Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Βλάβη σώματος ή υγείας, αξιώσεις, έναρξη τοκογονίας.

Περίληψη.  Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Όποιος έχει υποστεί βλάβη της υγείας του και δέχεται αυξημένες φροντίδες οικείου του προσώπου, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο το ποσό που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσελάμβανε για το σκοπό αυτό. Ο απομακρυνθείς παράνομα από δημόσια υπηρεσία, δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση ίση με τις αποδοχές που δεν εισέπραξε, στις οποίες περιλαμβάνονται και επιδόματα και αποζημιώσεις, όπως αυτά που λαμβάνουν οι εν ενεργεία αστυνομικοί. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Δεν έχει άμεση εφαρμογή η αρχή της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό του ύψους της.
Αναιρετικός έλεγχος της σχετικής κρίσης του δικαστηρίου. Αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα ήταν ο οδηγός του στρατιωτικού λεωφορείου, ενώ ο παθών οδηγός της μοτοσυκλέτας συνετέλεσε στην έκταση της βλάβης της υγείας του σε ποσοστό 20% διότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Για την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας. Δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του ΝΣΚ, θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο. Η κατάργηση της διαδικασίας γνωμοδότησης δεν καταλαμβάνει αναιρέσεις που έχουν ασκηθεί υπό την ισχύ του άρθρου 12 του ν. 2298/1995. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 2474/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών).

ΣτΕ, τμήμα Α', 1481/ 2014
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Μαρινάκης, Σπ. Μαρκάτης, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Στ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού. 

8. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και δεν σχετίζονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Σ.τ.Ε. 4133/2011 επτ. κ.ά.).
Περαιτέρω, στο άρθρο 929 εδάφιο πρώτο ΑΚ ορίζεται ότι «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του». Κατά τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση που, εξ αιτίας του είδους και της σοβαρότητας της βλάβης του παθόντος, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη προσλήψεως βοηθού για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο που αναλαμβάνει με εντατικοποίηση δυνάμεων οικείο του πρόσωπο, το οποίο καλύπτει την εν λόγω ανάγκη, θεμελιώνεται αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υπόχρεου. Τούτο, διότι η μη καταβολή ανταλλάγματος δεν δύναται να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος. Συνεπώς, αυτός που έχει υποστεί βλάβη της υγείας του και δέχεται αυξημένες φροντίδες οικείου του προσώπου, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση το ποσό που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο θα προσελάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν δεν καταβάλλει τέτοιο ποσό στους οικείους του που ασχολούνται ή θα ασχολούνται με τη φροντίδα του (ΣτΕ 1541/2013, πρβλ. ΑΠ 371/2001, 833/2005, 132/2010). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος, δηλαδή την αποκατάσταση τόσο της ζημίας, την οποία υπέστη η περιουσία του ζημιωθέντος που υπήρχε κατά το χρόνο της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως ή της υλικής ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, όσο και της ζημίας, την οποία υπέστη ο ζημιωθείς μέσω της στερήσεως, συνεπεία της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, παροχών, τις οποίες, μετά πιθανότητος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, αυτός θα αποκόμιζε στο μέλλον, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου. Εκ τούτων συνάγεται ότι ο απομακρυνθείς από τη δημόσια υπηρεσία, συνεπεία παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου, δικαιούται να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη εκ του ότι δεν εισέπραξε τις αποδοχές, τις οποίες θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως και οιασδήποτε μορφής επιδόματα, έστω και αν τα επιδόματα αυτά συναρτώνται, είτε σύμφωνα με το νόμο είτε λόγω της φύσεώς τους προς την ενεργό υπηρεσία, εφόσον, πάντως, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους εν ενεργεία υπαλλήλους (πρβ ΣτΕ 3713/ 2010, 3606/ 2009, 920/ 2009).
9. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που θέτουν υπόψη του οι διάδικοι (βαθμό πταίσματος του υποχρέου, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση του ζημιωθέντος κ.λπ.). Κατά τη θέσπιση της διάταξης αυτής ο νομοθέτης έλαβε υπόψη τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος) και την εξειδίκευσε σε ότι αφορά το ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της συνταγματικής αυτής διάταξης, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα σε σχέση με τον προσδιορισμό αυτής κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 932 του Α.Κ. Ειδικότερα, με τη διάταξη του 932 του Α.Κ. παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, πραγματικών περιστατικών που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσης αυτής ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται κατ’ αναίρεση. Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δοθέντος ότι σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Κατ’ εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση της διάταξης του άρθρου 932 του Α.Κ., μόνο αν κριθεί ότι το δικαστήριο αυτό υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από την εν λόγω διάταξη εξουσίας του (Σ.τ.Ε. 4133/ 2011 επτ., 424/ 2012 , 4714/ 2012 κ.ά.).
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την 25η Μαρτίου 2004 και ώρα 16.45, ο μόνιμος υπάλληλος .., δυνάμεως Τ/ΓΕΣ, οδηγός, σε εκτέλεση διατεταγμένου δρομολογίου με το ... λεωφορείο, είχε προσωρινά σταθμεύσει μπροστά από την πύλη του Παναθηναϊκού Σταδίου στο ρεύμα της ανόδου της λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου (κατεύθυνση προς Χίλτον), αναμένοντας εντολή παραλαβής επιβατών από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Λαμβάνοντας τη σχετική εντολή, άρχισε να κινείται από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου είχε προσωρινά σταθμεύσει, προς την αριστερή, επιχειρώντας αναστροφή στο διάκενο που υπάρχει στη διαχωριστική νησίδα μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το λεωφορείο να κλείσει με το εμπρόσθιο μέρος του την αριστερή λωρίδα της καθόδου της λεωφόρου Β. Κων/νου και με το οπίσθιο μέρος του την αριστερή λωρίδα της ανόδου, σύμφωνα με το σχετικό σχεδιάγραμμα της Τροχαίας. Ομως τη στιγμή εκείνη, στο αριστερό ρεύμα της ανόδου της Λεωφόρου προς Χίλτον κινούνταν σε διατεταγμένη υπηρεσία το ...υπηρεσιακό δίκυκλο της ΕΛ.ΑΣ. με οδηγό τον αναιρεσίβλητο αστυφύλακα .., το οποίο συγκρούσθηκε με το λεωφορείο. Αποτέλεσμα της συγκρούσεως ήταν η μοτοσικλέτα να «σφηνωθεί» κάτω από τον αριστερό χώρο αποσκευών (μπαγκαζιέρα) του στρατιωτικού οχήματος και ο αναιρεσίβλητος να τραυματισθεί βαρύτατα και να μεταφερθεί στο 401 Γ.Σ.Ν.Α., όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 28.04.2004, ενώ εξ άλλου, προκλήθηκαν υλικές ζημιές και στα δύο εμπλεκόμενα στο ατύχημα οχήματα. Ειδικότερα, όπως προέκυπτε από το φύλλο νοσηλείας του νοσοκομείου ο αναιρεσίβλητος έφερε «βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, θλάσεις εγκεφάλου σε αποδρομή, κάταγμα σωμάτων Α2, Α3, Α6 σπονδύλων, θλάση δεξιού άνω λοβού (πνεύμονα) μετατοπίσεις και κατάγματα οδόντων άνω και κάτω γνάθου, θλαστικό τραύμα τριχωτού, θλαστικό τραύμα μετωπιαίας επιφάνειας, διάφορες εκδορές άνω και κάτω άκρων, μώλωπες» και εισήχθη στις 26.03.2004 επειγόντως στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.), όπου παρέμεινε «διασωληνωμένος, συνδεδεμένος με τον αναπνευστήρα σε βαθιά καταστολή και αναλγησία». Στις 02.04.2004 υποβλήθηκε σε «διαδερμική τραχειοστομία και μετάγγιση αίματος» και στις 27.04.2004 τοποθετήθηκε σε αυτόν θωρακοαυχενικός κηδεμόνας. Από την ημέρα του ατυχήματος έως τις 04.04.2006 έλαβε «μακρά αναρρωτική άδεια» όπως προέκυπτε από προσκομισθείσες γνωματεύσεις του Κεντρικού Ιατρείου Αθηνών της ΕΛ.ΑΣ. και της Ανωτάτης Υγειονομικής Επιτροπής της ΕΛ.ΑΣ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το από 29.09.2004 πόρισμα της διενεργηθείσας Ε.Δ.Ε., υπεύθυνος για το εν λόγω τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου ήταν ο οδηγός του στρατιωτικού οχήματος, ο οποίος παραβίασε τη ρυθμιστική κάθετη σήμανση Ρ-27 και τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., με την δε 17659/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο οδηγός του στρατιωτικού λεωφορείου κρίθηκε ένοχος για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών. Κατόπιν τούτων, ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 01.07.2005 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε, μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ν’ αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 568.151,46 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη κατά τον τραυματισμό του στο ως άνω τροχαίο ατύχημα και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η πρόκληση του ατυχήματος ήταν αποτέλεσμα των παραλείψεων του οδηγού του στρατιωτικού λεωφορείου, οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και ότι ο αναιρεσίβλητος συνετέλεσε στην έκταση της βλάβης της υγείας του εξ οικείου πταίσματος κατά ποσοστό 20%, διότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 14.020,48 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 80.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις. Με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το διοικητικό εφετείο, αφού έκρινε, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα ήταν ο οδηγός του στρατιωτικού λεωφορείου και ότι ο αναιρεσίβλητος συνετέλεσε στην έκταση της βλάβης της υγείας του σε ποσοστό 20% δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος που αφορούσε αποζημίωση για δαπάνη αναγκαίας μελλοντικής χειρουργικής-πλαστικής επέμβασης προς αποκατάσταση ουλών σε εμφανή σημεία της τραχηλικής χώρας και του τριχωτού της κεφαλής και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο την δαπάνη αυτή περιορισμένη κατά 20% λόγω του συντρέχοντος πταίσματος αυτού (7.753,20 ευρώ). Εξετάζοντας δε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και απορρίπτοντας σχετικούς λόγους, έκρινε ότι, όπως ορθώς είχε δεχθεί και το διοικητικό πρωτοδικείο, α) ο αναιρεσίβλητος είχε δικαίωμα να λάβει μηνιαία αποζημίωση για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου λόγω της αδυναμίας του να αυτοεξυπηρετείται, μολονότι οι υπηρεσίες παρέχονταν από τους γονείς και την μνηστή του, διότι οι υπηρεσίες αυτές έβαιναν πέρα από τη συνήθη υποχρέωση των συγγενικών προσώπων για αλληλοβοήθεια και η παροχή τους δεν μπορούσε να καταλήξει σε ωφέλεια του Δημοσίου, β) αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου, αυτός, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ελάμβανε τα επιδόματα και τις ειδικές αποζημιώσεις που έλαβαν οι ενεργεία συνάδελφοί του και, επομένως είχε δικαίωμα να αποζημιωθεί με το ποσό των 6.482,88 ευρώ που αντιστοιχούσε στα λόγω επιδόματα και αποζημιώσεις ασχέτως του ότι αυτά καταβάλλονταν για πραγματική άσκηση καθηκόντων. Περαιτέρω, με τις αντίθετες εφέσεις αμφισβητήθηκε το ποσό της πρωτοδίκως επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, από μεν τον αναιρεσίβλητο ως πολύ χαμηλό, από το δε Ελληνικό ως υπερβολικά υψηλό. Ειδικότερα, το Δημόσιο προέβαλε με την έφεσή του ότι το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως υπερβαίνει κατά πολύ την εύλογη χρηματική ικανοποίηση εν όψει του ότι ο παθών είχε συντελέσει στην επελθούσα ζημία, καθώς και του ότι δεν προέκυπτε η ύπαρξη κάποιας μόνιμης αναπηρίας. Το διοικητικό εφετείο απέρριψε τους λόγους αυτούς ως αβάσιμους κρίνοντας εύλογη την πρωτοδίκως καθορισθείσα χρηματική ικανοποίηση λαμβάνοντας υπόψη την επελθούσα από το ατύχημα βλάβη της υγείας του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή αναπηρία σε ποσοστό 40% κατά τα αναφερόμενα στην 982/11.4.2006 γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, το νεαρό της ηλικίας του (23 έτη), τις δυσμενείς επιπτώσεις στην επαγγελματική δραστηριότητά του (ικανός μόνο για εργασία γραφείου), την παράνομη συμπεριφορά του οργάνου του Δημοσίου, την εφ’ όρου ζωής διατάραξη της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής του αναιρεσιβλήτου και τον βαθμό του συντρέχοντος πταίσματος αυτού. Τέλος, το διοικητικό εφετείο, απορρίπτοντας λόγο εφέσεως του Δημοσίου έκρινε ότι τόκοι οφείλονται και επί αναγνωριστικής αγωγής.
11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως το διοικητικό εφετείο επιδίκασε υπέρ του αναιρεσιβλήτου αποζημίωση για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου, τις οποίες όμως παρείχαν οι γονείς και η μνηστή του αναιρεσιβλήτου αφιλοκερδώς και, ως εκ τούτου, ο αναιρεσίβλητος δεν υποβλήθηκε σε σχετική δαπάνη. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην σκέψη 8, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως ορθώς έκρινε το διοικητικό εφετείο, το γεγονός ότι συγγενικά πρόσωπα του αναιρεσιβλήτου παρείχαν προς αυτόν υπηρεσίες οι οποίες κάλυπταν την ανάγκη, λόγω της καταστάσεως της υγείας του, προσλήψεως βοηθού για την φροντίδα και την εξυπηρέτησή του δεν απέκλειε την αξίωση του να ζητήσει αποζημίωση για το χρηματικό ποσό που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο προσλαμβάνοντάς το για τον σκοπό αυτόν. Εξ άλλου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ίδια ως άνω σκέψη, το διοικητικό εφετείο, έχοντας προηγουμένως δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του και, συνακολούθως η ανικανότητα αυτού προς εργασία, θα ελάμβανε, πέραν των τακτικών του αποδοχών, επιδόματα και ειδικές αποζημιώσεις που έλαβαν και οι εν ενεργεία συνάδελφοί του, νομίμως έκρινε ότι είχε αξίωση να λάβει ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σ’ αυτά τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις (περιορισμένο κατά 20% λόγω του οικείου πταίσματος) και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, καθ’ όσον αφορά το επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και την αποζημίωση για εργασία πέραν του πενθημέρου, ότι το επίδομα και η αποζημίωση αυτή προϋποθέτουν, για την καταβολή τους, πραγματική άσκηση καθηκόντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
12. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι ο καθορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου λόγω ηθικής βλάβης είναι πλημμελώς αιτιολογημένος, διότι το διοικητικό εφετείο, προκειμένου να εκτιμήσει την βλάβη της υγείας του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπ’ όψιν την 982/11.4.2006 γνωμάτευση της Α.Υ.Ε. η οποία δεν είχε κατατεθεί ως αποδεικτικό μέσο από τους διαδίκους παρέλειψε δε, παρά την προβολή σχετικού λόγου εφέσεως, να εξετάσει αν η αναπηρία του ήταν μόνιμη ή όχι. Ως προς το πρώτο σκέλος του, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, όπως προβάλλεται, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από το από 6.2.2007 υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου επί της εφέσεώς του προκύπτει ότι προσκομίσθηκε και έτυχε επικλήσεως η ως άνω, μεταγενέστερη της αγωγής, γνωμάτευση μαζί με αντίγραφο του από 11.4.2006 πίνακα υπηρεσιών και ωραρίου εργασιών της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας περί μετατάξεως του αναιρεσιβλήτου σε υπηρεσία γραφείου λόγω του βαρύτατου τραυματισμού του. Ως προς το δεύτερο σκέλος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το διοικητικό εφετείο εξέτασε τον σχετικό λόγο εφέσεως του Δημοσίου και τον απέρριψε ως αβάσιμο δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση εκτίμηση εκ μέρους του των αποδεικτικών στοιχείων, ότι ο αναιρεσίβλητος, λόγω της επελθούσας από το προαναφερόμενο ατύχημα βλάβης της υγείας του, ήταν ικανός πλέον μόνο για εργασία γραφείου και ότι η οικογενειακή και κοινωνική του κατάσταση είχε διαταραχθεί εφ’ όρου ζωής. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το επιδικασθέν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό είναι υπερμέτρως υψηλό και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, άλλως τα όρια της ευχέρειας του δικάσαντος δικαστηρίου που χαράσσει το άρθρο 932 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με την εκτεθείσα κρίση το διοικητικό εφετείο δεν υπερέβη τα όρια της εκ του άρθρου 932 ΑΚ εξουσίας του, όπως δε εκτέθηκε στη σκέψη 9, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος δεν είχε ευθεία εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και η πλησσόμενη με την κρινόμενη αίτηση δικαστική κρίση δεν μπορεί να ελεγχθεί κατ’ αναίρεση για παράβαση της διατάξεως αυτής.
13. Επειδή, τέλος, όπως έχει επανειλημμένως κριθεί (ΑΕΔ 7/2011, ΣτΕ 2293/2013, 4694/2012, 3141/2006 Ολομ., κ.ά.), από τον συνδυασμό των διατάξεων 2 παρ. 1 του ν. 1406/1983 (Α 182), 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944, Α 139), 57 και 59 παρ. 1 του π.δ. 341/1978 (Α 71) - και ήδη 197 παρ. 1 και 199 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α 97)) συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση αγωγής, και η επίδοση της αγωγής προς το Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως. Εφ’ όσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνο προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα αυτό της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή την διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου. Εξ άλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, νοείται η καταψηφιστική και όχι η αναγνωριστική αγωγή και ότι εσφαλμένως το διοικητικό εφετείο έκρινε στην προκειμένη περίπτωση ότι το Δημόσιο οφείλει τόκους από την επίδοση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
14. Επειδή, κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2013
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας   Αν. Γκότσης Μ. Βλασερού
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 2014.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας     Αν. Γκότσης Β. Κατσιώνη
  Ν.Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...