Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός [Ν. 5638/ 1932].

Γράφει ο blogger.
Ο γνωστός σε όλους μας “Κοινός τραπεζικός λογαριασμός” (joint account deposit) ρυθμίζεται (διέπεται από τον απαρχαιωμένο νόμο 5638/ 1932). Τι είναι αυτός ο λογαριασμός;
i.Ορισμός. Δίδεται και νομοθετικός ορισμός [κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στην ελληνική νομική πραγματικότητα] στο άρθρο 1 § 1 του ν. 5638/ 1932 σύμφωνα με τον οποίο “χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δυο ή πλειοτέρων από κοινού (joint account deposit) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι εκ του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι”. Σύμφωνα με την Επιστήμη [Λ. Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου, τόμος 2, τεύχος 2, Γ, τραπεζικές συμβάσεις, 1995, § 34.VI.4, σελ. 547], “κατάθεση σε κοινό λογαριασμό ονομάζεται η χρηματική κατάθεση πολλών-άρα η κοινωνία κατάθεσης-στην οποία συμφωνείται δικαίωμα χρήσεως του λογαριασμού είτε από όλους τους κοινωνούς είτε από μερικούς ή από τον καθένα τους, αι επιπλέον δίδεται κατά την σύμβαση ο χαρακτηρισμός της καταθέσεως εις κοινον λογαριασμόν”.

 Για να ακιβολογούμε νομικά, ορθότερο θα ήταν ο λογαριασμός αυτός να ονομαζόταν “διαζευκτικός λογαριασμός”. Σύμφωνα με άλλη, νεότερη, επιστημονική άποψη [Σπ. Ψυχομάνης, Τραπεζικό δίκαιο δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων, τόμος ΙΙ, έκτη έκδοση, 2010, πλαγιάριθμο 274, σελ. 107], “λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές ιδιαιτερότητες της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, όπως αυτές προβλέπονται στον νόμο, μπορεί κανείς να ορίσει πληρέστερα την μορφή αυτή καταθέσεως ως την σύμβαση ενός ή πλειόνων φυσικών προσώπων με τράπεζα περί χρηματικής σ΄ αυτήν καταθέσεως όψεως ή ταμιευτηρίου ή υπό προειδοποίηση ή υπό προθεσμία, σε ανοικτό (τρέχοντα) λογαριασμό με δικαιούχους τα πλείονα πρόσωπα, υπό την έννοια όι αυτοί (συνδικαιούχοι) θα έχουν το δικαίωμα να κάνουν χρήση του λογαριασμού ατομικά ή συλλογικά, στο πλαίσιο συσταθείσης ενεργητικής σε ολόκληρο ενοχής”. Πληρέστερα, πληρέστατα καθορίζει το περιεχόμενο (και τον σκοπό του) του κοινού λογαριασμού η νομολογία του Ακυρωτικού μας. Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτήν [Άρειος Πάγος 878/ 2013 ενδεικτικά], “Με την συναπτόμενη μεταξύ αφενός δύο ή περισσοτέρων ενδιαφερομένων και αφετέρου κάποιας τράπεζας σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, εκείνοι καταθέτουν σ` αυτήν χρήματα με την παράλληλη συμφωνία της τηρήσεως από αυτήν της κατάθεσης στο όνομα από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας από αυτόν χρήματα χωρίς τη σύμπραξη των άλλων. Ο πρόσθετος αυτός όρος είναι απαραίτητος για να προσδώσει στην τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό με δύο ή περισσότερους δικαιούχους το χαρακτηρισμό της ως κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό μπορεί να συσταθεί είτε από περισσότερους μαζί στο όνομά τους κοινώς, είτε από ένα ή περισσότερους στο όνομα των καταθετών κοινώς, αλλά και τρίτων προσώπων, εφόσον περιέχει τον ανωτέρω όρο της χρήσης του λογαριασμού αυτού. Με την πιο πάνω κατάθεση των χρημάτων στο όνομα περισσοτέρων του ενός δικαιούχων, η κυριότητα των χρημάτων περιέρχεται στην τράπεζα και αποκτάται ξανά με την ανάληψη αυτών από οποιοδήποτε δικαιούχο, ο οποίος έτσι γίνεται κύριος των χρημάτων, έστω και αν δεν ήταν καταθέτης, ανεξάρτητα από το σκοπό της κατάθεσης (εντολή, δωρεά). Η άνω έννοια συνάγεται και από το γράμμα των προαναφερόμενων διατάξεων, στις οποίες γίνεται χρήση της φράσης χρηματική κατάθεση σε ανοικτό λογαριασμό "στο όνομα δύο ή περισσοτέρων μαζί" και όχι εκ μέρους δύο ή περισσοτέρων μαζί, καθώς και από τον χαρακτηρισμό των προσώπων, που τα αφορά η κατάθεση αυτή, ως "δικαιούχων" και όχι ως καταθετών, αλλά και από το σκοπό του νόμου, που απέβλεψε με τις διατάξεις αυτές στη συγκράτηση κεφαλαίων στην Ελλάδα και στην προσέλευση νέων κεφαλαίων που βρίσκονται στα χέρια Ελλήνων του εξωτερικού. Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να διενεργηθεί αυτή από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Με τη σύναψη της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι ο καθένας από τους δικαιούχους έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η οφειλέτρια, όμως, τράπεζα έχει την υποχρέωση να προβεί στην απόδοση των χρημάτων μόνο μία φορά, σε περίπτωση δε που η τελευταία απόδωσε σ` εκείνον τα χρήματα επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως έναντι αυτής ως προς όλους τους δανειστές, δηλαδή και ως προς τον άλλο ή άλλους δικαιούχους. Αυτοί έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου που ανέλαβε τα χρήματα, σε περίπτωση δε δυο εις ολόκληρον δικαιούχων, για την εκ μέρους του ανάληψη του μισού των εν λόγω χρημάτων, εκτός αν αποδεικνύεται κάτι άλλο από την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση τους”.
ii.Σκοπός. Σύφωνα με την Επιστήμη [Σπ. Ψυχομάνης, όπ. παρ, πλαγιάριθμος 276, σελ. 107] και την νομολογία μας [ΑΠ 878/ 2013, όπ.πάρ] “Σκοπός του κοινού λογαριασμού ήταν, αρχικά, η προσέλκυση ή η διατήρηση κεφαλαίων ελλήνων του εξωτερικού στη χώρα μας στους οποίους παρεχόταν με τον νέο νόμο μια εναλλακτική, ελκυστική, ως προς τις δυνατότητες χρήσης και προορισμού της καταθέσεως, αποταμιευτική, επενδυτική και διαχειριστική λύση, την οποία παρείχαν ήδη οι τράπεζες του εξωτερικού. Αργότερα, στις πλεονεκτικές αυτές δυνατότητες της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό προστέθηκε και το προνόμιο της απαλλαγής των επιζώντων συνδικαιούχων από τον τυχόν οφειλομενο φόρο κληρονομιάς”. Κατά την άποψη του blogger, από την εκτεθείσα λεπτομερώς, λειτουργία του joint account deposit προκύπτει το άκρως επικίνδυνο του! Συνιστώ την πλήρη αποφυγή του. Και τούτο για τους εξής λόγους: σε συνθήκες πλήρους εκμηδένισης της έννοιας της εμπιστοσύνης, ακόμη και στις θεωρούμενες ιερές σχέσεις [π.χ. γονέων- τέκνων] λόγω της Μνημονιακής ευδαιμονίας υπό την οποία διαβιεί η ελληνική αποικία χρέους μια τέτοια κατάθεση δίδει το δικαίωμα στον συνδικαιούχο να αναλάβει όλα τα χρήματα από αυτόν χωρίς να διαπράττει καν το έγκλημα της υπεξαίρεσης [ενδεικτικά ως προς την μη τέλεση του εγκλήματος αυτού δες ΑΠ 1691/ 2014, Εφετείο Θεσ/ κης 352/ 2009 κατά την οποία μάλιστα δεν τελείται υπεξαίρεση ακόμη και στην περίπτωση που ο λαβών το ποσό συνδικαιούχος δεν έχει προβεί σε καμιά κατάθεση σ' αυτόν]. Το νομικό αυτό μόρφωμα δίδει λαβή σε παντοειδείς εκβιασμούς, ιδίως εναντίον των ηλικιωμένων και των χρηζόντων ιατρικής περίθαλψης αφού ο εκβιαστής συνδικαιούχος [ιδίως αν είναι και αλλοδαπός όπου δεν είναι καθόλου γνωστό το παρελθόν του] απαιτεί-ως ανταμοιβή του-την παραδοχή του ως συνδικαιούχου στον ατομικό τραπεζικό λογαριασμό του αδύναμου καταθέτη. Και ναι μεν δικαιούται το θύμα να στραφεί κατά του συνδικαιούχου εκβιαστή αστικά να αναζητήσει το μερίδιο του αλλά τι να το κάνεις το δικαίωμα όταν αυτό δεν μπορεί να πραγματωθεί; Λόγω, π.χ., έλλειψης περιουσίας του δράστη ή λόγω διαφυγής του στην αλλοδαπή.
iii.Νομική φύση. Σύμφωνα με την Επιστήμη [Σπ. Ψυχομάνης, όπ. Πάρ, πλαγιάριθμος 278, σελ. 108, Λ. Γεωργακόπουλος, όπ.παρ, § 34.VI.4.β.θθ, σελ. 549] αλλά και την νομολογία [ενδεικτικά ΑΠ 539/ 1992, ΑΠ 878/ 2013] πρόκειται για ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο [ΑΚ 489] των συνδικαιούχων κατά της Τράπεζας. Τι σημαίνει ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο; Για τους μη νομικούς ότι καθένας από τους δανειστές [εν προκειμένω καθένας από τους συνδικαιούχους του joint account deposit] μπορεί να απαιτήσει από τον οφειλέτη [εν προκειμένω την τράπεζα] ολόκληρο το ποσό της οφειλής [τραπεζικής κατάθεσης] και καταβάλλοντας σε ένα από τους δανειστές [συνδικαιούχους του joint account] απελευθερώνεται αυτή έναντι όλων των δανειστών [συνδικαιούχων του joint account]. Το μόνο δικαίωμα που έχουν οι υπόλοιποι δανειστές της ενεργητικής ενοχής σ' ολόκληρον είναι να στραφούν αναγωγικά κατά του λαβόντος δανειστή (συνδικαιούχου του joint account deposit) και να ζητήσουν το μερίδιο τους [ΑΚ 493]. Οι κίνδυνοι για τους λοιπούς συνδανειστές (συνδικαιούχους) είναι προφανείς σε περίπτωση που ο λαβών όλη την απαίτηση είναι αφερέγγυος και με έλλειψη οιασδήποτε ακίνητης περιουσίας. Σύμφωνα με νεότερη άποψη του Αρείου Πάγου στο νομικό αυτό μόρφωμα παρατηρείται συνδυασμός ενεργητικής ενοχής σε ολόκληρο με γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου [ΑΚ 411 επ] στην περίπτωση θανάτωσης κάποιου από τους συνδικαιούχους [για την οποία περίπτωση, παρακάτω].
iv.Αντικείμενο κοινού λογαριασμού [joint account deposit]. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του ν. 5638/ 1932, αντικείμενο φαίνεται να είναι μόνο χρηματική κατάθεση [τραπεζογραμμάτια]. Έχει γίνει όμως δεκτό από την νομολογία μας [ενδεικτικά βλ. Εφετείο Αθηνών 5161/ 2006, σπουδαία απόφαση] ότι αντικείμενο του joint account deposit μπορεί να αποτελέσουν και έντοκα γραμμάτια δημοσίου, άϋλοι τίτλοι.
v. Συμβαλλόμενοι στον joint account deposit. Στον λογαριασμό αυτό απαραιτήτως οι συμβαλλόμενοι είναι‒κατ’ ελάχιστον‒ δύο. Αφ’ ενός μεν η Τράπεζα, αφ’ ετέρου ένας ή περισσότεροι, αρχικά ή μεταγενέστερα. Ειδικότερα, μπορεί να ιδρυθεί ένας joint account deposit ανάμεσα σε μια Τράπεζα και ένα συμβαλλόμενο. Αργότερα μπορεί να εισχωρήσει στην σύμβαση αυτή, με συναίνεση βεβαίως των αρχικών συμβαλλομένων (ιδρυτών) και άλλα φυσικά πρόσωπα. Δικαιούχος μπορεί να είναι και μη συμμετέχον πρόσωπο στην ίδρυση του joint account deposit. Δηλαδή, κάποιος ιδρύει με την Τράπεζα έναν joint account deposit και ορίζει ως συνδικαιούχο ένα πρόσωπο που δεν συμμετέχει καθόλου στην σύμβαση αυτή, δηλαδή θα έχει ο τρίτος αυτός δικαιούχος δικαίωμα αναλήψεων από αυτόν. Κλασσική περίπτωση γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (ΑΚ 411). Η (γνήσια) σύμβαση τρίτου έχει το εξής περιεχόμενο [για κατανόηση στους μη νομικούς]: ο υπόχρεος να καταβάλλει την παροχή [π.χ. χρήμα] λέγεται «υποσχεθείς» [π.χ. τράπεζα, ασφαλιστική εταιρεία σε ασφαλιστική σύμβαση καταβολής ποσού, π.χ ασφαλιστική σύνταξη], ο αντισυμβαλλόμενος του υποσχεθέντος [τράπεζςς, ασφ. εταιρείας] λέγεται «δέκτης υπόσχεσης» και είναι πάντα υτός που πληρώνει το ποσό εξ αιτίας του οποίου συνάπτεται η σύμβαση υπέρ τρίτου. «Τρίτος» λέγεται αυτός υπέρ του οποίου συστήνεται η σύμβαση παροχής. Παράδειγμα προς κατανόηση [για τους μη νομικούς]: Συνάπτεται μεταξύ του Α και της Τ ασφαλιστική σύμβαση βάσει της οποίας ο Α [δέκτης υπόσχεσης] καταβάλει σε κάποια χρονικά διαστήματα το συμφωνηθέν ποσό [ασφάλιστρο] στην Τ [υποσχεθείσα] και όταν επέλθει κάποιο χρονικό σημείο, όπως συμφώνησαν με την σχετική σύμβαση, η Τ [υποσχεθείσα] υποχρεούται να καταβάλλει ένα ποσό στον Γ [π.χ. υπέρ του υιού του Α, «τρίτος»]. Στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, την παροχή από την Τ [υποσχεθείσα] δικαιούται να ζητήσει μόνον ο Γ (τρίτος). Η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην γνήσια και στην μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου έγκειται στο γεγονός ότι, την απαίτηση της παροχής‒που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης υπέρ τρίτου‒στην μεν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου δικαιούται να απαιτήσει μόνο ο τρίτος, στην δε μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου μόνον ο δέκτης της υπόσχεσης, αυτός δηλαδή που είναι ο συμβαλλόμενος με τον υποσχεθέντα. Παράδειγμα μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου: γιορτάζει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο. Πηγαίνουμε σε ένα ανθοπωλείο και παραγγέλλουμε στον ανθοπώλη να στείλει ένα λουλούδι στο αγαπημένο μας αυτό πρόσωπο με τις ευχές μας. Ο υποσχόμενος είναι ο ανθοπώλης, ο δέκτης της υπόσχεσης είναι ο παραγγελλέας του λουλουδιού, δηλαδή εμείς, τρίτος είναι το αγαπημένο μας πρόσωπο που εορτάζει. Ποιος δικαιούται α απαιτήσει την παροχή [λουλούδι] σ’ αυτή ην σύμβαση; Προφανέστατα ο παραγγελλέας, όχι ο εορτάζων ο οποίος εδώ είναι και εντελώς άσχετος με την σύμβαση αυτή την οποία μάλιστα και αγνοεί εντελώς.
Πως γίνεται η απόδοση του ποσού του joint account deposit; Είτε με την επίδειξη του τραπεζικού βιβλιαρίου είτε και χωρίς αυτό! Εξαρτάται από τους όρους της σύμβασης. Μπορεί δηλαδή να συμφωνηθεί κατά την κατάρτιση του ότι μπορεί να γίνεται ανάληψη χωρίς επίδειξη και προσαγωγή του βιβλιαρίου. Τι συμβαίνει σε περίπτωση που δεν έχει ρυθμισθεί αυτό το κρίσιμο ζήτημα; Η Τράπεζα δικαιούται να αρνηθεί να καταβάλλει στον εμφανιζόμενο συνδικαιούχο χωρίς να διαπράττει καμιά παράβαση της σύμβασης. Αν, αντιθέτως, καταβάλλει π.χ. επειδή γνωρίζει υπάλληλος φυσιογνωμικά τον συνδικαιούχο το πράττει ιδίῳ κινδύνῳ! Τέτοιοι παράδειγμα αντιμετώπισε ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθμό 405/ 2007 απόφαση του. Για περισσότερα παραπέμπω στην απόφαση αυτή την οποία (αξίζει να) διαβάστε στην ανάρτηση Κοινός λογαριασμός, ανάληψη από έναν, αδικοπραξία.
vi. Σχέσεις τράπεζας και συνδικαιούχων. Όπως εξηγήθηκε παραπάνω για την νομική φύση του joint account deposit πρόκειται για ενεργητική ενοχή σ’ ολόκληρο (εφεξής ε.ε.σ.ο) [ΑΚ 489-493]. Σύμφωνα με την ΑΚ 490, «όταν υπάρχει απαίτηση σ’ ολόκληρον, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμηση του, να καταβάλλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος από αυτούς δεν έχει εγείρει εναντίον του αγωγή». Βάσει αυτής της διάταξης ο Τραπεζικός υπάλληλος καταβάλλοντας (ακόμη και ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού) σε οποιονδήποτε από τους εμφανισθέντες συνδικαιούχους επιδεικνύοντας το βιβλιάριο [κατά τις παραπάνω εκτεθείσες διακρίσεις] απαλλάσσεται έναντι των λοιπών συνδικαιούχων.
 vi.Κατάσχεση-συμψηφισμός του λογαριασμού. Σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν. 5638/ 1932, «κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη». Σύμφωνα με την ρύθμιση αυτή τρίτος, δανειστής ενός εκ των συνδικαιούχων του λογαριασμού δικαιούται να κατασχέσει μόνο το μερίδιο του οφειλέτη του συνδικαιούχου που κατά αμάχητο! τεκμήριο (Άρειος Πάγος 1812/ 2007) είναι ίσο με τα μερίδια των άλλων συνδικαιούχων. π.χ. αν είναι τρεις οι συνδικαιούχοι τότε τεκμαίρονται τα μερίδια τους ότι τους ανήκουν κατά 1/3. Επομένως, δανειστής κάποιου από τους συνδικαιούχους δεν μπορεί να κατασχέσει παραπάνω ποσό από όσο αναλογεί στο 1/3 του λογαριασμού. Αν ο δανειστής αυτός θέλει να κατασχέσει μεγαλύτερο μερίδιο από τον λογαριασμό, αυτός φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι το μερίδιο του οφειλέτη του είναι μεγαλύτερο από το 1/ 3. Μέχρι το τεκμήριο όμως, δεν φέρει το βάρος απόδειξης για το μερίδιο του οφειλέτη του στον λογαριασμό (Εφετείο Θες/ κης 2249/ 2013). Ισχύει άραγε το ίδιο και έναντι της Τράπεζας; Δηλαδή το τεκμήριο του άρθρου 4 Ν. 5368/ 32 απαγορεύει στην Τράπεζα, αν είναι δανειστής του οφειλέτη συνδικαιούχου να κατασχέσει (ή συμψηφίσει σε) μεγαλύτερο μερίδιο από αυτό που καθιερώνει αυτό το αμάχητο τεκμήριο, δηλαδή, στο παράδειγμα μας, του 1/ 3; Ναι! Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο (απόφαση υπ’ αριθμό 1812/ 2007), «Με την διάταξη αυτή (δηλαδή άρθρο 4 ν. 5368) ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό δια τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη. Η διάταξη όμως αυτή αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της Τραπέζης ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός εκ των περισσοτέρων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής». Άλλη μια ακατανόητη εύνοια προς τους ισχυρούς τραπεζοτοκογλύφους!
vi.Θάνατος συνδικαιούχου του λογαριασμού. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/ 1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α` ν.δ. 118/ 1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" και ότι "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Επ’  αυτών παρατηρητέα τα επόμενα: Σύμφωνα με μέρος της Επιστήμης [Λ. Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο..., όπ.πάρ, § 34.VI.4.β.δδ, σελ∙ 548), «η εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων διέπεται από δυο κανόνες, τον κανόνα της ισομοιρίας (κατά τον οποίο οι δικαιούχοι θεωρούνται σε περίπτωση κατασχέσεως ως δικαιούχοι κατ’ ίσα μέρη, πολύ δε περισσότερο σε περίπτωση πτώχευσης και παρεμφερών συλλογικών διαδικασιών αν. εκτέλεσης) και τον κανόνα της προσαύξησης (κατά τον οποίο κάθε θάνατος ή αποχώρηση δικαιούχου επιφέρει περιέλευση της μερίδας του όχι στους κληρονόμους του, αλλά στους συγκαταθέτες, άρα, σε διμελή κατάθεση. στον τελευταίο παραμένοντα καταθέτη μετά τον θάνατο ή την αποχώρηση). Και οι δυο αυτοί όροι είναι ενδοτικού δικαίου και ισχύουν, αν δεν ορισθεί το αντίθετο. Αν ο δεύτερος αυτός όρος δεν τεθεί, η περιέλευση του μεριδίου στους κληρονόμους δεν κωλύεται». Κατά άλλη άποψη έγκριτου ερμηνευτή [βλ∙ Σπ. Ψυχομάνη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμοι 305-306, σελίδες 121-122), «οι κληρονόμοι του αποθανόντος συνδικαιούχου αποκτούν με καθολική διαδοχή την απαίτηση του κληρονομουμένου κατά της τράπεζας για απόδοση της καταθέσεως. Εκείνο που στερούνται είναι το δικαίωμα μόνον να υποκαταστήσουν αυτοί τον κληρονομούμενο στο σύνολο της έννομης σχέσης και να συνεχίσουν τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού μαζί με τους επιζώντες συνδικαιούχους... Έτσι, με τον θάνατο ενός συνδικαιούχου, η μεν έννομη σχέση τράπεζας και επιζώντων συνεχίζεται, οι κληρονόμοι όμως αποκτούν συναπαίτηση απλώς απόδοσης της κατάθεσης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί ποσοτικά κατά τη στιγμή του θανάτου του κληρονομουμένου, ενώ έχουν την δυνατότητα ασκήσεως αγωγών κατά των επιζώντων από την εσωτερική σχέση του θανόντος... Οι κληρονόμοι δηλαδή μπορούν να απαιτήσουν από την τράπεζα την απόδοση της καταθέσεως, εν όλω ή εν μέρει, σ’ αυτούς, ανάλογα με το κληρονομικό τους μερίδιο, δεν μπορούν όμως να ζητήσουν να αντικατασταθεί το όνομα του θανόντος με το δικό τους και να συνεχισθεί μαζί τους η σχέση». Όπως γίνεται λοιπόν αντιληπτό, κατά την Επιστήμη επέρχεται κληρονόμηση του θανόντος συνδικαιούχου στο μερίδιο του. Μάλιστα ο Ψυχομάνης υποστηρίζει (όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 307, σελ∙ 122) ότι, για να αποφευχθούν αυτές οι αμφιβολίες στην ερμηνεία των σχετικών άρθρων (2 και 3 ν. 5638/ 32) να τίθεται ο εξής όρος στην κατάρτιση της σύμβασης του κοινού λογαριασμού: «άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτου». Αυτή λοιπόν είναι η ευνοϊκή-για τους κληρονόμους συνδικαιούχου-ερμηνεία της Επιστήμης. Αντίθετη, εν μέρει, άποψη φαίνεται να έχει η νομολογία μας! Σύμφωνα με αυτήν (ενδεικτικά ΑΠ 529/ 2015, ΑΠ 345/ 2015, ΑΠ 1691/ 2014 από την τελευταία αυτή νμλγ το απόσπασμα που ακολουθεί), «Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προηγούμενες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της Τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν αυτοί επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της Τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/ 1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ` εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (ΑΠ 380/ 2006). Ωστόσο και παράλληλα προς τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό από έναν ή περισσότερους συνδικαιούχους στο όνομα αυτών και άλλων με την Τράπεζα αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου, και μάλιστα γνήσια. Από τη σύμβαση δε αυτή τρίτος, μη συμβαλλόμενος, αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υποσχέσεως (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης (δέκτης της υποσχέσεως) έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υποσχέσεως - Τράπεζα για τον εαυτό του. Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μια sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως, κυρίως όμως με βάση το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 5638/1932. Η ιδιομορφία της τραπεζικής αυτής συμβάσεως έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέπει στον καταθέτη και δέκτη της υποσχέσεως να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής όχι μόνο στον τρίτο αλλά και στον εαυτό του, σε αντίθεση με τη σύμβαση υπέρ τρίτου (410 ΑΚ), όπου ο δέκτης της υποσχέσεως μπορεί να απαιτήσει μόνο την στον τρίτο εκπλήρωση της παροχής, ενώ διαφέρει και από την καθαρή μορφή της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 ΑΚ), γιατί ο τρίτος καθίσταται δανειστής, όχι επειδή προβαίνει στην κατάρτιση της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, αλλά επειδή το όνομα του τέθηκε σε αυτά των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού ("Ο κοινός λογαριασμός στο ελληνικό δίκαιο", σελ. 54 επ. και παραπομπές εκεί υπέρ και κατά της γνώμης αυτής). Έννομη συνέπεια της πολυδιάστατης νομικής φύσεως της συμβάσεως αυτής είναι η συνδυασμένη εφαρμογή διατάξεων κατ` αρχήν αυτών του ν. 5638/ 1932 και συμπληρωματικά διατάξεων της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 επ ΑΚ) καθώς και διατάξεων της γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου (411 ΑΚ), υπό την προϋπόθεση ότι συνάδουν με τη φύση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό και το ν. 5638/1932. Συνακόλουθα τούτων, από τις διατάξεις της συμβάσεως υπέρ τρίτου εφαρμοστέες είναι εκείνες των άρθρων 411 και 413 ΑΚ. Συνεπώς, στη σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό ο τρίτος, που δεν συμβλήθηκε με την Τράπεζα, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε (τράπεζα), τόσο επειδή αυτή είναι η θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί (καταθέτη και τράπεζας), όσο και επειδή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, αφού προϋπόθεση του ν. 5638/1932 είναι το δικαίωμα για ατομική χρήση της καταθέσεως και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων. Παρέχεται, φυσικά , το δικαίωμα στον τρίτο, αφότου λάβει γνώση της υπέρ αυτού καταθέσεως, να αποποιηθεί το δικαίωμα του για χρήση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, οπότε θεωρείται ότι το δικαίωμα του αυτό δεν αποκτήθηκε. Εξάλλου, διατάξεις από τη σύμβαση υπέρ τρίτου, που δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, γιατί έρχονται σε αντίθεση με τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό του ν. 5638/1932, είναι εκείνες των άρθρων 414 ΑΚ, με το οποίο καθιερώνεται το απρόβλητο των ενστάσεων από τον οφειλέτη στον τρίτο, καθώς και του άρθρου 412 ΑΚ, με βάση την οποία παρέχεται η εξουσία στον δέκτη της υποσχέσεως - συμβαλλόμενο καταθέτη να ανακαλέσει την υπέρ τρίτου κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Η δήλωση του συμβαλλόμενου καταθέτη πρέπει να είναι ανέκκλητη για την ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει και του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, που απαγορεύει κάθε διάθεση της καταθέσεως». Συμπέρασμα, επέρχεται κληρονομική διαδοχή του θανόντος συνδικαιούχου με μόνη την απαγόρευση της δυνατότητας να στραφούν οι κληρονόμοι κατά της τράπεζας και να ζητήσουν το μερίδιο του θανόντος συνδικαιούχου κληρονομούμενου αλλά θα πρέπει να στραφούν εναντίον των λοιπών συνδικαιούχων. Μάλιστα, η νομολογιακή άποψη είναι δυσμενής κατά τούτο: είτε έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 είτε όχι, οι κληρονόμοι του θανόντος συνδικαιούχου δεν μπορούν να στραφούν κατά της Τράπεζας! Ο κίνδυνος αυτής της ρύθμισης είναι προφανής σε περίπτωση αφερεγγυότητας των λοιπών συνδικαιούχων! Σωστότερο θα ήταν οι κληρονόμοι να μπορούσαν να απαιτήσουν το κληρονομικό μερίδιο τους απευθείας από την τράπεζα. Αν βέβαια κατά την κατάρτιση της σύμβασης του κοινού λογαριασμού τεθεί ο όρος του άρθρου 2 [όπως προτείνει ο Σπ. Ψυχομάνης] τότε οι κληρονόμοι δεν αποκτούν κανένα δικαίωμα στο μερίδιο του θανόντος συνδικαιούχου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...