Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Αντισυνταγματικότητα της Π.Υ.Σ 6_2012. Μείωση μισθού με ηλικιακό κριτήριο.

Η μείωση των αποδοχών της ενάγουσας βάσει της 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι αντισυνταγματική, γιατί έλαβε χώρα με ηλικιακό κριτήριο, - αφού αυτή, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήταν ηλικίας κάτω των 25 ετών -, οδηγώντας την έτσι ευθέως σε έντονη μισθολογική διαφοροποίηση σε σύγκριση με τους συναδέλφους της μεγαλύτερης ηλικίας. Η ως άνω, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012, Π.Υ.Σ., στο άρθρο 1 εδ. β' της οποίας ορίζεται η μείωση των αποδοχών κατά ποσοστό 32% για τους εργαζόμενους ηλικίας κάτω των 25 ετών, με την οποία, εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά παράβαση των άρθρ. 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι μη εφαρμοστέα.
Αριθμός απόφασης 34/ 2015
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Δόμνα Αλεξίου και το Γραμματέα Αργύριο Καρυπίδη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση:
Ι. Με το άρθρ, 1 παρ. 2 Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012 ), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Memorandum of Understanding ) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής επιμέρους Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο Ν. 4046/2012 ως παραρτήματα του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ΦΕΚ υπ' αριθμ. 28/14.02.2012, στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα ) και σε ελληνική μετάφραση (βλ. ΛΕΒΕΝΤΗ Γ., Οι πρόσφατες αλλαγές που επέφερε ο Ν. 4046/2012 στο εργατικό δίκαιο, ΔΕΝ 2012.226). Με το άρθρ. 1 παρ. 6 Ν, 4046/2012 ορίζεται ότι «οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4... παρ. 4.Ι του Μνημονίου Συνεννόησης σης Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παρ. 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου». Ακολούθως, με βάση την πιο πάνω εξουσιοδότηση του αρθρ. 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012, εκδόθηκε η 6η Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Α, 38), που δημοσιεύθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012, ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα που αφορά τη «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας». Με την ανωτέρω πράξη εξειδικεύονται θέματα, μεταξύ άλλων, που αφορούν τα νόμιμα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων και την αμοιβή των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών. Ειδικότερα στο άρθρο 1 της προδιαληφθείσας Π.Υ.Σ., ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Από 14.2.2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής» τα κατώτατα διαμορφωμένα άρια μισθών και ημερομισθίων της από 15.7.2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1 1.2012, μειώνονται κατά 22%. Από 14.2.2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής μειώνονται κατά 32% τα κατώτατα διαμορφωμένα όρια μισθών και ημερομισθίων της από 15.7.2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1.1.2012. για νέους, ηλικίας κάτω των 25 ετών, Τα μειωμένα κατά 32% κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν και για τους μαθητευόμενους της παρ. 9 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (Α 115). Η παρ. 8 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, το άρθρο 43 του Ν. 3986/2011 (Α' 152) καθώς και κάθε άλλη ρύθμιση που είναι αντίθετη με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, καταργούνται. 3 Η άμεση προσαρμογή στα νέα μειωμένα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, όπως καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. 4. Συμφωνίες των μερών που υπολείπονται των νέων μειωμένων κατώτατων μισθών και ημερομισθίων, όπως καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, είναι αυτοδικαίως άκυρες ως προς τον όρο αυτό.». Προβληματική από συνταγματική αλλά και κοινωνική σκοπιά είναι η ως άνω μείωση των κατώτατων μισθών - ημερομισθίων κατά 32 % για νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών. Η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 2 Π .Υ. Γ. 6/28.02.2012, που εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών 32 %, παραβιάζει, εκτός από τη συλλογική αυτονομία, και το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθώς και το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β Σ. για τη μισθολογική ισότητα (για την ίδια ή ίσης αξίας εργασία). Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Σ καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου απέναντι σ αυτούς. Έτσι δεσμεύει και τον νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίως πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί με τρόπο που να στοιχειοθετεί διαφορετική μεταχείριση τους με διακρίσεις ή εξαιρέσεις. Η συνταγματική αρχή της ισότητας δεσμεύει και το όργανο που θέτει κανόνες δικαίου να νομοθετεί κατά τρόπο που να μη δημιουργείται διαφορετική μεταχείριση. Η προστασία της νεότητας, που τελεί υπό την προστασία του κράτους (αρθρ. 21 παρ. 3 1), επιβάλλει την ιδιαίτερη μέριμνα του νομοθέτη απέναντι στην κατηγορία των νέων εργαζομένων, που πλήττεται από την οικονομική κρίση και ανεργία, ενώ κανένας λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη του οποίου ελέγχουν πάντως τα δικαστήρια, δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτό νια την επιβολή μέτρων μισθολογικής και άρα και κοινωνικοααφαλιστκης ανισότητας, που υποθετικά, θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις δυνατότητες των νέων για εύρεση εργασίας. ʼλλωστε, η ήδη εφαρμοσθείσα με βάση προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση μείωση έως 20 % από τα κατώτατα όρια αποδοχών στους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών δεν έχει οδηγήσει ούτε σε μείωση της ανεργίας ούτε σε αύξηση της απασχόλησης τους. εξαιτίας της γενικευμένης μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων και της χρήσης ευέλικτων μορφών απασχόλησης στην αγορά εργασίας. Η υπάρχουσα ποσότητα εργασίας στην ελληνική οικονομία δεν αυξάνεται, αντιθέτως μειώνεται λόγω της παρατεταμένης ύφεσης, οπότε η εφαρμογή μέτρων αναδιανομής της μεταξύ όσων ζητούν εργασία, στην καλύτερη περίπτωση, θα οδηγήσει σε μια μικρή αύξηση της απασχόλησης των νέων σε βάρος των παλαιών εργαζομένων, των οποίων οι δυνατότητες εύρεσης εργασίας θα μηδενιστούν. Η αντίθεση, λοιπόν, στις συνταγματικές αρχές της ισότητας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β') είναι δεδομένη, αφού η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 οδηγεί ευθέως σε έντονη μισθολογική διαφοροποίηση των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους μεγαλύτερης ηλικίας, Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις προστατεύουν το δικαίωμα σε ίση αλλά και δίκαιη αμοιβή, ώστε να εξασφάλιζα σε όλους τους εργαζομένους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, ενώ επιβάλλει στο Κράτος να μην επιτρέπει τις παραβιάσεις, αλλά και να απέχει από την εισαγωγή άνισης μεταχείρισης που σχετίζεται με το νόμιμο ύψος αμοιβών και όρων εργασίας, όπως εν προκειμένω με την καθιέρωση διάκρισης με βάση την ηλικία, η οποία θα ήταν θεμιτή μόνο αν αντικειμενικά αποσκοπούσε στην προστασία των ευάλωτων αυτών ηλικιακών ομάδων και όχι στη μείωση του γενικά προβλεπόμενου κατώτατου ορίου προστασίας. Όπως γίνεται παγίως δεκτό, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή διάκριση που εδράζεται σε στοιχεία τυχαία, άσχετα ή συγκυριακά, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν συνδέονται με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις των επιμέρους περιπτώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση σαφώς πρόκειται για θέσπιση τυχαίων και ατεκμηρίωτων διαφοροποιήσεων ως προς τη μεταχείριση των εργαζομένων, οι οποίοι διακρίνονται με βάση το τυπικό και συγκυριακό στοιχείο της ηλικίας τους και όχι με βάση το ουσιαστικό κριτήριο του είδους, της ποιότητας και της ποσότητας της εργασίας που παρέχουν. Επίσης, σε τέτοιες περιπτώσεις διαφοροποιήσεων η νομολογία των δικαστηρίων ορθά επιμένει να ελέγχει τη συνάφεια των κριτηρίων διαφοροποίησης προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ρύθμισης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση ωστόσο από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει αρκούντως στενός αιτιακός ή λογικός σύνδεσμος της προστασίας της εθνικής οικονομίας με τη δραματική μείωση των ορίων των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων. Πουθενά δεν τεκμηριώνεται με ποιον τρόπο - ειδικά η διαφοροποίηση αυτή - θεραπεύει επαρκώς και με τον πιο αποτελεσματικά τρόπο τον σκοπό του νόμου. Έτσι, η δυσμενής διαφοροποίηση του εργασιακού καθεστώτος ειδικά των νέων εργαζομένων παρίσταται εντελώς συγκυριακή και έχει χαλαρό και ασταθή δεσμό με τον επιδιωκόμενα σκοπό, με αποτέλεσμα τελικά οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις να έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 1 Σ. Επιπρόσθετα, στο κοινοτικό δίκαιο έχουν διαπλαστεί δύο βασικές αρχές: α) η αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων με κριτήριο το είδος της σύμβασης εργασίας ή το χρόνο σύναψης της (παλαιοί/νέοι, μερικής ή πλήρους απασχόλησης, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, έργου ή οποιασδήποτε άλλης σύμβασης - βλ. Οδηγίες για τη μερική απασχόληση και τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου 97/81/Ε.Κ., 1999/7G/E.K. και ν. 1892/1990, ττ.δ. 81/2003 (όπως έχει τροποποιηθεί), π.δ. 164/2004 και β) η αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων με κριτήριο την ηλικία. Με τις ρυθμίσεις της Π.Υ.Σ. 6/2012 δημιουργείται διαφορετικό, δυσμενέστερο, καθεστώς, για τους νέους μέχρι 25 ετών και παραβιάζονται και οι κοινοτικοί κανόνες που απαγορεύουν τις διακρίσεις (άμεσες ή έμμεσες) με κριτήριο την ηλικία, αφού για τους νέους μέχρι 25 ετών εργαζομένους δημιουργείται εργασιακό καθεστώς πολύ δυσμενέστερο από αυτό των παλαιών (βλ. Οδηγίες 2000/43/Ε.Κ., 2000/78/Ε.Κ. και ν. 3304/2005). Λόγω δε της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, σύμφωνα και με την πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., έναντι των εθνικών ρυθμίσεων, οι αναφερόμενες ρυθμίσεις της ως άνω Π.Υ.Σ. αντίκεινται στις Οδηγίες 2000/43/Ε.Κ. και 2000/78/Ε.Κ. Αλλά και η διεθνής σύμβαση εργασίας (δσε) αρ. 111 «για τη διάκριση στην απασχόληση και το επάγγελμα» (η οποία υπογράφηκε και από την Ελλάδα και κυρώθηκε με τον ν. 1424/1984) παραβιάζεται ευθέως από τις εδώ κρίσιμες διατάξεις. Ειδικότερα, η διεθνής αυτή σύμβαση απαγορεύει« κάθε άλλη διάκριση, αποκλεισμό ή προτίμηση, που έχει σαν αποτέλεσμα την κατάργηση ή τη διαφοροποίηση της ισότητας ευκαιριών και της μεταχείρισης στην απασχόληση ή στο επάγγελμα,..» (άρθρ. 1 παρ, 1 περ. β'). Σύμφωνα με με το άρθρ. 3 κάθε μέλος της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (Δ.Ο.Ε.) για το οποίο ισχύει η σύμβαση είναι υποχρεωμένο (μεταξύ άλλων) «α) να επιδιώκει τη συνεργασία των οργανώσεων εργοδοτών και άλλων αρμόδιων οργανισμών με σκοπό την αποδοχή της πολιτικής αυτής, β) να καταργεί και να τροποποιεί κάθε νομοθετική και διοικητική διάταξη ή πρακτική που είναι ασυμβίβαστη με την πολιτική αυτή...» (Αρ. Καζάκος, Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, Γ' έκδοση).
II. Με τις διατάξεις του άρθρ. 43 §§2 και 4 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Τίθεται δε ο κανόνας ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Μ' αυτά ρυθμίζονται είτε θέματα καθοριζόμενα σε γενικό πλαίσιο, υπό ορισμένους όρους, με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής (νόμους πλαίσιο) (παρ. 4), είτε ειδικά θέματα που προσδιορίζονται συγκεκριμένα από την εξουσιοδοτική διάταξη (παρ. 2 εδ. α'). Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 2 εδ. β' του ίδιου άρθρ. 43 του Συντάγματος, προβλέπεται ότι φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται για «ειδικότερα», «τοπικού ενδιαφέροντος», «λεπτομερειακά» ή «τεχνικά» θέματα. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν το ίδιο τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμιση του, έστω σε γενικά, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση, προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλΣτΕ 1210/2010 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 1892/2010 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 3220/2010 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 3973/2009 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 125/2009 ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 2815/2004 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 2536/2011 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3285/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 648/2011 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία αποδέκτης της εξουσιοδότησης θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο, ο Ν. 4046/2012 όχι μόνο δεν θέτει το πλαίσια και τις γενικές κατευθύνσεις υπό τις οποίες καλείται να ενεργήσει η διοίκηση με την έκδοση κανονιστικής πράξης (βλ. ΠΙΚΟΥΛΑ, Οι μεταβολές τις οποίες ο πρόσφατος «μνημονιακός» Ν. 4046/ 2012 επίφερε στην εργατική νομοθεσία, ΕΕργΔ 2012.232 και ιδίως 233), αλλά δεν περιέχει κανέναν κανόνα δικαίου. Ο νόμος απλώς παραπέμπει σε κεφάλαια των «Μνημονίων», τα οποία προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V σ' αυτόν, με την πρόβλεψη ότι «συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής». Τα δύο δε «Μνημόνια» δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, αλλά απλές προγραμματικές διακηρύξεις, που από τη φύση τους δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση κανονιστικής δέσμευσης, παρά την παραπομπή σ' αυτά ταυ νόμου (βλ. ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟ, Γ., Το τέλος του εργατικού δικαίου; Συνταγματική αποτίμηση της «αντιμεταρρύθμισης» του Μνημονίου II, ΕΕργΔ 2012.637 και ιδίως 638-639). Ειδικά ως προς το πρώτο από αυτά, έχει ήδη κριθεί εξάλλου, ότι δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών, ούτε θεσπίζει άλλους κανόνες δίκαιου και δεν έχει άμεση εφαρμογή, αλλά για να πραγματοποιηθούν οι εξαγγελλόμενες μ' αυτό πολιτικές, πρέπει να εκδοθούν σχετικές πράξεις από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους (νόμοι ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις κατ' εξουσιοδότηση νόμου) (Ολ ΣτΕ 668/2012 ΕΕργΔ 2012.393). Συνεπώς οι διατάξεις του άρθρ. 1 της Π.Ύ.Ε, 6/28.02.2012 που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, με τις οποίες εισάγονται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενείς κανόνες δικαίου, εκδόθηκαν από τη διοίκηση κατά παράβαση των άρθρ. 26 και 43 §2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτόν είναι μη εφαρμοστέες.
ΙΙΙ. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 της από 9.1.2012 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα πάσης φύσεως Εμπορικά Καταστήματα όλης της χώρας, των επιχειρήσεων που είναι μέλη του ΣΕΛΠΕ, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με αριθμό 2/26.1,2012 <α> έναρξη ισχύος την 1.1.2010, η ανωτέρω Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, αφορά τους εργαζόμενους που απασχολούνται στα πάσης φύσεως εμπορικά καταστήματα, όλης της χώρας που είναι μέλη του ΣΕΛΠΕ και αφορά, μεταξύ άλλων, και την ειδικότητα των πωλητών, οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια των υπαγομένων στην παρούσα μισθωτών, όπως έχουν διαμορφωθεί την 31 1.2009, με βάση τις ρυθμίσεις της από 30.7.2008 (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 103/5.8.2008 ) ΣΣΕ, παραμένουν ως έχουν για τα έτη 2010, 2011 και 2012.
Πριν από τη συζήτηση της αγωγής η ενάγουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, συμπλήρωσε παραδεκτά, κατ άρθρο 224 του ΚΠολΔ, ότι «οι όροι αμοιβής και εργασίας της καλύπτονταν και από τη ΣΣΕ 2012», χωρίς η ανωτέρω προσθήκη - διευκρίνιση να συνιστά μεταβολή της βάσης της αγωγής, κατ' απόρριψη του ισχυρισμού της εναγομένης, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1α ΚΠολΔ, πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου, το είδος της επιχείρησης του εργοδότη, η παρεχόμενη εργασία και ο χρόνος για »ον οποίο ζητείται η συμπλήρωση των αποδοχών.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα ιστορεί ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 01.10.2009, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα της πωλήτριας, με το σύστημα της εβδομαδιαίας πενθήμερης εργασίας των 40 ωρών, μισθό καταβαλλόμενο την 15η εκάστου μηνός και αμειβόμενη με τη συλλογική ρύθμιση της συλλογικής σύμβασης εργασίας (Σ.Σ.Ε.) Π.Κ. 103/05.08.2008, η οποία είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 69041/3230/6.10.2008 Υπουργική απόφαση. Ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας της, οι οποίοι δέσμευαν την εναγόμενη, όπως ίσχυαν και εφαρμόζονταν μέχρι το Φεβρουάριο ταυ έτους 2012 καλύπτονταν από την μνημονευθείσα ΣΣΕ 2008, η οποία μετά τη λήξη της μετενέργησε ως σύνολο όρων σύμφωνα με το προ της υπ' αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ. καθεστώς του Ν. 1876/1990 και οι όροι της αποτέλεσαν και διατηρήθηκαν ως ενοχικοί όροι της ατομικής της σύμβασης, βάσει της οποίας εργάζεται και αμείβεται και ότι οι όροι αυτοί θα μπορούσαν να μεταβληθούν μόνο κατόπιν συμφωνίας της με την εναγόμενη και με την υπογραφή νέας ατομικής σύμβασης μεταξύ τους, γεγονός το οποίο ουδέποτε συμφώνησε. Περαιτέρω εκθέτει ότι οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της ανέρχονταν σε 1.027,35 ευρώ (933,35 ευρώ βασικός μισθός + 93,40 ευρώ επίδομα γάμου), οι δε καθαρές μηνιαίες αποδοχές της, μετά την ειδικότερα ανάλυση των κρατήσεων, ανέρχονταν σε 799,94 ευρώ. Ότι από το Μάρτιο του έτους 2012 έως και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της ανέρχονταν σε 562,05 ευρώ, οι δε καθαρές αποδοχές της ανέρχονταν σε 469,31 ευρώ, δηλαδή για το άνω χρονικό διάστημα της καταβλήθηκαν συνολικά μικτές μηνιαίες αποδοχές μειωμένες κατά 3.722,40 ευρώ και καθαρές αποδοχές μειωμένες κατά 2.645,04 ευρώ. Ότι η ανωτέρω μείωση επήλθε από την εναγόμενη με βάση την υπ' αριθ. Πρωτ. 4601/304/12.03.2012 εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης - Γεν. Δ/νση Εργασίας) της Ελληνικής Δημοκρατίας με θέμα τo παραπάνω περιεχόμενο «ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012», η οποία δημοσιεύθηκε κατόπιν και με αφορμή την υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η άνω Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ. 6/2012) και η βάσει αυτής δημοσιευθείσα ερμηνευτική εγκύκλιος με αριθμ. 4601/304/12,03.2012 είναι παράνομη και αντισυνταγματική, παραθέτοντας στο δικόγραφο της αγωγής διατάξεις του Συντάγματος και συγκεκριμένα εκείνες των άρθρων 28 § 3, 43 §§ 2 και 4, 22 § 2, 23 σε συνδ. με 12, 4 §1 σε συνδ. με άρθρ. 22 § 1 εδ. β' και 21 § 3. άρθρ. 2 §1 & 5 § 1, 25 § 1 και περαιτέρω διατάξεις του άρθρου 1 εδ α’ του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διατάξεις άρθρων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7/12/2000, διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και τέλος τις Συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας αρ. 87 (Ν. 4204/1961) & αρ. 98 (Ν. 4205/1961). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτιθέμενων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το ποσό των 3.722.40 ευρώ με το νόμιμο τόκο για τα ποσά που αφορούν διαφορές μηνιαίων μικτών τακτικών αποδοχών, από την πρώτη ημέρα κάθε αμέσως επομένου εκείνου που αφορούν μήνα, άλλως από τη επίδοση της αγωγής, Επικουρικά, για την ανωτέρω απαίτηση της. σε κάθε περίπτωση κατά την οποία δεν θα κριθεί ως αντισυμβατική, παράνομη και αντισυνταγματική, και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέα, η μείωση των αποδοχών της, αλλά και για κάθε άλλο λόγο. ζητεί να της καταβληθεί βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ανωτέρω ποσό των 3.722,40 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη θα της κατέβαλε εάν δεν εφάρμοζε την υπ' αριθμ. 4601/304/2012 ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, δεδομένου ότι εξακολουθεί να απασχολείται και να παρέχει στην εναγόμενη την ίδια ή ίσης ποιότητας εργασία με εκείνη πριν επέλθει η μείωση των αποδοχών της Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρ. 14 παρ. 1α, 22 και 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όσον αφορά την κύρια βάση της, είναι ορισμένη και νόμιμη, θεμελιούμενη στις προδιαληφθείσες διατάξεις, ομοίως και σε εκείνες των άρθρων 345, 346 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ. Το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής του ανωτέρω ποσού με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι απορριπτέο, καθόσον η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή, ως επιβοηθητικής φύσεως, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, εφόσον θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Αντίθετα, αν ο πλουτισμός προήλθε εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, πρέπει για το ορισμένο της σχετικής αγωγής να αναφέρονται σε αυτή τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της εν λόγω σύμβασης (ΟλΑΠ 2/87, ΑΠ 1675/2002 ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί από άποψη ουσιαστικής βασιμότητας, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης, στις εργατικές διαφορές, δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο ΓΠΟΗ’ του 1912 (ΦΕΚ Α'3), όπως ήδη ισχύει, δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε και καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου, αίτημα της αγωγής, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του Ν. 2479/1997 (άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ).
Οι υπό στοιχείο Α προσθέτως παρεμβαίνοντες με την προφορικά ασκηθείσα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έγινε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, ισχυρίζονται ότι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν υπέρ της ενάγουσας, η οποία είναι εργαζόμενη, μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, ήτοι του επιχειρησιακού της σωματείου με την επωνυμία «Σωματείο Εργαζομένων στα super market …. Πιερίας», η οποία είναι μέλος της δεύτερης προσθέτως παρεμβαίνουσας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «Εργατικό Κέντρο Κατερίνης (ΕΚΚ)», η οποία με τη σειρά της είναι μέλος της πρώτης προσθέτως παρεμβαίνουσας, τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης -σωματείου με την επωνυμία «Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε. )». Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη είναι μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδος (ΙΕΛΠΕ), ο οποίος συμβλήθηκε με την Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, υπέγραψαν από κοινού την από 9.1.2012 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων η οποία κατά το χρόνο μείωσης των αποδοχών της ενάγουσας κατά ποσοστό 32 % ήταν ισχυρή. Με βάση τα παραπάνω ζητούν να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και η υπέρ αυτής πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικαστεί η καθ' ης η παρέμβαση στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων.
Η υπό στοιχείο Β παρεμβαίνουσα, με την επωνυμία «Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος - (Ο.Ι.Υ.Ε.)», με την προφορικά ασκηθείσα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ισχυρίζεται ότι έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει υπέρ της ενάγουσας, η οποία είναι μέλος του πρωτοβαθμίου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία «Σωματείο Εργαζομένων στα super market … Α.Ε.Ε. Ν. Πιερίας», ομοίως και του πρωτοβαθμίου σωματείου με την επωνυμία « Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Ιδιωτικού Τομέα Ν. Πιερίας», τα οποία είναι μέλη της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Με βάση τα παραπάνω ζητεί να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και η υπέρ αυτής πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικαστεί η καθ' ης η παρέμβαση στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Οι υπό στοιχείο Α και Β παρεμβάσεις, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, αρμόδια φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενόψει της συνάφειας τους με το αντικείμενο της κύριας δίκης (αρθρ. 31 παρ, 1 ΚΠολΔ ), παραδεκτώς ασκηθείσες προφορικά (άρθρ. 666 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρ. 231 ΚΠολΔ ), Είναι νόμιμες, θεμελιούμενες στις διατάξεις των άρθρων 80, 669, 176 και 182 ΚΠολΔ και συνεπώς, πρέπει, να ερευνηθούν περαιτέρω συνεκδικαζόμενες με την κύρια αγωγή λόγω της προδήλου συναφείας τους, (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), που εφαρμόζεται και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 591 ΚΠολΔ) καθώς από την συνεκδίκασή τους, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης με ταυτόχρονη μείωση των εξόδων της.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος απόδειξης (η εναγόμενη με επιμέλεια της δεν εξέτασε μάρτυρα), τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδικότερη μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε ως εργαζόμενη (υπάλληλος ) στην εναγομένη επιχείρηση, η οποία έχει ως αντικείμενο την εμπορία τροφίμων (χονδρική και λιανική- super market), με την ειδικότητα της πωλήτριας, αρχικά με δίμηνη σύμβαση πρόσληψης, ήτοι από 01.08.2009 έως και 30.09,2009 (βλ. προσκομιζόμενη σύμβαση εργασίας), οπότε ήταν ηλικίας 21 ετών, μετέπειτα δε ήτοι από 10.2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (βλ προσκομιζόμενη γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας). Εργάζεται, με την ανωτέρω ειδικότητα στο κατάστημα της εναγομένης, το οποίο βρίσκεται στην οδό … στην Κατερίνη Πιερίας. Οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης της ανέρχονται σε 40 ώρες, ήτοι οκτώ (3) ώρες ημερήσιας απασχόλησης Χ πέντε (5) ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης. Ως προς τις αποδοχές της από τότε που προσλήφθηκε προβλεπόταν μισθός σύμφωνα με τις διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας των Εμπορικών Επιχειρήσεων καταβαλλόμενος την 15η ημέρα κάθε μήνα, ενώ η συλλογική σύμβαση βάσει της οποίας αμειβόταν αρχικά είναι η Σ.Σ.Ε. Π.Κ, 103/05.08.2008, η οποία είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με την Υπουργική Απόφαση 69041/3230/6,10.2008 (ΦΕΚ Β' 2137/15.10.2008, υποχρεωτική δε από 5.08.2008 ), η οποία ίσχυσε για τα έτη 2008 και 2009. Μετά τη λήξη της, η ανωτέρω σύμβαση έπαψε να παράγει έννομα αποτελέσματα ως συλλογική σύμβαση και οι όροι της παρέμειναν ως απλοί ενοχικοί όροι στην ατομική σύμβαση της ενάγουσας, με βάση την οποία εξακολουθούσα να αμείβεται. Ακολούθως, στις 09.01.2012 υπογράφηκε μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδος (ΣΕΛΠΕ ), μέλος του οποίου ήταν η εναγόμενη επιχείρηση και της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, μέλος της οποίας ήταν το Σωματείο εργατοϋπαλλήλων Ιδιωτικού τομέα Ν. Πιερίας, το οποίο αντίστοιχα ήταν μέλος του Εργατικού Κέντρου Κατερίνης, που είναι επίσης μέλος της Γ.Σ.Ε.Ε., η Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας « Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα πάσης φύσεως Εμπορικά Καταστήματα όλης της χώρας, των επιχειρήσεων που είναι μέλη του ΣΕΛΠΕ», που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με αριθμό 2/26.01.2012 και έναρξη ισχύος την 01.01,2010, με βάση άρθρο 2 και τίτλο Κατώτατα όρια αποδοχών ορίζονταν τα παρακάτω: « Οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια των υπαγομένων στην παρούσα μισθωτών, όπως έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2009, με βάση τις ρυθμίσεις της από 30.7.2008 (Π.Κ. Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 103/5.8.200Β ) Σ.Σ.Ε., παραμένουν ως έχουν για τα έτη 2010, 2011 και 2012». Με βάση τα ανωτέρω, οι συνολικές μηνιαίες μικτές αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν σε 1.027,35 ευρώ (933,35 ευρώ βασικός μισθός + 93,40 ευρώ επίδομα γάμου), βάσει των οποίων οι συνολικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτής, ανέρχονταν σε 799,94 ευρώ [1.027,35 ευρώ μικτές αποδοχές - 227,41 ευρώ κρατήσεις (ΙΚΑ 169,51 ευρώ + 49,32 ευρώ Φόρος μισθωτών υπηρεσιών + 8,58 ευρώ ειδική εισφορά αλληλεγγύης) (βλ. προσκομιζόμενη απόδειξη πληρωμής Φεβρουαρίου έτους 2012)] και ίσχυαν μέχρι τη λήξη της Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, της οποίας ο χρόνος παράτασης ισχύος της, η λεγόμενη μετενέργεια των ενοχικών όρων της, με βάση το Ν. 4046/2012 θα είχε τρίμηνη διάρκεια, δηλαδή μέχρι την 31.03.2013. Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι η εναγόμενη, χωρίς προηγούμενη συμφωνία και σύναψη νέας ατομικής σύμβασης με την ενάγουσα, βάσει της οποίας (συμφωνίας) και μόνο θα ήταν δυνατή η μεταβολή των όρων της, προέβη κατά μήνα Μάρτιο του 2012 σε μείωση των αποδοχών της ενάγουσας κατά ποσοστό 32 % με βάση των υπ' αριθμ. 6/28.02.2012 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και την δημοσιευθείσα κατόπιν και με αφορμή την ανωτέρω Π.Υ.Σ., υπ' αριθμ. 4601/304 και με ημερομηνία 12.03.2012 ερμηνευτική Εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά παράβαση των συμφωνημένων με την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία υπαγόταν, όπως προελέχθη, η ενάγουσα. Ειδικότερα, το σύνολο των μικτών μηνιαίων αποδοχών της ανέρχεται πλέον σε 562,06 ευρώ (510,95 ευρώ βασικός μισθός 51,10 ευρώ επίδομα γάμου) βάσει των οποίων οι συνολικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτής ανέρχονται σε 469,31 (562,05 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές -92,74 ευρώ κρατήσεις). Ήτοι, για οκτώ (8) μήνες, δηλ. από τον μήνα Μάρτιο του 2012 έως και τον Οκτώβριο του 2012, καταβλήθηκαν σ' αυτήν συνολικά μικτές αποδοχές μειωμένες κατά 3.722,40 ευρώ [(1.027.35 ευρώ - 562 =) 465,30 ευρώ Χ 8)] και συνεπώς καταβλήθηκαν α αυτήν αναλόγως μηνιαίες καθαρές αποδοχές μειωμένες κατά 2,645,04 ευρώ [(799,94 ευρώ - 489,31 =) 330,63 Χ 8]. Πέραν της, κατά παράβαση των όρων αμοιβής και εργασίας, μείωσης των αποδοχών της ενάγουσας, όπως αυτοί ίσχυαν με βάση την από 9.1.2012 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που εξακολουθούσε να ισχύει, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη, η μείωση των αποδοχών της βάσει της 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι αντισυνταγματική, γιατί έλαβε χώρα με ηλικιακό κριτήριο, αφού η ενάγουσα, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήταν ηλικίας κάτω των 25 ετών, οδηγώντας αυτήν ευθέως σε έντονη μισθολογική διαφοροποίηση σε σύγκριση με τους συναδέλφους της μεγαλύτερης ηλικίας. Περαιτέρω η εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012 Π.Υ.Σ., στο άρθρο 1 εδ. β' της οποίας ορίζεται η μείωση των αποδοχών κατά ποσοστό 32 % για τους εργαζόμενους ηλικίας κάτω των 25 ετών, με την οποία, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη, εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά παράβαση των άρθρ. 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι μη εφαρμοστέα. Επομένως, η εναγόμενη όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων της από 9.1.2012 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, στην οποία υπαγόταν η ενάγουσα και εξακολουθούσε να ισχύει και όχι αυτές του άρθρου 1 εδ. β' της Π.Υ.Σ. κατ' απόρριψη των αντίθετων ισχυρισμών της. Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσία και οι υπό στοιχείο Α και Β πρόσθετες παρεμβάσεις. Να υποχρεωθεί η εναγόμενη, για την αιτία του ιστορικού, να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.722,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο, για τα ποσά που αφορούν σε διαφορές μηνιαίων μικτών τακτικών αποδοχών, από την πρώτη ημέρα κάθε αμέσως επομένου εκείνου που αφορούν μήνα. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να γίνει δεκτό στην ουσία του (άρθρ. 907 και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ ), ενώ τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και των προσθέτως παρεμβαινόντων, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης, που ηττάται στην παρούσα δίκη (άρθρ. 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπ' αριθμ. 302/12.11.2012 αγωγή και τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετης παρεμβάσεις με παρόντες τους διαδίκους.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπό στοιχείο Α' πρόσθετη παρέμβαση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.) και του Εργατικού Κέντρου Κατερίνης (Ε.Κ.Κ.), υπέρ της ενάγουσας.
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπό στοιχείο Β' πρόσθετη παρέμβαση της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Ι.Υ.Ε.) υπέρ της ενάγουσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων είκοσι δύο ευρώ και σαράντα λεπτών του ευρώ (3.722,40) με τους νόμιμους τόκους όπως ειδικότερα εκτίθεται στο σκεπτικό της παρούσας.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα των προσθέτως υπό στοιχείο (Α) παρεμβαινουσών, τα οποία ορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα της προσθέτως υπό στοιχείο (Β) παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2015, στην Κατερίνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...