Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

νόμιμη η κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού για οφειλή ΦΠΑ.

Περίληψη. Νόμιμη κρίθηκε η κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών και άλλων κινητών περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση μη απόδοσης Φ.Π.Α.
Αριθμός 2297/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2015, με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Νίκα, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ειρ. Σταυρουλάκη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. 


3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α’ 8), για το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως επί διαφοράς, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ ή η οποία δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, βαρύνεται ο αναιρεσείων να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, το οποίο είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, και όχι παραπλήσιο, και ως προς το οποίο είτε δεν υπάρχει νομολογία είτε υπάρχει αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία προκύπτει από τις αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού των αποφάσεων αιτιολογίες τους (ΣτΕ 395/2015, 4458, 3964, 3630/2014 επταμ.).
4. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 2523/1997 (Α’ 179), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, το οποίο επιγράφεται «Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής», «1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από Φ.Π.Α., … απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων. … 4. Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο … ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών … την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας».
5. Επειδή, προς θεμελίωση του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως, η οποία δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το νομικό ζήτημα εάν στα πλαίσια της δίκης επί υποθέσεως επιβολής των κατ΄ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων είναι ή όχι ακουστός λόγος περί μη στοιχειοθετήσεως των παραβάσεων, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για την επιβολή των εν λόγω μέτρων και, συνακολούθως, εάν τυχόν αθώωση, με αμετάκλητη ποινική απόφαση, του προσώπου, ο οποίος φέρεται ότι διέπραξε τις ως άνω παραβάσεις, δεσμεύει, ενόψει και του τεκμηρίου της αθωότητας, το δικαστήριο της ουσίας ή, έστω, το υποχρεώνει να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του. Περαιτέρω, έλλειψη νομολογίας του Δικαστηρίου προβάλλεται και ως προς το νομικό ζήτημα σε ποιά στοιχεία απαιτείται να στηρίζεται, προκειμένου να είναι πλήρης και επαρκής, η αιτιολογία της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας σε περίπτωση επιβολής των επιδίκων μέτρων. Ενόψει του ότι, πράγματι, ως προς κανένα από τα ανωτέρω νομικά ζητήματα δεν υφίστατο κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η εν λόγω αίτηση είναι παραδεκτή και περαιτέρω εξεταστέα.
6. Επειδή, κατά την έννοια του προπαρατεθέντος άρθρου 14 του ν. 2523/1997, με το οποίο κατ’ ουσίαν επαναλαμβάνονται οι διατάξεις του άρθρου 92 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α’ 151) Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, επί διαπιστώσεως από τη φορολογική αρχή, βάσει ειδικής εκθέσεως ελέγχου, συγκεκριμένων φορολογικών παραβάσεων, επιβάλλονται στους παραβάτες τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη μέτρα, τα οποία αίρονται κατά τους όρους της παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Όπως δε προκύπτει από τον τίτλο του ανωτέρω άρθρου 14, από το περιεχόμενο των μέτρων αυτών και την άρση τους στις οριζόμενες στο νόμο περιπτώσεις, αλλά και από τα αναφερόμενα στην οικεία εισηγητική έκθεση, τα εν λόγω μέτρα έχουν επείγοντα χαρακτήρα, σκοπούν στην διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και λαμβάνονται, προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού, προτού ο ίδιος προλάβει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία και να αποσύρει τις καταθέσεις του, πριν από το στάδιο οριστικοποιήσεως των φορολογικών εγγραφών (ΣτΕ 399/2015, 1372/2014, 2199/2013 επταμ., 1159/2012). Στα πλαίσια δε της διαφοράς, η οποία γεννάται από την έκδοση πράξεως της φορολογικής αρχής περί επιβολής των κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων ο δικαστής δεν έχει αρμοδιότητα διερευνήσεως ζητημάτων σχετικών με την τέλεση ή μη των παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και τυχόν αθώωση του φερομένου ως παραβάτη με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά εξετάζει μόνον εάν, ενόψει των κατ’ αρχήν και καθ’ υπόνοια διαπιστώσεων του ελέγχου περί της τελέσεως, καθ’ υποκείμενο και κατά αντικείμενο, των παραβάσεων, όπως αυτές παρατίθενται στην «ειδική έκθεση ελέγχου», συντρέχουν οι νόμιμες ουσιαστικές προϋποθέσεις, λόγω διακινδυνεύσεως των συμφερόντων του Δημοσίου, για την επιβολή των σχετικών περιορισμών (πρβλ.ΣτΕ 2797/2009 επταμ., 1198/2012 επταμ.). Μειοψήφησε ο Πάρεδρος Ι. Δημητρακόπουλος, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη άποψη: Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρα σε βάρος του φορολογουμένου λαμβάνονται σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες περί μεγάλης εκτάσεως φοροδιαφυγής (ΣτΕ 397, 1587/2015). Αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να επιβληθούν νομίμως, διότι δεν πληρούν τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας και ενέχουν αθέμιτη επέμβαση στα οικεία περιουσιακά δικαιώματα του καθ’ ού, τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συνακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 20 (παρ. 1) του Συντάγματος, τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και τα άρθρα 6 (παρ. 1) και 13 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι ο καθ’ ού τα επίμαχα μέτρα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει λυσιτελώς, ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, με την προσφυγή που ασκεί κατά της πράξεως επιβολής τους, τη συνδρομή της ως άνω προϋποθέσεως νόμιμης λήψεώς τους, ήτοι να αμφισβητήσει την ύπαρξη αντικειμενικά δικαιολογημένης υπόνοιας διαπράξεως της φορολογικής παραβάσεως που διαπιστώθηκε με τη σχετική έκθεση ελέγχου. Επομένως, με την ένδικη προσφυγή του κατά της πράξεως επιβολής των μέτρων, ο θιγόμενος μπορεί να προβάλει παραδεκτώς λόγους αναφερομένους στη (μη) τέλεση της αποδιδομένης παραβάσεως και το δικαστήριο έχει εξουσία να τους εξετάσει, από την ανωτέρω άποψη της συνδρομής δικαιολογημένης υπόνοιας διαπράξεως της παραβάσεως, στο πλαίσιο δε αυτό, το δικαστήριο υποχρεούται να συνεκτιμήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 147 και 148 του κυρωθέντος με το ν. 2717/1999 (Α’ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αλλά και ενόψει του άρθρου 6 (παρ. 1 και 2) της ΕΣΔΑ, την αφορώσα στην ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ακόμα και πρωτοβάθμια, την οποία επικαλείται και προσκομίζει παραδεκτώς ο προσφεύγων.
7. Επειδή, εν προκειμένω, κατά τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη, στα πλαίσια ελέγχου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, με αντικείμενο εργασιών την πώληση κοσμημάτων και ωρολογίων και έδρα τη Θεσσαλονίκη (οδ. Τσιμισκή, αριθμ. 47), διαπιστώθηκε ότι στις διαχειριστικές περιόδους 1.7.1999-30.6.2000 και 1.7.2000-30.6.2001 η ανωτέρω εξέδωσε εικονικές αποδείξεις λιανικής πωλήσεως ως προς τα πρόσωπα των ληπτών και εικονικά πιστωτικά τιμολόγια επιστροφής ΦΠΑ, που καταχωρίσθηκαν στα τηρούμενα βιβλία της (Γ’ κατηγορίας του ΚΒΣ) και στους λογαριασμούς των εισροών και, ακολούθως, συμψηφίσθηκαν με το φόρο των εκροών, τα τιμολόγια δε αυτά δεν αναγνωρίσθηκαν από τον έλεγχο. Ένεκα των ανωτέρω, αποδόθηκε στην αναιρεσείουσα η παράβαση της μη αποδόσεως στο Δημόσιο συνολικού ποσού ΦΠΑ 407.570,70 ευρώ και με την 4674/22-5-2008 πράξη της φορολογικής αρχής επιβλήθηκαν σε βάρος της τα απαγορευτικά μέτρα του άρθρου 14 του ν. 2523/1997. Μετά την ακύρωση της πράξεως αυτής, με την 2150/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης λόγω μη προηγουμένης ακροάσεως του καθ’ού τα μέτρα, συνετάγη η από 15-12-2010 ειδική έκθεση ελέγχου και, με την επίδικη πράξη της φορολογικής αρχής, επιβλήθηκαν εκ νέου τα ως άνω μέτρα.
8. Επειδή, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως απαραδέκτους λόγους προσφυγής, με τους οποίους αμφισβητείτο ευθέως η τέλεση των παραβάσεων, επί των οποίων ερείδετο η επίδικη πράξη της φορολογικής αρχής, με την αιτιολογία ότι στα πλαίσια της διαφοράς που γεννάται από πράξεις επιβολής των κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων δεν ερευνώνται ισχυρισμοί σχετικοί με την τέλεση των ως άνω παραβάσεων, αλλά εξετάζεται μόνο εάν, ενόψει των διαπιστώσεων του ελέγχου και των πιθανολογουμένων παραβάσεων, όπως απαριθμούνται στην ως άνω διάταξη, δικαιολογείται η επιβολή των σχετικών περιοριστικών μέτρων. Συναφώς, μεταξύ άλλων και ως αναφερόμενος στη βασιμότητα των φορολογικών παραβάσεων, στις οποίες ερείδονταν τα ως άνω μέτρα, απερρίφθη με την αναιρεσιβαλλομένη λόγος προσφυγής περί του ότι η απόδοση των ως άνω παραβάσεων προσέκρουε σε ποινική αθώωση, με την 27842/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας εταιρείας για τις αυτές παραβάσεις. Ενόψει δε των ανωτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, αφού έλαβε υπ’ όψιν ότι στην οικεία έκθεση ελέγχου παρατίθενται αναλυτικά οι διαπιστώσεις του ελέγχου, οι οποίες στοιχειοθετούν, κατά την κρίση των ελεγκτικών οργάνων, τις επίμαχες παραβάσεις της μη αποδόσεως ΦΠΑ, καθώς και ο προσδιορισμός του ύψους του μη αποδοθέντος φόρου, το οποίο υπερβαίνει το κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 όριο των 150.000 ευρώ, έκρινε ότι προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων για την επιβολή των επιδίκων μέτρων. Η κρίση αυτή είναι, κατά τα εκτεθέντα, στην προηγουμένη σκέψη, νόμιμη, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων. Κατά τη γνώμη, όμως, του Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου η ως άνω κρίση δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι το δικαστήριο της ουσίας είχε εξουσία να εξετάσει τους ανωτέρω περί μη τελέσεως των αποδιδομένων παραβάσεων λόγους και υπεχρεούτο να συνεκτιμήσει την ως άνω αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
9. Επειδή, εξάλλου, τα επίδικα μέτρα δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα, εφ’ όσον δε δεν είναι δυσανάλογα προς τον προαναφερόμενο σκοπό της διατηρήσεως των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού, περιορίζουν θεμιτώς την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του καθ’ ού (ΣτΕ 395/2015, 1372/2014, 1159, 2012, 2024/2010). Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, για την πληρότητα της αιτιολογίας της σχετικής κρίσεώς του και ενόψει ισχυρισμών του καθ’ ού τα μέτρα, υποχρεούται να εξετάσει, προβαίνοντας σε σχετική στάθμιση, το δυσανάλογο ή μη της αξίας των δεσμευομένων περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από τα μέτρα αυτά σκοπό, ήτοι την ανάγκη διασφαλίσεως των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου με τη διατήρηση της περιουσίας του υποχρέου (ΣτΕ 1372/2014, 399/2015).
10. Επειδή, εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα επίδικα μέτρα, συνιστάμενα, όπως αναφέρεται στην προσφυγή, σε «συλλήβδην συντηρητική κατάσχεση της κινητής περιουσίας της [αναιρεσείουσας] και ιδίως των τραπεζικών της λογαριασμών», αντίκεινται στην αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, στην προσφυγή παρατέθηκαν, βάσει ισολογισμών, ισοζυγίων λογιστικής και σχετικών εκθέσεων οικονομικών ελεγκτών των ετών 2007-2011, η αξία συγκεκριμένων περιουσιακών της στοιχείων (ρευστοποιήσιμης περιουσίας-αποθεμάτων εμπορευμάτων, κτιρίων, εξοπλισμού, επίπλων, μέσων μεταφοράς) και το ύψος των οικονομικών υποχρεώσεων αυτής (προς τράπεζες, προμηθευτές, δανειστές, ασφαλιστικούς οργανισμούς και φορολογικές αρχές αλλά και λειτουργικών εξόδων της) και προβλήθηκε ότι το γενικό σύνολο ενεργητικού της εταιρείας, το κεφάλαιο, τα χρηματικά της διαθέσιμα και η αξία των ακινήτων της ίδιας και του αναιρεσείοντος ανέρχονται σε 4.307.067, 880.000, 126.525, 1.848.595 (1.608.187+240.408) και 3.376.442 ευρώ, αντιστοίχως, ότι τα δηλούμενα από τον αναιρεσείοντα εισοδήματα υπολείπονται της διασφαλιζομένης με τα επίδικα μέτρα απαιτήσεως του Δημοσίου, ότι συνεπεία αυτών ο τελευταίος αδυνατεί να μεταβιβάσει ακίνητά του, τα περισσότερα από τα οποία είναι υποθηκευμένα, και να καταβάλει μηνιαία διατροφή για τα τέκνα του, ότι αποκλείεται από τραπεζικές συναλλαγές και επιδοτήσεις και ότι διέκοψε τη λειτουργία συγκεκριμένου υποκαταστήματος της επιχειρήσεώς του. Ενόψει των ανωτέρω προβλήθηκε, τέλος, ότι «με μόνη τη δέσμευση της ακίνητης περιουσίας της [αναιρεσείουσας] και την υποθετική εκπλειστηρίαση κάποιων περιουσιακών της στοιχείων διασφαλίζεται πλήρως το συμφέρον του Δημοσίου, ενώ η επιβολή των [επιδίκων] μέτρων επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων και των τραπεζικών της λογαριασμών με τη δέσμευση του 50% των χρηματικών της διαθεσίμων λειτουργεί συνθλιπτικά για τη ρευστότητα, τη λειτουργία και τη φήμη της». Με την αναιρεσιβαλλομένη ο λόγος αυτός απερρίφθη με την αιτιολογία ότι «τα επίδικα μέτρα δεν είναι δυσανάλογα προς τον συνιστάμενο στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη σκοπό τους, δεδομένου και του προσκαίρου των εν λόγω μέτρων αλλά και των κατά νόμο διαδικασιών άρσεώς τους». Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως «η αναιρεσιβαλλομένη δεν επεξεργάσθηκε στο ελάχιστο τα στοιχεία της δικογραφίας που αφορούν στην εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, ως προσηκόντως προβλήθηκαν» και επαναλαμβάνονται οι κατά τα προεκτεθέντα πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί. Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά οι αναιρεσείοντες ουδόλως έθεσαν υπ’ όψιν των δικαστηρίων της ουσίας πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις εν προκειμένω συντρέχουσες ειδικότερες προϋποθέσεις επιβολής των κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997 μέτρων, και δη, όπως απαιτείται κατά τα εκτεθέντα στην προηγουμένη σκέψη, ως προς το σύνολο και το ύψος των δεσμευθεισών με την επίδικη πράξη της φορολογικής αρχής καταθέσεών τους, οπότε και μόνον θα μπορούσε να διακριβωθεί εάν η επιβολή των ως άνω μέτρων, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, έχει οδηγήσει στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τους προδήλως δυσαναλόγου ύψους σε σχέση με το ύψος των αποδοθεισών σε αυτούς φορολογικών παραβάσεων (ΣτΕ 1372/2014, 399/2015), η δε τυχόν σοβαρή οικονομική τους βλάβη, αυτοτελώς ορώμενη, δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα των ως άνω μέτρων. Επομένως, ο αντίστοιχος λόγος προσφυγής, ως αόριστος από την ως άνω άποψη, δεν ήταν, πάντως, ουσιώδης, και, ως εκ τούτου, δεν έχρηζε ειδικής αντιμετωπίσεως με την αναιρεσιβαλλομένη (ΣτΕ 2858/2012, 4946/1987-πρβλ.ΣτΕ 347/2012 επταμ.), ορθώς δε απερρίφθη με αυτήν, αν και με άλλη αιτιολογία, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων.
11. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2015, στις 5 Μαΐου 2015 και στις 3 Ιουνίου 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis