Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Το τελευταίο μάθημα επί Δικτατορίας.

Αριστ. Μάνεσης
Αριστόβουλος Μάνεσης Συνταγματική θεωρία και πράξη, [τόμος Ι, 1980, σελίδες 522-526].
Ψίθυροι κυκλοφορούν απειλητικά, τις τελευταίες αυτές μέρες, γιά επικείμενες «εκκαθαρίσεις» στό Πανεπιστήμιο. Τό γεγονός ότι μεταξύ τών ονομάτων τών ύπό απόλυση καθηγητών αναφέρεται και τό δικό μου—καί αυτό δέν τό θεωρώ διόλου περίεργο—μου παρέχει τό δικαίωμα και μου επιβάλλει τό καθήκον νά σάς καταστήσω, σήμερα πού βρίσκομαι ακόμη κοντά σας, κοινωνούς ορισμένων σκέψεων μου πού ίσως δέν θά μπορώ νά σας τίς πώ αύριο [«Γενάρης 1968. Στό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κυκλοφορούν ανησυχητικές διαδόσεις, ότι τό δικτατορικό καθεστώς πρόκειται νά προβεί σέ εκκαθάριση τών καθηγητών πού είναι γνωστοί γιά τά δημοκρατικά καί αντιδικτατορικά φρονήματα τους. Στη Νομική Σχολή, πρώτος φέρεται γιά απόλυση ο τακτικός Καθηγητής τού Συνταγματικού Δικαίου κ. Αριστόβουλος Ί. Μάνεσης.

Αλλά ό κ. Μάνεσης πρόλαβε τή χούντα: Στό τέλος του μαθήματος του τής 18.1.1968—δίδασκε τότε στό μεγάλο αμφιθέατρο του Χημείου, γιατί δέν είχαν ακόμη περατωθεί τά κτίρια τής Νομικής Σχολής στην Πανεπιστημιούπολη— μίλησε ανοιχτά, απευθυνόμενος σέ οκτακόσιους περίπου φοιτητές (όχι μόνο στους κανονικούς πρωτοετείς, αλλά καί άλλων ετών καί σχολών) πού είχαν κατακλύσει ασφυκτικά τό αμφιθέατρο. Καί, κατεβαίνοντας άπό τήν έδρα, μέσα σέ ενθουσιώδεις εκδηλώσεις, έρριξε σάν σύνθημα τό στίχο του Κάλβου: «θέλει άρετήν καί τόλμην η ελευθερία». Τό μάθημα αυτό του Καθηγητή Μάνεση ήταν η πρώτη μαζική αντιδικτατορική εκδήλωση στό Πανεπιστήμιο τής συμπρωτεύουσας. Τά ίδια επανέλαβε καί σέ μάθημα του προς διακόσιους περίπου τεταρτοετείς φοιτητές τής Νομικής. Στή συνέχεια ό κ. Μάνεσης τέθηκε ύπό κράτηση στό σπίτι του, ύστερα παύτηκε άπό τήν έδρα του καί, λίγο αργότερα, εκτοπίστηκε γιά ένα χρόνο στό χωριό Λιδωρίκι τού νομού Φωκίδας, τελικά δέ, τό 1970, έφυγε στή Γαλλία, οπού είχε στό μεταξύ εκλεγεί Καθηγητής στή Νομική Σχολή τού Πανεπιστημίου τής Άμιένης»].
Ας αρχίσουμε άπό τη νομική πλευρά του ζητήματος: Οί επαπειλούμενες απολύσεις καθηγητών δέν πρόκειται νά γίνουν μέ εγγυήσεις αντικειμενικής κρίσεως καί σύμφωνα μέ τίς πειθαρχικές διαδικασίες πού προβλέπει ό Όργανισμός του Πανεπιστημίου, άλλ' ούτε κάν βάσει τών παγίων διατάξεων τής ειδικής νομοθεσίας περί έλεγχου της νομιμοφροσύνης. Ακόμη περισσότερο, η λεγόμενη «έκκαθάρισις» τών Πανεπιστημίων θά ένεργηθή κατά παρέκκλιση και άπό τό προϊσχύον Σύνταγμα: με δύο «συντακτικές πράξεις», τή Θ' καί τήν Γ, τις όποίες φρόντισε νά έκδώση τό σημερινό καθεστώς κατέλυσε τήν συνταγματικώς διασφαλισμένη αυτοδιοίκηση τών ανωτάτων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ήρε τή μονιμότητα τών καθηγητών τους, καθώς και τών άλλων δημοσίων λειτουργών καί υπαλλήλων, πού ήταν επίσης κατοχυρωμένη άπό τό Σύνταγμα του 1952, και κατήργησε ακόμη και τό συνταγματικώς επίσης προστατευόμενο δικαίωμα τών διοικούμενων νά προσφεύγουν στό Συμβούλιο τής Επικρατείας, όταν βλάπτονται άπό παράνομες πράξεις τής διοικήσεως. Η μεθόδευση τής «εξυγιάνσεως» χαρακτηρίζεται άπό δύο βασικά γνωρίσματα: α) Πριν μέν άπό τήν απόλυση αφαιρείται άπό τους ενδιαφερομένους τό δικαίωμα ακροάσεως, καί επομένως η εκδίωξη τους θά γίνη χωρίς προηγουμένως νά τους γνωστοποιηθούν οί κατηγορίες πού τους προσάπτονται καί χωρίς αυτοί νά μπορέσουν νά απολογηθούν καί νά τίς αντικρούσουν, β) Μ ε τ ά δέ τήν απόλυση τους βρίσκονται, έπί πλέον, στερημένοι άπό τό δικαίωμα νά ζητήσουν νά έλεγχθή δικαστικώς αν αυτή ήταν «νόμω βάσιμη». Στό σημείο αυτό πρέπει νά υπενθυμίσω ότι τό Συμβούλιο τής Επικρατείας δέν ακυρώνει παρά μόνο τίς παράνομες πράξεις τής διοικήσεως. Αυτό σημαίνει ότι αν οί απολύσεις επρόκειτο νά είναι σύννομες καί όχι αυθαίρετες, δέν υπήρχε κανείς λόγος νά ληφθή άπό πρίν είδική μέριμνα γιά νά παρεμποδισθή ο δικαστικός έλεγχος. Διότι όσεσδήποτε προσφυγές και αν άσκούσαν οί πράγματι νομίμως απολυόμενοι, τό Συμβούλιο τής Επικρατείας θά τίς απέρριπτε. Επομένως, απαγορεύοντας η στρατιωτική κυβέρνηση τήν προσφυγή στό ανώτατο διοικητικό δικαστήριο ομολογεί ότι προτίθεται νά παρανομήση. Καί γι’ αυτό φροντίζει, όπως-όπως, νά κατοχύρωση προκαταβολικά τίς αντισυνταγματικές και παράνομες πράξεις της, καθιστώντας έτσι ανεξέλεγκτη τήν αυθαιρεσία.
Όταν όμως οί στοιχειώδεις γιά κάθε στοιχειωδώς ευνομούμενο κράτος εγγυήσεις νομιμότητος έχουν κατ' αυτό τον τρόπο καταλυθή, ό πολίτης βρίσκεται τελείως ανυπεράσπιστος στό έλεος—αν ύπάρχη—τής Εξουσίας. Τά πράγματα είναι λοιπόν σαφή: μέ τίς «συντακτικές πράξεις», βάσει τών οποίων θά γίνουν οί απολύσεις τών καθηγητών, έχει προετοιμασθή νομικά τό έδαφος όχι γιά εκκαθαρίσεις, άλλα γιά διώξεις, καί συγκεκριμένα γιά διώξεις τών ανεπιθύμητων, δηλαδή εκείνων πού δέν είναι εύπειθείς στά κελεύσματα τών κρατούντων. Υπάρχει όμως καί μία άλλη, η ήθικοπολιτική πλευρά του ζητήματος.
Θά μιλήσω χωρίς περιστροφές. Κάτω άπό τις συνθήκες πού ζούμε η σιωπή δέν είναι «χρυσός»· είναι «λίβανος και σμύρνα». Διότι η σιωπή μπορεί νά έρμηνευθή σάν αποδοχή ή συναίνεση: «ό σιωπών δοκεί συναινείν» (qui tacet consentire videtur, κατά τό ρωμαϊκό δίκαιο). Δέν έχω λοιπόν τό δικαίωμα νά σιωπήσω, αφού σωπαίνοντας θά εμφανιζόμουν ώς αποδεχόμενος ή άνεχόμενος τά όσα γίνονται. Υπάρχουν στή ζωή, τήν ατομική και τήν κοινωνική, στιγμές πού πρέπει κανείς νά πει τό μεγάλο «ναί» ή τό μεγάλο «όχι». Σέ τέτοιες στιγμές, σάν τις τωρινές, τό ουσιώδες είναι, πιστέψτε με, νά προστατεύση κανείς τόν εαυτό του, όχι άπό τή δίωξη, άλλα άπό τόν εξευτελισμό. Νά περίσωση τήν αξιοπρέπεια του ώς άνθρωπου, ώς πολίτη, ώς επιστήμονα. Και έτσι νά περιφρούρηση, επίσης, τό κύρος τής πανεπιστημιακής έδρας πού έχει τήν τιμή νά κατέχη, ίδίως όταν πρόκειται γιά τήν έδρα τού Συνταγματικού Δικαίου, η οποία, ώς έδρα τής πολιτικής ελευθερίας, είναι φυσικό, εφόσον βρίσκεται στο ύψος της, νά δέρνεται άπό τίς πολιτικές καταιγίδες...
Όταν, τό 1962, έκανα τό επίσημο εναρκτήριο μάθημα μου, είχα διαλέξει γιά θέμα: «τό Συνταγματικό Δίκαιο ώς τεχνική τής πολιτικής ελευθερίας». Θά μου επιτρέψετε—τό επιβάλλουν οί κρίσιμες ώρες πού περνάμε—νά σας διαβάσω, πριν αποχωρισθούμε, μερικά σημεία άπό τόν επίλογο του πού έμελλε, καθώς φαίνεται, νά είναι ίσως σήμερα καί επίλογος τής πανεπιστημιακής διδασκαλίας μου. Έλεγα λοιπόν πριν άπό έξη σχεδόν χρόνια: «Τό Συνταγματικόν Δίκαιον, ρυθμίζον κατά βάσιν τήν συγκρότησιν καί τήν άσκησιν τής κρατικής εξουσίας, δέν είναι πάντοτε καί άναγκαίως, δ ύ ν α τ α ι όμως νά άποβή ουσιωδώς "τεχνική" τής πολιτικής ελευθερίας. Προσεπάθησα νά καταδείξω ότι τό Συνταγματικόν Δίκαιον προσφέρεται κατ' εξοχήν προς τούτο (...). Έφ' όσον τό Συνταγματικόν Δίκαιον είναι τεχνική τής πολιτικής ελευθερίας, η επιστήμη η ασχολούμενη μέ τήν έρμηνείαν καί μελέτην τών κανόνων του, αποβαίνει η επιστήμη τής πολιτικής ελευθερίας. Βαρεία η ευθύνη όσων έταξαν εαυτούς είς τήν καλλιέργειαν καί τήν ύπηρεσίαν τού κλάδου τούτου τής επιστήμης του Δικαίου. Ακόμη βαρύτερα η ευθύνη καί δυσχερεστέρα η αποστολή τών εχόντων τήν τιμήν νά διδάσκουν άπό τής πανεπιστημιακής έδρας τό μάθημα τής πολιτικής ελευθερίας. Όσον άφορα τήν ταπεινότητα μου, ας μου έπιτραπή νά ειπώ ότι έχω βαθυτάτην έπίγνωσιν της μεγάλης ευθύνης, τήν όποίαν επωμίζομαι. Η έδρα του Συνταγματικού Δικαίου είναι, όπως είχε είπει ό πρώτος έν Έλλάδι κάτοχος αυτής εις τό Πανεπιστήμιον Αθηνών Ν. Ι. Σαρίπολος, "η έλευθερωτέρα τών εδρών". Επειδή δε τοιαύτην τήν έθεώρει, έλεγε προ 100 ακριβώς ετών, τό 1862, είς έναρκτήριον μάθημα του (πρόκειται περί μαθήματος γενομένου έπί τή έπανόδω του αειμνήστου συνταγματολόγου είς τήν πανεπιστημιακήν έδραν του, άπό τής οποίας τον είχεν εκδιώξει τό καθεστώς του βασιλέως Όθωνος "διότι ελευθέρους παρεσκεύαζε πολίτας και ουχί ταπεινούς και εθελόδουλους υπηκόους"):
"ει περ η ελευθερία άπό τής οίκουμένης άπάσης έδιώκετο, ήθελε διασωθή έν Ευρώπη· ει δ' άπό τής Ευρώπης πάσης έφυγαδεύετο, έδει αυτήν εύρείν καταφυγήν έν τή κοιτίδι αυτής, τή ωραία ημών Ελλάδι· εί δ' άπό ταύτης έξωθείτο, τό ίερόν τούτο του Πανεπιστημίου έδος άξιον αυτής ήθελεν γενή κρυπτήριον και κρυφιομύσται αυτής οί έν αύτώ τής σοφίας λειτουργοί. ει δέ τέλος και ένταύθα ό απηνής διωγμός κατελάμβανεν αυτήν, ήθελον παραλάβει αυτήν, έγώ τουλάχιστον, ύπό τήν καθηγητικήν τήβεννον μου και καταβή μελανείμων τήν έδραν ταύτην, ώς διοπετές τι παλλάδιον κατακρύπτων αυτήν μέχρις ου αίσιώτεραι έπιλάμψωσιν ήμέραι, όπως τήν φυγάδα αποδώσω τή πατρίδι". Αυτά έλεγε ό Ν. Ι. Σαρίπολος τό 1862 και έπανελάμβανα έγώ τό 1962.
* *  *
Φαίνεται ότι ήδη «ήγγικεν η ώρα» νά έφαρμοσθούν οί υποθήκες πού έχουν έξαγγελθή. Σέ ό,τι μέ άφορα, τό ξαναδηλώνω: όσο θά μπορώ νά διδάσκω τό μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου, θά τό διδάσκω σάν μάθημα τής πολιτικής ελευθερίας. Αν δέ τό αποψινό μου μάθημα συμβή νά είναι τό τελευταίο, θά ήθελα νά σας παρακαλέσω νά κρατήσετε άπό τή διδασκαλία μου τήν ουσία της: τή σημασία τής πολιτικής ελευθερίας, ώς ίστορικής κατακτήσεως γιά τήν παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου και ώς προϋποθέσεως γιά τή γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του άνθρωπου. Και επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, τό ουσιώδες είναι νά μείνη κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς καί ιδεολογικούς μηχανισμούς τών κρατούντων.
Μή επιτρέψετε νά σας έξανδραποδίσουν. Διατηρήστε, μέσα στους ζοφερούς καί άρρωστους καιρούς, άγρυπνη καί ανυπόταχτη τή σκέψη σας, περιφρουρήστε τήν άγια υγεία καί ρωμαλεότητα τής ψυχής σας, κρατήστε στητό καί αγέρωχο τό ωραίο ανάστημα σας. Καί αν η Εξουσία, πού τήν συμφέρει νά έχη παθητικούς καί πολιτικά αδιάφορους υπηκόους, σας πή ότι, έτσι κάνοντας, δέν είστε φρόνιμοι καί νομοταγείς πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ό ελεύθερος πολίτης, ό συνειδητός, ενεργός καί υπεύθυνος πολίτης. Καί θυμίστε της ό,τι ό Περικλής είχε πει στον «Επιτάφιο»: όποιος αδιαφορεί γιά τά πολιτικά πράγματα του τόπου του είναι, όχι φιλήσυχος, άλλ' άχρηστος, «αχρείος» πολίτης. Και μή ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες γιά τήν Πατρίδα μας καί το Λαό μας περιστάσεις, τά λόγια του ποιητή—καί θέλω μ' αυτά νά σας αποχαιρετίσω:
«Όσοι τό χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αίσθάνονται,
ζυγόν δουλείας άς έχωσι.
θέλει   άρετήν   καί   τόλμην
η   Ελευθερία».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...