Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

έκπτωση από τραπεζική επιταγή. αξίωση αδικ. πλουτισμού.

Περίληψη. Αγωγή Τράπεζας, κομίστριας ακάλυπτης επιταγής, που έλαβε από οπισθογράφο, ως αξία λόγω ενεχύρου, στρεφόμενη κατά της εκδότριας, με βάση αξίωση εκ του αρθρ. 60 του ν. 5960/33 «περί επιταγής» και τα αρθρ. 904 επ ΑΚ, περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επιδιώκουσα την καταβολή του ποσού της επιταγής. Η αγωγή, είναι εντελώς επικουρικής φύσης, και παρέχεται στον κομιστή, μόνο όταν έχει απωλέσει και το εκ της υποκείμενης σχέσης δικαίωμα, που τον συνδέει με τον οπισθογράφο, γιατί τότε υπάρχει και ζημία του και αντίστοιχος πλουτισμός της εναγομένης, όχι προγενέστερα (κατ άλλους πρέπει να μη παρεμβάλλεται και άλλη περιουσία μεταξύ ενάγοντα- εναγομένου, γιατί διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημίας και πλουτισμού).

 Το γεγονός έκπτωσης ή και της παραγραφής, αλλά και της παραγραφής της αξίωσης από την υποκείμενη αιτία πρέπει, να αναφέρεται στο δικόγραφο. Διαφορετικά, η αγωγή ενέχει αοριστία, που δεν μπορεί να καλυφθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 111, 117, 118, 216 παρ. 1, 224 ΚΠολΔ. Η τράπεζα δεν αναφέρει, ότι η αξίωσή της από την υποκείμενη αιτία, που τη συνδέει με την οπισθογράφο, λόγω δανείου, που παραγράφεται μετά από 20ετία, έχει υποπέσει σε παραγραφή. Απορρίπτει αγωγή.

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  1568/ 2014.

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111, 117, 118, 216 παρ. 1 και 224 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, να περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα το δικαίωμα, που έχει ο ενάγων, να ασκήσει την αγωγή του και τα περιστατικά, επί των οποίων στηρίζει, κατά το νόμο, τις αξιώσεις του και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, όπως και ορισμένο αίτημα, που είναι ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και τη θεμελιώνουν. Αν στο δικόγραφο δεν περιέχονται τα ως άνω νόμιμα στοιχεία, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορεί, να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, αφού δεν επιτρέπεται επίκληση από τον ενάγοντα νέων πραγματικών γεγονότων, που θεμελιώνουν το δικαίωμά του, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων, που υπάρχουν, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 483/81 ΝοΒ 30/50, ΑΠ 925/80 ΝοΒ 29/296, ΑΠ 560/79 ΝοΒ 27/1599, ΕΠειρ. 716/87 Δνη 29/742, ΕΑ 10371/1986 Δίκη 18/203).
Κατά το άρθρο 52, του ν. 5960/ 1933 "περί επιταγής", οι αγωγές του κομιστή από αναγωγή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υπόχρεων παραγράφονται μετά έξι μήνες, από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής, η οποία, κατά το άρθρο 29 του ίδιου νόμου, είναι οκτώ ημερών. Το άρθρο 52 ρυθμίζει την παραγραφή μόνο των αξιώσεων από την επιταγή, όχι τις αξιώσεις από την υποκείμενη αιτία, που ρυθμίζονται από το κοινό δίκαιο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 60 του ως άνω νόμου, σε περίπτωση είτε έκπτωσης του κομιστή (κατ` άρθρο 40 αυτού, λόγω μη έγκαιρης εμφάνισης της επιταγής), από το δικαίωμα της αναγωγής κατά του εκδότη και των οπισθογράφων, είτε παραγραφής αυτής, χωρεί κατά του εκδότη ή των οπισθογράφων αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Για την ύπαρξη αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ, θα πρέπει ο πλουτισμός να επέλθει απευθείας από την περιουσία αυτού που υπέστη τη βλάβη, χωρίς παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 829/2003, ΕλλΔνη 45.169). Η αγωγή, όμως, αυτή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για την άσκηση της οποίας απαιτείται α) η ύπαρξη τυπικά έγκυρης επιταγής, β) έκπτωση του κομιστή από το δικαίωμα αναγωγής από την επιταγή ή παραγραφής της αξίωσής του, γ) ζημία του ενάγοντος και πλουτισμός του εναγομένου, κρινόμενος κατά το κοινό δίκαιο και κατά το χρόνο που ορίζει αυτό, έχει εντελώς επικουρικό χαρακτήρα και δεν παρέχεται στον κομιστή της επιταγής, όταν αυτός, παρά την απώλεια της αγωγής από την επιταγή, μπορεί να ικανοποιηθεί με βάση την υποκείμενη σχέση, που συνδέει αυτόν με οποιονδήποτε υπόχρεο από την επιταγή. Αυτό δεν προκύπτει ρητά από την άνω διάταξη του άρθρου 60 του ν. 5960/1933, αλλά είναι συνέπεια, του ότι δεν μπορεί, να υπάρξει ζημία στην περιουσία αυτού, που απώλεσε την αγωγή από την επιταγή, όταν υπάρχει άλλης φύσης αγωγή, κατά κάποιου από τους υπόχρεους από την επιταγή, ούτε συνεπώς και πλουτισμός του οφειλέτη (βλ. σχετ. ΑΠ 1326/ 2011, Νόμος, ΑΠ 414/ 1993, ΕλλΔνη 36, 617- ΕφΛαρ 351/ 2011, Νόμος- ΕφΘεσσαλ 353/ 2009, Αρμ 2010, 1545- ΕφΠειρ 672/ 2004, ΔΕΕ 2004,1024 επ-ΕφΘεσ 3/ 1999, ΔΕΕ 1999,422- ΕφΑθ 5853/ 1999, ΕλλΔνη 41,822).
Κατά την επικρατέστερη και ορθότερη άποψη, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι απαραίτητο, να γίνεται μνεία του συνόλου των απαιτουμένων προϋποθέσεων εγέρσεώς της, ειδικότερα στην περίπτωση παραγραφής των αξιώσεων και άσκησης της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού, από το παραπάνω άρθρο, που χωρεί, όπως αναφέρθηκε, εφόσον απωλέστηκε το δικαίωμα έγερσης της αγωγής, με βάση την υποκείμενη σχέση, λόγω της επικουρικότητας, της διάταξης. Σε περίπτωση μη αναγραφής του γεγονότος, ότι απωλέστηκε το δικαίωμα από την υποκειμένη αιτία, η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται (βλ. Αναστασιάδης παρ. 252 α- Καυκάς Ενοχ.Δ εκδ. 4η άρθρο 904-907 παρ. 4 σελ. 644- Σταθόπουλος σε ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου τόμος ΙV εισαγ. Παρατ. στα άρθρα 904-913 σελ. 584-585- ΕφΑθ 9464/78 Δνη 20,451).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, εκθέτει η ενάγουσα, ότι: Η Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...» (α εναγομένη) εξέδωσε, στις 30/12/10, στην Αθήνα, μια τραπεζική επιταγή, με αριθ. ..., ποσού 3.500,00€, πληρωτέα στο υποκατάστημα της τράπεζας ... στο νέο Κόσμο Αττικής, από το λογαριασμό, που τηρεί η παραπάνω εταιρεία στην παραπάνω τράπεζα, σε διαταγή της εταιρείας, με την επωνυμία «...», που εδρεύει στην Αθήνα. Ότι η τελευταία εταιρεία, σε διαταγή της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στην ίδια (ενάγουσα), ως «αξία λόγω ενεχύρου». Ότι αν και εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από την ίδια για πληρωμή, στις 30/12/10, στο υποκατάστημά της, στην Ηλιούπολη, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων στο λογαριασμό της εκδότριας, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής. Ότι η υπ αριθ. 16370/ 2011 διαταγή πληρωμής του δικαστηρίου αυτού, που εκδόθηκε, μετά από αίτησή της, δεν κατέστη δυνατό, να επιδοθεί στην εκδότρια εταιρεία (α’ εναγομένη), λόγω του ότι δεν έδρευε πλέον στην αρχική της διεύθυνση, όπως προκύπτει, από την υπ αριθ. 5864Γ/11.5.11 έκθεση ματαίωσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών Β Κουσιαφέ. Ότι εξαιτίας αυτού και μέχρι να βρει την διεύθυνση της εκδότριας εταιρείας, επήλθε έκπτωση από το εκ της επιταγής δικαίωμά της, αφενός κατά της εταιρείας, αφετέρου κατά του (β) εναγομένου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου. Επιδιώκει, δε, εξ αυτού του λόγου, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ αρθρ. 60 του ν. 5960/1933 του νόμου περί επιταγής και αυτές των αρθρ. 904 επ ΑΚ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλλει το παραπάνω ποσό των 3.500,00 €, νομιμοτόκως από την επομένη της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή και μέχρι εξοφλήσεως, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.
Έτσι έχουσα, όμως, η αγωγή, που αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται, να συζητηθεί στο Δικαστήριο αυτό (αρθρ. 14 παρ. 1α και 22 ΚΠολΔ και λόγω της έκδοσης της επιταγής στην Αθήνα, όπου τότε είχαν η εκδότρια εταιρεία και ο εναγόμενος Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, την έδρα και την κατοικία τους) είναι αόριστη και απορριπτέα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν. Η ενάγουσα, δηλαδή, δεν αναφέρει, αν παραγράφηκε η υποκείμενη αιτία, που τη συνδέει με την οπισθογράφο εταιρεία, η οποία και παρέδωσε την επιταγή στην ίδια, ως «αξία ενεχύρου», που λογικά σημαίνει, ότι υπήρχε σύμβαση δανείου μεταξύ τους, που κατά τους κοινούς κανόνες παραγράφεται μετά από 20ετία και ότι παραγράφηκε το εξ αυτής της αιτίας δικαίωμά της. Εφόσον, η υποκείμενη αιτία δεν είναι απαραίτητο, να συνδέει την εκδότρια της επιταγής με την ενάγουσα, αλλά αρκεί να μη έχει παραγραφεί η υποκείμενη σχέση, που τη συνδέει με την εταιρεία, που οπισθογράφησε την επιταγή προς την ίδια (την ενάγουσα), ενώ παράλληλα η ενάγουσα έχει και την εκ της αδικοπραξίας αγωγή, εκ της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Έτι, δε, περαιτέρω, κατά μια άποψη, εφόσον παρεμβάλλεται η οπισθογράφος μεταξύ της ενάγουσας και της εκδότριας της επιταγής και δεν έχει παραγραφεί η υποκείμενη αιτία, που τις συνδέει, αφενός δεν συντρέχει ακόμη ζημία της ενάγουσας, αλλά ούτε και πλουτισμός της εκδότριας εταιρείας, διότι διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια, λόγω παρεμβολής της οπισθογράφου (ΕφΘεσσα 3/ 1999, ο.π, ΜΠρΚατ 625/ 2003, Αρμ 2004, 1406)
Κατ ακολουθία, πρέπει, να κηρυχθεί η συζήτηση της αγωγής απαράδεκτη για την α εναγομένη και να απορριφθεί η αγωγή, ως αόριστη για τον β εναγόμενο, εφόσον δεν αναφέρει η ενάγουσα, ότι η αξίωση εκ της υποκειμένης σχέσης, που τη συνδέει με την εταιρεία, η οποία οπισθογράφησε την επιταγή προς την ίδια, ως «αξία ενεχύρου», έχει παραγραφεί και απωλεστεί. Δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί, εφόσον ο ερημοδικαζόμενος εναγόμενος δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη και τέλος δεν θα πρέπει, να περιληφθεί διάταξη. για τον ορισμό παραβόλου ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την άσκηση σχετικού ενδίκου μέσου (αρθρ. 68, 469 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας ερήμην των εναγομένων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για την α εναγομένη, λόγω μη κλήτευσής της
Απορρίπτει την αγωγή, ως προς τον δεύτερο
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...