Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Κοινός λογαριασμός, ανάληψη από έναν, αδικοπραξία.

Περίληψη. Τραπεζικοί λογαριασμοί. Εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ περί παρακαταθήκης. Αποδεικτική ισχύς του βιβλιαρίου κατάθεσης ταμιευτηρίου. Χρηματική κατάθεση σε τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό επ΄ ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού. Δικαιούχοι του κατατεθέντος ποσού. Σχέση καταθέτη, τρίτου στο όνομα του οποίου έγινε η κατάθεση και τράπεζας. Αν αναληφθεί το ποσό της κατάθεσης από έναν δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαίτησης και ως προς τον άλλο, τον μη αναλαβόντα δικαιούχο. Πρόστηση. Προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης Τράπεζας. Πότε υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας. Ευθύνη της υπαλλήλου Τράπεζας η οποία προκειμένου να εξυπηρετήσει το δεύτερο δικαιούχο του λογαρισμού που ήταν γνωστός της του επέτρεψε να πραγματοποιήσει ανάληψη χωρίς να προσκομίσει το βιβλιάριο. 

Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα 405/2007

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχει επ`αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ.1β του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία επί ανώμαλης παρακαταθήκης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη και επομένως και η διάταξη του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το παραδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", η οποία, ως ειδική, υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 του Α.Κ., "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ`αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήταν πλαστή, πλήν αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλη εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία". Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων"είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρία και στο οποίο απεικονίζεται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της, τόσο η αρχική κατάθεση, όσο και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων, με βάση τα γραμμάτια καταθέσεως και αναλήψεως χρημάτων, που ο καταθέτης υπογράφει και διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή.Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της οφειλέτριας τράπεζας ή δεν απεικονίζει την πραγματικότητα λόγω καταθέσεως χρημάτων στο λογαριασμό του δικαιούχου ή αναλήψεως χρημάτων από αυτόν χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου που ενημερώνεται με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 443 εδ.3 του Κ.Πολ.Δ., με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 448 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνο ανταπόδειξη κατά της αληθείας των εγγραφών αυτών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του Ν. 5368/1932, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δα του Ν.Δ. 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό επ’ ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού, είναι κατά την έννοια του νόμου αυτού, η κατάθεση η οποία περιέχει τον όρο, ότι από τον λογαριασμό αυτό μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι οι κατ ιδίαν δικαιούχοι, η δε χρηματική κατάθεση, για την οποία η αρχική σκέψη της παρούσας, επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων προσώπων, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του Ν. 5368/1932, ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου ενεργητική σε ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της καταθέσεως και ως προς τον άλλο, τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος από το νόμο αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το ήμισυ της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (Α.Π. 1357/2002, Α.Π.593/1992). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις 1) ζημία κάποιου, 2) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παράνομα, 3) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, 4)η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψή του και 5) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε. Η μεταξύ κάποιας ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, οπότε ιδρύεται σε βάρος εκείνου που παρανόμως και υπαιτίως έπραξε ή παρέλειψε ευθύνη προς αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, εξαρτάται από το εάν η πράξη ή παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε ένα από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος που αν αυτός έλειπε, το αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της (η πράξη ή παράλειψη) και αντικειμενικά λαμβανόμενη, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των ήδη αναιρεσειόντων και του ...., δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) κατοικούσε στο ....της πρώην Σοβιετικής Ένωσης μέχρι το έτος 1992, οπότε με την οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και για βιοπορισμό ασκούσε το επάγγελμα της μικροπωλητού σε λαϊκές αγορές. Ότι τον Ιούλιο 1995 ο γνωστός της .... τη γνώρισε με τον .... Ότι, ο τελευταίος παρουσιάσθηκε κατ αρχήν στον άνω γνωστό της ενάγουσας και στη συνέχεια, μέσω του τελευταίου και στην ίδια ως εισαγωγέας, από τον οποίο η ενάγουσα θα μπορούσε να αγοράζει τα πράγματα που ήταν αντικείμενο της δουλειάς της σε συμφέρουσα τιμή, ώστε η μεταπώλησή τους να της εξασφαλίζει μεγαλύτερο κέρδος.
Ότι, η ενάγουσα πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του ... και συμφώνησαν να αγοράσει από αυτόν πετσέτες, η εισαγωγή των οποίων είχε ήδη δρομολογηθεί και θα ολοκληρωνόταν στο τέλος Σεπτεμβρίου 1995.Ότι, για την επίτευξη όμως αυτής (εισαγωγής) έπεισε την ενάγουσα ότι απαιτείτο να καταθέσει σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, με δικαιούχους αμφοτέρους (ενάγουσα και ....), το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Ότι, προς τούτο την 1-8-1995 η ενάγουσα, ο ..., ο κοινός γνωστός τους ....και η συγγενής της ενάγουσας ...., η οποία γνώριζε την Ελληνική γλώσσα, προσήλθαν στο υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας στον ....Αττικής, όπου η ενάγουσα κατέθεσε το ποσό των 10.000.000 δραχμών σε κοινό λογαριασμό, με δικαιούχους την ίδια και τον .....Ότι, στο άνω υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας παρείχε την εργασία της, δυνάμει σχετικής συμβάσεως, η δεύτερη εναγομένη (Z1), ως λογιστής Α και από 31-7-1995 ως προισταμένη του τμήματος καταθέσεων- κίνησης κεφαλαίων, με δικαίωμα Β υπογραφής, η οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον .... και πραγματοποίησε τη διαδικασία ανοίγματος του κοινού λογαριασμού.Ότι, μετά την κατάρτιση της άνω σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και την κατάθεση του ποσού των 10.000.000 δραχμών παραδόθηκε στην ενάγουσα βιβλιάριο ταμιευτηρίου, στο οποίο απεικονίζεται η κατάθεση του ως άνω ποσού, στην τελευταία δε σελίδα του αναφέρονται οι "όροι καταθέσεων ταμιευτηρίου σε δραχμές". Ότι, σύμφωνα με τον 5ο όρο "κάθε ανάληψη γίνεται από τον ίδιο το δικαιούχο ή τον αντιπρόσωπό του, νόμιμα εξουσιοδοτημένο, με την προσκόμιση του βιβλιαρίου και την υπογραφή του προβλεπόμενου παραστατικού. Σε περίπτωση που η τράπεζα κατ εξαίρεση επιτρέψει ανάληψη χωρίς το βιβλιάριο, τότε ο καταθέτης οφείλει να το προσκομίσει για ενημέρωση το συντομότερο". Ότι, το βιβλιάριο από την κατάρτιση της σύμβασης και συνεχώς έκτοτε το είχε στην κατοχή της η ενάγουσα. Ότι, ο έτερος δικαιούχος εμφανίσθηκε στο ως άνω υποκατάστημα και μία φορά στο υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας στην Πάτρα χωρίς βέβαια βιβλιάριο και με τμηματικές αναλήψεις έλαβε το συνολικό ποσό των 10.000.000 δραχμών.Ότι, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους δελτία ανάληψης χρημάτων προκύπτει ότι για κάθε ανάληψη απαιτείτο η υπογραφή δύο υπαλλήλων της τράπεζας, σε όλα δε η δεύτερη υπογραφή είναι της εναγομένης υπαλλήλου, ενώ σε δύο, σ αυτά δηλαδή δυνάμει των οποίων ο ...πραγματοποίησε ανάληψη 3.500.000 δραχμών από υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας στην Πάτρα και ανέλαβε στις 28-5-1995 500.000 δραχμές υπάρχει μόνο η υπογραφή της εν λόγω υπαλλήλου. Ότι, η ενάγουσα, έχοντας πεισθεί στις διαβεβαιώσεις του ....ότι θα την προμηθεύσει εμπορεύματα μετά την πάροδο ενός μηνός από την κατάθεση των χρημάτων και γνωρίζοντας ότι ανάληψη των χρημάτων, ενόψει του προαναφερθέντος όρου που αναφέρεται στο βιβλιάριο μόνο αυτή που κατείχε το βιβλιάριο μπορούσε να πραγματοποιήσει, ανέμενε την εκπλήρωση των συμφωνηθέντων μεταξύ αυτής και του ....Ότι, όταν στις αρχές Σεπτεμβρίου 1995 διαπίστωσε ότι όλα όσα ο τελευταίος την είχε διαβεβαιώσει ήταν ψευδή και αυτός εξαφανίσθηκε, προσήλθε στο ίδιο υποκατάστημα που είχε καταθέσει τα χρήματα για να τα αναλάβει, μόλις όμως την αντιλήφθηκε η εναγομένη υπάλληλος, χωρίς να προβεί σε ενημέρωση του βιβλιαρίου, τη διαβεβαίωσε ότι ο λογαριασμός ήταν μηδενικός και ότι το συνολικό ποσό των χρημάτων το είχε τμηματικά εισπράξει ο ....Ότι, έτσι η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Ότι, με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνεται αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης υπαλλήλου, λόγω δε της υπάρξεως σχέσεως προστήσεως μεταξύ της τελευταίας και της εναγομένης τράπεζας ευθύνεται και αυτή (τράπεζα) προς αποζημίωσή της.Ότι, ειδικώτερα, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης υπαλλήλου συνίσταται στο ότι από βαρειά αμέλειά της, προκειμένου προφανώς να "εξυπηρετήσει" το σύντροφό της, επέτρεψε στον τελευταίο, χωρίς να προσκομίσει το βιβλιάριο, να πραγματοποιήσει το πρώτον ανάληψη χρημάτων, χωρίς να υφίσταται εξαιρετική περίπτωση, παραβιάζοντας την υποχρέωσή της, που θεσπίζετο με την έγγραφη σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του .... αφενός και της τράπεζας αφετέρου, σύμφωνα με την οποία είχε υποχρέωση να μην επιτρέψει την ανάληψη, αφού δεν επρόκειτο περί εξαιρετικής περιπτώσεως, μετά δε την παράνομη αυτή ενέργειά της, ενώ σύμφωνα με τον ίδιο όρο της σύμβασης είχε υποχρέωση να απαιτήσει από τον καταθέτη να προσκομίσει το βιβλιάριο για ενημέρωση το συντομότερο, παραβιάζοντας κατάφωρα την ως άνω υποχρέωσή της επέτρεψε και άλλες αναλήψεις χωρίς βιβλιάριο, ώστε ο... σε διάστημα μικρότερο του ενός μηνός να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως. Ότι, εξάλλου η εναγομένη όφειλε να θεωρήσει δεδομένη την ύπαρξη κάποιας συμφωνίας μεταξύ του ....και της ενάγουσας σχετικά με την κατάθεση αυτή, γιατί αν η τελευταία επιθυμούσε να καταβάλει αυτό το χρηματικό ποσό στον ...όπως "εν τοις πράγμασι" έγινε λόγω της συμπεριφοράς της εναγομένης υπαλλήλου δεν υπήρχε λόγος να πραγματοποιήσει κατάθεση σε κοινό λογαριασμό και εντεύθεν όφειλε (η εναγομένη) τουλάχιστον να ενημερώσει την ενάγουσα για την κίνηση του λογαριασμού της, γιατί ναι μεν ο .... ως δικαιούχος του κοινού λογαριασμού είχε δικαίωμα να πραγματοποιήσει ανάληψη ολόκληρου του ποσού με την προσκόμιση όμως του βιβλιαρίου, ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι δικαιούχοι να ενημερώνονται για την κίνηση του λογαριασμού και την εκπλήρωση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων.Ότι, η εναγομένη υπάλληλος κατά την κατάθεση των χρημάτων είπε στην ενάγουσα ότι αυτή μόνο μπορούσε να κάνει ανάληψη χρημάτων. Και ότι συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στην πρόκληση της ζημίας της δεν αποδείχθηκε και η σχετική ένσταση της εναγομένης τράπεζας είναι αβάσιμη κατ ουσίαν. Εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η εναγομένη- αναιρεσείουσα, υπάλληλος της επίσης αναιρεσείουσας τράπεζας, η οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον .... πραγματοποίησε τη διαδικασία ανοίγματος του κοινού λογαριασμού και κατά την κατάθεση των χρημάτων είπε στην ενάγουσα "εσύ που έχεις το βιβλιάριο εσύ μόνο μπορείς να κάνεις ανάληψη χρημάτων", από υπαιτιότητά της, προκειμένου να "εξυπηρετήσει" τον άνω σύντροφό της, υπογράψασα τα σχετικά δελτία ανάληψης χρημάτων, επέτρεψε σ αυτόν, χωρίς να προσκομίσει το βιβλιάριο, να πραγματοποιήσει την πρώτη ανάληψη χρημάτων, στη συνέχεια δε, όχι μόνο δεν απαίτησε από αυτόν να προσκομίσει το βιβλιάριο για ενημέρωση το συντομότερο, αλλά του επέτρεψε και τις προαναφερθείσες υπόλοιπες αναλήψεις χρημάτων, επίσης χωρίς βιβλιάριο, ώστε στο προαναφερθέν μικρό χρονικό διάστημα ο ανωτέρω ....να εισπράξει το συνολικό ποσό της κατάθεσης των 10.000.000 δραχμών, κατά το οποίο ζημιώθηκε η ενάγουσα, αυτή (εναγομένη- αναιρεσείουσα υπάλληλος), ανεξαρτήτως της παραβάσεως του 5ου όρου της άνω συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, ετέλεσε και αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, δεδομένου ότι 1)οι ανωτέρω πράξεις και η συνολική ως άνω συμπεριφορά αυτής είναι παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο, κατ άρθρο 914 Α.Κ. επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολομ.Α.Π. 967/1973), 2)η υπάλληλος αυτή, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, ετέλεσε τις πράξεις αυτές υπαιτίως και 3)υφίσταται, κατά τις παραδοχές, αιτιώδης συνάφεια, υπό της εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, μεταξύ των άνω ζημιογόνων πράξεων και της συνολικής συμπεριφοράς της υπάλλήλου και της εξ αυτής επελθούσης στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ως άνω ζημίας. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα υπάλληλος ετέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, ευθυνόμενη σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τόσο αυτή όσο και η προστήσασα αυτήν τράπεζα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 του Α.Κ. και 1 του Ν.5368/1932 και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του λόγοι της αναιρέσεως της τράπεζας, ως και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως της άνω υπαλλήλου, είναι αβάσιμοι…
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη α) την από 1-8-1995 αίτηση της αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα τράπεζα, β) την από 1-8-1995 "δήλωση στοιχείων για το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων", γ) το βιβλιάριο ταμιευτηρίου του άνω κοινού λογαριασμού στο όνομα της αναιρεσιβλήτου και του ...., δ)την 70786/2000 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ε)την κατάθεση της εγκαλούσας- αναιρεσίβλητης στο άνω δικαστήριο και στ)τις καταθέσεις του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης και της ... ενώπιον του Εισηγητή-Δικαστή και οι εκ του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι δεύτερος λόγος της αναιρέσεως της τράπεζας, τρίτος λόγος της αναιρέσεως της υπαλλήλου της, πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του δικογράφου των προσθέτων της αναιρέσεως της τράπεζας, είναι αβάσιμοι.
Επίσης, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, επιτρεπτώς έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα από 18-10-1995 κατάθεση της ... ενώπιον του Πταισματοδίκη και με τη λήψη υπόψη της καταθέσεως αυτής δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1, 2 και 3 της Ε.Σ.Δ.Α., του Ν.Δ. 53/1974 και των άρθρων 28 παρ.1 και 96 παρ.1 του Συντάγματος και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 11α του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως της τράπεζας είναι αβάσιμος. Όλα τα ως άνω ληφθέντα υπόψη από το Εφετείο γεγονότα, ότι δηλαδή η υπάλληλος της αναιρεσείουσας τράπεζας διευκόλυνε τον ... στην ανάληψη των χρημάτων (επέτρεψε σ αυτόν την ανάληψη), ότι είπε στην αναιρεσίβλητη ότι μόνο αυτή εδικαιούτο να προβεί σε ανάληψη των χρημάτων και ότι μετά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού παραδόθηκε στην ενάγουσα -αναιρεσίβλητη το βιβλιάριο καταθέσεων περιέχονται στην αγωγή.Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ., που ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν περιέχονται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως της υπαλλήλου, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.Το Εφετείο, την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα (εξετασθέντες μάρτυρες και με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα) και επομένως δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως της υπαλλήλου, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Για την ίδρυση του εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως πρέπει η έλλειψη ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών να αφορά σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.Ο όρος "ζήτημα" είναι ταυτόσημος με τον στο άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. όρο "πράγματα", που είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο.Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως της τράπεζας και τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως της άνω υπαλλήλου προβάλλεται ότι το Εφετείο με τις ανεπαρκείς αιτιολογίες του αναφορικά με τον άνω 5ο όρο της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό και την επίσης ανεπαρκή αιτιολογία του ότι η εναγομένη όφειλε να θεωρήσει δεδομένη την ύπαρξη κάποιας συμφωνίας μεταξύ...ενάγουσας και εντεύθεν όφειλε να ενημερώσει την ενάγουσα για την κίνηση του λογαριασμού της, γιατί ναι μεν ο .... ως δικαιούχος του κοινού λογαριασμού είχε το δικαίωμα να πραγματοποιήσει ανάληψη ολόκληρου του ποσού με την προσκόμιση όμως του βιβλιαρίου ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι δικαιούχοι να ενημερώνονται για την κίνηση του λογαριασμού και την εκπλήρωση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ.Επίσης, με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων της αναιρέσεως της τράπεζας, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ανεπαρκή αιτιολογία του ότι "τα περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης από τον Α.Κ. αδικοπραξίας δεν συμπίπτουν με αυτά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που αποδόθηκε στην εναγομένη, γι αυτό και η εν λόγω απόφαση δεν είναι δυνατόν να έχει καταλυτική επιρροή στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου τούτου για την επίδικη διαφορά" υπέπεσε στην ίδια ως άνω πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ.). Οι επικαλούμενες ως άνω ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν αφορούν σε "ζήτημα" υπό την προαναφερθείσα έννοια, ήτοι σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο και επομένως δεν ιδρύουν τους εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. ως άνω λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι, εντεύθεν, είναι απαράδεκτοι.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, με βάση τις προαναφερθείσες επαρκείς και ανέλεγκτες παραδοχές του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, που διατυπώθηκε σαφώς, σύμφωνα με το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την νομίμως προβληθείσα από την εναγομένη- αναιρεσείουσα τράπεζα ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση της ζημίας της και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος πέμπτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της τράπεζας είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 28-3-2005 και 2-4-2005 αιτήσεις της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...................." και της Z1 αντιστοίχως για αναίρεση της 83/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείουσα στην εξ ευρώ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis