Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

ΕΕΤΥΔΕ, παράνομη η είσπραξη μέσω της ΔΕΗ.

Η παρούσα, σπουδαία απόφαση, είχε αναρτηθεί στο παρόν ιστολόγιο στις 8-8-2014.  Επικαιροποιείται, επ'  ευκαιρία της προαγωγής της κ. Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου για να δημοσιοποιηθεί η ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ νομική παιδεία της, εφάμιλης της του αείμνηστου Στέφανου Ματθία. Θάθελα να θυμήσω ότι η κ. Θάνου-Χριστοφίλου δεν είναι μόνο Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών Εισαγγελέων αλλά είναι και η Δικαστής που, ως πρόεδρος της ΕΔΕ, αρνήθηκε να δεχθεί τους άθλιους Τροϊκανούς ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ-ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ στον Άρειο Πάγο όταν της ζήτησαν συνάντηση μαζί της, εν αντιθέσει με τους δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας που έπραξαν το αντίθετο, και όχι μόνο!
Κυρία Πρόεδρε,
καλή επιτυχία Σας εύχομαι και πάντα να συνεχίζετε να ασχολείστε με τα κοινά. Και ο Δικαστής είναι ΠΟΛΙΤΗΣ!


η κ. Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου.
Περίληψη: Προστασία καταναλωτή. Συλλογική αγωγή κατά της ΔΕΗ. ΕΕΤΗΔΕ. Παράνομη ως αντισυνταγματική και αντίθετη στην ΕΣΔΑ η είσπραξή του μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Κρίση ότι το επίδικο τέλος δεν επιβάλλεται σε ανταπόδοση συγκεκριμένης υπηρεσίας παρεχομένης από το Κράτος προς τους επιβαρυνόμενους με αυτό, τα δε έσοδα από την είσπραξή του περιέρχονται στον κρατικό προϋπολογισμό προς κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος, οπότε δεν συνιστά ανταποδοτικό τέλος, αλλά φόρο. Αρχές διέπουσες την επιβολή φόρου (αρχή της καθολικότητας του φόρου και της φορολογικής ισότητας, καθορισμός του φορολογικού βάρους, σε κάθε περίπτωση, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητος). Η επιβολή του ΕΕΤΗΔΕ αντίθετη προς τις αρχές αυτές. Αντίθετη μειοψηφία. Παραπομπή στην Ολομέλεια (διαφορά μίας ψήφου).

Άρειος Πάγος 293/ 2014 Δ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

4. Οσον αφορά τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, τους αναφερόμενους στη συμβατότητα ή μη με το Σύνταγμα, και με την ΕΣΔΑ της ως άνω διάταξης του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011, πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) Όπως αναφέρεται στην αρχή της πρώτης παραγράφου του ως άνω άρθρου 53 του ν. 4021/2011 και όπως αναλύεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το σχέδιο διατάξεως του άρθρου 53, το οποίο είχε κατατεθεί ως "προσθήκη-τροπολογία", η επιβολή του τέλους αυτού υπαγορεύθηκε από την επιτακτική ανάγκη να ληφθούν μέτρα έκτακτα και κατεπείγοντος χαρακτήρα, ώστε, πάρα την αναθεώρηση των προβλέψεων για το δημοσιονομικό έλλειμμα συνεπεία αναθεωρήσεως του βαθμού ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, να καταστεί παρ` όλα αυτά δυνατόν να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι μειώσεως του ελλείμματος τόσο για το 2011 όσο και για το 2012. Ως εκ τούτου, εφ` όσον δηλαδή το επίδικο τέλος δεν επιβάλλεται σε ανταπόδοση συγκεκριμένης υπηρεσίας παρεχομένης από το Κράτος προς τους επιβαρυνομένους με αυτό, τα δε έσοδα από την είσπραξη του περιέρχονται στον κρατικό προϋπολογισμό προς κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος, ήτοι προς εξυπηρέτηση γενικότερου κρατικού σκοπού, δεν συνιστά ανταποδοτικό τέλος, αλλά φόρο κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Άλλωστε, η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, από την οποία, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, εξαρτάται απολύτως η πραγματική αξία της βαρυνομένης με το επίδικο τέλος ακίνητης περιουσίας, συνιστά μεν σκοπό δημοσίου συμφέροντος, όχι, όμως παροχή ειδικής ωφελείας προς τους βαρυνομένους με αυτό, ώστε να αναιρείται ο χαρακτήρας του εν λόγω "τέλους" ως φορολογικής επιβαρύνσεως. β) Στην μεν παράγραφο 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος», στην δε παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ότι «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία … δεν μπορούν να αποτελέσουν, αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης …». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, το αντικείμενο και το υποκείμενο του φόρου, ο φορολογικός συντελεστής καθώς και οι απαλλαγές ή  εξαιρέσεις από αυτόν πρέπει να θεσπίζονται με τυπικό νόμο και όχι με πράξη της Διοικήσεως που εκδίδεται κατά νομοθετική εξουσιοδότηση. Δεν αποκλείεται, όμως, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η επιβολή φόρου δια του προσδιορισμού του υποκειμένου, του αντικειμένου και του συντελεστή του φόρου κατά παραπομπή σε διατάξεις άλλου τυπικού νόμου, εφ’ όσον έτσι προσδιορίζονται εμμέσως μεν, πλην σαφώς, τα απαιτούμενα από την διάταξη του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος απαιτούμενα προσδιοριστικό στοιχεία του φόρου. γ) Το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι «Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στην παράγραφο 5 ότι «Οι Ελληνες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβαρύνσεως (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για την δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνομένους πολίτες με διαφόρους τρόπους, περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι συγκεκριμένα η καθολικότητα της επιβαρύνσεως και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευομένη με τον, κατ` αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζόμενης φορολογητέας ύλης, που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. δ) Από τις διατάξεις των παρ.1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος συνάγονται, προκειμένου περί επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων, οι αρχές της καθολικότητας του φόρου και της φορολογικής ισότητας, η δεύτερη δε αυτή εξειδικεύεται με τον καθορισμό του φορολογικού βάρους, σε κάθε περίπτωση, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητος εκάστου, κατά την εν λόγω, δηλαδή, συνταγματική αρχή, η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνον εάν και στον βαθμό που υφίσταται φοροδοτική ικανότητα. Η φοροδοτική ικανότητα αποτελεί ιδιότητα του υποκειμένου και συνίσταται, όπως αυτή η ίδια η λεκτική διατύπωση του όρου φανερώνει, στην δυνατότητα του συγκεκριμένου προσώπου να καταβάλει τον φόρο, χωρίς να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς, εν όψει του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος, διαβιώσεως του, προσδιορίζεται δε βάση κριτηρίων αντικειμενικών, αναγομένων στο εισόδημα ή στην περιουσία και υποκειμενικών, αναγομένων κυρίως στην προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, υγεία και ηλικία του φορολογουμένου (βλ. Πρακτικά Επιτροπών της Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση της 28.1.1975, σελ. 396). Στο άρθρ. 78 παρ.1 του Συντάγματος καθορίζονται, κατά τρόπο περιοριστικό, τα στοιχεία, που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολόγησης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες, συναλλαγές), με την έννοια ότι από τα στοιχεία αυτά και μόνον επιτρέπεται να συναχθεί, κατ` αρχή, φοροδοτική ικανότητα, αλλά και ότι στην πραγματική ύπαρξη της τελευταίας οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να αποβλέπει ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιβολή των κατ’ ιδίαν φόρων, συνεκτιμώντας τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες και χρησιμοποιώντας πρόσφορα προς τούτο κριτήρια. Η συνταγματική αυτή υποχρέωση αποτελεί όριο, στην άσκηση της νομοθετικής φορολογικής πολιτικής, η παράβαση του οποίου συνιστά αντικείμενο δικαστικής κρίσεως, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Η απορρέουσα δε από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις υποχρέωση του φορολογικού νομοθέτη να σέβεται τις αρχές της καθολικότητας και της ισότητος του φόρου και, ειδικώτερα να τηρεί το κριτήριο της φοροδοτικής ικανότητος δεν αναιρείται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η φορολογική επιβάρυνση δεν θεσπίζεται ως πάγια, μέλλουσα να ισχύσει επ’ αόριστον, αλλά μόνον για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χαρακτηριζόμενη ως «έκτακτη». Εν προκειμένω, με το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 επιβάλλεται φορολογική επιβάρυνση «στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται στο κατά το άρθρο 24 του ν. 2130/1993 τέλος ακίνητης περιουσίας (παρ. 1). Η φορολογική αυτή επιβάρυνση, η οποία επιβάλλεται για τα έτη 2011 και 2012 (παρ. 4) χαρακτηριζόμενη στον τίτλο του εν λόγω άρθρου ως «έκτακτη», υπολογίζεται βάσει του εμβαδού, της παλαιότητος και της τιμής ζώνης του ακινήτου (παρ. 2) και βαρύνει τον κύριο ή επικαρπωτή αυτού (παρ. 4). Περαιτέρω, στην παρ. 5 του ως άνω άρθρου προβλέπονται περιπτώσεις ακινήτων, τα οποία, εν όψει του προσώπου του  ιδιόκτητο ή/ και της χρήσεως των, απαλλάσσονται του φόρου, ενώ στην παρ. 6 του άρθρου αυτού προβλέπονται, υπό προϋποθέσεις, η επιβολή μειωμένου συντελεστή στους πολύτεκνους και στους ανάπηρους και η απαλλαγή των μακροχρονίως ανέργων που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. (ή στα αντίστοιχα μητρώα ανέργων ναυτικών, τεχνικών τύπου και υπαλλήλων ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης), η λήψη, όμως, υπ` όψιν όλων των ως άνω κρισίμων για την βεβαίωση του επιμάχου φόρου παραμέτρων λαμβάνει χώραν-όπως συνάγεται από την παρ. 7 (στην οποία γίνεται λόγος και για επιστροφή του φόρου), μετά την κατά την παρ.8 βεβαίωση (εξατομίκευση) του φόρου που συντελείται με την εγγραφή στις μηχανογραφικές καταστάσεις που καταρτίζει η ΔΕΗ (και οι λοιπ οί εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος). Όμως, οπό μόνα τα προεκτεθέντα τρία στοιχεία (εμβαδόν, παλαιότης, τιμή ζώνης) του ακινήτου, βάσει των οποίων, κατά την παρ. 8, γίνεται η βεβαίωση του φόρου με τις ανωτέρω μηχανογραφικές καταστάσεις, ασυνδέτως προς άλλα κριτήρια αντικειμενικά (προσδιοριστικά της αξίας ή/και της αποδόσεως των ακινήτων) και κυρίως, υποκειμενικά (εισοδηματικά, περιουσίας, προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως), δεν αποδεικνύεται, ουδέ καν τεκμαίρεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου ή επικαρπωτού του ακινήτου και η έκταση της ικανότητας αυτής, η μη λήψη δε υπ’ όψιν της φοροδοτικής ικανότητας των βαρυνομένων με τον επίμαχο φόρο προσώπων για την επιβολή αυτού συνιστά παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, εν όψει μάλιστα και της, κατά τον χρόνο θεσπίσεως αυτού, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μειώσεως μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών, όπως αυτά προσδιορίζονται ειδικώτερα κατωτέρω). Περαιτέρω, οπροσδιορισμός του κύκλου των βαρυνομένων με τον φόρο αυτό προσώπων παρίσταται, εν όψει του εξαγγελλόμενου σκοπού («άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος»), αυθαίρετος, διότι οι επίμαχες ρυθμίσεις θίγουν τις, καθιερούμενες από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, αρχές της καθολικότητας και της ισότητος του φόρου, αφού εισάγουν διαφορετική  μεταχείριση, ανεπίδεκτη δικαιολογήσεως εν όψει του προαναφερθέντος σκοπού, μεταξύ, αφ` ενός μεν, των ως άνω προσώπων (ιδιοκτητών ή επικαρπωτών δομημένων επιφανειών οικιστικής ή εμπορικής χρήσεως), τα οποία θεωρούνται ως έχοντα φοροδοτική ικανότητα, και, αφ’ ετέρου των ιδιοκτητών ή επικαρπωτών άλλων, ενδεχομένως προσοδοφόρων, ακινήτων μη ηλεκτροδοτούμενων ή μη δομημένων ή ακινήτων βιομηχανικής, βιοτεχνικής, γεωργικής ή κτηνοτροφικής χρήσεως ή χωρών αθλητικών εγκαταστάσεων. Είναι επίσης, εκτός άλλων περιπτώσεων, ανεπίδεκτη δικαιολογήσεως, εν όψει του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, και η, κατά την παρ. 6 του εν λόγω άρθρου, απαλλαγή από τον επίμαχο φόρο των ακινήτων, που ιδιοκατοικούνται αποκλειστικώς από μακροχρονίως ανέργους εγγεγραμμένους στα μητρώα του ΟΑΕΔ (ή στους σχετικούς καταλόγους ανέργων ναυτικών, τεχνικών τύπου και προσωπικού ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης), όχι δε και των ακινήτων, που ιδιοκατοικούνται από τους λοιπούς πράγματι, κατά κοινήν πείραν, μακροχρονίως ανέργους, των οποίων δεν προβλέπεται κατά νόμο η εγγραφή στα ανωτέρω μητρώα (λ.χ. των μακροχρονίως άνεργων που δεν είχαν απασχοληθεί ως μισθωτοί, αλλά ως ελεύθεροι επαγγελματίες). Εν όψει των ανωτέρω, όλως ενδεικτικώς επισημανθέντων, οι ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 αντίκειται στις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, τούτο δε ανεξαρτήτως αν οι ρυθμίσεις αυτές, ως επιβάλλουσες φορολογικές επιβαρύνσεις για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «έκτακτες». Σημειωτέον, άλλωστε, ότι ο επίμαχος φόρος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «έκτακτος» υπό την έννοια του φόρου που επιβάλλεται για την αντιμετώπιση εκτάκτων και απροβλέπτων καταστάσεων (όπως λ.χ. φυσικών καταστροφών, θεομηνιών, πολεμικών γεγονότων) αφού το ίδιο το Σύνταγμα έχει ειδικές ρυθμίσεις για τις έκτακτες αυτές καταστάσεις και δεν επιτρέπεται η καταστρατήγηση του από τον κοινό νομοθέτη, δεδομένου ότι η θέσπιση του στις 3.10.2011, με άμεση ισχύ από της ημερομηνίας αυτής, χωρίς σχετική πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του έτους 2011 (κατά παράβαση δηλαδή των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 79 του Συντάγματος) αποσκοπεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, στην πρόληψη των προβλημάτων (δημοσιονομικών ελλειμμάτων) που μέλλουν να προκύψουν από την εκτέλεση του προϋπολογισμού 2011 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012- 2015, ενώ, εξ άλλου, ο χαρακτηρισμός του, ως εκτάκτου, καταρρίπτεται και από το γεγονός ότι ο φόρος αυτός, όπως είναι κοινώς γνωστό, επιβλήθηκε και καθολόκληρη τη διάρκεια του 2013. Οι προαναφερθείσες και απορρέουσες οπό το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος επιταγές προς τον κοινό νομοθέτη ισχύουν ακόμα και σε περιόδους οικονομικών κρίσεων κατά τις οποίες η Πολιτεία αναγκάζεται να λάβει έκτακτα οικονομικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται παραλλήλως με τους τακτικούς φόρους, για τη θεραπεία επιτακτικών αναγκών υπέρτερου εθνικού συμφέροντος και έχουν ως συνέπεια ιδιαίτερα επαχθείς επιβαρύνσεις για μεγάλες κατηγορίες πολιτών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και την αιτιολογική έκθεση του ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας- Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» η χώρα αντιμετωπίζει την τελευταία τριετία πρωτόγνωρες οικονομικές συνθήκες και την μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών η οποία απειλεί σοβαρά την εθνική οικονομία (την αιτιολογική έκθεση του νόμου και την απόφαση Ολομ. ΣτΕ 668/2012). Προς αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών προβλημάτων ελήφθησαν ήδη μέτρα με τα οποία επιβλήθηκε έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα φυσικών προσώπων (άρθρο 18 του ν.3758/2009), μειώθηκαν οι μισθοί των υπηρετούντων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 και 2 του ν.3833/2010), αυξήθηκαν οι συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας και διαφόρων ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12- 15 του ν. 3833/2010), επιβλήθηκε έκτακτη εφάπαξ εισφορά επί του εισοδήματος των φυσικών προσώπων οικονομικού έτους 2010 (άρθρο 5 του ν. 3833/2010), επιβλήθηκε ειδική εισφορά αλληλεγγύης στο ετήσιο συνολικό καθαρό εισόδημα άνω των 12.000 ευρώ των φυσικών προσώπων (άρθρο 29 του ν. 3986/2011), επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά επί της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης που προκύπτει οπό την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης (άρθρο 30 του ν. 3986/2011) και επιβλήθηκε ετήσιο τέλος επιτηδεύματος στους επιτηδευματίες και τους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα (άρθρο 31 του ν. 3986/2011). Κατόπιν αυτών των διαδοχικών φορολογικών και εισοδηματικών μέτρων είναι προφανές ότι οι έλληνες πολίτες έχουν ήδη υποστεί σοβαρότατες οικονομικές απώλειες οι οποίες, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, επηρεάζουν ουσιωδώς το πραγματικό επίπεδο της φοροδοτικής τους ικανότητας. Εξάλλου, η επίδικη επιβάρυνση του ν. 4021/2011 αποτελεί φόρο που επιβάλλεται επί της ακίνητης περιουσίας των πολιτών, η οποία έχει ήδη υποστεί σοβαρή μείωση της αξίας της, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, εφόσον η βαθύτατη οικονομική κρίση έχει ως συνέπεια τον δραματικό περιορισμό των αγοραπωλησιών των ακινήτων και την κλιμακούμενη αύξηση του αριθμού των ακινήτων που δεν προσπορίζουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4021/2011 προκύπτει ότι ο νομοθέτης χρησιμοποίησε αποκλειστικά και μόνο γενικά αριθμητικά στοιχεία σχετικά με το σύνολο των ακινήτων και την αξία τους σε ολόκληρη την επικράτεια και αρκέσθηκε να προσδιορίσει το συνολικό ποσό που θα εισπράξει το κράτος από την επιβολή του φόρου. Με το δεδομένα αυτά οι διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 78 παρ. 1 του Συντάγματος διότι επιβάλλουν ένα ακόμα φορολογικό βάρος στους έλληνες πολίτες χωρίς να συνεκτιμάται διόλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, τόσο για την επιβολή αυτού τούτου του φόρου όσο και για το ύψος του, η συνολική μέχρι σήμερα φορολογική τους επιβάρυνση, με την άθροιση τακτικών και εκτάκτων φορολογικών υποχρεώσεων, η οποία έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις στη φοροδοτική ικανότητα και ως εκ τούτου στη διατήρηση ανεκτού βιοτικού επιπέδου για πολλές κατηγορίες πολιτών, που έχουν ήδη υποστεί σοβαρότατες οικονομικές απώλειες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι για τον επίδικο φόρο δεν προβλέπεται απαλλαγή ούτε καν της πρώτης κατοικίας που αποτελεί, ιδίως εν μέσω βαθειάς οικονομικής κρίση αναγκαίο στοιχείο για την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου και για την προστασία της οικογένειας, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 και 21 του Συντάγματος, τα οποία, επίσης, παραβιάζονται από την επιβολή του επίδικου φόρου. Η επιβολή του φόρου αυτού επί της ακίνητης περιουσίας, όπως προκύπτει τόσο από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, όσο και από τις ίδιες τις ρυθμίσεις του, υπαγορεύεται από την ανάγκη «άμεσης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος» και περιορίζεται μόνο στις «ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες» και αποβλέπει μόνο στην άμεση είσπραξη του οικείου ποσού, την οποία (είσπραξη) εξασφαλίζει ο εισπρακτικός μηχανισμός, δια μέσου των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ. Ενισχυτικό επιχείρημα της κρίσεως ότι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 53 του Ν. 4021/2011 φόρος παραβιάζει τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος είναι και το ότι ή κατά το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος επιβολή φόρου σε είδος περιουσίας από τυπικό νόμο προϋποθέτει αυτοτελές προσοδοφόρο (έστω και κατά τεκμήριο) περιουσιακό αντικείμενο. Τέτοια στοιχεία δεν περιέχει το επίδικο ειδικό τέλος στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα με οικιστική ή εμπορική χρήση το οποίο επιβλήθηκε με κριτήριο τη δυνατότητα ταχείας είσπραξης των σχετικών εσόδων καθ’ όσον το εμβαδόν μιας ηλεκτροδοτούμενης επιφάνειας δεν αποτελεί είδος περιουσίας κατά την έννοια του όρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι δεν αποτελεί αυτοτελές προσοδοφόρο αντικείμενο ούτε καθίσταται τέτοιο από το είδος χρήσεως ή από το ότι διαθέτει ηλεκτρική παροχή. Η έλλειψη αυτή δεν δύναται να θεραπευθεί δια παραπομπής στο αντικείμενο του φόρου που προβλέπει το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2130/1993 διότι πρόκειται για διαφορετικά αντικείμενο φόρου. Ειδικότερα, το τέλος υπέρ Ο.Τ.Α. (αρθρ. 24 παρ. 1 ν. 2130/1993), υπολογίζεται επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται εντός της διοικητικής τους περιφέρειας α) στα πάσης φύσεως ακίνητα που βρίσκονται εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμών υφισταμένων προ του έτους 1923 και β) στα κάθε είδους κτίσματα που βρίσκονται εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων οικισμών υφισταμένων προ του έτους 1923. Σύμφωνα δε με την παραγρ.8 του άρθρου 24 του νόμου η βεβαίωση και είσπραξη του τέλους για τα ακίνητα, που έχουν μετρητή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ, γίνεται με βάση την κατάσταση υπόχρεων, στην οποίο αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία (η αξία κάθε ακινήτου ανά μετρητή της ΔΕΗ κλπ.). Κατ` ακολουθία όλων των προαναφερθέντων, είναι προφανές ότι ο επιβληθείς με το άρθρο 53 του Ν.4021/2011 φόρος ακίνητης περιουσίας επί των ηλεκτροδοτούμένων δομημένων επιφανειών αντίκειται στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρ. 2 παρ. 1 και 4 , 4 παρ.1 και 5, 20 παρ.1, 21 παρ. 1 και 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. ε) Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθετό Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α` 256) ορίζεται ότι «Παν Φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φάρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φάρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ` εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Ομως, εφ` όσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της υπάρξεως αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών. Ως εκ τούτου, επιβολή φορολογικής υποχρεώσεως που συνιστά υπερβολικό βάρος για τα πρόσωπα που βαρύνονται με αυτήν ή κλονίζει ριζικά την οικονομική τους κατάσταση αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας, αριθμ. 1 1036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87, απόφαση της 16.1.1995, Rlcardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ. 15117/89). Η επιβολή του ένδικου φόρου, συνιστά πολλαπλή επί του αυτού αντικειμένου φορολόγηση και διπλή εντός του ιδίου έτους φορολόγηση, με δεδομένο τους προαναφερθέντες πολλαπλούς νέους φόρους, που έχουν επιβληθεί, σε συνάρτηση με την κατάργηση σειράς φοροαπαλλαγών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό, επίσης, με τις αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών και συντάξεων, αφενός, και παράλληλης διατήρησης των τιμών των αγαθών στα υψηλά (προ της οικονομικής κρίσεως) επίπεδα αφετέρου, καθώς και η αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, υπό καθεστώς υφέσεως της οικονομίας, η οποία στην πραγματικότητα συνεπάγεται μείωση των αντικειμενικών αξιών και κατ’ακολουθία μείωση και των προσόδων εκ των ακινήτων, έχουν ως αποτέλεσμα την μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, σε σημείο μάλιστα που ένας σημαντικά μεγάλος αριθμός εξ αυτών να αδυνατούν να εξασφαλίσουν ακόμη και τα ελάχιστα όρια αξιοπρεπούς διαβίωσης και κατά λογική συνέπεια, αδυνατούν να εκπληρώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις, καθώς και την επίδικη φορολόγηση, λόγω εξαντλήσεως της φοροδοτικής του ικανότητας. Καθίσταται, επομένως, προφανές ότι η επιβολή του επίδικου φόρου (ΕΕΤΗΔΕ) συνιστά υπερβολικό βάρος, για τη συντριπτική πλειοψηφία των προσώπων, που επιβαρύνονται με αυτόν και επίσης κλονίζει ριζικά την οικονομική τους κατάσταση και κατά συνέπεια αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
5. Περαιτέρω, για την βεβαίωση και την είσπραξη του επιδίκου "τέλους" ορίζονται στις παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 τα εξής: «8. Η βεβαίωση του ειδικού τέλους συντελείται με την εγγραφή στις 17.9.2011 του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και των λοιπών εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος και ο κατάλογος αυτός αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης για το Ελληνικό Δημόσιο και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων Δ.Ο.Υ. Αρμόδιος προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. είναι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου κατά την ημερομηνία αρχικής έκδοσης του λογαριασμού της Δ.Ε.Η. και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος κατ` έτος. Η βεβαίωση του τέλους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αν δεν καταβληθεί το τέλος μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, διενεργείται μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 11, όπως ειδικότερα ορίζεται με τη υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ` εξουσιοδότηση της παραγράφου 13 του παρόντος άρθρου. 9. Το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου συνεισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος για το έτος 2011 σε δύο (2) ισόποσες δόσεις που εκδίδονται από αυτούς από τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους μέχρι τον Ιανουάριο του 2012». Οπως ρητώς ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 53 του ν. 402/2011, n βεβαίωση επίμαχου φόρου, n εξατομίκευση δηλαδή της φορολογικής οφειλής με τον προσδιορισμό του ύψους του φόρου και του προσώπου του υπόχρεου «συντελείται με την έγγραφη στις 17.9.2011 του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και των λοιπών εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος και ο κατάλογος αυτός αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης νια το Ελληνικό Δημόσιο και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων Δ.Ο.Υ.». Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι - σε αντίθεση με το, επίσης εισπραττόμενο από την Δ.Ε.Η., τέλος
ακίνητης περιουσίας του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, του οποίου η βεβαίωση συντελείται με την εγγραφή του υπόχρεου, κατά την παρ. 8 του εν λόγω άρθρου, στον σχετικό κατάλογο που καταρτίζει ο οικείος Δήμος ή Κοινότητα - η βεβαίωση του επίμαχου φόρου συντελείται με την εγγραφή του ακινήτου στους καταλόγους που καταρτίζουν διάφορα νομικά πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και μάλιστα εμπορική ανώνυμη εταιρεία όπως η ΔΕΗ και -λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές, η εγγραφή δε στους χρηματικους καταλόγους που καταρτίζουν τα εν λόγω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου αποτελεί για το Ελληνικό Δημόσιο τον τίτλο βεβαιώσεως του φόρου. Επομένως, με το σύστημα αυτό η βεβαίωση του φόρου, η εφαρμογή δηλαδή του φορολογικού νόμου σε συγκεκριμένη ατομική περίπτωση με τον προσδιορισμό του προσώπου του υπόχρεου και του ύψους της φορολογικής οφειλής, ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Τούτο, όμως, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 του Συντάγματος, διότι η βεβαίωση του φόρου, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο, αποτελεί βασική έκφραση της δημόσιας εξουσίας και της κυριαρχίας του Κράτους, οι οποίες, κατά τις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, ασκούνται αποκλειστικά από όργανο του Κράτους (ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου) και όχι από ιδιώτες (βλ. Ολομ. ΣτΕ 1934/ 1988). Ειδικώτερα δε, η βεβαίωση του φόρου, η οποία φέρει, κατ’εξοχή, τον χαρακτήρα πράξεως ασκήσεως του πυρήνα της δημόσιας εξουσίας, εκδίδεται αποκλειστικά από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας (ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου), όπως επιβάλλει η καθιερούμενη από το άρθρο 26 του Συντάγματος αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Την παραβίαση, εν προκειμένω, των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων δεν είναι ικανή να άρει η πρόβλεψη, στην παρ. 7 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, της δυνατότητος ελέγχου, από όργανα της κρατικής διοικήσεως, της γενομένης από τα ως άνω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου βεβαιώσεως του φόρου, και τούτο α) διότι κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι η αρμοδιότητα ως προς την βεβαίωση του φόρου και όχι ως προς τον επακολουθούντα έλεγχο αυτής, β) διότι ο έλεγχος αυτός δεν χωρεί σε κάθε περίπτωση, αλλά αφορά μόνο στις, κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 53, περιορισμένες περιπτώσεις εφαρμογής μειωμένου συντελεστή ή απαλλαγής προϋποθέτει δε αίτηση του ενδιαφερομένου. Με τον έλεγχο, άλλωστε, αυτόν παρέχεται -μετά την βεβαίωση, με τους καταρτιζόμενους από την Δ.Ε.Η. (και τους λοιπούς εναλλακτικούς προμηθευτές) καταλόγους, του επίμαχου φόρου βάσει του εμβαδού, της παλαιότητος και της τιμής ζώνης του ακινήτου - η δυνατότητα ανατροπής της εν λόγο) βεβαιώσεως δια της εκ των υστέρων λήψεως υπ` όψιν των, κατά την παρ. 6 υποκειμενικών κριτηρίων φοροδοτικής ικανότητος που συνεπάγονται μείωση της φορολογικής επιβαρύνσεως ή απαλλαγή από αυτήν προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επιστραφεί «επιπλέον τέλος που τυχόν καταβλήθηκε» (βλ. παρ. 7 του άρθρου 53). Η πρόβλεψη, όμως, της ανωτέρω δυνατότητος αντίκειται στην αρχή της οριστικότητος της προσδιοριστικής του φόρου πράξεως που εμπεριέχεται στον κανόνα της βεβαιότητος του φόρου, ο οποίος αποτελεί ειδικώτερη έκφανση της, καθιερουμένης με το άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, αρχής της νομιμότητος του φόρου. Τέλος, η προπεριγραφείσα παραβίαση των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 του Συντάγματος δεν αίρεται οπό την, προβλεπόμενη στο τελευταίο εδά της παρ. 8 του άρθρου 53 του ν. 4021/201 1, δυνατότητα εκ νέου βεβαιώσεως του επίμαχου φόρου από την  αρμόδια Δ.Ο.Υ., αφού η νέα αυτή βεβαίωση τελεί υπό την αίρεση της μη καταβολής αυτού μέσω του λογαριασμού καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος. Ούτε, εξ άλλου, δύναται να θεωρηθεί ότι, αν όχι οι λοιποί προμηθευτές τουλάχιστον η Δ.Ε.Η. έχει ως προς την αρμοδιότητα βεβαιώσεως του επίμαχου φόρου διφυή χαρακτήρα. Και τούτο διότι ο διφυής χαρακτήρας, ως νομική έννοια αναγκαία για τη διασφάλιση του κρατούντος οργανικού κριτηρίου, προϋποθέτει νομικό πρόσωπο με ένδυμα μεν ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως λειτουργούντος όχι με κερδοσκοπικό σκοπό αλλά προς το δημόσιο συμφέρον και υπαγόμενο, χάριν τούτου, σε ειδικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, ήτοι με προνόμια και υποχρεώσεις ασυμβίβαστα προς τις αρχές και απαιτήσεις του ελευθέρου ανταγωνισμού, στις οποίες υπάγεται πλέον η Δ.Ε.Η. σύμφωνα με την κοινοτική έννομη τάξη. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το Δημόσιο, σε περίπτωση μη καταβολής του, επίμαχου τέλους μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος, διατηρεί, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 53, αρμοδιότητα «βεβαιώσεως» και εισπράξεως αυτού συμφωνά με τον ΚΕΔΕ, δεν αίρει την αντίθεση του συστήματος του νόμου προς τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις. Και τούτο διότι η ως άνω «βεβαίωση» εντάσσεται πράγματι είτε στη διαδικασία τροποποιήσεως της αρχικής καταλογιστικής πράξεως (περιπτώσεις απαλλαγών, μειώσεων κλπ.) είτε στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως αυτής, η οποία, όμως, προϋποθέτει μη συμμόρφωση του οφειλέτου προς την ήδη γεννηθείσα με την εγγραφή του στους καταλόγους της Δ.Ε.Η. φορολογική υποχρέωση αυτού.
Τέλος, είναι διαφορετικό το ζήτημα της ανάθεσης της είσπραξης φόρων και τελών, δημοσίων και δημοτικών σε μη κρατικά όργανα (Τράπεζες, Ελληνικά Ταχυδρομεία κλπ., έναντι ανταλλάγματος), η οποία δεν αντίκειται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, διότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα ως άνω όργανα περιορίζονται μόνο στην απλή είσπραξη των ήδη βεβαιωμένων φόρων και τελών. Τα ίδια έκρινε και το δίκασαν δικαστήριο της ουσίας, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, ως προς το ζήτημα της μη συμβατότητας με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του επιβαλλομένου με το άρθρο 5 του Ν.4021/2011 « Εκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτουμένων Δομημένων Επιφανειών» το οποίο, ως εκ τούτου, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου δύο τελευταίοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Δύο μέλη όμως του Δικαστηρίου, ήτοι ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Νικόλαος Λεοντής και ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς είχαν την ακόλουθη γνώμη: Από τις διατάξεις του άρθρ. 53 του Ν.4021/2011 προκύπτει ότι ο νομοθέτης επικαλούμενος επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος της χώρας επέβαλε με το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 ένα έκτακτο ειδικό τέλος, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., υπολογίζοντας ότι με την άμεση είσπραξη του ή και με την είσπραξη  προκαταβολών θα επιτύχει την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματα της χώρας. Ως νομοθετικά θεσμοθετημένο δημόσιο έσοδο, ο νομοθέτης εκχώρησε την αρμοδιότητα των Δ.Ο.Υ. προς είσπραξη του, στις οποίες υπό άλλη περίπτωση θα ανήκε η σχετική αρμοδιότητα, στη Δ.Ε.Η., η οποία είναι ν.π.ι.δ. και λειτουργεί υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας (ν.2773/1999 και π.δ. 333/2000) παρέχοντας υπηρεσίες και δραστηριότητες κοινής ωφελείας (άρθρο 2 εδ. β` ν.δ. 356/74), αλλά και στους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος. Η φορολογική αυτή επιβάρυνση έχει έκτακτο χαρακτήρα και αφορά μόνο τα έτη 2011 και 2012, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 1 και 4 του ανωτέρω άρθρου του ν. 4021/201 1. Περαιτέρω, στην μεν παράγραφο 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος ορίζεται ότι «κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που
καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος», στην δε παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ότι «το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία … δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης …». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις το αντικείμενο και υποκείμενο του φόρου, ο φορολογικός συντελεστής, καθώς και οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις οι απ’αυτόν πρέπει να θεσπίζονται με τυπικό νόμο και όχι με πράξη της Διοικήσεως που εκδίδεται κατά νομοθετική εξουσιοδότηση. Δεν αποκλείεται όμως κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η επιβολή φόρου για του προσδιορισμού του υποκειμένου, του αντικειμένου και του συντελεστή του φόρου κατά παραπομπή σε διατάξεις άλλου τυπικού νόμου, εφόσον έτσι προσδιορίζονται εμμέσως μεν, πλην σαφώς, τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος απαιτούμενα προσδιοριστικά στοιχεία του φόρου. Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρ. 53 του ν. 4021/2011 ορίζονται το αντικείμενο της επίδικης φορολογικής επιβάρυνσης (ηλεκτροδοτούμενες δομημένες επιφάνειες), το υποκείμενο της φορολογικής επιβάρυνσης (κύριος ή επικαρπωτής), οι συντελεστές προσδιορισμού του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., ο τρόπος υπολογισμού αυτού, οι εξαιρέσεις και απαλλαγές από το τέλος, όπως οι λεπτομέρειες εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ρυθμίζονται με την 1211/2011 υπουργική απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργών Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου. Συνεπώς, το άρθρο 53 ν.4021/2011, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος. Εξ άλλου, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι «οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στην παράγραφο 5 ότι «οι Έλληνες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα-με τις δυνάμεις τους». Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγονται, προκειμένου περί επιβολής φορολογικώς επιβαρύνσεων, οι αρχές της καθολικότητος του φόρου και της φορολογικής ισότητας. Η δεύτερη δε αυτής αρχή εξειδικεύεται με τον καθορισμό του φορολογικού βάρους σε κάθε περίπτωση αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου. Κατά την εν λόγω δηλαδή συνταγματική αρχή, η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνο εάν και το βαθμό που υφίσταται φοροδοτική ικανότητα. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, με το οποίο κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Ομως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαντήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της υπάρξεως αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών. Ετσι, θεσπίζοντας ο νομοθέτης το επίδικο τέλος ως φόρο επί της περιούσιας απέβλεψε, επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, στη φοροδοτική ικανότητα, που απορρέει από αυτή καθεαυτή την κατοχή της ανωτέρω ακίνητης περιουσίας, ως φορολογητέας ύλης, διαφορετικής από το εισόδημα, δοθέντος ότι, κατά τη συνταγματική αυτή διάταξη, αντικείμενα φορολογικής επιβαρύνσεως μπορούν να αποτελέσουν όχι μόνο το εισόδημα, αλλά αυτοτελώς και η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Συνεπώς, η ύπαρξη προσόδου από το ακίνητο δεν αποτελεί προϋπόθεση ή κριτήριο υπαγωγής στο Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. Το τέλος δε αυτό δεν αποτελεί «νέο» πάγιο φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, αλλά, όπως προκύπτει από τις επί μέρους ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, έκτακτο μέτρο για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων για το έλλειμμα του 2011 και την επίτευξη των αντιστοίχων στόχων για το 2012. Αρα και εξαυτού του λόγου, ήτοι του εκτάκτου χαρακτήρος της επίδικης φορολογικής επιβαρύνσεως, ο νομοθέτης δεν ήταν υποχρεωμένος, θεσπίζοντας τον εν λόγω έκτακτο φόρο να ακολουθήσει τις μορφές και τις αρχές που έχει χρησιμοποιήσει σε άλλες περιπτώσεις φορολογίας ακίνητης περιουσίας. Περαιτέρω, στο Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., που επιβλήθηκε εκτάκτως προς αντιμετώπιση ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επέμβαση στην περιουσία των φορολογουμένων δυσανάλογη σε σχέση με τον κατά τα ανωτέρω επιδιωχθέντα σκοπό, λαμβανομένων υπόψη αφενός του περιορισμένου χρονικού πλαισίου εφαρμογής του (2011-2012), αφ’ετέρου δε του ύψους αυτού σε σχέση με την αξία της βαρυνομένης ακίνητης περιουσίας (έως 8%ο), όπως προκύπτει από τους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011. Συνιστά δε, υπό τις δεδομένες συνθήκες, ανεκτό κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περιορισμό της περιουσίας. Επομένως, η επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν αντίκειται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία και την κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ` του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (πλειοψ.Ολ.ΣΤE 1972/2012). Συνεπώς, το Πρωτοδικείο, που δέχτηκε ότι το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 αντίκειται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στη συνέχεια δέχτηκε την ένδικη αγωγή, υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αρα, κατά την άποψη της μειοψηφίας, οι συναφείς τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και έπρεπε να γίνουν δεκτοί. Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον η παρούσα απόφαση- περί απορρίψεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου όσον αφορά τους δύο τελευταίους λόγους αναίρεσης λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει υποχρεωτικά να παραπεμφθούν οι περιεχόμενοι στην εν λόγω αίτηση αναιρέσεως τέταρτος και πέμπτος λόγοι στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδάφ. γ’ ΚΠολΔ, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη των λόγων αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της από 12-12-2012 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1101/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013.

Παρατήρηση: προκαλεί θλίψη η ΓΥΜΝΙΑ και η πρωτοφανής ΕΝΔΕΙΑ επιχειρηματολογίας από τη μειοψηφία της αναρτώμενης απόφασης! 

1 σχόλιο:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

η κ. Θάνου-Χριστοφίλου προήχθη ήδη σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου.
Σου θυμίζω ότι η κ. Θάνου-Χριστοφίλου ήταν που ως Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών-Εισαγγελέων αρνήθηκε να δεχθεί τους Τροϊκανούς κατακτητές όταν της το ζήτησαν! Προς τιμή της και των Ελλήνων Δικαστών που εκπροσωπεί. Το αντίθετο έπραξαν, δυστυχώς, οι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Addthis