Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

εμπορική συνεργασία, υποχρέωση πρόνοιας, παραγραφή.

Περίληψη.  Πρατήριο καυσίμων. Σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου με εταιρεία πετρελαιοειδών. Εφαρμοστέες διατάξεις. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το δικαίωμα καταγγελίας πριν την επέλευση του ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο. Η ενάγουσα πρατηριούχος κατήγγειλε την σύμβαση προμήθειας και πώλησης πετρελαιοειδών που είχε καταρτίσει με την εναγομένη εταιρεία πετρελαιοειδών λόγω επανειλημμένης παράδοσης σε αυτήν ελλειμματικών και νοθευμένων ποσοτήτων καυσίμων. Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ζητούσε την κατάπτωση ποινικής ρήτρας μέχρι το πέρας της συμβάσεως επειδή η καταγγελία οφειλόταν σε υπαιτιότητα της εναγομένης, διαφυγόντα κέρδη και αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Αποδείχθηκε τόσο η ελλειμματική όσο και η παράδοση νοθευμένων εμπορευμάτων από την εναγομένη στην ενάγουσα. Νόμιμη η καταγγελία. Η αμετάκλητη αθώωση στο ποινικό δικαστήριο του αγορανομικώς υπεύθυνου της εναγομένης δεν συνιστά δεδικασμένο που να δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο στο ότι υπήρχε νόθευση των καυσίμων.


Απαράδεκτος ο λόγος έφεσης ότι παραβιάστηκε δεδικασμένο και το έβδομο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Αίτηση μείωσης της ποινικής ρήτρας ως υπέρμετρης. Απορρίπτεται ως αόριστη. Δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την μείωση. Γενική υποχρέωση πρόνοιας του προμηθευτή δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης). Παράβαση της υποχρέωσης αυτής στοιχειοθετεί αδικοπρακτική ευθύνη. Νόμιμα επιδικάστηκε ηθική βλάβη. Απορρίπτει ένσταση παραγραφής.

Σημείωση: Προκαταβολικά απευθύνω ένα ΕΥΓΕ στα μέλη της σύνθεσης αυτής, ιδίως στην Εισηγήτρια κ. Γιαννούλη για την άκρως τεκμηριωμένη αυτή απόφαση που ασχολήθηκε με δύσκολα νομικά ζητήματα. Δικαστές με τέτοιες καταπληκτικές γνώσεις μόνο εμπιστοσύνη προκαλούν στον Πολίτη [Γ.Φ].

                                          ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 15ο ΤΜΗΜΑ,  980/ 2014 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Σοφία Ντάντου, Πρόεδρο Εφετών, Κυριάκο Φώσκολο, Μαρία Γιαννούλη - Εισηγήτρια, Εφέτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 30-10-2006 αγωγή της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως παραδεκτά ενώπιον του άνω Δικαστηρίου το αίτημά της περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ισχυρίστηκε τα εξής: Δυνάμει της από 14.02.1996 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης στο Βόλο η ίδια ανέλαβε την υποχρέωση να μεταπωλεί από το ευρισκόμενο στο Σέσκλο Μαγνησίας πρατήριό της καύσιμα της εναγομένης, η δε τελευταία αντιστοίχως να την εφοδιάζει με καύσιμα υπό τον όρο ότι θα πληρούν τις νόμιμες προδιαγραφές. Οτι σύμφωνα με όρο της προαναφερθείσας συμβάσεως σε περίπτωση παραβάσεως ή μη ακριβούς τηρήσεως οιουδήποτε όρου της συμβάσεως παρεχόταν το δικαίωμα στον έτερο συμβαλλόμενο να καταγγείλει αμέσως τη σύμβαση και η εναγομένη υποχρεούνταν να αφαιρέσει από το πρατήριο τον ανήκοντα σε αυτήν εξοπλισμό. Οτι δυνάμει έτερου όρου της ως άνω συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο θα κατέπιπτε σε βάρος του υπαιτίως προκαλέσαντος την καταγγελία από τον αντισυμβαλλόμενό του το εύλογο ποσό των 14.673,51 ευρώ για κάθε έτος που υπολειπόταν ως τη συμφωνηθείσα λήξη της σύμβασης ως ποινική ρήτρα, χωρίς να αποκλείεται τυχόν αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου της καταγγελίας. Οτι από το χρονικό σημείο της έναρξης της συνεργασίας τους η παράδοση των υγρών καυσίμων από την εναγομένη ήταν ελλειμματική κατά την αναλυτική περιγραφή του δικογράφου, ενώ διαπιστώθηκε επανειλημμένως η παράδοση νοθευμένων καυσίμων, όπως οι περιπτώσεις αυτές εξειδικεύονται στην αγωγή. Οτι εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία συγχρόνως πληροί και τις προϋποθέσεις της αδικοπραξίας η ενάγουσα προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 28.06.2002. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 53.145,72 ευρώ λόγω κατάπτωσης ποινικής ρήτρας για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης έως τη συμβατική λήξη της σύμβασης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 23.895,52 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος από μείωση των πωλήσεών της για τα έτη 1999, 2001 και 2002 λόγω πωλήσεως από την εναγομένη νοθευμένων καυσίμων και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία της εναγομένης λόγω του πλήγματος που υπέστη η υπόληψη και το μέλλον του νομικού προσώπου της ενάγουσας, όλα δε τα κονδύλια με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση. Ακόμη ζήτησε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, ως μέσο εκτελέσεως της απόφασης και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής περί διαφυγόντος κέρδους από απώλεια εσόδων λόγω μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας της ενάγουσας για τα έτη 1999, 2001 και 2002, απέρριψε τα παρεπόμενα αιτήματα: α) περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, β) περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και κατά τα λοιπά έκρινε νόμιμη την αγωγή με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 361, 334, 404, 405, 914, 922, 932, 299, 346 ΑΚ, 907, 908, 1047 (για το καταψηφιστικό αίτημα), 176 ΚΠολΔ, και στη συνέχεια δικάζοντας επί της ουσίας δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 44.020,54 ευρώ λόγω κατάπτωσης ποινικής ρήτρας και επιπλέον αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα ανωτέρω με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της άνω απόφασης, παραπονείται τώρα η εναγομένη, με την υπό κρίση έφεσή της, για τους περιεχόμενους σ’ αυτή λόγους, η εξέταση των οποίων ακολουθεί και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η σε βάρος της αγωγή.
Η σύμβαση ορισμένου χρόνου, που συνάπτει εταιρία πωλήσεως πετρελαιοειδών και λοιπών συναφών προϊόντων καυσίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 15, 17, 18, 20 του π.δ. 1224/ 1981, όπως ισχύει (β.δ. 405/1970, για τα εκτός σχεδίου πόλεως πρατήρια) και τον ν. 1571/ 1985, με την οποία η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα προμηθεύει στον δεύτερο, ως μεταπωλητή, είναι ως προς την κύρια μορφή της σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 85 (νυν 81) της Συνθήκης ΕΟΚ, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της από 28.5.1979 Συνθήκης Προσχωρήσεως, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 945/ 1977 (ΑΠ 1126/ 2006 ΔΕΕ 2006 906, ΕφΑΘ 940/ 2007 ΕλλΔνη 49. 939, ΕφΑΘ 138/ 2004 ΔΕΕ 2004 790). Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντ. σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της παραπάνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο (ΑΠ 139/ 2006 Αρμ 60. 1034 και ΕλλΔνη 47. 748, ΕφΑΘ 236/ 2006 ΔΕΕ 2006 300, ΕφΑΘ 4503/ 2003 ΕλλΔνη 45. 193). Η σύμβαση αυτή ήδη ρυθμίζεται από το π.δ. 219/ 1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων» (άρθρο 14 περ 4 Ν 3557/ 2007) σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/ 653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ισχύει μετά τα π.δ. 249/ 1993, 88/ 1994 και 312/ 1995 του π.δ/τος 219/1991, με βάση δε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3557/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του π.δ. 219/ 1991 στην εν λόγω σύμβαση και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του (βλ. Ολ ΑΠ 16/ 2013, δημ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 847/ 2002 ΕλλΔνη 44. 248). Οι προαναφερόμενες διαρκείς και εμπιστευτικές σχέσεις μπορούν να λυθούν με καταγγελία, το δε δικαίωμα καταγγελίας έχει έρεισμα στις διατάξεις περί εντολής του ΑΚ, που εφαρμόζονται κατά ρητή επιταγή του άρθρου 91 ΕμπΝ στη σύμβαση παραγγελίας και κατ` επέκταση και στη σύμβαση διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΕμπΝ, όμως ταυτίζεται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία της με τη σχέση της παραγγελίας (ΑΠ 849/ 2002 ΕλλΔνη 43. 1613). Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται, είναι και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας. Τέτοια συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν καθορίσθηκε η διάρκεια της συμβάσεως για ορισμένο χρόνο, καθόσον αυτή έχει την έννοια ότι ο μεν εντολέας παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανακλήσεως της εντολής (άρθρο 724 ΑΚ), ο δε εντολοδόχος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της καταγγελίας της πριν την παρέλευση του καθορισθέντος χρόνου (άρθρο 725 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ). Η παραίτηση από την ανάκληση είναι έγκυρη και ισχυρή, όμως, σε κάθε περίπτωση, δεν αποκλείεται το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης και προ της επελεύσεως του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της, αλλά μόνον για σπουδαίο λόγο, τη συνδρομή του οποίου οφείλει να αποδείξει ο επικαλούμενος την καταγγελία και την κατάλυση της συμβάσεως. (ΕφΑΘ 2803/2008 ΔΕΕ 2009 222, ΕφΘεσ 1628/2004 ΔΕΕ 2004 1177, ΕφΑθ 874/2002 ΕλλΔνη 44. 248). Υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές και επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της αγωγής δεν παρέθεσε και τις εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 85 (νυν 81) της Συνθήκης ΕΟΚ, 8 του ΠΔ 219/1991, 91 ΕμπΝ, 724, 725 επ ΑΚ, το Δικαστήριο τούτο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, εφόσον πρόκειται για πλημμελή εφαρμογή του νόμου, θα χωρήσει σε απλή αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας με την ορθή, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, αφού στο στάδιο αυτό δεν προκύπτει αν το διατακτικό της είναι ορθό (534 ΚΠολΔ) και επομένως σφάλμα της σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η οποία πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν στα πλαίσια και των ανωτέρω διατάξεων (βλ και ΑΠ 1436/ 2002 ΕλλΔνη 2004,775, ΕφΑθ 1162/ 2006 ΔΕΕ 2006. 1073, ΕφΑθ 5469/ 2003 ΑρχΝ 2005. 100, ΕφΘεσσ 1038/ 2009 οπ, ΕφΘεσσ 1526/ 2003 δημοσίευση στη Νόμος, ΕφΛαρ 58/ 2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002. 78).
Εξάλλου κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 431 της υπ`αριθμ. 14/ 1989 Αγορανομικής διατάξεως, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της "το δείγμα αυτό, ποσότητος ενός (1) λίτρου τουλάχιστον, λαμβάνεται κατά την εκφόρτωση του καυσίμου στις δεξαμενές του πρατηρίου από τον σωλήνα εκροής της βυτιοφόρου, οπωσδήποτε μετά την δίοδο των πρώτων είκοσι (20) λίτρων και τοποθετείται σε λευκοσίδηρο δοχείο ανάλογης χωρητικότητας, το οποίον σφραγίζεται με σφραγίδα...". Από την διάταξη προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να διασφαλίσει την αδιαμφισβήτητη εξέταση του δείγματος των καυσίμων, τα οποία μεταφέρονται με βυτιοφόρα από τις δεξαμενές των εταιρειών πετρελαίων στα πρατήρια λιανικής πωλήσεως, απαιτεί την τήρηση ορισμένων όρων κατά την λήψη του δείγματος, το οποίον υπόκειται σε εξέταση, βάσει δε αυτού προσδιορίζεται και η ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων, ήτοι των εκπροσώπων των εταιρειών ή των εκμεταλλευτών των πρατηρίων βενζίνης. Μεταξύ των όρων είναι και η ποσότητα του δείγματος, η οποία πρέπει να είναι ίση προς ένα λίτρο τουλάχιστον, τοποθετείται σε ειδικό δοχείο, το οποίον σφραγίζεται για να προκύπτει η ταυτότητα του δείγματος.
Από τη δέουσα επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικώς αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ομόρρυθμη εμπορική εταιρία διατηρεί στο ... και συγκεκριμένα στο ... χιλιόμετρο Εθνικής Οδού ... πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων και λιπαντικών για τον ανεφοδιασμό και την εξυπηρέτηση των αυτοκινήτων η δε εναγομένη τυγχάνει ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών, με κύριο αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εμπορία και διανομή καυσίμων και λιπαντικών σε όλη την Ελλάδα, δια πρατηρίων υγρών καυσίμων, που φέρουν το σήμα της. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους αυτών τα διάδικα μέρη με την από 20-2-1996 έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας από 10-2-1996 μέχρι 9-2-2006 συμφώνησαν μεταξύ άλλων η μεν ενάγουσα να προμηθεύεται για όλη τη διάρκειά της, αποκλειστικά από την εναγομένη υγρά καύσιμα, τα οποία ακολούθως θα μεταπωλούσε από το πρατήριό της σε τρίτους, ενώ η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να εφοδιάζει το πρατήριο της ενάγουσας με καύσιμα και λιπαντικά. Μεταξύ των ουσιωδών όρων της σύμβασης περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι: 1) υπό στοιχείο 4α που ορίζει «Με τη παρούσα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν εκτός των άλλων στην κατά το μέτρον του δυνατού επίτευξη μεγαλυτέρου όγκου μεταπωλήσεων μέσω του πρατηρίου όπως και στη διατήρηση και προβολή του ονόματός της ...» 2) Υπό στοιχείο 6 ε , στ και ζ που ορίζουν «ε) Ο ακριβής έλεγχος της ποσότητος των υπό της ... πωλουμένων και παραδιδομένων εκάστοτε προς μεταπώληση στον "πρατηριούχο" ποσοτήτων υγρών καυσίμων, θα διενεργείται αποκλειστικά και μόνο από τον συνδυασμό του ελέγχου α) του απαραβίαστου των σφραγίδων του μεταφέροντος σε, σφραγισμένα διαμερίσματα βυτιοφόρου και β) της μετρήσεως με την ειδική σφραγισμένη ράβδο μετρήσεως του βυτιοφόρου αυτοκινήτου μεταφοράς τούτων και όχι με τις ράβδους μετρήσεως των δεξαμενών του πρατηρίου, που χρησιμεύουν για ενδεικτικό έλεγχο των εκάστοτε αποθεμάτων του προς διαπίστωση τυχόν απώλειας ή διαρροής καυσίμων και μόνον. στ) Ο "πρατηριούχος υποχρεούται όπως πριν από κάθε παραλαβή καυσίμων από την ..., εξετάζει το αλύμαντον των σφραγίδων του μεταφέροντος ταύτα βυτιοφόρου αυτοκινήτου, όταν παραλαμβάνει όχι βάσει μετρητού αλλά σε διαμερίσματα με μισθωμένα βυτιοφόρα, αρνούμενος εν εναντία περιπτώσει την παραλαβήν τούτων. Ο πρατηριούχος" υποχρεούται επίσης όπως ελέγχει κάθε πρωί την ακρίβεια της λειτουργίας των μετρητών των αντλιών παροχής καυσίμων προς το κοινό δια του χορηγηθέντος προς τούτο λιτρομέτρου, ως και τυχόν ύπαρξη νερού στις δεξαμενές καυσίμων και διακόπτει εν περιπτώσει ανωμαλίας, πάραυτα την πώληση καυσίμων προς το κοινό, ειδοποιών άμα και εγγράφως τη ...... προς αποκατάσταση της βλάβης. Πέραν τούτων ο "πρατηριούχος" υποχρεούται να εκτελεί τη διακίνηση μέσω του πρατηρίου και τη διάθεση στο καταναλωτικό κοινό, των καυσίμων και λιπαντικών ως και των άλλων τυχόν ειδών αυτοκινητιστού, κατά τρόπο που θα τηρούνται επακριβώς οι σχετικές με τα εν λόγω είδη διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας Νομοθεσίας (όπως Αγορανομικής, Αθεμίτου Ανταγωνισμού, Προστασίας Καταναλωτού και άλλες). Σε περίπτωση διαπιστώσεως τέτοιας παραβάσεως παρά των αρμοδίων αρχών, και πριν από οιαδήποτε δικαστική διαπίστωση αυτής, η ... δικαιούται να καταγγείλει από υπαιτιότητα του "πρατηριούχου" την παρούσα σύμβαση όπως και κάθε άλλη μεταξύ αυτής και του πρατηριούχου. ζ) « Ο «πρατηριούχος» υποχρεούται όπως αξιώνει και παραλαμβάνει από τον οδηγό του μεταφέροντος τα καύσιμα βυτιοφόρου αυτοκινήτου το κατά νόμον σφραγισμένο μέσα σε λευκοσιδηρό δοχείο δείγμα της παραδοθείσας ποσότητος το οποίο οφείλει να διαφυλάττει για την περίπτωση ενδεχομένου αγορανομικού ελέγχου … ». 3) υπό στοιχείο 18 β που ορίζει «β) Παρέχεται το δικαίωμα στην ... και "τον πρατηριούχο" να καταγγείλουν αμέσως την παρούσα σύμβαση, σε περίπτωση παραβάσεως, ή και μη ακριβούς τηρήσεως οιουδήποτε όρου αυτής από τον άλλο συμβαλλόμενο. Ως παράβαση θεωρείται και η μη έγκαιρη εξόφληση οιουδήποτε οφειλομένου ποσού από την εκτέλεση της παρούσας συμβάσεως κατά τα οριζόμενα σ` αυτή ή τα εκάστοτε συμφωνούμενα ή εφαρμοζόμενα κατά την εκάστοτε ακολουθούμενη πρακτική. Σε περίπτωση καταγγελίας, αλλά και σε περίπτωση λύσεως ή λήξεως της παρούσας συμβάσεως δι οιονδήποτε λόγον, εκάτερον των συμβαλλομένων μερών, πέρα από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από το άρθρο 4(β) της παρούσας, υποχρεούται και σε άμεση και πλήρη εξόφληση οποιασδήποτε και εξ οιασδήποτε αιτίας οφειλής του προς τον άλλο συμβαλλόμενο και μη ληξιπροθέσμου, η οποία ρητά συμφωνείται ότι θα καθίσταται ληξιπρόθεσμη από της παραπάνω λύσεως ή λήξεως και έντοκη από της καταγγελίας με το ποσοστόν του νομίμου τόκου. Σε περίπτωση δε καταγγελίας λόγω υπαιτιότητος η παραπάνω τυχόν οφειλή του υπαιτίου θα είναι έντοκη από της γενέσεώς της. Δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου της καταγγελίας δεν αποκλείεται. Ρητώς συμφωνείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο, θα καταπίπτει σε βάρος είτε του αναιτίως καταγγείλαντος είτε του υπαιτίως προκαλέσαντος την καταγγελία από τον αντισυμβαλλόμενό του, ως ποινή, το εύλογο και δίκαιο ποσό των δραχμών 5.000.000 για κάθε έτος που υπολείπεται μέχρι την συμφωνηθείσα λήξη της συμβάσεως (ποινική ρήτρα)». Η συνεργασία των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και ειδικότερα στις κάτωθι περιπτώσεις η εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα ελλειμματικές ποσότητες καυσίμων. Συγκεκριμένα: …Σ’ όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι κατά την παραλαβή των προς μεταπώληση καυσίμων στην ενάγουσα πραγματοποιήθηκε από την πρατηριούχο έλεγχος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον όρο 6 στ της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και μέτρηση με την ειδική σφραγισμένη ράβδο μετρήσεως του βυτιοφόρου και με τον τρόπο αυτό διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελλείμματος στην παραδοθείσα ποσότητα καυσίμων, όμως μόνο στις υπό στοιχεία ζ, θ, ια, ιβ, ιγ ιδ προαναφερθείσες περιπτώσεις, υπήρξε πίστωση της ελλειμματικής ποσότητας από την εναγομένη όπως προκύπτει και από τα προαναφερόμενα εκδοθέντα από την εναγομένη πιστωτικά τιμολόγια ενώ στις λοιπές οκτώ περιπτώσεις η ενάγουσα επιβαρύνθηκε λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της ενοχής της εναγομένης το ποσό της ελλειμματικής ποσότητας με δική της ζημία. Παρά δε το γεγονός ότι η μη ακριβής τήρηση οιοδήποτε όρου της μεταξύ τους υπογραφείσας σύμβασης αναγορεύτηκε σε λόγο καταγγελίας της σύμβασης (βλ υπό στοιχείο 18 β όρο που ορίζει: «β) Παρέχεται το δικαίωμα στην ......... και "τον πρατηριούχο" να καταγγείλουν αμέσως την παρούσα σύμβαση, σε περίπτωση παραβάσεως, ή και μη ακριβούς τηρήσεως οιουδήποτε όρου αυτής από τον άλλο συμβαλλόμενο) η ενάγουσα ενεργώντας καλόπιστα δεν προχώρησε κατά τους χρόνους των ελλειμματικών παραδόσεων σε καταγγελία της σύμβασης και επιβαρύνθηκε λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της ενοχής της εναγομένης το ποσό της ελλειμματικής ποσότητας με δική της ζημία. Να σηµειωθεί ότι, η υποχρέωση της εναγομένης για ακριβή παράδοση των ποσοτήτων καυσίµων που είχαν παραγγελθεί δεν καταχωρήθηκε ως συμβατική της υποχρέωση στο κείμενο της συμβάσεως, η υποχρέωσή της όμως αυτή αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της υποστήριξης, που όφειλε να παρέχει στην ενάγουσα, δεδομένου ότι η ακριβής ποσότητα των υπό παράδοση καυσίμων συνάπτεται με τις υποχρεώσεις που η ενάγουσα αναλάμβανε περαιτέρω έναντι των πελατών της και είναι συνεπώς στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας του πρατηρίου συνακόλουθα της ανταγωνιστικότητας του έναντι άλλων με τελικό στόχο την πλήρωση του 4αου όρου της σύμβασης ήτοι της επίτευξης μεγαλύτερου όγκου μεταπωλήσεων μέσω του πρατηρίου. Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι στις προαναφερόμενες περιπτώσεις στις οποίες η ίδια δεν εξέδωσε πιστωτικό τιμολόγιο δεν υπήρξε ελλειμματική παράδοση διότι δήθεν δεν τηρήθηκε η συμβατική διαδικασία μέτρησης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν ούτε ο επιμελεία αυτής εξετασθείς μάρτυρας κατέθεσε τέτοια περιστατικά ούτε άλλωστε παρέχεται πειστική εξήγηση εκ μέρους της εναγομένης ως προς τον λόγο για τον οποίο κατά τους ισχυρισμούς της υπήρξε στις ανωτέρω οκτώ περιπτώσεις παρέκκλιση από τη συμβατική διαδικασία μέτρησης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 30.04.1999 η εναγομένη πώλησε στην ενάγουσα 6.400 λίτρα βενζίνης αμόλυβδης 95 οκτανίων, δυνάμει του υπ` αριθμ. …/1999 τιμολογίου/δελτίου αποστολής από τα οποία η ενάγουσα παρέλαβε μόνο 1080 λίτρα, ενώ η λοιπή ποσότητα επεστράφη, διότι διαπιστώθηκε ότι το ανωτέρω καύσιμο είχε προσμίξεις με ποσότητα νερού. Συγκεκριμένα παρατηρήθηκε θολότητα του πετρελαίου που σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης οφείλεται σε διείσδυση υγρασίας κατά τη φόρτωση του βυτιοφόρου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στη Μαγνησία δηλαδή σε περιστατικά που βρίσκονται στη σφαίρα ευθύνης της εναγομένης καθόσον ανάγονται σε χρόνο προ της παραδόσεως της παραγγελθείσας ποσότητας στην ενάγουσα. Η τελευταία συνεπεία της αντισυμβατικής ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης και πέραν της αδυναμίας της να παραλάβει όλη την παραγγελθείσα ποσότητα καυσίμου με εξυπακουόμενες αρνητικές συνέπειες στις σχέσεις της με τους πελάτες της, επιπλέον, όπως δεν αμφισβητείται, επιβαρύνθηκε με τον απαιτούμενο καθαρισμό των δεξαμενών της αμόλυβδης και σούπερ βενζίνης του πρατηρίου της από τα νερά (βλ. και το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα υπ` αριθμ. .../30.04.1999 τιμολόγιο/δελτίο αποστολής σε συνδυασμό με την 30.04.1999 κλήση βλάβης).
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 11.07.2001 σε ποιοτικό έλεγχο υγρών καυσίμων που πραγματοποίησε κινητό συνεργείο της εναγομένης στο πρατήριο της ενάγουσας, αλλά και κατά την επανεξέταση των δειγμάτων στο χημείο αυτής διαπιστώθηκε ότι η αμόλυβδη βενζίνη 98 οκτανίων που διέθετε η ενάγουσα ήταν αναμεμειγμένη με αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων σε ποσοστό 10%. Σχετικά με το περιστατικό αυτό αρχικά η εναγομένη απηύθυνε την από 23 Ιουλίου 2001 επιστολή στην ενάγουσα με την οποία της εφιστούσε την προσοχή για την εξασφάλιση της καλής ποιότητας των διακινούμενων καυσίμων και για την τήρηση των αγορανομικών διατάξεων. Ακολούθως η ενάγουσα με την από 02.08.2001 αίτηση-αναφορά της προς τη Διεύθυνση Εμπορίου της Νομαρχίας Μαγνησίας ζήτησε τον έλεγχο των προσκομιζόμενων από αυτήν δειγμάτων καυσίμων προκειμένου να αποδειχθεί ότι ουδεμία ανάμιξη είχε στη συγκεκριμένη πράξη. Στη συνέχεια η εναγομένη με την από 19 Ιανουαρίου 2002 επιστολή της προς την ενάγουσα, της γνωστοποίησε ότι μετά από δεύτερο έλεγχο του αντιδείγματος υγρού καυσίμου βενζίνης 98 οκτανίων που είχε ληφθεί από το πρατήριο της το καύσιμο βρέθηκε ανεκτώς κανονικό και ως εκ τούτου ζητήθηκε από την ενάγουσα να θεωρήσει την προγενέστερη από 23 Ιουλίου 2001 επιστολή ως μηδέποτε αποσταλείσα και ζητήθηκε συγγνώμη για την αναστάτωση που της προκάλεσε. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι οι ανωτέρω ενέργειες της ενάγουσας ήτοι η επιδίωξη ελέγχου των προσκομιζόμενων από αυτήν δειγμάτων καυσίμων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες δεν ήταν συμβατή με τις αρχές της καλής πίστης ενόψει της μέχρι τότε πενταετούς συνεργασίας τους δεν ευσταθούν, λαμβανομένου υπόψη ότι η τήρηση των αγορανομικών διατάξεων έχει αναγορευτεί σε ουσιώδη όρο των υποχρεώσεων του πρατηριούχου που διαλαμβάνεται στο υπό στοιχείο 6 στ περ β της συμβάσεως με την επί λέξει διατύπωση «Πέραν τούτων ο "πρατηριούχος" υποχρεούται να εκτελεί τη διακίνηση μέσω του πρατηρίου και τη διάθεση στο καταναλωτικό κοινό, των καυσίμων και λιπαντικών ως και των άλλων τυχόν ειδών αυτοκινητιστού, κατά τρόπο που θα τηρούνται επακριβώς οι σχετικές με τα εν λόγω είδη διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας Νομοθεσίας (όπως Αγορανομικής, Αθεμίτου Ανταγωνισμού, Προστασίας Καταναλωτού και άλλες).» Αποδείχθηκε ακόμη ότι όταν στις 17.04.2002 στο πρατήριο της ενάγουσας διενεργήθηκε ποιοτικός έλεγχος υγρών καυσίμων από τη Διεύθυνση Εμπορίου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας μέσω της Χημικής Υπηρεσίας Βόλου αλλά και κατά την επανεξέταση των δειγμάτων στην Δ` Χημική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε ότι η αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων ήταν αναμεμειγμένη με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 4% τουλάχιστον ( βλ το από 29-5-2002 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας και το από 13-5-2002 πρωτόκολλο επανεξέτασης του χημικού του Γ.Χ.Κ ...), ενώ το δείγμα που είχε ληφθεί από το βυτιοφόρο αυτοκίνητο της εναγομένης διαπιστώθηκε κατόπιν κατ` έφεση εξέτασης από το Χημικό του Γενικού Χημείου του Κράτους ότι περιείχε αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων (RON) νοθευμένη με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 20% τουλάχιστον (βλ το από 13-5-2002 πρωτόκολλο κατ’ έφεση εξέτασης). Ακολούθως στις 19.04.2002 σε ποιοτικό έλεγχο υγρών καυσίμων που διενήργησε η Διεύθυνση Εμπορίου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας στο πρατήριο της ενάγουσας μέσω της Χημικής Υπηρεσίας Βόλου, καθώς και στην επανεξέταση των δειγμάτων στην Δ` Χημική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε ότι η αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων που προμηθεύτηκε η ενάγουσα δυνάμει των υπ` αριθμ. .../05.04.2002 και .../05.04.2002 τιμολογίων της εναγομένης ήταν αναμεμειγμένη με βαρύτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 8% τουλάχιστον, ενώ το δείγμα που είχε ληφθεί κατά την παράδοση των καυσίμων από το βυτιοφόρο αυτοκίνητο της εναγομένης διαπιστώθηκε κατόπιν κατ` έφεση εξέτασης από τον Χημικό του Γενικού Χημείου του Κράτους ότι περιείχε αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων νοθευμένη με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου σε ποσοστό 18-20% τουλάχιστον. (βλ το με αρ πρωτ 11395/4-10-2002 έγγραφο διαβίβασης αλληλογραφίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας). Η εναγομένη αμφισβητεί την παράδοση νοθευμένων καυσίμων στις ανωτέρω περιπτώσεις ισχυριζόμενη ότι το δείγμα από το βυτιοφόρο, το οποίο ελήφθη κατά την εκφόρτωση της ποσότητας βενζίνης στο πρατήριο δεν προέκυψε ότι ανερχόταν σε ένα λίτρο, με συνέπεια το αποτέλεσμα του ελέγχου να πάσχει από ακυρότητα. Οι ισχυρισμοί της αυτοί αντικρούονται από τα όσα κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυρας αποδείξεως, ο οποίος περιέγραψε με ακρίβεια τη μορφή του δείγματος και τη χωρητικότητά του, καταθέτοντας ότι πρόκειται για μεταλλικό δοχείο του ενός λίτρου το οποίο γεμίζει από δείγμα του καυσίμου που μπαίνει στην ανάλογη δεξαμενή και σε άλλο σημείο της κατάθεσής του στο οποίο αναφέρθηκε στον έλεγχο του δείγματος από τα αρμόδια όργανα του Χημείου και της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχίας Μαγνησίας ο οποίος (έλεγχος) καταλήγει σε πόρισμα μόνο αν πρόκειται για μη παραβιασμένο ή αλλοιωμένο δείγμα και στο γεγονός ότι εν προκειμένω το δείγμα δεν ήταν ανύπαρκτο ή παραβιασμένο. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται από την υπάρχουσα αναγραφή στο από 13-5-2002 πρωτόκολλο κατ’ έφεση εξέτασης με την ένδειξη «ΕΞΕΤΑΣΗ ΔΟΧΕΙΟΥ : κανονικό με πλαστικό πώμα ασφαλείας», ένδειξη που δεν θα υφίστατο κατά την κρίση του δικαστηρίου αν δεν προέκυπτε η ταυτότητα του δείγματος, όρος της οποίας είναι η ποσότητα του ενός λίτρου, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα επρόκειτο για ανεπαρκές δείγμα χωρίς νόμιμες προδιαγραφές υποβολής του σε εξέταση και εξ αυτής πόρισμα. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ αριθμ πρωτ 23/429/10-3-2000 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης με θέμα «σχετικά με διαρροή δείγματος βυτιοφόρου» με συστάσεις κατά την παραλαβή των δειγμάτων βυτιοφόρου και έλεγχο της απόλυτης στεγανότητας του παραδιδόμενου δείγματος, συστάσεις που τηρήθηκαν εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της μη καταγραφής αντίθετων παρατηρήσεων από τον εφέτη χημικό του Γενικού Χημείου του Κράτους ..., ο οποίος υπογράφει το από 13-5- 2002 πρωτόκολλο επανεξέτασης και το με την ίδια ημερομηνία πρωτόκολλο κατ’ έφεση εξέτασης παρουσία μάλιστα του ιδιώτη χημικού ................. ως αντιπροσώπου του ενδιαφερομένου που συνυπογράφει τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς καμία ένσταση ως προς τη μη σύννομη ποσότητα του εξετασθέντος δείγματος. Ούτε άλλωστε η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άγει σε διαφορετική κρίση, καθώς ο μάρτυρας αυτός σε σημείο της κατάθεσής του αναφέρει ότι ο έλεγχος του απαραβίαστου του δείγματος γίνεται στο Χημείο του Κράτους από τον εφέτη χημικό και αλλού ότι σε περίπτωση που δεν είναι κανονικό το δείγμα γράφεται κάποια παρατήρηση « Εξετάζεται και από εκεί και πέρα γράφεται κάποια παρατήρηση ….» Εξάλλου, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει μετ’ επιτάσεως η εναγομένη - εκκαλούσα, ουδόλως προσκομίζει απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που να αφορά σε ακυρότητα των καταλογισθέντων προστίμων συνεπεία πλημμελούς δειγματοληψίας (ελλειποβαρούς δείγματος) ενώ μόνο διηγηματικά στην έφεσή της αναφέρεται στις με αρ 267 και 268/2008 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, τις οποίες δεν προσκομίζει και δεν επικαλείται ως αριθμημένα σχετικά ούτε στις προτάσεις της στο παρόν αλλά ούτε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά μόνο και πάλι διηγηματικά τις μνημονεύει στην προσθήκη - αντίκρουση που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ. σελ 22 του ενιαία αριθμημένου κειμένου προτάσεων - προσθήκης στίχος 20). Η αθώωση του αγορανομικώς υπεύθυνου της εναγομένης για την πράξη της παράβασης του άρθρ 31 παρ 4 Αγορανομικού κώδικα δυνάμει των : α) με αρ 55839/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) με αριθ. 2037/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια μετ’ αναίρεση (με την με αρ 1379/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου) της αρχικώς καταδικαστικής με αρ 60069/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν διαφοροποιεί την κρίση του δικαστηρίου για τα ως άνω αποδειχθέντα πλήρως από τη συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων πραγματικά περιστατικά νοθείας λαμβανομένων υπόψη για το αποδεικτικό πόρισμα της παρούσας και των ανωτέρω αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι από το άρθρο 321 ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι υπό το κράτος της ισχύος του ΚΠολΔ οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Ερμηνεία αντίθετη δεν μπορεί να συναχθεί από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987 σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" αλλά ούτε και από την με ανάλογη διατύπωση διάταξη του άρθρου 57 Κ.Ποιν.Δ που ορίζει "Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ`αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός" καθόσον με αυτές διασφαλίζεται η αρχή υπό την έννοια να μη μπορεί να διωχθεί κάποιος εκ νέου ποινικά για την ίδια πράξη που όμως είναι ζήτημα διάφορο. Συνεπώς ο 1ος λόγος έφεσης (κατά το σχετικό του μέρος) με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ευθύνη της εναγομένης για νοθεία πωληθέντων καυσίμων παρά την αθώωσή του ως άνω αγορανομικώς υπευθύνου της με τις προαναφερόμενες ποινικές αποφάσεις, παραβίασε την θεμελιώδη αρχή του δικαίου και το έβδομο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ είναι απαράδεκτος. (βλ. ομοίως ΑΠ 1716/ 2012 Νοβ 2013/966 και δημ ΝΟΜΟΣ). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε επέμβαση των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας στο δείγμα που παραδόθηκε από τον οδηγό του βυτιοφόρου κατά την παραλαβή των υγρών καυσίμων στις ανωτέρω περιπτώσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Το δείγμα αυτό παρέλαβαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας σφραγισμένο μέσα σε λευκοσίδηρο δοχείο από τον προστηθέντα της εναγομένης οδηγό του βυτιοφόρου αυτοκινήτου που μετέφερε τα καύσιμα κατ` άρθρο 6 παρ. ζ της σύμβασης και ως όφειλαν το διαφύλαξαν για την περίπτωση αγορανομικού ελέγχου και το παρέδωσαν σφραγισμένο όταν τους ζητήθηκε αυτό από τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες πριν προβούν σε έλεγχο αυτού εξέτασαν σε κάθε περίπτωση την κανονικότητα αυτού ως προς την ύπαρξη σφράγισης του δείγματος. Εξάλλου η ύπαρξη παραπόνων της ενάγουσας τόσο για τις ελλειμματικές παραδόσεις βενζίνης όσο και για τα περιστατικά νοθείας αυτής επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ..., ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης και ήταν γνώστης των παραπόνων της ενάγουσας μέσω του τμήματος πωλήσεων της εναγομένης. Υπό τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και λαμβανομένου υπόψη ότι η μη ακριβής τήρηση οιοδήποτε όρου της μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσας σύμβασης αναγορεύτηκε σε λόγο καταγγελίας της σύμβασης (βλ. υπό στοιχείο 18 β όρο που ορίζει: «β) Παρέχεται το δικαίωμα στην ... και "τον πρατηριούχο" να καταγγείλουν αμέσως την παρούσα σύμβαση, σε περίπτωση παραβάσεως, ή και μη ακριβούς τηρήσεως οιουδήποτε όρου αυτής από τον άλλο συμβαλλόμενο) το δικαστήριο οδηγείται σε κρίση ότι για κάθε μια αυτοτελώς ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και δη αρχικώς με την κατ’ επανάληψη παράδοση ελλειμματικών ποσοτήτων βενζίνης από προστηθέντες της εναγομένης και στη συνέχεια με την διαπίστωση παράδοσης νοθευμένων καυσίμων κατά τους χρόνους που προαναφέρθηκαν, παρέχονταν στην ενάγουσα δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης πολλώ μάλλον που εν προκειμένω τα πρόσφορα προς καταγγελία ως άνω περιστατικά λειτούργησαν συνδυαστικά και όλα μαζί είχαν ως αποτέλεσμα την αποδεδειγμένη πτώση του τζίρου της επιχείρησης της ενάγουσας, για την οποία μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυρας αποδείξεως, όλα δε τούτα κατά παράβαση του υπό στοιχείο 4α όρου της επίδικης σύμβασης που διαλαμβάνει ότι: «Με τη παρούσα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν εκτός των άλλων στην κατά το μέτρον του δυνατού επίτευξη μεγαλυτέρου όγκου μεταπωλήσεων μέσω του πρατηρίου». Μάλιστα σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας … για την περίπτωση νοθείας της βενζίνης που διαπιστώθηκε στις 19.04.2002 ασκήθηκε και ποινική δίωξη από κοινού με τον υπεύθυνο της εναγομένης για παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του Ν.Δ. 136/1946, ο οποίος κηρύχθηκε αθώος δυνάμει της υπ` αριθμ. 1644/07.04.2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο. Ακολούθως η ενάγουσα - εφεσίβλητη, προέβη με την από 19-6-2002 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη - εκκαλούσα στις 28-6-2002, στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Με βάση τα προεκτεθέντα, η ασκηθείσα από την εφεσίβλητη καταγγελία πριν από τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου της συμβάσεως έλαβε χώρα για σπουδαίο λόγο, εφόσον δεν ήταν ανεκτή γι`αυτήν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της (ΑΠ 1466/1992 ΕλλΔνη 35. 405), όπως βάσιμα επικαλέσθηκε η τελευταία, ήταν δε έγκυρη η καταγγελία (άρθρο 725 παρ. 1 ΑΚ) και επέφερε τη λύση της επίδικης συμβάσεως. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, υπήρξε υπαίτια εκ μέρους της εναγομένης πρόκληση της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης από την αντισυμβαλλόμενή της και ενεργοποίηση του 18 β όρου της συμβάσεως με αποτέλεσμα να οφείλει ακολούθως (κατ` αρχάς) τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα που κατέπεσε από την αιτία αυτή και ανέρχεται στο ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ για κάθε έτος που υπολειπόταν μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη της συμβάσεως και συνολικά για τα τρία έτη που υπολείπονταν από την γενομένη στις 28-6-2002 καταγγελία μέχρι τη συμβατική λήξη της στις 9-2- 2006 , ποσό 44.020,54 ευρώ (3Χ 5.000.000 δρχ = 15.000.000 δρχ και ήδη 44.012,54 ευρώ). Κατόπιν των ανωτέρω, τα ίδια που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από τις ανωτέρω σκέψεις (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της κρινόμενης εφέσεως κατά το οικείο σκέλος του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της δυσανάλογα μεγάλης ποινής και του μέτρου που αρμόζει, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ’ αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού, κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία (AΠ 1460/2005 ΝοΒ 2006. 555, ΑΠ 811/2013 δημ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1633/2009 ΔΕΕ 2010.581). Για τη σχετική δε κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος έκδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της συζήτησης, μετά την οποία αυτή εκδόθηκε, ασχέτως αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 605/2010, ΑΠ 1680/2009, ΑΠ 201/2007, ΑΠ 948/2002, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ). Aπό τα παραπάνω συνάγεται, ότι ο αιτών τη μείωση της ποινής ως υπέρμετρης, πρέπει να επικαλεστεί στην αίτησή του ορισμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβήτησής τους, να αποδείξει αυτά, μη αρκούντων, μόνο των περιστατικών, ότι η ποινή είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη ή ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνηθείσας ποινής (ΑΠ 1460/2005 οπ, ΕφΑθ 2803/2008 οπ, ΕφΑθ 180/2004 Δ/νη 46. 583, ΕφΑθ 8233/2004 Δ/νη 46. 1550, ΕφΘεσσ 1633/2009 οπ, ΕφΠατρ 738/2004 δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρόβαλε (επικουρικά) την ένσταση μείωσης του ποσού της ποινικής ρήτρας, ύψους 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ για κάθε έτος που υπολειπόταν μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη της συμβάσεως ως δυσανάλογα μεγάλης, στο ποσό των 1000 ευρώ, επικαλούμενη αφενός την εκ μέρους της έλλειψη δόλου για την πώληση νοθευμένων καυσίμων ενόψει του ότι διατηρεί οργανωμένο και δαπανηρό σύστημα ποιοτικού ελέγχου υγρών καυσίμων και αφετέρου ότι η ενάγουσα δεν ζημιώθηκε από την γενόμενη καταγγελία αλλά ωφελήθηκε εισπράττοντας πρόσθετα ανταλλάγματα και πιστώσεις από την ανταγωνίστρια εταιρία ... Την ένσταση αυτή επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονούμενη για την κατ’ ουσίαν απόρριψή της από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με το περιεχόμενο αυτό όμως η άνω ένσταση της εναγομένης, είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον η τελευταία δεν επικαλέστηκε σαφώς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στηρίζοντα το αίτημα μείωσης της ποινής, από αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, μη αρκούντων των περιστατικών, της δυσανάλογα μεγάλης ποινής, της ανυπαρξίας της ζημίας της ενάγουσας - δανείστριας και της έλλειψης δόλου της ίδιας ως προς την πώληση νοθευμένων καυσίμων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν λόγοι μείωσης της ποινής δεν έσφαλε μεν κατ αποτέλεσμα, πλην όμως περιέλαβε εσφαλμένες αιτιολογίες στην πιο πάνω απορριπτική κρίση του, αφού κατά την προβολή της ενστάσεως δεν γίνονταν επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που απαιτεί ο νόμος ικανών να στηρίξουν το αίτημα μείωσης της ποινής. Συνεπώς, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει ν`απορριφθεί ο σχετικός αντίθετος λόγος της έφεσης ως αβάσιμος. (βλ. ομοίως ΕφΠειρ 839/2004 δημ ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, η αθέτηση της σύμβασης, καθεαυτή, δε συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως, οι έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ). Πλην, όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της σύμβασης, όσο και της αδικοπραξίας. Στην περίπτωση αυτή το πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση και αντιμετωπίζεται από διαφορετικές απόψεις. Οπως δε κρατεί στη νομολογία, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ ΑΠ 967/ 1973, ΑΠ 1730/ 2008, ΑΠ 1190/ 2007, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1120/ 2005 ΧρΙΔ 6. 145). Παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο. (ΑΠ 1716/ 2012 δημ ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ. Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τη γενική επιταγή δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης). Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της. Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του προμηθευτή προϊόντων, ο οποίος με τη διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των συναλλασομένων και δημιουργεί δεσμό πίστεως, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρεώσεις του. Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του προμηθευτή είναι η οργάνωση της δραστηριότητάς του με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος, οι υποχρεώσεις άλλωστε αυτές αφορούν όχι μόνο στον τελικό καταναλωτή αλλά και στον διανομέα που ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή και συνδέεται μαζί του με σχέση εμπιστοσύνης (ΕφΑθ 2076/2012 δημ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 676/2009, ΕφΑθ 1873/2008 δημ ΝΟΜΟΣ). Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των συναλλασομένων, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος. Αναμφίβολα αποτελεί παράνομη και κατ` αρχήν και υπαίτια (άρθ. 330 εδ. β` ΑΚ) συμπεριφορά που δικαιολογεί, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. (πρβλ ΑΠ 891/2013 δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 752/1994 δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 720/1997 Δνη 40,347, ΑΠ 750/1995 ΕΕΝ 1996,646, ΕφΑΘ 302/2006 δημ ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 302/2006 δημ ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 4594/2005 δημ ΝΟΜΟΣ ).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι διά το ορισμένο της αγωγής, διά της οποίας επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, πρέπει στο δικόγραφο να εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο, καθώς και η πρόκληση ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης (ή επί νομικών προσώπων η βλάβη της φήμης) για την οποία ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό, όχι όμως και η οικονομική κατάσταση και θέση των μερών, η οποία δεν απαιτείται για την γένεση της αξιώσεως αλλά αποτελεί απλώς βοηθητικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις (Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδ. 1998, αρ. 996, ΑΠ 401/1987 ΕΕΔ 47, 123, ΕΑ 8981/1998 Δνη 42,750). Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ συνάγεται ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει, βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και της λογικής και μετά από εκτίμηση των περιστάσεων υπό τις οποίες συντελέστηκε η άδικη πράξη του υπαιτίου και ιδίως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής και της κοινωνικής και περιουσιακής καταστάσεως του δικαιούχου και του υπόχρεου ότι ο αδικηθείς υπέστη ηθική βλάβη και, περαιτέρω, συνάγεται ότι προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 433/2000Δνη 42, 673,ΑΠ 822/1999 Δνη41, 345,ΑΠ 1086/1995 Δνη 37,1545, 208/1995Δνη 37,320, άλλως ΑΠ 1325/1996Δνη38, 1047).
Σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, η κρινόμενη αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε κατά το μέρος που αφορά στην αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία ήτοι την τέλεση της αδικοπραξίας από την υπόχρεο εναγομένη, κατά την αναλυτική περιγραφή του δικογράφου, ικανή στην προκείμενη περίπτωση να στηρίξει αποζημιωτική από αδικοπραξία πρωτογενή ευθύνη της εναγομένης, καθώς και την πρόκληση ηθικής βλάβης (εν προκειμένω βλάβη της φήμης) για την οποία ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό. Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, έκρινε νόμω βάσιμη και επαρκώς ορισμένη την αγωγή κατά την σωρευόμενη αδικοπρακτική της βάση αν και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με σκέλος του τέταρτου λόγου της έφεσής της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η κατά έτος 2002 παράδοση νοθευμένων καυσίμων στο πρατήριο της ενάγουσας κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα, συνιστά εκ μέρους της εναγομένης παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής της δραστηριότητας μη ανεκτή κατά το αίσθημα του δικαίου, (ΑΠ 720/1997 Δνη 40,347, ΑΠ 750/1995 ΕΕΝ 1996,646, ΕΑθ 302/2006 δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αποδιδόμενη κατά την κρίση του δικαστηρίου στην αμελή οργάνωση της δραστηριότητάς της αναφορικά με τον έλεγχο των καυσίμων που διέθεσε στο πρατήριο της ενάγουσας, συμπεριφορά δηλαδή που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης της και διέψευσε εν προκειμένω την εμπιστοσύνη της αντισυμβαλλομένης της (ενάγουσας), ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας των καυσίμων που της διέθεσε, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ως διανομέας των καυσίμων υπό το σήμα της εναγομένης, ενεργούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης - προμηθεύτριας και συνδέονταν μαζί της με σχέση εμπιστοσύνης. Κατά τον τρόπο αυτό η εναγομένη εξερχόμενη των ορίων του συμβατικού της δεσμού με την ενάγουσα, προσέβαλε το κύρος, τη φήμη, την επαγγελματική υπόληψη και την εμπορική θέση της τελευταίας στην τοπική αγορά της Μαγνησίας λόγω της απώλειας πελατών, αφού αποκαλύφθηκαν τα ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας .......................... για την περίπτωση νοθείας της βενζίνης που διαπιστώθηκε στις 19.04.2002 ασκήθηκε και ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του Ν.Δ. 136/1946, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Πέραν τούτου η ενάγουσα έγινε δέκτης παραπόνων πελατών της για την ποιότητα των καυσίμων της, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυρας αποδείξεως ο οποίος αντιμετώπισε και ο ίδιος πρόβλημα με το αυτοκίνητό του μετά από προμήθεια βενζίνης από το πρατήριο της ενάγουσας, ο δε μάρτυρας ανταπόδειξης στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επιβεβαιώνει τα παράπονα του πρατηριούχου για την ποιότητα των καυσίμων και την πρωτοβουλία που τελικά έλαβε η ενάγουσα για τον ακόλουθο αγορανομικό έλεγχο. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 299, 330, 914 και 932 του ΑΚ και ειδικότερα α) η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγομένης είναι παράνομη και υπαίτια θεμελιώνοντας πρωτογενή ευθύνη της από αδικοπραξία καθώς πλήρως αποδείχθηκε η (κατά το χρόνο που τα καύσιμα ήταν στη σφαίρα επιρροής της), αμέλεια αυτής αναφορικά με τον έλεγχο των καυσίμων που διέθεσε στο πρατήριο της ενάγουσας, η ελαττωματικότητα και επικινδυνότητα αυτών (νοθεία) και η διάψευση της σχέσης εμπιστοσύνης τόσο ως προς το επίπεδο ασφάλειας των πωληθέντων καυσίμων όσο και ως προς την ιδιότητα της ενάγουσας ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης - προμηθεύτριας, β) η επίμαχη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, επέφερε την ηθική βλάβη της ενάγουσας και. γ) υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (με την έννοια της πρόσφορης αιτίας) μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του προαναφερθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (ήτοι της επέλευσης της συγκεκριμένης μη περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας). Κατά συνέπεια, η ενάγουσα έχει νόμιμη αξίωση έναντι της εναγομένης για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής (ηθικής) ζημίας που της προκάλεσε η προπεριγραφείσα αδικοπραξία της, δια της οποίας προσβλήθηκαν το κύρος, η φήμη και η επαγγελματική υπόληψη της ενάγουσας και υπέστη αυτή ηθική βλάβη, για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των παραπάνω συνθηκών (τέλεσης του εν λόγω αδικήματος), του είδους και του μεγέθους της προσβολής που υπέστη του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης (αμέλεια), της έλλειψης οποιουδήποτε πταίσματος της ενάγουσας, καθώς και της οικονομικής κατάστασης αμφοτέρων των διαδίκων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωριστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω, τα ίδια που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από τις ανωτέρω νομικές και ουσιαστικές σκέψεις (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του τέταρτου λόγου της κρινόμενης εφέσεως κατά το οικείο σκέλος του.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 937 εδαφ. α του ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις διατάξεις αυτές του νόμου σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως που προήλθε από αδικοπραξία είναι η γνώση από τον παθόντα τόσο της ζημίας όσο και του υπαιτίου προς αποζημίωση, δηλαδή όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που παρέχουν σε αυτόν τη δυνατότητα να ασκήσει ορισμένη αγωγή εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Εάν ένα από τα στοιχεία αυτά δεν είναι γνωστό, η αξίωση παραγράφεται μετά είκοσι έτη από τη τέλεση της αδικοπραξίας. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι απέρριψε την παραδεκτώς ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποβληθείσα εκ του άρθρου 937 ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεχόμενη μη προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό περί παραγωγής δυσμενών εντυπώσεων το έτος 2002 ενώ ο αγωγικός ισχυρισμός που τέθηκε υπό την κρίση του Δικαστηρίου ήταν ότι το έτος 1999 διαδόθηκε στο αγοραστικό κοινό η εντύπωση για την κακή ποιότητα των πωλουμένων καυσίμων και κατά συνέπεια η οικεία αξίωση της ενάγουσας υπέπεσε σε πενταετή παραγραφή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο σαφώς διαλαμβάνονται τα παραγωγικά της ανωτέρω αξίωσης της ενάγουσας γεγονότα αναγόμενα στην κατά τον Απρίλιο του έτους 2002 προμήθεια νοθευμένων καυσίμων από την εναγομένη και την έκτοτε συνεπεία αυτής προσβολή του κύρους, της φήμης, της επαγγελματικής υπόληψης και της εμπορικής θέσης της τελευταίας στην τοπική αγορά, όπως δέχεται στο αποδεικτικό της πόρισμα η εκκαλουμένη, η οποία ορθά απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη καθώς από τον ανωτέρω χρόνο (Απρίλιος 2002) έως το χρόνο άσκησης της αγωγής ( 23-11-2006) δεν συμπληρώθηκε η εκ του νόμου πενταετής παραγραφή της ανωτέρω αξίωσης. Οι αιτιάσεις της εκκαλούσας που διαλαμβάνονται στον ίδιο (τρίτο) λόγο έφεσης για την (σιγή) απόρριψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της περί παραγραφής ενστάσεως που προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου αναφορικά με τα κονδύλια της αγωγής που αναφέρονται σε διαφυγόντα εισοδήματα της ενάγουσας, τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον τα ανωτέρω κονδύλια κρίθηκαν απορριπτέα ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας και συνεπώς η εκκαλούσα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον στην προβολή του ανωτέρω λόγου που προϋποθέτει ουσιαστική κρίση για τη βασιμότητά τους. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημά της, σύμφωνα με το διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις Ιανουαρίου 2014, δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2014, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Ασχολούμενο ο Δάσκαλος μου, Ακαδημαϊκός, Απ. Γεωργιάδης [Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, § 60, πλαγιάριθμοι 22-24, σελίδες 599-600] με το ζήτημα του περιεχομένου της παρανομίας ως όρου του αντικειμενικού της αδικοπραξίας [ΑΚ 914, «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει»], έγραφε μεταξύ άλλων, «γίνεται σήμερα γενικά δεκτό ότι η έννοια της παρανομίας, δηλαδή η παράβαση ειδικής διάταξης νόμου, πρέπει να διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει περισσότερες περιπτώσεις. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι για την έννοια του παρανόμου δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη συμπεριφορά να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί ότι αποδοκιμάζεται από το θετικό δίκαιο και τους σκοπούς του γενικά. Έτσι, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της πράξης στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεις (ΑΠ 640/ 1956, ΑΠ 343/ 1968). Ιδιαίτερα πρέπει να τονισθεί η άποψη που θεμελιώνει τη διεύρυνση της έννοιας του παρανόμου στην καθιέρωση από την έννομη τάξη γενικών υποχρεώσεων συμπεριφοράς. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, από το γενικό πνεύμα της νομοθεσίας και της ΑΚ 914, και κυρίως από τις γενικές ρήτρες που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών (288) και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων και της γενικής ελευθερίας δράσης (ΑΚ 281), επιβάλλεται σε κάθε άτομο‒στο πλαίσιο των κάθε είδους κοινωνικών δραστηριοτήτων του‒μια γενική υποχρέωση πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των άλλων και των αγαθών τους. Η διεύρυνση του παρανόμου με την αναγνώριση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας δεν οδηγεί σε υπερβολική διεύρυνση και της αδικοπρακτικής ευθύνης (ιδίως στην περίπτωση που η παράβαση της παραπάνω υποχρέωσης επιφέρει περιουσιακή βλάβη λόγω προσβολής της εν γένει περιουσίας του ζημιωθέντος), διότι η τελική κατάφαση της υπάρξεως ευθύνης προϋποθέτει τη συνδρομή και των υπόλοιπων στοιχείων (υπαιτιότητας, αιτιώδους συνάφειας κλπ). Παράδειγμα: η Α στιλβώνει υπερβολικά το πάτωμα του σαλονιού της ενόψει της δεξίωσης που πρόκειται να παραθέσει. Ο καλεσμένος Β γλιστρά και τραυματίζεται. Η συμπεριφορά της Α φυσικά δεν προσκρούει σε κάποια συγκεκριμένη διάταξη νόμου. Έρχεται όμως σε αντίθεση με την γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας των άλλων και των αγαθών τους και συνεπώς είναι παράνομη και μπορεί να στηρίξει αξίωση αποζημίωσης κατά την ΑΚ 914».
(συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Κατά τον Καθηγητή Πάνο Κορνηλάκη [Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, 2002, § 84.IV, σελίδες 492-493], «παρανομία συνιστά και η παράβαση των άγραφων κανόνων επιμέλειας, που την τήρηση τους επιβάλλουν οι ανάγκες των σύγχρονων κοινωνικών συναλλαγών. Με τον όρο αυτό δεν εννοούνται μόνο οι εμπορικές ή και γενικότερα οι οικονομικές συναλλαγές αλλά το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη σύγχρονη κοινωνική συμβίωση (χρησιμοποίηση τεχνικών μέσων, κατασκευές, συγκοινωνίες) που, επειδή περιέχουν από τη φύση τους κάποιο στοιχείο επικινδυνότητας, καθιστούν κοινωνικώς επιβεβλημένη την υποχρέωση λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας‒ που ποικίλλουν ανάλογα με την περίπτωση‒ για την εξουδετέρωση των σχετικών κινδύνων (γενική υποχρέωση πρόνοιας). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, που το περιεχόμενο της προσδιορίζεται από τις συνήθειες που επικρατούν σε σχέση με την τηρητέα σε κάθε περίπτωση επιμέλεια, συνιστά ακριβώς την “παρανομία”. Πρόκειται επομένως για άγραφους κανόνες συμπεριφοράς, που είτε επιβάλλονται από ρητές διατάξεις του ΑΚ (281,288) είτε/ και δικαιολογείται η επιβολή τους ως υποχρεωτικών κανόνων δικαίου από το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας μας, την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να μπορεί να υπολογίζει ότι ο συνάνθρωπος του (με τον οποίο έρχεται σε επαφή) θα τηρήσει ένα‒αντικειμενικά προσδιοριζόμενο‒minimum επιμέλειας... Έτσι, σε κάθε περίπτωση που κάποιος δημιουργεί με θετικές πράξεις του μια κατάσταση που είναι πρόσφορη να προξενήσει ζημία σε τρίτους αν δεν παρθούν τα κατάλληλα μέτρα επιμέλειας για την πρόληψη της, επιβάλλεται από την έννομη τάξη η υποχρέωση για τη λήψη αυτών των μέτρων, έστω και αν αυτά δεν προβλέπονται από ρητή διάταξη του γραπτού δικαίου. Η παράλειψη της λήψης αυτών των μέτρων επιμέλειας συνιστά ακριβώς την παράνομη συμπεριφορά, λ.χ. μη λήψη μέτρων σε ανεγειρόμενη οικοδομή με συνέπεια την είσοδο κλεπτών στο γειτονικό διαμέρισμα (ΕφΘες/ κης 548/ 99, ΕφΑθ 3919/ 99, ΑΠ 678/ 88), παράλειψη συνιδιοκτητών να επισκευάσουν ελαττωματικό αγωγό αποχέτευσης, ευθύνη της ΔΕΗ για την καταστροφή προϊόντων εργοστασίου λόγω διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος χωρίς έγκαιρη ειδοποίηση (ΕφΑθ 9778/ 91, ΑΠ 1891/ 84)».
(συνέχεια)

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

συνέχεια: Το Ακυρωτικό μας δέχθηκε [βλ. ΑΠ 81/ 1991 Δνη 1991.1215, εδώ σελ. 1216, Εισηγητής ο μετέπειτα Αντιπρόεδρος του Κων/ νος Παπαδόπουλος] ότι, «από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 § 1 Συντάγματος, 200, 281, 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει ή δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον κατά κανόνα έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιουμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Στα πλαίσια των παραπάνω διατάξεων στηρίζεται και η ευθύνη του κατασκευαστή, δηλαδή αυτός που παράγει και διοχετεύει στην αγορά τυποποιημένα προϊόντα για ζημίες που γίνονται στον τελικό καταναλωτή ή σε τρίτο με αφορμή ελάττωμα του προϊόντος κατά τη χρήση και την κατανάλωση του, σύμφωνα με τον προορισμό τους ή με την επαφή του με άλλα πράγματα, διότι ο κατασκευαστής, κατά τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, έχει γενική υποχρέωση πρόνοιας, λήψεως δηλαδή όλων των κατάλληλων μέτρων προστασία κάθε τρίτου από τους κινδύνους που δημιουργεί η κυκλοφορία του προϊόντος. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της ελαττωματικότητας του προϊόντος, η παράλειψη του οποίου, που είναι ταυτόσημη με την κατασκευή ελαττωματικού προϊόντος, γεννά ευθύνη αποζημιώσεως, όταν συντρέχουν και οι λοιποί όροι της αδικοπραξίας». Η νομολογία αυτή του Ακυρωτικού μας ασχολήθηκε με την ευθύνη από τη χρήση εσφαλμένων οδηγιών ενός εντομοκτόνου το οποίο προκάλεσε ζημίες στα ψεκασθέντα οπωροφόρα.

Addthis