Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Μια μάταιη Αναίρεση! Ερημοδικία εκκαλούντος.

Πολιτική δικονομία. Εκκλητό εφετειακής αποφάσεως που απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος. Προθεσμία και προϋποθέσεις νόμιμης ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως. Εφόσον δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλόμενης, παραδεκτώς ασκείται αναίρεση, κατόπιν παραίτησης από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, με αναδρομική ενέργεια της εγκρίσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου που επιχείρησε αυτήν, από την εκκαλούσα. Στην ως άνω περίπτωση της απόρριψης της έφεσης, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους.

Άρειος Πάγος, Τμήμα Β1, 2066/ 2014

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες. 

1. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996).
Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ. Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ. ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ. ΑΠ. 17/2013, Ολ. ΑΠ 9/1996). Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά της υπ` αρ. 420/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας της. Η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από την εκπροσωπήσασα την αναιρεσείουσα πληρεξούσιο δικηγόρο της η οποία προσκομίζει το μετά, την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, συνταχθέν υπ` αρ..../6-10-2014 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών... Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει, ότι η ερημοδικασθείσα εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, διόρισε ειδική πληρεξούσιο της να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή της κατά της άνω προσβαλλόμενης απόφασης, ενέκρινε δε όλες τις πράξεις που έγιναν από την πληρεξούσιά του αυτήν, ως ισχυρές και απρόσβλητές. Ενόψει αυτών, συνάγεται ότι με την απ` ευθείας άσκηση αναίρεσης, κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, έλαβε χώρα παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου από τον υπογράφουσα την αναίρεση πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, την οποία ενέκρινε η τελευταία.Συνεπώς, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλόμενης, παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση, διότι η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη με την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσεως από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα.
2. Από τη διάταξη του άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ` ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης. Επομένως στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 553§1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Ετσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (Ολ. ΑΠ 16/1990). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους από τους αρ. 1, 8 και 14 του εν λόγω άρθρου, διότι δεν αφορούν τη δημόσια τάξη. Πρόταση, όμως, του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην. Αυτό συμβαίνει και όταν ο εκκαλών, που δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, με συνέπεια η έφεσή του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, είχε και στην πρωτοβάθμια δίκη δικαστεί ερήμην, έστω και αν στην έφεσή του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν από το άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προταθεί ούτε στο Εφετείο, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεσή του και αποδέχεται την πρωτοβάθμια απόφαση. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους περιεχομένους στην κρινόμενη αίτηση λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, αν και δεν περιέχονταν τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική επάρκεια και το ορισμένο των αγωγικών απαιτήσεών του αντιδίκου της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ` αυτήν (αίτηση).
Σύμφωνα, όμως με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, αφού εξαιτίας της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, δεν θεωρούνται ότι έχουν νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ενόψει αυτών, εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2013 αίτηση αναιρέσεως της υπ` αρ. 420/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis