Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Ο μνημονιακός ΚΑΤΟΧΙΚΟΣ Κώδικας της δυστυχίας [Ι].

Ν. Παρασκευόπουλος
Διαβάστε τον ολόκληρο εδώ από το site της Βουλής των Ελλήνων. Γράφει ο blogger. ΠΗΓΗ.

Εν όψει του πρόδηλου ενδιαφέροντος για τις περιουσίες των εξανδραποδισμένων συμπατριωτών μου που βρίσκονται στο έλεος της ΣΥΜΜΟΡΙΑΣ τωνευρωΠΕΩΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΩΝ εκτίθενται μερικές σκέψεις πάνω στον άρτι ψηφισθέντα νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που, αν ηΘΛΙΒΕΡΗ ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΡΟΖ ΠΑΡΕΟΥΛΑ που υποδύεται την κυβέρνηση της αποικίας χρέους κάπου στην Βαλκανία είχε στοιχειώδη αίσθηση ντροπής, όφειλε να τον ονομάσει Κώδικα Γκιλοτίνα της ντροπής με αρχιδήμιο τον Τραπεζοτοκογλύφο! Υπουργός εισηγητής αυτού του κώδικα ο κ. Νίκος Παρασκευόπουλος,
καθηγητής στο Ποινικό Δίκαιο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο[δηλαδή ΑΣΧΕΤΟΣ με την θεματική του απαράδεκτου αυτού Κώδικα], που ως πολιτικός δεν έχει ΚΑΜΙΑ νομιμοποίηση από τον Λαό [αφού δεν είναι βουλευτής] αλλά έναςΔΙΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ [όπως κι όλοι αυτοί οι διορισμένοι ΘΛΙΒΕΡΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ που αποκαλούνται βουλευτές Επικρατείας!] του Λοχία της πολιτικής μάντρας στην οποία ανήκει. Άλλο ένα ενάντιο επιχείρημα-η συγκεκριμένη δράση του-για τους λεγόμενους τεχνοκράτες που θα σώσουν την Ελλάδα!
Αυτός και οι όμοιοι του μου ανακαλούν-βίαια-στην μνήμη τον Μέγιστο J.J. Rousseau, «από τη στιγμή που οι δημόσιες υπηρεσίες παύουν να είναι η κύρια απασχόληση των πολιτών, κι αυτοί αρχίζουν να αρέσκονται περισσότερο με το να γεμίζουν το πουγγί τους, παρά να ενδιαφέρονται για το άτομο τους, το Κράτος βρίσκεται κιόλας πολύ κοντά στην ΕΡΗΜΩΣΗ του. Χρειάζεται να γίνει κάποιος πόλεμος; Οι πολίτες πληρώνουν μισθοφόρους κι αυτοί μένουν στα σπίτια τους. Πρέπει να πάνε στις συνελεύσεις; Διορίζουν αντιπροσώπους και μένουν στα σπίτια τους. Από αγάπη για το χρήμα και την τεμπελιά δημιούργησαν στρατιώτες για να υποδουλώσουν την ίδια την πατρίδα τους, ΚΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΞΕΠΟΥΛΗΣΟΥΝ«!!!» (Το κοινωνικό συμβόλαιο, σελ.153, έκδοση ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, σε μετάφραση Δημ. Κωστελένου).
i) Επί των ενδίκων μέσων.
1) Σύμφωνα με το νέο άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, «εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200 €, 300 € και 400 € αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες… Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο». Το άθλιο αυτό χαράτσι που σαν μοναδική συνέπεια έχει την απαγόρευση πρόσβασης του πολίτη στη Δικαιοσύνη καθιερώθηκε με τους ν. 4055/ 2012 [άρθρο 12 § 2] και 4139/ 2013 [άρθρο 93 § 1]. Διατυπώθηκε η εξής θλιβερή αιτιολογία [από γνωστό Αρεοπαγίτη «συγγραφέα» μάλιστα!] για την δικαιολόγηση του: «η ρύθμιση αυτή είναι αποτέλεσμα της δικαστηριακής πρακτικής που έχει παρατηρηθεί η άσκηση αβάσιμων ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων που είναι τεκμηριωμένες και έχουν επιλύσει κατά ορθό τρόπο τόσο τα νομικά όσο και τα ουσιαστικά ζητήματα και τούτο για να επιβραδύνεται η εκτέλεση των αποφάσεων… Η κατάθεση του συνιστά όρο της άσκησης του ενδίκου μέσου, με συνέπεια να είναι ανεπίτρεπτη η κατάθεση του σε μεταγενέστερο χρόνο και ειδικότερα κατά τη συζήτηση των ενδίκων μέσων!» [Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, οι τροποποιήσεις του Ν. 4055/ 2012, έκδοση 2012, άρθρο 495 § 1 και 3, σελίδες 61-62]. Αντί άλλης αντίκρουσης αυτής τηςΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗΣ και ΥΠΟΤΙΜΗΤΙΚΗΣ της νοημοσύνης των νομικών άποψης περιορίζομαι στην παράθεση της υπ’ αριθμό 108/ 2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων [δικαστής ο Πρόεδρος Εφετών Ιωαννίνων κ. Λ. Καρέλος] για να διαπιστώσει και ο απλός, μη νομικός, πολίτης, τι σημαίνει καταρτισμένος δικαστής, τι σημαίνει να σέβεται το Σύνταγμα ένας δικαστής. Την υποδειγματική αυτή απόφαση διαβάστε την στην ανάρτηση «Αντισυνταγματικότητα παραβόλου για άσκηση έφεσης«.
2) Άλλο ζήτημα που είχε τεθεί ενόψει αυτών των ΑΘΛΙΩΝ χαρατσιών ήταν και το εξής: σε περίπτωση πλειονότητας διαδίκων, πόσα χαρατσοπαράβολα κατατίθενται, ένα ή τόσα όσα και οι ασκούντες το ένδικο μέσο; Η νμλγ μας διχάσθηκε διατυπώνοντας δυο απόψεις. Η μια (αυστηρή) δέχτηκε, διακρίνοντας, ότι επί μεν αναγκαστικής ομοδικίας κατατίθεται ένα παράβολο ενώ επί απλής τόσα όσα και οι ασκούντες το ένδικο μέσο [βλ. Εφετείο Αθηνών 4606/ 2012], η άλλη δέχτηκε, χωρίς διάκριση, ότι πάντα κατατίθεται ένα παράβολο [βλ. Εφετείο Θεσ/ κης 162/ 2013]. Η νομοθετική μεταρρύθμιση έκλεινε-όπως καθίσταται σαφές-προς την άποψη του Εφετείου Θεσ/ κης, εμμένοντας πάντως στην απαίτηση για κατάθεση χαρατσοπαράβολου! Το μη χείρον, βέλτιστον!!
ii) Κατά τον Πατριάρχη του Αστικού Δικονομικού Δικαίου Γεώργιο Ράμμο [Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, τόμος Γ’, 1982, § 329.IV-VIII, σελίδες 1297-1298], «IV) Η κοινωνική και οικονομική σημασία τής εκτελέσεως. Η κατά τήν φύσιν καί τον σκοπόν αυτής διενέργεια τής αναγκαστικής εκτε­λέσεως, η δραστικότης καί η κατά τό έφικτόν ταχεία πραγματοποίησις αύτης καθιστά εμφανή και ούσιαστικήν τήν κοινωνικήν και οίκονομικήν άποστολήν τής Πολιτικής Δικονομίας ή του Αστικού Δικονομικού Δικαίου και του ισχύοντος δικαίου έν γένει, διότι ικανοποιεί τήν άξίωσιν του ενδια­φερομένου. V) Αι θεωρητικοί και πρακτικαί δυσχέρειαι και τα προβλήματα τής εκτελέσεως. Α) Η αναγκαστική έκτέλεσις άφορά τομέα τής κοινω­νικής ζωής και τής εννόμου τάξεως, εις τονοποίον η συνάντησις, η διασταύρωσις και η σύγκρουσις αντιθέτων, ηθικής, οικονομικής και κοινωνικής φύ­σεως συμφερόντων και τάσεων έκδηλούνται έντονώτερον καί ζωηρότερον ή εις άλλας σφαίρας εφαρμογής του ισχύοντος ουσιαστικού καί δικονομικού δικαίου.. Β) Η έξισορρόπησις καί έν αρμονία θέσις τών αντιθέτων τούτων τάσεων καί ροπών αποτελεί δυσχερή καί εργώδη προσπάθειαν του νομοθέτου άφ’ ενός καί τών παραγόντων τής εκτελέσεως εν τινι δέ μέτρω θα ήδύνατο να λεχθή καί τής κοινωνίας έν γένει άφ’ έτερου. VI) Η φύσις τής εκτελέσεως ώς εξαιρετικού μέτρου. Α) Η αναγκαστική έκτέλεσις, αποτελούσα έκδήλωσιν τής ασκήσεως τής πολιτικής ή κρατικής εξουσίας, (του imperium), περιλαμβάνει καί πράξεις ή ενεργείας εξαναγκασμού, ηθικού καί υλικού, α­μέσου καί εμμέσου, ή άλλως νομίμου βίας καί επιβολής καί πραγματοποιήσεως τών εκάστοτε οριζομένων υπό του ισχύοντος δικαίου αμέσως ή εμμέσως διά τών εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων ή άλλων (εκτελεστών τίτλων). Β) Η χρησιμοποίησις όμως τοιούτων μέτρων συγχωρείται καί πρέπει νά λαμβάνη χώραν, μόνον έφ’ όσον ειδικώς καί σαφώς εκάστοτε προβλέπεται, ώς ελέχθη, ανωτέρω, καί μόνον έφ’ όσον καί έν ω μέτρω είναι αναγκαία εκάστοτε αυτή. VII) Η ευχέρεια τής διενεργείας τής εκτελέσεως ώς μέσον αποφυγής αυτής. Η αναγκαστική έκτέλεσις αποφεύγεται ή ματαιούται ε­νίοτε, ακριβώς διότι είναι δυνατόν ευχερώς καί συντόμως νά λάβη χώραν αυ­τή. Έν άλλαις λέξεσιν, όσον ευχερέστερον καί ταχύτερον δύναται νά διενεργηθή εκάστοτε η αναγκαστική έκτέλεσις, τόσον συχνότερον προλαμβάνεται ή δέν πραγματοποιείται αύτη ακριβώς διά τον λόγοντούτον. Δηλαδή, έφ’ όσον ό οφειλέτης κλπ. βλέπει ότι είναι ευχερής ανά πασαν στιγμήν η έπίσπευσις εναντίον του τής αναγκαστικής εκτελέσεως, προσφέρεται εκουσίως ή άλλως αυθορμήτως εις έκπλήρωσιν τής υποχρεώσεως του προς αποφυγήν τής ουχί άνευ θυσιών καί επιβαρύνσεων του συνήθως δυναμένης νά χωρήση άνευ ελπίδων βάσιμων άποκρούσεως αναγκαστικής εκτελέσεως. VIII) Η δραστικότης τής εκτελέσεως. Α) Η αναγκαστική έκτέλεσις είναι η δραστική καί έντονος καί κατά τάς περιστάσεις ταχεία έπέμβασις τών οργάνων της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι δυνατόν να παρομοιωθή προς την χειρουργικήν επέμβασιν εις τό πεδίον της ιατρικής δραστηριότητος. Είναι η εγχείρησις του άσθενούντος τομέως ή σημείου τής κοινωνικής λειτουργίας. Β) Καί εκ τής τοιαύτης φύσεως τής αναγκαστικής εκτελέσεως ού μόνον δικαιολογείται, άλλά και επιβάλλεται όπως η διοργάνωσις γί­νεται κατά τοιούτον τρόπον ώστε καί η διενέργεια αυτής να πραγματοποιήται όσον τό δυνατόν ταχύτερον. Η παράτασις καί η έκκρεμότης τής σχετικής δια­δικασίας βλάπτει καί αυτήν ταύτην την ούσίαν καί τό περιεχόμενον τής α­ναγκαστικής εκτελέσεως».
iii) Στο βασικό άρθρο που καθορίζει την άμυνα του καθού η αναγκαστική εκτέλεση [χειρουργική επέμβαση κατά τον Πατριάρχη Γεώργιο Ράμμο], το άρθρο 933 ΚΠολΔ[όπως θα ισχύσει από 1-1-2016 βάσει του Ν. 4335/ 2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/ 2015 Τροποποιήσεις ΚΠΟΛΔ/ Πιστωτικά ιδρύματα»] που ρυθμίζει τα της ανακοπής, δεν βλέπω τίποτα το ιδιαίτερο και ανησυχητικό. Πρώτα όμως ας εξετάσουμε, δι’ ολίγων, τι μέρος του λόγου είναι αυτή η ανακοπή.
1) Σύμφωνα με το «νέο» άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [εφεξής ΚΠολΔ], ανάμεσα σε άλλα, “§ 1. Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεσε… και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή… Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο”. Σύμφωνα δε με το άρθρο 583 ΚΠολΔ «αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα το, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής». Γίνεται δεκτό από την Επιστήμη [Ι. Μπρίνιας, Αναγκαστική εκτέλεσις, 19782, άρθρο 933 § 151, σελίδες 398-399, Π. Γέσιου Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, 1998, § 34.ΙΙ, πλαγιάριθμος 7 (από την οποία το παρατιθέμενο απόσπασμα), σελ∙ 480 κλπ] αλλά και την νμγ του Ακυρωτικού μας [ΑΠ 129/ 1994, ΑΠ 241/ 1994, ΑΠ 1303/ 1988, ΑΠ 1910/ 1999 κλπ], «η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ αποτελεί μια μορφή της γενικής ανακοπής του ΚΠολΔ 583 που ρυθμίζεται όμως ειδικά. Διότι και αυτός που αμύνεται κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως στρέφεται κατά πράξεων στις οποίες δεν έλαβε μέρος και που του προκαλούν βλάβη ή θέτουν σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του. Για τον λόγο αυτόν, όταν δεν χρειάζεται ειδική ρύθμιση στην ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, ο νομοθέτης παραπέμπει ρητά ή αφήνεται σιωπηρά στις γενικές διατάξεις της ανακοπής των άρθρων 584-585». Η ανακοπή αυτή [ΚΠολΔ 583] δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αγωγή αυτού που δεν έλαβε μέρος στην εξώδικη ή δικαστική πράξη που στρέφεται εναντίον του [Γ. Ράμμος, όπ.πάρ, τόμος Β’, 1980, § 293.ΙΙΙ.Α, σελ∙ 1092], αίτημα της δε είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης [ανακοπτόμενης] πράξης. Η διαφορά της ανακοπής αυτής από τα γνωστά ένδικα μέσα [ανακοπή ερημοδικίας, έφεσης, αναψηλάφησης, αναίρεσης] έγκειται στο γεγονός ότι παρέχεται σε τρίτους ενώ τα ένδικα μέσα στους διαδίκους [Γ. Ράμμος, όπ.πάρ, § 292.ΙΙ, σελ∙ 1090]. Η ανακοπή αυτή [583] προσδίδει στον ανακόπτοντα θέση εναγομένου με θεμελιώδη συνέπεια να ορίζεται ως αρμόδιο δικαστήριο εκδίκασης της το της κατοικίας του ανακόπτοντος επέχοντος αυτού θέση εναγομένου [Γ. Ράμμος, όπ.π, § 293.ΙΙΙ.Β.α, σελ∙ 1092, ΑΠ 1117/ 1993] παρ’ ότι αυτός την ασκεί και κανονικά θάπρεπε να θεωρείται αυτός ενάγων με αποτέλεσμα η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου να καθορίζεται από την κατοικία του καθού η ανακοπή. Η ανακοπή αυτή δεν υπόκειται σε αγωγόσημο-χαρατσόσημο [σπουδαίο ζήτημα ενόψει του πρόσφατου διπλασιασμού του από 4 ‰ σε 8 ‰! [άρθρο πρώτο ΙΓ’ περίπτωση 6 ν. 4093/ 2012]. Τέλος, ο ανακόπτων [της 583 ΚΠολΔ] δεν υποχρεούται σε παροχή εγγύησης παρά την συνδρομή των όρων της [704 ΚΠολΔ] (Γ. Ράμμος, όπ.π, σελ 1093 υπό  293.ΙΙΙ.Β.γ).
2) Σύμφωνα με το νέο άρθρο 933 § 5 «οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία». Το παλιότερο άρθρο όριζε στην § 4, «οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι». Από μια απλή ανάγνωση των δυο αυτών κειμένων προκύπτει μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ τους. Το παλιότερο‒και νυν ισχύον‒άρθρο 933 § 4 έδιδε την εντύπωση ότι ο καθού η εκτέλεση μπορούσε, στα πλαίσια της ανακοπής του, να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί απόσβεσης της εκτελούμενης αξίωσης και με μάρτυρες. Όμως αυτή η εντύπωση είναι εσφαλμένη και η νέα ρύθμιση δεν είναι χειρότερη για τον αμυνόμενο, απλώς νομοθέτησε αυτά που δεχόταν η νμλγ μας υπό την ισχύ της τροποποιούμενης ρύθμισης. Συγκεκριμένα, με την υπ’  αριθμό 10/ 1993 απόφαση της Ολομέλειας του Ακυρωτικού μας γινόταν δεκτό ότι η άμεση απόδειξη του ισχυρισμού περί απόσβεσης της εκτελούμενης αξίωσης αποδεικνύεται μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία. Επομένως, η νέα ρύθμιση απλώς νομοθέτησε αυτά που δεχόταν η νμλγ του Ακυρωτικού μας. Πάντως, σωστότερη μου φαίνεται η άποψη της μειοψηφίας [ενός μέλους] στην Ολομελειακή αυτή, την οποία και παραθέτω: «εφόσον η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, όλοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, και αυτοί που αφορούν την απόσβεση της απαιτήσεως, επιτρέπεται να αποδειχθούν με κάθε αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες. Η άμεση απόδειξη των ισχυρισμών αυτών που επιβάλλεται από το 933 § 4 αναφέρεται, τόσο κατά την γλωσσική ερμηνεία όσο και κατά το σκοπό της διατάξεως, όχι στα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα αλλά στο χρονικό σημείο που πρέπει να προσκομισθούν τα μέσα αυτά… Μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ 270 οι διάδικοι όχι μόνο μπορούν αλλά και οφείλουν να προσκομίσουν προαποδεικτικά στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα, δηλαδή και τους μάρτυρες, και συνεπώς το βάρος για την άμεση απόδειξη των αποσβεστικών ισχυρισμών δεν αποτελεί εμπόδιο για την απόδειξη τους και με μάρτυρες. Ούτε θίγεται το δικαίωμα της ανταποδείξεως αφού ο αντίδικος του επικαλούμενου τον αποσβεστικό ισχυρισμό οφείλει επίσης να προσκομίσει στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά του μέσα, δηλαδή και τους μάρτυρες».
iv) Σχετικά με τα ακατάσχετα [ΚΠολΔ 953 § 3, παλαιό  953 § § 3-5]. Σύμφωνα με το νέο άρθρο ορίζεται, «Εξαιρούνται από την κατάσχεση τα πράγµατα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του και, προκειµένου για πρόσωπα που µε την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγµατα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία τους». Στην έκθεση της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής διαβάζουμε, “Δεδοµένου ότι η φράση «στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης» συνιστά αόριστη νοµική έννοια, θα έπρεπε, ενδεχοµένως, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να καθορισθούν ρητώς τα κριτήρια και οι συνθήκες υπό τις οποίες οι ανάγκες διαβίωσης παρίστανται ως «στοιχειώδεις». Θα έπρεπε, επίσης, να διευκρινισθεί αν οι «στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης ταυτίζονται µε τις ανάγκες «αξιοπρεπούς» διαβίωσης”. Με την νέα νομοθετική ρύθμιση επιχειρήθηκε η υπάρχουσα κατηγοριοποίηση των ακατασχέτων να τεθούν υπό μια γενική διάταξη. Πόσο σωστό και προοδευτικό είναι άραγε αυτό; Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στην Επιστήμη και μάλλον και στην νμλγ μας [βλ. μεταξύ άλλων, Ι. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, 1979, άρθρο 953 § 269.ΙΙ, σελ. 724 επικαλούμενος παλαιότερη νμλγ (ΕφΑθ 129/ 1970), και τους ακολουθούντες αυτόν, Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα-(Νικολόπουλο)ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμο ΙΙ, 2000, άρθρο 953 § 2, σελ. 1839], Βαθρακοκοίλη, ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμο Ε’, 1997, άρθρ 953 § 8, σελ. 677] ως εξαιρετικό δίκαιο ή, κατ’ άλλη έκφραση που δέχεται η νμλγ μας “ο προσδιορισμός των ακατασχέτων είναι περιοριστικός” [Εφετείο Αθηνών 63/ 1989]. Επομένως, η ρύθμιση αυτή είναι επικίνδυνη αφού περιστέλλει τα δικαιώματα του πενόμενου οφειλέτη. Μια στοιχειώδης προστασία του είναι η διαπίστωση για την σοβαρή παράλειψη του μνημονιακού ΚΑΤΟΧΙΚΟΥ νομοθέτη στην οποία προβαίνει η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής. Όμως, η πραγματικότητα από την ελληνική δικαστηριακή δεν είναι αισιόδοξη όταν τίθενται ζητήματα συνταγματικότητας μιας διάταξης. Εν πάσει περιπτώσει, νομίζω πως χρήσιμος οδηγός στην ερμηνεία και εφαρμογή της νέας ρύθμισης θα αποτελέσουν-αναμφίβολα-τα γενόμενα δεκτά μέχρι σήμερα από την νμλγ μας και την Επιστήμη, αλλά επίσης και η επίκληση και εφαρμογή του άρθρου 2 § 1 και του άρθρου 5 ισχύοντος Συντάγματος. Έχει κριθεί λ.χ πως στην κατηγορία των ακατασχέτων υπάγονται: η τηλεόραση, το πλυντήριο, η τραπεζαρία, τα κλιματιστικά [ΜονΠρωτΑθηνών 401/ 2001, (Κων/ νος Καλλιγέρης), το αυτοκίνητο του επαγγελματία αυτοκινητιστή [ΜονΠρωτΚαβάλας 1268/ 2007, ΜονΠρωτΔράμας 42/ 2010, ΜονΠρωτΘεσ/ κης 13.324/ 2010].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis