Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Πιστωτικοί τίτλοι. Ένσταση πλαστογραφίας. Προϋποθέσεις παραδεκτής προβολής της ενστάσεως. Αν δεν έχει υπογραφεί η επιταγή δεν αποτελεί αξιόγραφο και δεν ασκεί επιρροή η γνώση του τρίτου κομιστή περί της πλαστότητος. Αόριστα προβάλλεται ένσταση κλοπής της επίδικης επιταγής αφού δεν αναφέρεται ότι η καθής γνώριζε κατά την κτήση ότι η επιταγή είχε κλαπεί και ενήργησε προς βλάβη του εκδότη. Δεκτή η ανακοπή πρωτοδίκως γιατί η καθής δεν προσκόμισε το πρωτότυπο της επιταγής. Προσκόμιση αυτής το πρώτον στον Εφετείο. Προϋποθέσεις. Νόμιμα προσκόμισε η καθής το πρωτότυπο της επίδικης επιταγής το πρώτον στο Εφετείο καθώς αυτή είχε κατατεθεί στον Εισαγγελέα. Δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ανακόπτοντος ότι ξέχασε το τσαντάκι του με αποτέλεσμα να κλαπούν υπογεγραμμένες και ανυπόγραφες επιταγές.
Πραγματογνωμοσύνη. Αντιφατικοί ισχυρισμοί. Απορρίπτει ένσταση πλαστογραφίας ως αβάσιμη. Απορρίπτει και τον δεύτερο λόγο ανακοπής ότι οι υπάλληλοι της καθής δεν τήρησαν τις εγκυκλίους για ενεχύραση μεταχρονολογημένων επιταγών και συνεπώς η καθής ενήργησε με σκοπό την βλάβη του. Μόνη η μη τήρηση των εγκυκλίων περί ενεχυριάσεως μεταχρονολογημένων επιταγών δεν αρκεί για να θεμελιώσει γνώση και πρόθεση βλάβης.
Μονομελές Εφετείο Θράκης 85/ 2014

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Γεώργιο Ευστρατιάδη, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών Θράκης.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημοσίως στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουάριου 2014.
 ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, ο ανακόπτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την, από 6-10- 2010 και υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 181/8-10-2010, ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. 574/2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, εκδοθείσα βάσει πιστωτικού τίτλου και δη βάσει της, αναφερομένης στο δικόγραφο της ανακοπής, τραπεζικής επιταγής, που εμφανίσθηκε από την κομίστρια αυτής - καθ’ ης η ανακοπή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε και σφραγίσθηκε λόγω κλοπής. Με τον 1° λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε η επιταγή είναι πλαστή, τόσο ως προς την υπογραφή αυτού, ως φερομένου εκδότη της, όσο και ως προς το σύνολο του περιεχομένου της και ότι κατεμήνυσε τον, κατονομαζόμενο στο δικόγραφο, πλαστογράφο για κλοπή και για πλαστογραφία της επιταγής. Ενόψει δε τούτων ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, λόγω του ότι η καθ’ ης η ανακοπή δεν είχε προσκομίσει το πρωτότυπο της επιταγής. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα - καθ’ ης η ανακοπή με την κρινόμενη έφεσή της, για τους, αναφερόμενους σ’ αυτήν, λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, κατά την δέουσα εκτίμηση του αιτήματος αυτής, ζητά την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η ανακοπή και, περαιτέρω, να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 640 και 632 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής με βάση πιστωτικό τίτλο που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ, ο υπέρ ου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και καθ’ ου η ανακοπή κατ’ αυτής, που επέχει θέση ενάγοντος, οφείλει να προσκομίσει μέχρι την συζήτηση στο ακροατήριο επί της ανακοπής το πρωτότυπο του επιμάχου τίτλου, βάσει του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και συγκεκριμένα, αν πρόκειται για τραπεζική επιταγή, το σώμα αυτής, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής αναφέρονται σε ακυρωτικές ενστάσεις που προκύπτουν από το σώμα του τίτλου, όπως είναι και η ένσταση πλαστότητος της επιταγής. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 640 και 529 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επί αγωγής από πιστωτικό τίτλο ή ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής βάσει πιστωτικού τίτλου, αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ή ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής λόγω μη προσκομίσεως του πιστωτικού τίτλου, τότε ο καθ’ ου η ανακοπή, ασκώντας έφεση, μπορεί να προσκομίσει τον πιστωτικό τίτλους για πρώτη φορά στο Εφετείο, διορθώνοντας έτσι δικό του σφάλμα, οπότε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απόκειται ν’ αποκρούσει την βραδεία προσκομιδή του τίτλου ως απαράδεκτη αν κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 500/1997 δημ. ΝΟΜΟΣ), ενώ αν δεν την αποκρούσει, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση (ΕφΠειρ 156/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, Μ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ εις ΚΕΡΑΜΕΑ/ΚΟΝΔΥΛΗ/ΝΙΚΑ ΕρμΚΠολΔ τόμος I υπ’ άρθρο 529 αριθμ. 12 ένθα και παραπομπές).
ΕΠΕΙΔΗ, στην προκειμένη περίπτωση, η καθ’ ης η ένδικη ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου της, υπό κρίση εφέσεώς της, προσεκόμισε εμπροθέσμως και με επίκληση στις προτάσεις της, μεταξύ άλλων, και το πρωτότυπο της επιδίκου υπ’ αριθμ. .., επιταγής της «...», ισχυριζόμενη με τους συναφείς 1° και 3° λόγους της εφέσεως, ότι η μη προσκόμιση του τίτλου αυτού ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την συζήτηση της ανακοπής, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν τον είχε στην κατοχή της, καθ’ όσον της είχε ζητηθεί να τον παραδώσει, όπως και τον παρέδωσε την 4η-11-2010 στο Τμήμα Ασφαλείας Καβάλας, που διενεργούσε προανάκριση κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας, μετά από μήνυση που κατέθεσε ο ανακόπτων - εφεσίβλητος κατά των εκπροσώπων της λήπτριας (του τίτλου) εταιρίας, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική εξέταση του τίτλου. Ο ισχυρισμός της αυτός, που αποδεικνύεται βάσιμος (βλ. σχετ: α) την, την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα - καθ’ ης η ανακοπή, από 4-11-2010, χειρόγραφη βεβαίωση του Ανθυπαστυνόμου ... στην φωτοτυπία της ενδίκου επιταγής, περί παραλαβής του τίτλου στα πλαίσια διενεργουμένης προανακρίσεως και β) την, προσκομιζόμενη από την ίδια, από 13-1- 2013, αίτηση της ανωτέρω αναφερομένης πληρεξούσιας της δικηγόρου προς την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας, με την οποία ζήτησε να της παραδοθεί ο άνω τίτλος προκειμένου να προσκομισθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, και την, υπό την αυτή ημεροχρονολογία, αποδοχή της αιτήσεως από την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας), δικαιολογεί την βραδεία, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, προσκόμιση της άνω επιταγής. Επομένως, κατά ουσιαστική παραδοχή των ως άνω συναφών (1ου και 3ου) λόγων της εφέσεως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, περαιτέρω δε αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό για να δικαστεί κατ’ ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η ουσιαστική έρευνα επί της ενδίκου ανακοπής.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 19 εδ. α’ του Ν. 5960/1933 «ο κάτοχος οπισθογραφησίμου επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής εάν στηρίζει το δικαίωμά του επί αδιάκοπου σειράς οπισθογραφήσεων και εάν έτι η τελευταία οπισθογράφησις είναι εν λευκώ», κατά δε την διάταξη του άρθρου 21 του ίδιου νόμου: «Εάν τις εστερήθη της κατοχής της επιταγής εξ οιουδήποτε γεγονότος, ο κομιστής εις όν περιήλθεν η επιταγή δι’ ην ο κομιστής θεμελιοί το δικαίωμα αυτού κατά τον εν τω άρθρω 19 οριζόμενον τρόπον δεν υποχρεούται να αποξενωθεί της επιταγής εκτός εάν απέκτησεν αυτήν κακή τη πίστει ή εάν κατά την κτήση αυτής διέπραξε βαρύ πταίσμα». Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι «Τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα δύνανται να αντιτάξωσι κατά του κομιστού τάς ενστάσεις τας στηριζομένας επί των προσωπικών σχέσεων αυτών μετά του εκδότου ή των προηγουμένων κομιστών μόνον εάν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησεν εν γνώσει προς βλάβην του οφειλέτου». Τέλος, κατά την, έχουσα γενική εφαρμογή επί των αξιογράφων, διάταξη του άρθρου 78 παρ. 2 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 (περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών): «Κατά του νομιμοποιημένου ως κατόχου του δικαιογράφου δύναται ο οφειλέτης ν’ αντιτάξη αντιρρήσεις μόνον α) αφορώσας το κύρος της εν τω δικαιογράφω ιδίας αυτού δηλώσεως, β) συναγομένας εκ του περιεχομένου του εγγράφου, γ) ανηκούσας εις αυτόν αμέσως κατά του κατόχου. Από την, θεσπιζόμενη με τις ανωτέρω διατάξεις, γενική αρχή της υποχρεώσεως εκ της επιταγής λόγω προκλήσεως φαινομένου δικαίου, συνάγεται ότι η, κατά το άρθρο 78 παρ. 2α’ του Ν.Δ. 17-7/13-8- 1923, ένσταση κλοπής της επιταγής (έλλειψη συμβάσεως παραδόσεως του τίτλου στην κυκλοφορία με την βούληση του εκδότη) προτείνεται πάντοτε κατά του κλέπτη, ενώ κατά του τρίτου κομιστή, προς τον οποίο ο κλέπτης μεταβίβασε την επιταγή, προτείνεται μόνον αν αυτός είναι κακόπιστος, οι δε λοιπές ενστάσεις μη εγκύρου αναλήψεως υποχρεώσεως του οφειλέτη εκ της επιταγής προτείνονται πάντοτε κατά του πρώτου δικαιούχου εκ της επιταγής, κατά του τρίτου όμως κομιστή προτείνονται μόνον αν αυτός ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη, εκτός των ενστάσεων πλαστότητος, βίας ή απειλής, ανικανότητος ή ελλείψεως πληρεξουσιότητος, οι οποίες ενστάσεις, κατά ρητή διάταξη του νόμου (άρθρα 10 και 11 του Ν. 5960/1933), προτείνονται κατά παντός κομιστή έστω και καλόπιστου [(εμπράγματοι ενστάσεις ή άλλως in rem) - βλ. σχετ. ΑΠ 580/2001 δημ. ΝΟΜΟΣ].
ΕΠΕΙΔΗ, περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1 αριθμ. 6 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της επιταγής είναι και η υπογραφή του εκδίδοντος την επιταγή (εκδότη). Συνεπώς το λευκό φύλλο επιταγής, που δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, δεν είναι αξιόγραφο, αλλ’ ούτε καν έγγραφο, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ. Η πλαστογράφησή του, ως προς την υπογραφή του εκδότη, ακόμη και μετά από κλοπή ή απώλειά του, δεν το μεταβάλλει σε αξιόγραφο. Ο φερόμενος ως εκδότης μπορεί να προβάλει την ένσταση της πλαστότητος της υπογραφής του κατά του κομιστή, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και αποδείξει την προβλεπόμενη από το άρθρο 22 του Ν. 5960/1933 προϋπόθεση, ότι κατά την κτήση της επιταγής ο κομιστής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβην του. Μάλιστα, ο ισχυρισμός για την πλαστότητα αυτή, εφόσον προβάλλεται με κυρία αγωγή ή με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο αυτοτελούς δίκης, δεν εξαρτάται, για να είναι παραδεκτός, από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 463 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, της προσκομιδής των εγγράφων που αποδεικνύουν την πλαστότητα και της ονομαστικής αναφοράς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/1999, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 922/2002 δημ. ΝΟΜΟΣ). Για το παραδεκτό όμως της προβολής της ενστάσεως πλαστότητος απαιτείται η, κατά το άρθρο 98 ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο (ΑΠ 56/2005, ΑΠ 291/2002 δημ. ΝΟΜΟΣ), η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της ως άνω πράξεως, η οποία όμως εγκυροποιείται και μάλιστα αναδρομικός με την έγκριση του διαδίκου, αν αυτός μεταγενεστέρως δώσει πληρεξουσιότητα για την πράξη αυτή ή με άλλο τρόπο (λ.χ. παράσταση στο Δικαστήριο, συνυπογραφή προτάσεων, υποβολή μηνύσεως κ.λ.π.) εκδηλώσει τη βούλησή του για την επιδοκιμασία της πράξεως (ΑΠ 1974/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω η πλαστογραφία ενός εγγράφου μπορεί να συνίσταται και στην αλλοίωση (νόθευση) της έννοιας γνησίου εγγράφου, που γίνεται με εξάλειψη ή προσθήκη λέξεων, αριθμών ή σημείων (ΑΠ 1974/2008 ό.π., ΑΠ 923/2002 δημ. ΝΟΜΟΣ), καθ’ όσον, στο πεδίο της πολιτικής δικονομίας, ως πλαστότητα χαρακτηρίζεται η, άνευ δικαιώματος, επέμβαση τρίτου στο κείμενο γνησίου εγγράφου, δηλ. η αυθαίρετη (χωρίς την άδεια του εκδότη/υπογραφέως του) μεταλλαγή του περιεχομένου του (ΕΑ 3793/2006, ΕΑ 1542/2000 δημ. ΝΟΜΟΣ ένθα και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία και θεωρία).
ΕΠΕΙΔΗ, στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ένας για κάθε διάδικο) και περιλαμβάνονται στα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεώς του, όλων ανεξαιρέτως των δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, εκτιμωμένων είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρος απόδειξη (άρθρα 269 παρ. 1, 270 παρ. 2, 393, 394, 395 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ανεξαρτήτως αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 363/2001 ΕλλΔνη 43. 118, ΑΠ 320/1999 ΕλλΔνη 40. 1310), μερικών μάλιστα των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών (πρβλΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30. 441) και χωρίς το Δικαστήριο να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της, από 6-9-2010, αιτήσεως της καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 573/10-9-2010 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων και η, εδρεύουσα στην Καβάλα (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία «...», διατάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ’ ης η ανακοπή, εις ολόκληρον, το ποσό των 65.000,00 € εντόκως από την 4η-8-2010. Η άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει της υπ’ αριθμ. ... (μεταχρονολογημένης) επιταγής της «Τράπεζας ...», που φέρεται να εκδόθηκε από τον ανακόπτοντα την 30η-7-2010, αξίας 65.000,00 € και πληρωτέας επί του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε ο ανακόπτων στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα. Η εν λόγω επιταγή φέρεται επίσης να εκδόθηκε εις διαταγήν της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας, η οποία, ως προκύπτει από την οπίσθια όψη του προσκομιζομένου πρωτοτύπου του σώματος της επιταγής, την οπισθογράφησε, λόγω ενεχύρου, προς την καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα την 31η-12-2009. Επομένως, ο πραγματικός χρόνος της εκδόσεώς της ανάγεται προ της ανωτέρω ημερομηνίας. Περαιτέρω η κομίστρια του τίτλου - καθ’ ης η ανακοπή την εμφάνισε προς πληρωμήν την 30η-7- 2010, όμως δεν πληρώθηκε διότι, μέσω του μηχανογραφικού κέντρου της πληρώτριας τράπεζας, βεβαιώθηκε ότι πρόκειται για κλαπείσα επιταγή (κατόπιν δηλώσεως του ανακόπτοντος). Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε για πρώτη φορά στον ανακόπτοντα την 20η-9-2010 (βλ. την επισημειωτική βεβαίωση της επιδόσασας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας, Δέσποινας Χατζόγλου, επί του επιδοθέντος επικυρωμένου ακριβούς αντιγράφου της διαταγής πληρωμής, που προσκομίζει ο ανακόπτων), ο δε ανακόπτων άσκησε την ένδικη ανακοπή εμπροθέσμως, ήτοι την 15η εργάσιμη ημέρα από την επομένη της επιδόσεώς της (βλ. την ανακοπή και την υπ’ αριθμ. 9707β’/11-10-2010 έκθεση επιδόσεώς της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας, Ελένης Χουλιάρα, που προσκομίζει ο ανακόπτων). Με τον 1° λόγο αυτής ο ανακόπτων ζητά την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενος ότι το λευκό φύλλο της ως άνω επιταγής, βάσει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, το αφαίρεσε παρανόμως από την κατοχή του ο ... (νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω φερομένης ως λήπτριας ανωνύμου εταιρίας), τον οποίο καταμήνυσε για κλοπή και πλαστογραφία της συγκεκριμένης επιταγής, που στην συνέχεια, αφενός έθεσε κατ’ απομίμηση την υπογραφή του στην θέση του εκδότη, αφετέρου συμπλήρωσε το περιεχόμενό της (τόπο και ημερομηνία εκδόσεως, ποσό, επωνυμία λήπτριας της επιταγής ανωνύμου εταιρίας) και την μεταβίβασε, με οπισθογράφηση, για την ανωτέρω αιτία, προς την καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα. Ο λόγος αυτός, καθ’ όσον αφορά την πλαστογραφία της επιταγής, είναι ορισμένος και νόμιμος, διότι πρόκειται για ένσταση in rem, προβαλλόμενη κατά παντός κομιστή έστω και καλόπιστου, προβλήθηκε δε παραδεκτώς, δεδομένου ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο ανακόπτων παραστάθηκε «μετά» του πληρεξουσίου του δικηγόρου (βλ. τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης), ενώ εξάλλου, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτ. 1052/3/146-β/17-6-2010 βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας Καβάλας, υπέβαλε μήνυση κατά του, κατονομαζομένου ως πλαστογράφου, ... Επομένως ο ισχυρισμός της καθ’ ης η ανακοπή, περί του ότι η ίδια δεν γνώριζε την πλαστογραφία όταν απέκτησε δι’ οπισθογραφήσεως την επίμαχη επιταγή, προβάλλεται αλυσιτελώς. Ο αυτός λόγος της ανακοπής, καθ’ όσον αφορά την κλοπή της επιταγής, είναι αόριστος, διότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι η καθ’ ης η ανακοπή, κατά την κτήση της επιταγής, ενήργησε εν γνώσει του ότι είχε κλαπεί και προς βλάβην αυτού (ΑΠ 580/2001 ό.π.). Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη με επίκληση εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή υπ’ αριθμ. πρωτ. 3022/18/470-α713-8-2011 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Αστυνόμου A5 ..., Δικαστικού Γραφολόγου του Εργαστηρίου Δικαστικής Γραφολογίας της Υποδιευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδος, που διενεργήθηκε κατόπιν αιτήσεως του Τμήματος Ασφαλείας Καβάλας στα πλαίσια της διενεργουμένης προανακρίσεως συνεπεία της μηνύσεως του ανακόπτοντος (και του μη διαδίκου ... για άλλες επιταγές), προκύπτει ότι η επίμαχη επιταγή φέρει την υπογραφή του ανακόπτοντος, όμως το κείμενο αυτής: ΤΟΠΟΣ: «ΕΛΕΥ/ΛΗ» (ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ), ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: «30-7-10», ΑΞΙΑ: «65.000», ΠΛΗΡΩΣΑΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ ΜΟΥ ΑΥΤΗ ΣΕ ΔΙΑΤΑΓΗ: «...», ΕΥΡΩ: «ΕΞΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ», έχει συμπληρωθεί ιδιοχείρως από τον προαναφερόμενο ... Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την ιδιωτική γνωμοδότηση του Εδικού Δικαστικού Γραφολόγου, ..., που προσκομίζει με επίκληση ο ανακόπτων, στην οποία διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι «...η υπό κρίση υπογραφή δεν εντάσσεται πλήρως στην υπογραφική συνήθεια του ... (ανακόπτοντος) και επομένως δεν τέθηκε απ’ αυτόν, αλλά από άλλο πρόσωπο. Επειδή φέρει σαφείς γραφικές αναλογίες με το γνήσιο υπογραφικό τύπο του ... (ανακόπτοντος), μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι τέθηκε κατ’ ελεύθερη απομίμηση αυτού», διότι, πέραν του ότι ο ανωτέρω γραφολόγος δεν είχε στην διάθεσή του το πρωτότυπο της επιμάχου επιταγής (όπως το είχε ο προμνησθείς Αστυνόμος Α’ ...), αλλά φωτοτυπία αυτής, γεγονός που ο ίδιος επισημαίνει στην ως άνω ιδιωτική γνωμοδότησή του, το συμπέρασμά του στηρίζεται σε πιθανολόγηση και όχι σε βεβαιότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει με την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Αστυνόμου Α’ ..., η οποία εκτιμάται από το Δικαστήριο ως πληρέστερη και πλέον αξιόπιστη. Περαιτέρω, ως προς την συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής από τον προμνησθέντα ..., αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ανακόπτων στο δικόγραφο της ανακοπής απλώς ισχυρίζεται ότι κατεμήνυσε τον ως άνω ..., μεταξύ άλλων, και για την κλοπή της επιταγής αυτής, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση για τον τρόπο τελέσεως της κλοπής. Όπως όμως αποδεικνύεται από την προαναφερόμενη βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας Καβάλας, ο ανακόπτων την 16η-6-2010 υπέβαλε έγκληση εις βάρος του .., σύμφωνα με την οποία: «...στις αρχές Απριλίου του 2010 ξέχασε ένα τσαντάκι στο, ενταύθα (Καβάλα) γραφείο, επί της οδού ..., που διατηρούσε ο εγκαλούμενος, εντός του οποίου είχε πέντε (5) μπλοκ επιταγών της Τράπεζας ... στο όνομά του, από τα οποία τα τρία (3) ήταν άδεια και τα δυο (2) γεμάτα και έξη (6) επιταγές άγραφες και ανυπόγραφες, διαφόρων συνεργατών του. Στα μέσα Απριλίου του 2010 ο εγκαλούμενος του επέστρεψε το τσαντάκι, χωρίς να ελέγξει όμως εκείνος (ανακόπτων), εάν οι ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, βρίσκονται εντός αυτού. Την 14η-6-2010, ενημερώθηκε από την Τράπεζα ... της Ελευθερούπολης ότι παρουσιάστηκαν δυο επιταγές του, χωρίς αντίκρισμα. Σε έλεγχο που πραγματοποίησε στο τσαντάκι του διαπίστωσε ότι σ’ ένα από τα γεμάτα μπλοκ επιταγών του, από τις συνολικά δέκα (10) επιταγές, είχαν αφαιρεθεί οι εννέα, ήτοι: ..............., ..............., ..............., ..............., ..............., ............... (επίδικη), ..............., ............... και ..............., της Τράπεζας ............... με εκδότη αυτόν, καθώς και οι έξη (6) προαναφερόμενες άγραφες και ανυπόγραφες επιταγές, ήτοι: υπ’ αριθμ. ............... και ............... επιταγές της Τράπεζας ............... με εκδότη τον ............... και υπ` αριθμ. ..............., ..............., ............... και ............... επιταγές της ............... Τράπεζας με εκδότη τον ................ Από τις ανωτέρω κλαπείσες επιταγές, που ήταν κενές, εμφανίστηκαν οι υπ’ αριθμ. ............... με ποσό 25.000,00 ευρώ στο ενταύθα κατάστημα Ομονοίας της ..............., και υπ’ αριθμ. ............... με ποσό 17.000,00 ευρώ, στο κατάστημα ............... της ............... Τράπεζας με διαταγή πληρωμής στον εγκαλούμενο, χωρίς να πληρωθούν, καθώς και οι υπ’ αριθμ. ............... και ............... επιταγές, όπως ενημερώθηκε από τον ..............., χωρίς να πληρωθούν και αυτές.. Σε συμπληρωματική του κατάθεση στην Υπηρεσία μας την 17η-6-2010, σχετικά με την ημερομηνία κλοπής των επιταγών, αναφέρει ότι έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 21-12- 2009 έως 28-12-2009 και όχι τον Απρίλιο του 2010 ...». Ο εδώ ανακόπτων, σε δίκη που προηγήθηκε και αφορούσε την υπ’ αριθμ. ............... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας ..............., αξίας 27.145,00 € για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 462/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, προέβαλε διαφορετικούς ισχυρισμούς, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. 637/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων). Ειδικότερα η κομίστρια της άνω επιταγής, τράπεζα με την επωνυμία «.. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» άσκησε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 129/2011 αίτηση, με την οποία ζήτησε, ως ασφαλιστικό μέτρο, την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο, αναφερόμενο στην ανωτέρω απόφαση, ακίνητο του εδώ ανακόπτοντος, το οποίο ο τελευταίος μεταβίβασε στην ανήλικη θυγατέρα του αιτία γονικής παροχής, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαίτησή της από την ανωτέρω ακάλυπτη επιταγή. Κατά την δίκη εκείνη ο εδώ ανακόπτων ισχυρίσθηκε και ο ισχυρισμός του αυτός έγινε δεκτός (κατά πιθανολόγηση) από το ανωτέρω Δικαστήριο, ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ..............., ο οποίος έκλεψε πέντε (5) μπλοκ επιταγών «...γεγονός που ο ίδιος (ανακόπτων) ανακάλυψε τον Ιούνιο του 2010, όταν ενημερώθηκε από την Τράπεζα ............... (υποκατάστημα Ελευθερούπολης), ότι εμφανίσθηκαν δυο επιταγές χωρίς αντίκρισμα...» (βλ. την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας). Σύμφωνα όμως με την προμνησθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Αστυνόμου Α’ ..............., και την ανωτέρω επιταγή (υπ’ αριθμ. ..............., η οποία στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται υπό στοιχ: «Π7») υπέγραψε ιδιοχείρως ο εδώ ανακόπτων, ενώ το κείμενό της συμπληρώθηκε από άλλο άτομο, όμως όχι από τον, κατονομασθέντα στην δίκη εκείνη, ως πλαστογράφο, ............... [βλ. ειδικώς την 17η σελίδα της εκθέσεως: «...Οι χειρόγραφες ενδείξεις γραφής που έχουν συμπληρωθεί τα ίδια ως άνω πεδία (τόπου, χρόνου, ημερομηνίας εκδόσεως, ποσού, λήπτης επιταγής) των επιταγών ... και Π7, συγκροτούν μια ενιαία γραφή, εντός τρίτου ατόμου (γραφή 3ης ομάδας)...», σε συνδυασμό με την 26η σελίδα της εκθέσεως, στην οποία αναφέρεται ότι ο ............... συμπλήρωσε ιδιοχείρως, κατά τα ανωτέρω στοιχεία τους, οκτώ (8) επιταγές (η γραφή του αναφέρεται στην έκθεση ως «γραφή 1ης ομάδας»), μεταξύ των οποίων και την υπ’ αριθμ. ............... (επίδικη) επιταγή, αναφερόμενη στην γραφολογική έκθεση υπό στοιχ: «Π8»]. Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής (υπ’ αριθμ. 462/2010) ακυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 48/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (ως προς την οποία δεν προκύπτει ότι τελεσιδίκησε), βάσει άλλου ισχυρισμού του τότε και εδώ ανακόπτοντος (...............), εκδοθείσα επί της υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 152ΕιδΔΠ/2010 ανακοπής του. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, και στην, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως στην δίκη εκείνη, ... (αδελφού του ανακόπτοντος), δέχθηκε ότι «...περί τα τέλη του έτους 2009, κατά την διάρκεια επίσκεψης του ανακόπτοντος στο γραφείο του .., με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, αφαιρέθηκαν από την κατοχή αυτού δεκαπέντε συνολικά επιταγές, είτε λευκές, είτε φέρουσες μόνο υπογραφή του εκδότη, από τις οποίες άλλες περιέχονταν σε βιβλιάριο (μπλοκ) επιταγών της Τράπεζας ... που είχε εκδοθεί στο όνομα του ανακόπτοντος και άλλες είχαν εκδοθεί από διάφορους συνεργάτες του. Ο ανακόπτων αντιλήφθηκε την απώλεια των ως άνω επιταγών αλλά δεν προέβη σε οποιοδήποτε νόμιμη ενέργεια, ελπίζοντας σε διευθέτηση του ζητήματος μεταξύ των εμπλεκομένων. Οταν όμως τον Ιούνιο του έτους 2010, ενημερώθηκε από την τράπεζα ... αλλά και διάφορους συνεργάτες του, ότι εμφανίζονται επιταγές τους χωρίς αντίκρισμα, υπέβαλε στο Τμήμα Ασφαλείας Καβάλας την, από 16-6-2010, έγκλησή του κατά του ..., σε βάρος του οποίου σχηματίστηκε δικογραφία και διενεργείται προανάκριση. Μεταξύ των άνω επιταγών ήταν και η ένδικη (ανωτέρω υπ’ αριθμ. ...), η οποία όταν αφαιρέθηκε από την κατοχή του ανακόπτοντος ήταν ήδη υπογεγραμμένη από αυτόν ως εκδότη, αλλά παρέμεινε λευκή ως προς τα λοιπά στοιχεία της. Η άνω επιταγή τέθηκε στη συνέχεια σε κυκλοφορία από τον ..., νόμιμο εκπρόσωπο της φερομένης ως λήπτριας εταιρίας, αφού προηγουμένως συμπληρώθηκε κατά το χρόνο και τόπο έκδοσης, το ποσό και τα στοιχεία του λήπτη αυτής, όπως παραπάνω αναφέρεται...». Από τα ανωτέρω προκύπτει μια σειρά αντιφατικών ισχυρισμών του ανακόπτοντος τόσο στην, από 16-6-2010, μήνυσή του, όσο και σε προηγηθείσες δίκες ως προς την κλοπή και πλαστογράφηση των προαναφερθεισών επιταγών, μεταξύ των οποίων και η επίδικη (υπ’ αριθμ. ...............). Ειδικότερα, ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι επισκέφθηκε το γραφείο του φίλου του ............... (περιστατικό που δεν αναφέρει στην ένδικη ανακοπή ούτε στις προτάσεις του) και ότι ξέχασε εκεί ένα τσαντάκι με τις επιταγές που προαναφέρθηκαν. Εν συνεχεία εμφανίζεται να εφησυχάζει, χωρίς να προβαίνει σε καμία ενέργεια κατά του ..............., αλλά και χωρίς να δηλώνει την υπεξαίρεση των επιταγών από τον τελευταίο. Αντιθέτως, υποβάλει μήνυση μόλις την 16η-6- 2010 (μετά δηλαδή την εμφάνιση δυο ακαλύπτων επιταγών του, όπως ενημερώθηκε από το υποκατάστημα της Τράπεζας ..............., στην Ελευθερούπολη), στην οποία (μήνυση) τον χρόνο της «κλοπής» των επιταγών τον καθόρισε «...στις αρχές Απριλίου του 2010...» και, κατόπιν, σε συμπληρωματική του κατάθεση το διάστημα «...από 21-12-2009 έως 28-12-2009 και όχι τον Απρίλιο του 2010...». Στην ίδια μήνυση ανέφερε ότι στα μέσα Απριλίου του 2010 ο ............... του επέστρεψε το τσαντάκι, χωρίς όμως ο ίδιος (ανακόπτων) να ελέγξει εάν οι ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, βρίσκονται εντός αυτού. Εξάλλου, κατά την εκδίκαση της ενδίκου ανακοπής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο εξετασθείς ίδιος μάρτυρας αποδείξεως (ο ανωτέρω αδελφός του ανακόπτοντος), κατέθεσε σχετικώς: «...Κάποια μέρα στο έτος 2010 ο αδελφός μου, όταν επισκέφτηκε την επιχείρηση του κ. ..............., διαπίστωσε ότι έχασε κάποια φύλλα από το μπλοκ των επιταγών του. Μου τηλεφώνησε για να μου το αναφέρει και εγώ, γνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο είναι πολύ σοβαρό, τον συμβούλεψα να καταθέσει μήνυση κλοπής ή απώλειας...» (βλ. τα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, οποτεδήποτε και αν συνέβη το γεγονός που επικαλέσθηκε ο ανακόπτων στην μήνυσή του και σε άλλες δίκες, που όμως συναρτάται και με την προκειμένη δίκη, αφού στο «ξεχασμένο τσαντάκι» αυτού βρισκόταν και η επίδικη επιταγή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής θα πρέπει να το αντελήφθη την ίδια ημέρα, το πολύ την επομένη. Η όλη συμπεριφορά του, που επηκολούθησε και περιγράφεται ανωτέρω (και την οποία ο ίδιος κατά καιρούς, αντιφατικώς, διαφοροποίησε), δεν είναι συμπεριφορά απωλέσαντος «τσαντάκι» πλήρες επιταγών, άλλων υπογεγραμμένων (όπως η επίδικη και οι υπ’ αριθμ. ..............., ..............., ..............., ..............., ..............., ..............., ..............., αναφερόμενες στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του προμνησθέντος Αστυνόμου Α’, υπό στοιχεία: «Π1 - Π8») και άλλων όχι, καθώς και επιταγών συνεργατών του. Και τούτο διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ως κάθε συνετός άνθρωπος που απώλεσε το «τσαντάκι» του με το ανωτέρω περιεχόμενο, αρχικώς θα έπρεπε να το αναζητήσει από τον ............... και, σε περίπτωση αρνήσεως του τελευταίου να του το παραδώσει, θα έπρεπε αφενός να καταγγείλει την εν λόγω αξιόποινη πράξη (υπεξαίρεση), αφετέρου να προβεί σε ενημέρωση των πληρωτριών τραπεζών (στην κρινόμενη υπόθεση την τράπεζα ...............) και όχι να τον ειδοποιούν οι τελευταίες περί του ότι εμφανίζονται προς πληρωμήν «κλεμμένες» ακάλυπτες επιταγές του. Εξάλλου, καταφανώς δεν συνάδει προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η, περιγραφόμενη στην μήνυση (μία εκ των εκδοχών αυτού), συμπεριφορά του ανακόπτοντος, ήτοι να του παραδίδει το «τσαντάκι» ο ............... στα μέσα Απριλίου του έτους 2010 και αυτός (ανακόπτων) να μην ελέγχει το περιεχόμενό του, αν δηλαδή μαζί με το «τσαντάκι» του επέστρεψε και τις επιταγές ή αν έλειπε κάποια από αυτές, που ήταν και το ζητούμενο. Περαιτέρω, η όψιμη εκ μέρους του, διαφοροποίηση αναφορικώς με τον χρόνο «απώλειας» του «τσαντακιού» του με τις εντός αυτού επιταγές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συναρτάται με το γεγονός ότι τούτος (ανακόπτων) πληροφορήθηκε, μετά την υποβολή της μηνύσεως, ότι ορισμένες των επιταγών αυτών μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, σε διάφορες τράπεζες, προ του μηνός Απριλίου του έτους 2010, όπως η επίδικη, που μεταβιβάσθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή την 31η-12-2009, καθώς και η υπ’ αριθμ. ............... επιταγή, που μεταβιβάσθηκε στην τράπεζα «...............» την 20η-1-2010 (βλ. την υπ’ αριθμ. 48/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας) και ήθελε, με την μετάθεση του χρόνου προς τα πίσω, να προσδώσει αληθοφάνεια στον εν λόγω ισχυρισμό του. Από όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι ο ανακόπτων διατηρούσε, εκτός από φιλική, και εμπορική σχέση με τον ............... (το είδος της οποίας δεν προέκυψε επακριβώς από την διαδικασία), βάσει της οποίας παρέδωσε στον τελευταίο με την βούλησή του την ένδικη επιταγή υπογεγραμμένη από τον ίδιο και λευκή κατά τα λοιπά της στοιχεία, τα οποία συμπλήρωσε μεν ο ..............., χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι στην ενέργειά του αυτή προέβη αυτοβούλως και χωρίς την συναίνεση του ανακόπτοντος, ως αβασίμως υποστηρίζει ο τελευταίος. Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε η πλαστογράφηση της ενδίκου επιταγής κατά την υπογραφή του εκδότη (ανακόπτοντος), ούτε η νόθευση του περιεχομένου της από τον, κατονομαζόμενο ως πλαστογράφο, ..............., ο 1ος λόγος της ανακοπής, που προβάλλεται κυρίως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά παραδοχή βάσιμου λόγου εφέσεως, υποχρεούται να ερευνήσει τις βάσεις της αγωγής, που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως ή του λόγους της ανακοπής που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή ή η ανακοπή. Τούτο δε, εν σχέσει προς την ανακοπή, διότι οι λόγοι κάθε ανακοπής και επομένως και αυτής από το άρθρο 632 ΚΠολΔ, επέχουν θέση ιστορικής βάσεως της αγωγής. Επομένως, αν στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 632 ΚΠολΔ περιέχονται περισσότεροι λόγοι ανακοπής για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην οποία αφορά, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση (ΑΠ 13/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, όταν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από παραδοχή της εφέσεως, απορρίπτει εξ ολοκλήρου την ανακοπή, κατά τον, προβληθέντα κυρίως, λόγο αυτής, πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο τους τυχόν επικουρικώς προβληθέντες λόγους της ανακοπής, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να τους εξετάσει, μη έχοντας άλλωστε δικαίωμα να το πράξει όταν αυτοί είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ επικουρικός, δηλ. με την αίρεση απορρίψεως του πρώτου (κυρίου) λόγου της ανακοπής.
ΕΠΕΙΔΗ, εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής, κατά την κτήση της επιταγής, ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του οφειλέτη. Από την διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιωδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ’ εξαίρεση μόνον επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το, εναγόμενο εξ επιταγής, πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο τελευταίος κατά τον χρόνο κτήσεως της επιταγής, που είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο (ΑΠ 370/1993 ΕλλΔνη 35. 397), αφενός τελούσε εν γνωσει της υπάρξεως των ενστάσεων αυτόν κατά του εκδότη ή των, πριν απ’ αυτόν, κομιστών του τίτλου, αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβην του οφειλέτη (ΑΠ 662/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Τέτοια ενέργεια, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, υπάρχει όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με την μεταβίβασή της σ’ αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των εν λόγω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς την μεταβίβαση αυτή δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 1521/2010 δημ. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1128/1994 ΕλλΔνη 37. 647). Για να πραγματοποιηθεί όμως το περιεχόμενο του στοιχείου αυτού, δεν αρκεί απλή πιθανολόγηση της βλάβης, αλλά πρέπει να υπάρχει συνείδηση βλάβης, δηλαδή γνώση του δυνατού της βλάβης (ΑΠ 8/1994 δημ. ΝΟΜΟΣ), η δε κακή πίστη του κομιστή πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της επιταγής και ουδεμία επίδραση ασκεί η μεταγενέστερη γνώση του (ΕφΠειρ 532/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση που ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση και ο σκοπός βλάβης του οφειλέτη κρίνονται κατ’ αρχήν από το πρόσωπο του καταστατικού εκπροσώπου του (άρθρο 70 ΑΚ). Όταν όμως το νομικό πρόσωπο ενήργησε με αντιπρόσωπο, ακόμη δε και με πρόσωπο, το οποίο έχει απλώς φαινομένη πληρεξουσιότητα, διότι μέσω αυτού το νομικό πρόσωπο διεκπεραιώνει τις σχετικές υποθέσεις του στις συναλλαγές, όπως συμβαίνει με τους υπαλλήλους των τραπεζών μέσω των οποίων οι τράπεζες παραλαμβάνουν και προεξοφλούν αξιόγραφα, η γνώση και ο σκοπός βλάβης κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου (άρθρο 214 ΑΚ), που έχει έστω και φαινομένη πληρεξουσιότητα, αφού θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη η τράπεζα να μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη επιταγής που έλαβε για λογαριασμό της τέτοιο πρόσωπο, αλλά να μην δεσμεύεται από τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού κατά την παραλαβή της (ΑΠ 1847/2005 δημ. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 155/1999 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ένσταση, η οποία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933, μπορεί να προβληθεί κατά τρίτου κομιστή της επιταγής είναι και ο ισχυρισμός ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοσή της.
ΕΠΕΙΔΗ, στην προκειμένη περίπτωση, με τον 2° λόγο της ανακοπής, που προβλήθηκε επικουρικώς και δεν ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ευλόγως (βλ. ανωτέρω), ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι, κατά την κτήση της ενδίκου επιταγής (31-12-2009), η καθ’ ης η ανακοπή δεν ζήτησε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο της συναλλαγής μεταξύ αυτού (ανακόπτοντος) και της λήπτριας εταιρίας (...............»), υποχρέωση που είχε βάσει εγκυκλίου της Τράπεζας της Ελλάδος, από την παράλειψή της δε αυτή προκύπτει ότι γνώριζε πως με την μεταβίβαση της ενδίκου επιταγής είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή της ενστάσεως της ελλείψεως της αιτίας της εκδόσεως της ενδίκου επιταγής από τον ίδιο και επί πλέον ότι ενήργησε με σκοπό να τον βλάψει. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και εντεύθεν απορριπτέος, διότι η, επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα, παράλειψη της καθ’ ης η ανακοπή να ζητήσει παραστατικά στοιχεία περί της αιτίας για την οποία εκδόθηκε η ένδικη επιταγή, και αληθής υποτιθέμενη, δεν καθιστά την καθ’ ης η ανακοπή κακής πίστεως κομίστρια, με την έννοια της απαιτουμένης «θετικής γνώσεως» των υπαλλήλων της στο υποκατάστημά της στην Καβάλα, περί της αιτίας εκδόσεως της επιταγής. Το, επικαλούμενο δε από τον ανακόπτοντα, επιπρόσθετο γεγονός, ότι δηλαδή οι ως άνω υπάλληλοι της καθ’ ης η ανακοπή δεν εφήρμοσαν τις σχετικές εγκυκλίους της Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίες σημειωτέον αφορούν κατά κύριο λόγο σε ζητήματα εσωτερικής ευρύθμου λειτουργίας των τραπεζοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεν μπορεί από μόνο του να θεμελιώσει γνώση της καθ’ ης η ανακοπή του, επικαλουμένου, χαρακτήρα της επιδίκου επιταγής (ως εκδοθείσας άνευ νομίμου αιτίας) και επιπροσθέτως πρόθεση βλάβης των συμφερόντων του ανακόπτοντος (ΕφΠειρ 532/2011 ό.π.).
ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον απορρίπτονται όλοι οι λόγοι της ανακοπής, πρέπει ν’ απορριφθεί και η ανακοπή περαιτέρω δε να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος - ανακόπτων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας - καθ’ ης η ανακοπή, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας που υπέβαλε με τις, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τα έξοδα δε αυτά θα καθοριστούν, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, βάσει του άρθρου 69 παρ. 1 και 2, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 68 παρ. 1, 65, 63 παρ. 1 περ. iα’ και 58 παρ. 5 εδ. α’ του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α’ 208/27.09.2013) «Κώδικας Δικηγόρων», που ισχύει από την 27η-9-2013 (άρθρο 166 παρ. 1 και 2 αυτού).
ΕΠΕΙΔΗ, τέλος, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 495 παρ. 4 εδ. δ’ ΚΠολΔ, ως, κατά τα ανωτέρω, ισχύει, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου των 200,00 € στην εκκαλούσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικώς και κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 30/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την, από 6-10-2010 και υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 181/8- 10-2010, ανακοπή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν.
ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’ αριθμ. 573/2010 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εφεσίβλητο - ανακόπτοντα στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας - καθ’ ης η ανακοπή, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων ευρώ (1.400,00 €) και
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου των διακοσίων ευρώ (200,00 €) στην εκκαλούσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Κομοτηνή σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση την 25 Απριλίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis