε μπύρα και κατόπιν ανέβηκε στην οικία για να προβεί στον καθαρισμό της, μόνος τους και εν αγνοία των λοιπών εργαζομένων, άλλως έπρεπε να περιορίσει την αξίωσή του σε 15% της όλης ζημίας, και ότι το ατύχημα δεν οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά τους και στη μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας, τα οποία και δεν τον βαρύνουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί πλήσσεται με αυτό η ουσία της υποθέσεως αφού ανάγεται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ( άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Β). Επί της δεύτερης από 22-4-2014 αίτησης και των από 11-9-2014 πρόσθετων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σ. Α..
1. Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ., που ορίζει ότι “η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του”, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον τού. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ., που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για αποζημίωση (Ολ ΑΠ 18/ 2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ 2 α ν 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1778/2012,ΑΠ 52/2011 ). Η ρύθμιση αυτή, που γίνεται με τον άνω α.ν. 1846/1951 δεν είναι αντισυνταγματική διότι έχει τεθεί από λόγους γενικότερου συμφέροντος για την προστασία της εθνικής οικονομίας (ad hoc ΑΠ 307/1986 ), συνάδει δε με τις διατάξεις των άρθρων 4, 20 παρ.1, 22 παρ. 1 και 4 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997), δεδομένου ότι το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως ο νόμος ορίζει, τέτοιος δε νόμος κατά βάση είναι ο α.ν. 1846/1951, ο δε παθών από εργατικό ατύχημα που οφείλεται σε πταίσμα, επομένως και σε οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του, έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με προαναφερθείσες συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 298, 299, 914, 922, 929 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει να του καταβάλει ο εργοδότης χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε το ατύχημα, αφού ως προς την αξίωση αυτή του εργαζομένου, ο εργοδότης δεν καλύπτεται από το ΙΚΑ. Τέλος, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ` άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφορικά με την αξίωση του άρθρου 931 του ΑΚ ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυριζόταν στην αγωγή του ότι η βαριά αναπηρία που υπέστη από το εργατικό ατύχημα στην σπονδυλική στήλη και τα άνω και κάτω άκρα του τον καθιστά ολικά ανίκανο για την άσκηση στο μέλλον του επαγγέλματος του οικοδόμου, που είναι η μοναδική εργασία που ήξερε και έκανε και κατ` επέκταση η αναπηρία αυτή αποτελεί τη μοναδική αιτία της μη εξέλιξής του επαγγελματικά, οικονομικά και κοινωνικά με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ύψους 300.000 ευρώ. Με το παραπάνω, όμως, περιεχόμενο η ένδικη αγωγή κατά το κονδύλιό της αυτό, δεν είναι νόμιμη, εφόσον ο αναιρεσείων εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, και δεν δικαιούται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη του και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή κατά το κονδύλιο αυτό ήταν μη νόμιμη και μετά ταύτα απέρριψε αυτό. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει το κονδύλιο αυτό ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ήτοι των άρθρου 931 του ΑΚ, 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920 , και 4, 20 παρ.1, 22 παρ. 1 και 4 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που ενσωματώθηκε με τον Ν. 2462/1997, και ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, στο σύνολό του, λόγος του δικογράφου της αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή οι προαναφερθείσες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και ότι η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι αξίωση χρηματικής ικανοποίησης ( και όχι αποζημίωση-περιουσιακή) .
2. Επειδή, κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσης της αγωγής ή της ένστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί συνυπαιτιότητας του ιδίου στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, η οποία είχε προταθεί αόριστα από τους αναιρεσιβλήτους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, υποβλήθηκε παραδεκτά από τους αναιρεσιβλήτους η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα αναφέρονται στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων τα εξής : “4. Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του καθ` ου : α. Επικουρικώς, υπογραμμίζουμε ότι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται νόμω κάποια δική μας ευθύνη για το ατύχημα του καθ` ου στην εργασία που προσέφερε στον Σ., οπωσδήποτε αυτός ζημιώθηκε εξ οικείου πταίσματος. Ο ίδιος παραβίασε τους στοιχειώδεις κανόνες ασφάλειας και από δικό του πταίσμα προκλήθηκε η ζημιά του.
Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να μην επιδικάσει στον καθ` ου καμία αποζημίωση ή να επιδικάσει τέτοια ίση προς το 10% της ζημίας, που θα επιδίκαζε τούτο, αν μας έκρινε ως μόνους υπαίτιους του ατυχήματος του καθ` ου, διότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και τα πραγματικά στοιχεία εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος. β. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας του συμβάντος, διότι τόσο ο Φ. Σ. όσο και ο Α. Μ., την στιγμή εκείνη, βρίσκονταν και καθάριζαν άλλο τμήμα του ακινήτου. Ο ίδιος δε ο καθ` ου δεν αναφέρει τίποτε στην αγωγή του κα την έφεσή του για τις συνθήκες του συμβάντος. Ακόμη και ο προταθείς υπ` αυτού μάρτυς στο ακροατήριο Π. Ζ., κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει τίποτε για το συμβάν, ούτε ο ίδιος ο καθ του είχε πει τίποτε γι` αυτό. Το αυτό αναφέρουν οι άλλοι τρεις ομοεθνείς του που έδωσαν κοινή και άκυρη ένορκη βεβαίωση. Όμως, η αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη παθών, πρέπει να αναφέρει τις συνθήκες του ατυχήματος. Κατά τον τρόπο αυτό αδυνατεί και το Δικαστήριο να κρίνει το επιλήψιμο ή μη συμπεριφοράς, πράξεων και παραλείψεων, ώστε να αιτιολογήσει ειδικώς, νομίμως και ορισμένως οιασδήποτε μορφής, είδους και εκτάσεως δικής μας ευθύνης. Και στην κρινομένη έφεση ο καθ` ου ουδέν αναφέρει περί τις συνθήκες και δεν επικαλείται καμία σχετική διάταξη ισχύοντος νόμου, διατάγματος ή κανονισμού, για το τι Θα μπορούσαμε να πράξουμε και δεν πράξαμε σε αποπερατωμένες, έτοιμες κατοικίες (σελίδες 6 και 7). Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του καθ` ού.: Εάν ήθελε θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται νόμω κάποια δική μας ευθύνη για το ατύχημα του καθ` ου στην εργασία που προσέφερε στον Σ., οπωσδήποτε αυτός ζημιώθηκε εξ οικείου πταίσματος. Ο ίδιος παραβίασε τους στοιχειώδεις κανόνες ασφάλειας και από δικό του πταίσμα προκλήθηκε η ζημιά του.
Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να μην επιδικάσει στον καθ` ου καμία αποζημίωση ή να επιδικάσει τέτοια ίση προς το 10% της ζημίας, που θα επιδίκαζε τούτο, αν μας έκρινε ως μόνους υπαίτιους του ατυχήματος του καθ` ου, διότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις και τα πραγματικά στοιχεία εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ Ειδικότερα: α. Ο καθ` ου αναφέρει στην αγωγή του ότι είναι οικοδόμος - σιδεράς και λόγω της φύσης της εργασίας του εκτίθεται σε δύσκολα σημεία των οικοδομικών έργων και σε μεγάλα ύψη. Περιγράφεται ως απολύτως έμπειρος που ξέρει και μπορεί ως επαγγελματίας, να μεταφέρει τοποθετεί δένει και λυγίζει ιδιαιτέρως βαρέα και χοντρά σίδερα σε μεγάλα ύψη. Τίποτε, όμως, από αυτά δεν του ανατέθηκε από τον εργολάβο και τίποτε από αυτά δεν έκανε. Το τριήμερο 6, 7 και 8 Ιουνίου του 2009, που συνέπιπτε με το τριήμερο της αργίας του Αγίου Πνεύματος, καθάριζε, κατά τις πρωινές ώρες, σε συνεργασία με άλλους εργάτες, τους ακάλυπτους χώρους του ακινήτου και τον κήπο του όλου οικοπέδου. Ο καθ` ου δεν εξετέλεσε καμία οικοδομική εργασία. Το Σάββατο 6 και την Κυριακή 7 Ιουνίου 2009 έγιναν οι εργασίες καθαρισμού του συγκροτήματος. Την Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009, αφού, σχεδόν, είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες καθαρισμού και αφού κατά τις 11 00, όλοι οι εργάτες είχαν διακόψει για κολατσιό, ο καθ` ου ανέβηκε στην ταράτσα της τρίτης οικίας προκειμένου να καθαρίσει. Πέριξ της σκεπής υπάρχει διάδρομος, πλάτους από 36 έως 150 εκατοστά και κτισμένο προστατευτικό στηθαίο ύψους από 35 έως 65 εκατοστά. Το συμβάν έγινε στο σημείο, όπου χωρίζεται η τρίτη από την δεύτερη οικία, όπως καταδεικνύεται στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..................... (συνημμένο 8). Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας της πτώσης, γιατί τόσο ο Σ. όσο και ο Μ., την στιγμή εκείνη, βρίσκονταν και καθάριζαν άλλο τμήμα του ακινήτου....Το σημείο της πτώσης είναι ακριβώς στο όριο, που χωρίζεται η ταράτσα μεταξύ της τρίτης και της δεύτερης κατοικίας και όπου υπάρχει υψομετρική διαφορά 40- 45 εκατοστών, περίπου. Όταν ο καθ` ου έφτασε στο όριο της ταράτσας μεταξύ της τρίτης και της δεύτερης κατοικίας, αντί να γυρίσει πίσω, να κατέβει στον πρώτο όροφο της τρίτης μεζονέτας και από την δεύτερη μεζονέτα να ανέβει στην ταράτσα της, επιχείρησε να πηδήξει από την ταράτσα της τρίτης μεζονέτας στην ταράτσα της δεύτερης. Γι` αυτό έπεσε με τα χέρια και το στήθος. Στο σημείο εκείνο, στην ταράτσα της τρίτης μεζονέτας, υπάρχει ευρύς διάδρομος και κτισμένο στηθαίο ύψους πάνω από μισό μέτρο. Προφανώς ο καθ` ου ανέβηκε στο τοιχίο που χωρίζει την ταράτσα στις δύο μεζονέτες και από εκεί πήδηξε στην ταράτσα της δεύτερης μεζονέτας. Είναι αδιανόητη η ενέργεια αυτή. Δεν είχε λόγο να το κάνει. Δεν επιβαλλόταν, ούτε απαιτείτο από τίποτε και από κανένα. Ουσιαστικά, πήδηξε από την ταράτσα της τρίτης οικίας στην ταράτσα της δεύτερης. Είναι τραγικό αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Και ακριβώς επειδή πήδηξε, η πτώση δεν έγινε με το κεφάλι ή με την πλάτη και δεν έγινε στην μαρμάρινη επιφάνεια της εισόδου του υπογείου της τρίτης οικίας. Εγινε με την έμπροσθεν πλευρά του σώματος, ο καθ` ου έβαλε μπροστά τα χέρια και η πρόσκρουση έγινε στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, από ύψους περίπου 7 μέτρων. β. Οι αναφορές του καθ` ού στην αγωγή του δεν αφορούν τις συνθήκες του ατυχήματος. Δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά σε ισχύοντες νόμους διατάγματα ή κανονισμούς. Η μόνη γενική αναφορά του γίνεται στο δεύτερο μισό της τρίτης σελίδας της αγωγής του, που όμως γέμει αντιφάσεων και ανακριβειών, δεδομένου ότι ο ίδιος συνομολογεί διαρκώς ότι αντικείμενο της εργασίας ήταν ο εξωτερικός καθαρισμός του οικοπέδου και των εξωτερικών χώρων των αποπερατωμένων και κλειστών ακινήτων από ξερά χόρτα, φύλλα και σκουπίδια. Η αναφορά του σε ύψος κτίσματος 13 ή 16 μέτρων είναι ψευδής. Δεν υπάρχει στο κτίσμα και στην ταράτσα κανένα "λούκι", αλλά περιμετρικός διάδρομος γύρω, από την κεραμοσκεπή, με κτισμένο στηθαίο (συννημμένο 9). Πρέπει όμως να γίνει σαφές ότι κρίσιμο σημείο είναι εκεί που χωρίζονται η δεύτερη με την τρίτη οικία. Εκεί δεν υπήρχε λόγος να είναι ο καθ` ου και δεν έπρεπε να είναι. Εκεί που τελειώνει η σκεπή της τρίτης οικίας έπρεπε να κατέβει, όπως ανέβηκε, στον πρώτο όροφο της τρίτης οικίας και με τον ίδιο ανάλογο τρόπο από τον πρώτο όροφο της δεύτερης οικίας να ανέβει στην ταράτσα της δεύτερης οικίας. Αντί να κάνει αυτό ανέβηκε στο χώρισμα και ουσιαστικά πήδηξε στην ταράτσα της δεύτερης οικίας. Έχουμε συγκλονιστεί και ημείς από το γεγονός, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα...Ολα τα Ιατρικά πιστοποιητικά περιγράφουν τραυματισμούς του θώρακα, των πλευρών και των χειρών. Τραυματισμών που δεν προκαλούνται με την πτώση, όπως περιγράφεται και σκηνοθετείται στην αγωγή. Εκ των λόγων αυτών προκύπτει ότι το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα, απροσεξία και σε μη τήρηση στοιχειωδών κανόνων αυτοπροστασίας του καθ` ου (σελίδες 25 έως 28)”. Η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος με αυτό το περιεχόμενο είναι ορισμένη και νόμιμη, αφού αναφέρονται όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή που πρότειναν οι αναιρεσίβλητοι, την έκανε δεκτή ως ορισμένη και νόμιμη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ‚ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 21/2013). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 89/2013). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ προκύπτει ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ζημίας (η οποία- συνυπαιτιότητα- αποτελεί και ένα από τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του παθόντος από αδικοπραξία κατ` αρ. 932 ΑΚ) υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ` αρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ..( ΑΠ 58/2009 ΑΠ 793/2007). Στην προκειμένη περίπτώση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, πέραν των παραπάνω, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, αναφορικά με το εργατικό ατύχημα που υπέστη ο αναιρεσείων, την συνυπαιτιότητά του και το επιδακασθέν ποσό, και τα εξής: ...Περαιτέρω όμως προέκυψε ότι τον ενάγοντα βαρύνει συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 20 % στην πρόκληση του τραυματισμού του, καθόσον αυτός κινούμενος με έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλλει από τις περιστάσεις, κινήθηκε επί του ως άνω διαδρόμου, στο οποίο επιτρεπόταν η βάδιση μόνο με το ένα πόδι εναλλάξ και ενώ ήταν αντιληπτό ευχερώς στον ενάγοντα ότι το πλάτος αυτού (λούκι) ήταν περιορισμένο για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του (36 εκατοστά), με συνέπεια όταν ο ενάγων μετέβη στο σημείο του ατυχήματος, όπου το ωφέλιμο εύρος του γινόταν 26 εκατοστά, λόγω του ότι στο συγκεκριμένο σημείο η κεραμοσκεπή εξείχε κατά 10 εκατοστά εντός αυτού, να σφηνώσει το πόδι του και στην προσπάθεια απεμπλοκής του να απολέσει την ισορροπία του, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, που ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικίας 41 ετών, έγγαμος με δύο (2) ανήλικα τέκνα, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το εν λόγω ατύχημα, που οφείλεται στη μη τήρηση των όρων ασφαλείας από την πρώτη εναγομένη εταιρεία. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη α) τις συνθήκες του ατυχήματος, β) την ηλικία του ενάγοντος, γ) ο βαθμός και το είδος της αμέλειας που βαρύνει την πρώτη εναγομένη, ε) τη σοβαρότητα του τραυματισμού του ενάγοντος, στ) τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος, ζ) τη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, η) το γεγονός ότι ο ενάγων είναι εργάτης και επομένως το στοιχείο της σωματικής δύναμης είναι αυτό που προέχει κατά την παροχή οποιασδήποτε εργασίας του, κρίνει ότι η επιδικαστέα σε αυτόν εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προξένησε το ατύχημα, ανέρχεται στο ποσό των 80.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με το να δεχθεί ανέλεγκτα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά βάσιμη, α) ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του πληρούται το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως και β) διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και δη την ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος αυτού, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άνω άρθρου 300 ΑΚ που εφαρμόσθηκε. Επομένως ,ο δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλη του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά και από τον αριθμό 19 αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

4. Κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης ωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή μέχρι να εκδοθεί από τη διοικητικά αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο πρώτο άρθρο δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εξ αιτίας της προεκτεθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων υπέστη ηθική βλάβη και του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 80.000 ευρώ. Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει ο αναιρεσείων, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (άρθρα 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά τη συνταγματικά αναθεώρηση του έτους 2001, 914 και 932 ΑΚ). Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, κατά πόσον προσβάλλεται νομίμως με αναίρεση,για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, ήτοι για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, απόφαση ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αδικοπραξίας, και ειδικότερα ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάσθηκε, και το οποίο ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά μεγάλη κατηγορία υποθέσεων, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1942/2013 απόφαση του Α2 Τμήματος αυτού και είχε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού η 18η Σεπτεμβρίου 2014 και δεν εκδόθηκε ακόμη απόφαση. Κατά συνέπεια, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ` ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί (ανασταλεί), κατ` άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση αποφάσεως επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, μέχρι να εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κατ` ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει: Α ) Να συνεκδικασθούν, α) η πρώτη από 11-3-2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 1-4-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής της ομόρρυθμης εταιρείας Γ. Δ. ΟΕ κ.λ.π. και β) η δεύτερη από 22-4-2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 11-9-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής του Σ. Α.. Β) Να απορριφθούν στο σύνολό τους η πρώτη από 11-3-2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 1-4-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής, Γ) Να απορριφθούν ο πρώτος λόγος, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλη του, λόγος της δεύτερης από 22-4- 2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 11-9-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Δ) Να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατά την αυτή έκταση νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ) και Ε) Να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως επί του τρίτου λόγου της δεύτερης από 22-4-2014 αίτησης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α). Συνεκδικάζει, α) την από 11-3-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 1-4-2014 πρόσθετους λόγους αυτής της ομόρρυθμης εταιρείας ..Γ. Δ. ΟΕ.... κ.λ.π. και β) την από 22-4-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 11-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής του Σ. Α., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 7834/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Β) Απορρίπτει στο σύνολό της την πρώτη από 11-3-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 1-4-2014 πρόσθετους λόγους αυτής
Γ) Απορρίπτει τους πρώτο λόγο, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων, δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο και δεύτερο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλη του, λόγο της δεύτερης από 22-4-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 11-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Δ) Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης.
Και
Ε) Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί του τρίτου λόγου της δεύτερης από 22-4-2014 αίτησης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για το άνω ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ` αυτή, με την 1942/2013 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

7 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Ως γνωστόν, είδη ζημιάς είναι, μεταξύ άλλων, η χρηματική και η ηθική. Περιουσιακή ζημιά έχουμε όταν βλάπτονται αγαθά που έχουν περιουσιακή αξία (αποτιμητή σε χρήμα) και ηθική ζημιά όταν βλάπτονται αγαθά της προσωπικότητας του ανθρώπου π.χ. τιμή, υπόληψη, ζωή, υγεία, επαγγελματική φήμη κλπ [Αλ. Λιτζερόπουλος στην ΕρμΑΚ, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 297-300, πλαγιάριθμος 14, σελ∙ 89]. Η περιουσιακή ζημιά καλύπτεται σχεδόν απόλυτα ενώ η ηθική (μη χρηματική) μόνο όπου ορίζεται ρητά στον νόμο (π.χ. ΑΚ 932, 57-59 σε συνδυασμό με ΑΚ 299). Η περιουσιακή ζημία διαφέρει από την ηθική βλάβη ως προς το ότι η πρώτη είναι δυνατόν να αποτιμηθεί σε χρήμα ενώ η δεύτερη όχι [Απ. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 10, πλαγιάριθμος 7, σελ∙ 134].

Σύμφωνα με την ΑΚ 932 «σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής, ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης», σύμφωνα με την ΑΚ 931 «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του», τέλος δε σύμφωνα με την ΑΚ 914, «όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει».

i. Στην ΑΚ 931 «ως αναπηρία νοείται κάποια έλλειψη σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου∙ ως παραμόρφωση νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής» (Κ. Γεωργίου, η αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2012, σελ∙ 46 με παραπομπές στην νλγ μας). Σύμφωνα με την νεότερη νμλγ μας ως αναπηρία νοείται «κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής» (ΑΠ 150/ 2015 και σταθερή πάγια νμλγ, π.χ. ΑΠ 670/ 06, ΑΠ 154/ 07, ΑΠ 433/ 08).
(συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Παρατηρείται όμως διχασμός της νομολογίας μας στο εξής κρίσιμο περιστατικό: ποια η σχέση της ΑΚ 931 με τις ΑΚ 932 (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και την ΑΚ 929 [αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης σώματος ή υγείας], δηλαδή είναι ανεξάρτητη από τις αποζημιώσει των άρθρων αυτών ή σχετίζεται με αυτές και επιδικάζεται η αποζημίωση της ΑΚ 931 μόνο εφόσον δεν καλύπτεται από αυτές. Κατά την ΑΠ 150/ 2015 [την οποία θυμηθείτε την στην ανάρτηση “αποζημίωση λόγω σωματικής αναπηρίας ή παραμόρφωσης (ΑΚ 931)”] “Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. (συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (βλ. και Α.Π. 72/ 2012, Α.Π. 1087/ 2010, Α.Π. 1432/ 2009, Α.Π. 765/ 2007, Α.Π. 670/ 2006)”. Όμως σύμφωνα με την σχολιαζόμενη νμλγ του Αρείου Πάγου [υπ’ αριθμό 182/ 2015 σκέψη υπ’ αριθμό Β1] αλλά και του Συμβουλίου της Επικρατείας [324/ 2015 την οποία διάβασε στην ανάρτηση “Ευθύνη Δημοσίου. Αναπηρία ή παραμόρφωση. Προϋποθέσεις αποζημίωσης”], “Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ., που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για αποζημίωση (Ολ ΑΠ 18/ 2008)” το δε Συμβούλιο της Επικρατείας (σκέψη υπ’ αριθμό 4) δέχεται “Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299 και 914 του Α.Κ., (συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: συνάγεται ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ., είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 931 Α.Κ., αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου και δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ. Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν ιδιαίτερα περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος (Σ.τ.Ε. 3463, 2004, 2937/2009, 1437/2011, 877, 1541/2013)”. Τι παρατηρούμε λοιπόν; Η μια άποψη του Αρείου Πάγου δέχεται ότι η αξίωση της ΑΚ 931 είναι εντελώς διαφορετική από αυτές των ΑΚ 929 και 932 και η κάθε αξίωση από αυτές δεν προϋποθέτει την ύπαρξη της άλλης, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε ξεχωριστά χωρίς καμιά αλληλεπίδραση μεταξύ τους, ενώ κατά την άλλη άποψη αλλά και του ΣτΕ, η η αξίωση της ΑΚ 931 θεμελιώνεται και δικαιολογείται στο βαθμό που το θύμα του τροχαίου μένει ακάλυπτο από την προσφυγή στις ΑΚ 929 και 932. Η δεύτερη άποψη αυτή είναι αυστηρότερη και, ουσιαστικά, εκμηδενίζει την επίκληση της ΑΚ 931!

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Σύμφωνα με την Επιστήμη [βλ. για τα επόμενα, Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τόμο Ι, 2002, πργφ. 103.ΙΙΙ.2.α-γ, σελίδες 632-635], “α. Η θέση του ΑΚ 931 (μετά τα άρθρα 929 και 930) υποδηλώνει, ότι η διάταξη αναφέρεται καταρχήν στην αποκατάσταση μελλοντικής περιουσιακής ζημίας (και όχι της ηθικής βλάβης). Ο ΑΚ δεν αποσκοπεί εδώ στη δημιουργία νέας αυτοτελούς αξίωσης αλλά -προϋποθέτοντας τη θεμελίωση της αξίωσης ήδη στο 929 (σε συνδ. με τα άρθρα 297 και 298)- απευθύνει νουθεσία στο δικαστή (που, πάντως, διατηρεί την αξία της και στην περίπτωση του 932), υπογραμμίζοντας με σαφήνεια («λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη») την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η αναπηρία ή παραμόρφωση κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης. Το 931 είναι θεωρητικά περιττό (αφού η μελλοντική αυτή ζημία καλύπτεται ήδη βάσει των άρθρων 929 εδ. α' και 298) αλλά κρίνεται τελικά σκόπιμη η νομοθετική υπογράμμιση που εμπεριέχει, ενόψει του ότι τα δικαστήρια μας δεν φημίζονται για την «απλοχεριά» τους σε θέματα επιδίκασης αποζημίωσης για αναπηρία ή παραμόρφωση.
β. Η ίδια αυτή άποψη του ΑΠ είναι όμως και δογματικά μετέωρη: Η αποζημίωση που παρέχεται σε περίπτωση αδικοπραξίας για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών (297, 298, 914, 928, 929, 932) είναι εξ ορισμού πλήρης και αποσκοπεί στο να αποκαταστήσει, και μάλιστα ολόκληρη, εκείνη την (περιουσιακή) ζημία, η οποία συνδέεται (με την έννοια της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου) με το ζημιογόνο γεγονός. Είναι, συνεπώς, δογματικά αδύνατο να υπάρξει ζημία που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί δυνάμει του 929 (ή και του 932), ώστε να τεθεί θέμα αποκατάστασης της δυνάμει της ΑΚ 931. Έτσι, η άποψη αυτή δεν διευκρινίζει, αν πρόκειται εδώ για περιουσιακή ή για μη περιουσιακή ζημία· αν συμβαίνει το πρώτο, δεν διευκρινίζει, αν η «αυτοτελής αξίωση αποζημίωσης» για περιουσιακή ζημία από 931 αναφέρεται σε πλήρη ή σε εύλογη αποζημίωση· και αφού συμβαίνει το πρώτο (επειδή η εύλογη αποζημίωση θα έπρεπε να προβλέπεται ρητώς), δεν προσδιορίζει τα κριτήρια με τα οποία θα επιδικασθεί στον ζημιωθέντα ένα συγκεκριμένο ποσό. Γι αυτό και όσες αποφάσεις επιδίκασαν σε ζημιωθέντες ποσά, ως αυτοτελείς αξιώσεις θεμελιούμενες στο 931 με υιοθέτηση της παραπάνω άποψης του ΑΠ, δεν αιτιολογούν με συγκεκριμένες αναφορές σε αποδεικτικά στοιχεία κτλ. τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου ποσού, που επιδικάζουν… Τα ερωτήματα που ανακύπτουν από τις παραπάνω αιτιολογίες των δικαστικών αποφάσεων είναι πολλά: (συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: α) Τι είδους περιουσιακή ζημία συνιστά η απώλεια «κάθε ελπίδας της για σύναψη γάμου και δημιουργία δικής της οικογένειας»; με ποιο τρόπο προσδιορίστηκε το ύψος της ζημίας αυτής; γ) γιατί η ζημία αυτή δεν μπορούσε να αποκατασταθεί βάσει του 929 (ή του 932); δ) με ποιο τρόπο προσδιορίστηκε το ύψος της ζημίας από την απώλεια «κάθε δυνατότητας για μελλοντική κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική εξέλιξη της»; ε) γιατί η ζημία αυτή δεν μπορούσε να αποκατασταθεί βάσει του 929 (ή του 932); στ) η έκφραση «κατά την κρίση του Δικαστηρίου» υποδηλώνει επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης και για τί είδους ζημία (περιουσιακή ή ηθική);
γ. Ενόψει τούτων είναι ορθότερη η κρατούσα άποψη, ότι η διάταξη του 931 δεν θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης αλλά αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημίωσης που ήδη οφείλεται κατά την 929 εδ. α' για την αποκατάσταση της συχνά δυσαπόδεικτης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας του θύματος.
Το γεγονός, ότι συχνά η αναπηρία ή παραμόρφωση καταστρέφουν ουσιαστικά το μέλλον του ζημιωθέντος, από κάθε νοητή άποψη, πρέπει να ωθήσει τα δικαστήρια να επιδικάζουν -πέρα από την αποδεικνυόμενη μελλοντική περιουσιακή ζημία- υψηλότερα ποσά λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε αμφίβολες κατασκευές.
3. α. Με τον ν. 1329/ 1983 απαλείφθηκε από το παλαιό άρθρο 931 η φράση «ιδία δε εις την αποκατάστασιν γυναικός», χωρίς να επέλθει άλλη αλλαγή. Η απάλειψη αυτή, που ήταν επιβεβλημένη από συνταγματική άποψη, σημαίνει απλά ότι στο εξής η αναπηρία ή η παραμόρφωση που υπέστη ο παθών θα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του, ανεξάρτητα από το αν ο παθών είναι άντρας ή γυναίκα. Θα εξετάζεται δηλαδή το αν, και σε ποια έκταση, η αναπηρία ή η παραμόρφωση (καθώς και τα δυσμενή ψυχολογικά αποτελέσματα τους στην προσωπικότητα του θύματος) επιδρούν δυσμενώς στο «μέλλον», δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του θύματος, όπως λ.χ. όταν ο παθών αδυνατεί πλέον, ολικά ή μερικά, να ασκήσει ορισμένη επαγγελματική ή οικονομική δραστηριότητα (την οποία ήδη ασκούσε ή θα ασκούσε στο μέλλον κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων) ή όταν χάνει οριστικά την (βάσιμη) προσδοκία του για κατάληψη στο μέλλον μιας ανώτερης (και καλύτερα αμειβόμενης) θέσης. (συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: β. Επαναλαμβάνεται, ότι στο πλαίσιο του 931 θα πρέπει να αποδειχτεί η -λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης- πρόκληση μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, γιατί η ηθική βλάβη του θύματος από την ίδια αιτία θα αποκατασταθεί βάσει του 932. Έτσι, αν το θύμα είναι γυναίκα, η μείωση των πιθανοτήτων να συνάψει γάμο δεν συνιστά μελλοντική περιουσιακή ζημία της που θα πρέπει να αποκατασταθεί με το 931 αλλά ηθική βλάβη που θα πρέπει να αποκατασταθεί βάσει του 932. Με την έννοια αυτή δεν είναι ορθή η άποψη, ότι θα πρέπει να επιδικαστεί στην παθούσα το χρηματικό ποσό που, λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, απαιτείται επιπλέον για την εκ μέρους της δημιουργία ή διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας (βλ. 1509), του ίδιου επιπέδου με αυτό στο οποίο θα βρισκόταν χωρίς την παρεμβολή του ατυχήματος. Η θέση αυτή έχει σαν ουσιαστικό αποτέλεσμα το ότι επαναφέρει από την «πίσω πόρτα» το θεσμό της προίκας, αλλάζοντας απλώς το όνομα της: ενώ πριν από το ν. 1329/1983 επιδικαζόταν συνήθως στην παθούσα το ποσό που θα χρειάζεται για επιπλέον προίκα, τώρα -αν γίνει δεκτή η άποψη αυτή- θα της επιδικάζεται το ίδιο περίπου ποσό για επιπλέον δαπάνη για δημιουργία οικογενειακής αυτοτέλειας, αποτέλεσμα που δεν συμβιβάζεται βέβαια με την κατάργηση του θεσμού της προίκας αλλά και με τη γενικότερη φιλοσοφία της μεταρρύθμισης του οικογενειακού δικαίου με το ν. 1329/1983”.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...