Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

επιταγή, υπόσχεση χάριν καταβολής, παραγραφή, αδικ.πλουτισμός

Περίληψη. Ενοχή από επιταγή. Η έκδοση ή οπισθογράφηση της επιταγής και η παράδοσή της στο δανειστή θεωρείται ως υπόσχεση χάριν καταβολής. Εξόφληση του χρέους όταν ο δανειστής ικανοποιηθεί οριστικά από την επιταγή. Έκπτωση του κομιστή από τα εξ επιταγής δικαιώματά του, λόγω της μη έγκαιρης εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αυτός. Έλλειψη της δυνατότητας του κομιστή να ασκήσει την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ’ άρθ. 60 ν. 5960/1933, εφόσον αυτός δύναται να ικανοποιηθεί από την υποκείμενη έννομη σχέση.

Άρειος Πάγος, Α1` Πολιτικό Τμήμα, 1386/ 2013.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
… Η κατά το Ν 5960/ 1933 έκδοση ή οπισθογράφηση επιταγής και η παράδοσή της ακολούθως στο δανειστή κατά κανόνα θεωρείται ως υπόσχεση χάριν καταβολής σε σχέση με το εκ της βασικής σχέσεως υφιστάμενο χρέος του οφειλέτη. Πρόκειται απλώς για προσπάθεια πληρωμής, το χρέος όμως εξοφλείται το πρώτο, όταν ο δανειστής οριστικώς ικανοποιηθεί από την επιταγή. Ο δανειστής ο οποίος αντί μετρητών δέχεται να λάβει επιταγή υποχρεούται κατ` αρχήν να επιδιώξει ικανοποίηση της απαιτήσεώς του από την επιταγή. Στην περίπτωση αυτή επέρχεται αναστολή του απαιτητού από τη βασική έννομη σχέση. Όταν ο κομιστής της επιταγής δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την εξ επιταγής απαίτηση λόγω απωλείας ή εκπτώσεως των εξ αυτής δικαιωμάτων του ή παραγραφής της εκ της επιταγής αξιώσεως (άρθρο 40 του ν. 5960/1933), οφείλει ν` ανατρέξει στη βασική έννομη σχέση.

Εξάλλου, ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 60 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής ότι "εν περιπτώσει είτε εκπτώσεως του κομιστού είτε παραγραφής της εξ επιταγής αναγωγής, χωρεί κατά του εκδότου ή κατά των οπισθογράφων αγωγή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού". Βάσει της άνω διατάξεως η εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση του άρθρου 60 του Ν 5960/ 1933 είναι η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού του κοινού δικαίου της ΑΚ 904. Δεν παρέχεται δηλαδή με τη διάταξη του άρθρου 60 του ν. 5960/1993 μια αυτόνομη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ` απόκλιση από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ., αλλά και η αξίωση αυτή ταυτίζεται με τις διατάξεις αυτές, με μοναδική εξαίρεση το θέμα της παραγραφής της σχετικής αξίωσης.
Ειδικώτερα για την άσκηση τέτοιας αγωγής αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτούνται ειδικώτερα: α) η έκδοση τυπικά ισχυρής επιταγής, β) έκπτωση του κομιστή λόγω μη τηρήσεως των κατά το άρθρο 40 του Ν. 5960/ 1933 διατυπώσεων ή παραγραφής της εξ επιταγής αξιώσεως του δανειστή και γ) ζημία του ενάγοντος κομιστή της επιταγής και αντίστοιχος πλουτισμός του εναγομένου, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Όμως η εκ του άρθρου 60 Ν. 5960/ 1933 αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω της επικουρικότητας των σχετικών διατάξεων (βλ. ΑΠ 441/ 1964) δεν παρέχεται στον κομιστή της επιταγής που εκδόθηκε χάριν εξοφλήσεως του δανειστή που εξέπεσε κατά τα προεκτεθέντα λόγω μη έγκαιρης εμφανίσεως της επιταγής η λόγω παρόδου της σύντομης παραγραφής, όταν ο κομιστής δύναται να ικανοποιηθεί από την υποκείμενη έννομη σχέση (βλ. σχετ. ΑΠ 475/ 1989, ΑΠ 1567/ 1983, ΑΠ 890/ 1982).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 20-9-2005 αγωγή η ενάγουσα ιστορούσε ότι τυγχάνει μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος την 30-1-2004 πατέρα της, Γ. Τ.. Ότι μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας περιλαμβανόταν και το περιεχόμενο μιας θυρίδας θησαυροφυλακίου στη ... Τράπεζα, το οποίο της παραδόθηκε την 21-9-2004, μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων προς τούτο ενεργειών. Ότι στην ανωτέρω θυρίδα υπήρχε και η υπ` αριθ. ... επιταγή της ... Τράπεζας, εκδόσεως του εναγομένου και πληρωτέα σε διαταγή του, ποσού 67.000 ευρώ, λήξεως την 31-5-2004, που ο εναγόμενος παρέδωσε στον πατέρα της χάριν εξοφλήσεως εντόκου δανείου, ύψους 65.000 ευρώ, που έλαβε από τον τελευταίο (πατέρα της ενάγουσας) στις 20-8-2003. Ότι, λόγω μη έγκαιρης εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, η ενάγουσα εξέπεσε από το δικαίωμά της να στραφεί κατά του εναγομένου, ως κληρονόμος του θανόντος πατέρα της, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία, ύψους 67.000 ευρώ και ο εναγόμενος αντίστοιχο πλουτισμό. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 67.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως μεν σύμφωνα με το άρθρο 60 του ν. 5960/1933, άλλως επικουρικά να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, βάσει της υποκειμένης σχέσεως που συνέδεε τον θανόντα πατέρα της με τον εναγόμενο εκδότη της επιταγής (σύμβαση δανείου), νομιμοτόκως από 31-5-2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Όμως, εφόσον από τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά προκύπτει, ότι η ενάγουσα-κομίστρια της επιταγής, παρά την έκπτωση, λόγω της μη έγκαιρης εμφάνισης αυτής προς πληρωμή, από του δικαιώματος αγωγής από την επιταγή κατά του αντιδίκου της εκδότη αυτής, εξακολουθεί να διατηρεί ενεργό αξίωση κατά του τελευταίου από την υποκειμένη αιτία (δάνειο), η οποία συνδέει αυτήν με τον εναγόμενο, ως κληρονόμο του πατέρα της, δεν εξοπλίζεται η τελευταία (ενάγουσα), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη, με την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία παρίσταται μη νόμιμη για τον λόγο αυτό. Το Εφετείο επομένως, με το να απορρίψει τη βάση αυτή της αγωγής, για το λόγο ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν, η από το άρθρο 60 του ν. 5960/1933 αγωγή, η οποία έχει όλως επιβοηθητικό χαρακτήρα, δεν παρέχεται, ενόψει της επικαλούμενης στην αγωγή υποκείμενης αιτίας έκδοσης της επιταγής (δάνειο), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 60 του Ν. 5960/1933 και 904 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, οι προβαλλόμενες δε με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.


Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ. β` του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες, μετά την απόρριψή τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προβάλλεται παράπονο προς τούτο με επικουρική έφεση του ενάγοντος, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου και απορριφθεί η αγωγή ως προς την βάση της που έγινε δεκτή. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα (και αποτελούντα πράγμα) ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.Α.Π. 12/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και τον μοναδικό τοιούτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` εκτίμηση, την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κύρια βάση της αγωγής της, που είχε έρεισμα στο άρθρο 60 του Ν. 5960/1933, μετά την απόρριψη, της στηριζόμενης σε σύμβαση δανείου, επικουρική βάσης αυτής, κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως και της είχε επιδικασθεί το αιτούμενο με την αγωγή ποσόν, μολονότι είχε ασκήσει επικουρική έφεση με αίτημα να γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής της, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της εφέσεως του εναγομένου. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, την οποία, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, ρητώς απέρριψε ως απαράδεκτη. Επομένως, ο άνω λόγος του αναιρετηρίου και ο αντίστοιχος των πρόσθετων λόγων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 13-05-2004 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία του εναγομένου που απευθύνεται στην ενάγουσα, με την οποία αυτός ομολογεί ότι "... ο πρόσφατα αποβιώσας πατέρας σας Γ., προ ετών με είχε δανείσει για τις ανάγκες της επιχείρησής μου το ποσό των 20.000.000 δραχμών με τόκο ...". Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφο, παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και του εγγράφου αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες "... ο πατέρας της ενάγουσας, Γ. Τ., ο οποίος ασχολούνταν με εμπόριο ξυλείας και είχε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα του εναγομένου, Κ. Π., ο οποίος ασχολούνταν με το ίδιο αντικείμενο, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δάνεισε στον τελευταίο, με άτυπη σύμβαση δανείου, εντόκως, ποσό 20.000.000 δραχμών ...", γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και το παραπάνω έγγραφο, κατέληξε όμως στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το δάνειο αυτό έγινε προς τον πατέρα του εναγομένου και όχι προς τον ίδιο τον εναγόμενο, μετά από συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, ο δεύτερος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται ότι το ουσιαστικό δικαστήριο με εσφαλμένες και ασαφείς αιτιολογίες ή την παντελή έλλειψη αιτιολογιών έκρινε την ένδικη αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να την θεωρήσει παραδεκτή και νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι δεν εισέρχεται στην κατ` ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.ΑΠ 44/1990).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, που είχε έρεισμα στο άρθρο 60 του ν. 5960/1933 ως απαράδεκτη. Έτσι ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η πιο πάνω κύρια βάση της αγωγής ως απαράδεκτη, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-07-2010 αίτηση και τους από 03-01-2012 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ` αριθ. 1594/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.

Παρατήρηση blogger.


Καταβολή (ΑΚ 416 επ).

i. Έννοια της Ενοχής. Στις διατάξεις του αστικού κώδικα μας 416 επόμενα ρυθμίζεται το νομικό και οικονομικό φαινόμενο της καταβολής οφειλής. Η ΑΚ 416 ορίζει ότι, «η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή», η ΑΚ 417 ορίζει «η καταβολή απαιτείται να γίνει στον δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχτεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν», η ΑΚ 419 ορίζει «ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχτεί αντί καταβολής άλλη παροχή. Αν όμως δεχτεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται», η ΑΚ 421 ορίζει «αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει τον δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο». Επειδή διαπιστώνω, με ευχάριστη έκπληξη!, ότι αυτό το ιστολόγιο μου [ένα από τα συνολικά τρία που διαχειρίζομαι] έχει επισκέψεις και από μη νομικούς, οφείλω μια απλή ενημέρωση του όρου «ενοχή» που απαντάται στο Ενοχικό Δίκαιο του Αστικού Δικαίου μας, που αποτελεί (το Αστικό Δίκαιο) την καρδιά και την ψυχή της Νομικής Επιστήμης. Δεδομένου ότι ο μη νομικός εύλογα θα θεωρήσει-θα ταυτίσει-την έννοια αυτή όπως την αντιλαμβάνεται με βάση την απλή γλώσσα μας, δηλαδή ως ενοχή από διάπραξη εγκληματικής πράξης. Ουδεμία σχέση η παρανόηση αυτή με την νομική πραγματικότητα. Η έννοια της ενοχής προέρχεται από το ρήμα «ενέχομαι» και σημαίνει «δεσμεύομαι». Καταλυτικός στον προσδιορισμό της έννοιας της «ενοχής» είναι ο εκ των κορυφαίων Πανεπιστημιακών Δασκάλων του Αστικού Δικαίου Αλέξανδρος Λιτζερόπουλος. Στο σπουδαίο Έργο του με τίτλο «Στοιχεία Ενοχικού Δικαίου [τόμος Α, 1968, § 1 σελ∙ 1] γράφει, «Η ενοχή του ενοχικού δικαίου δεν έχει καμίαν απολύτως συνάφειαν με τον όρον «ενοχή», τον χρησιμοποιούμενον εις την καθημερινήν ζωήν. Συχνότατα γίνεται λόγος εις τας συνδιαλέξεις ή τας εφμερίδας περί του ότι «απεδείχθη η ενοχή του Α εις το τάδε έγκλημα» κ.ο.κ.ε. Η ενοχή αυτή ανάγεται εις την σφαίραν του ποινικού δικαίου. Ενώ όσον αφορά το ενοχικόν δίκαιον η έννοια της ενοχής προκύπτει από το άρθρο 287 ΑΚ. Κατά τούτο, «Ενοχή είναι η σχέσις δι’ ης υποχρεούται τις προς έτερον εις παροχήν. Η παροχή δυναται να συνίσταται και εις παράλειψιν». Ο Αστικός Κωδικας αποδίδει ούτω επί το τελειότερον τον παραδεδομένον ρωμαικόν ορισμόν, καθ’ ον «obligatio est vinculum juris quo necessitate adstringimur alicujus solvendae rei secundum jura nostrae civitatis (Εισηγήσεις 3, 13 pr)∙ ή «Ενοχή εστίν δεσμός δικαίου, δι ου τις αναγκάζεται καταβαλείν το εποφιλόμενον κατά τους της ημετέρας πολιτείας νόμους» (Θεοφίλου Εισηγήσεις, παράφρασις 3, 13 pr). Επομένως, σε ακόμη απλούστερα ελληνικά θα μπορούσαμε να ορίσουμε ότι ενοχή είναι η σχέση υποχρέωσης που απορρέει από μια συμφωνία. Εντελώς απλουστευτικά!
ii. Δόση αντί καταβολής [ΑΚ 419] είναι η έννομη σχέση κατά την οποία ο οφειλέτης για να εκπληρώσει την παροχή του (υποχρέωση) καταβάλλει στον δανειστή, με την συναίνεση του, διαφορετική παροχή από την αρχικώς οφειλόμενη. Παράδειγμα προς κατανόηση: ο οφειλέτης Α (πωλητής αυτοκινήτων) συμφωνεί με τον δανειστή (αγοραστή) να του καταβάλλει, στα πλαίσια της σύμβασης πώλησης, το αυτοκίνητο μάρκας Ψ αντί του αρχικού συμφωνηθέντος και πωληθέντος αυτοκινήτου Ψ. Ο δανειστής δέχεται αυτή την διαφορετική παροχή και τελειούται έτσι η σύμβαση της πώλησης. Κατά τον Άρειο Πάγο (απόφαση υπ’ αριθμό 1277/ 1985) έγινε δεκτό ότι δόση αντί καταβολής υπάρχει και στην περίπτωση που το οφειλόμενο ποσό αντί να δοθεί στο χέρι π.χ. μίσθωμα, καταβάλλεται στον τραπεζικό λογαριασμό του δανειστή (ιδιοκτήτη του μίσθιου). Για όλα αυτά βλ. τον Ακαδημαϊκό (και Δάσκαλο μου) Απόστολο Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, § 47, πλαγιάριθμο 1, σελ∙ 479 και την νμλγ του Ακυρωτικού μας στην υποσημείωση 1, στην ίδια σελίδα. Στοιχεία της δόσης αντί καταβολής είναι: η συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη ότι η απόσβεση της ενοχής θα γίνεται με καταβολή διαφορετικής παροχής από την αρχικώς οφειλόμενη και ταυτόχρονα η παράδοση της με την κατάρτιση της συμφωνίας (παραδοτική συμφωνία, re καταρτιζόμενη). Το τελευταίο αυτό στοιχείο καθιστά σαφή τη διαφορά της δόσης αντί καταβολής από την υπόσχεση αντί καταβολής (Απ. Γεωργιάδης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 4, σελίδες 479-480).
iii.Υπόσχεση αντί καταβολής. Υπάρχει αυτή στην περίπτωση που «ο οφειλέτης προς εκπλήρωσιν της υποχρεώσεως του παρέχει, τη συναινέσει του δανειστού άλλο τι αντι του οφειλομένου» [Αλ. Λιτζερόπουλος, Στοιχεία ΕνοχΔ, όπ.πάρ, τόμος Β’, 1968, § 272, σελίδες 410-411) με αποτέλεσμα «την ταυτόχρονη με την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης απόσβεση της προηγούμενης ενοχής» (Απ. Γεωργιάδης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 8, σελ∙ 480). Διαφορά της υπόσχεσης από την δόση αντί καταβολής: τόσο η δόση όσο και η υπόσχεση αντί καταβολής επιφέρουν την απόσβεση της ενοχής. Η διαφορά τους έγκειται στο εξής: στη μεν δόση αντί καταβολής καταβάλλετα αμέσως η νέα παροχή (παραδοτική σύμβαση) με αποτέλεσμα ταυτόχρονα με την απόσβεση της παλαιάς ενοχής να ικανοποιείται οριστικά ο δανειστής∙ Αντίθετα στην υπόσχεση αντί καταβολής ο δανειστής δεν ικανοποιείται άμεσα αλλά απλώς γίνεται δανειστής μιας άλλης παροχής στο πλαίσιο μιας νέας ενοχής. Η ικανοποίηση του θα επέλθει σε μεταγενέστερο χρόνο με την εκπλήρωση από τον οφειλέτη της νέας υποχρέωσης που ανέλαβε σε απόσβεση της παλαιάς. Παράδειγμα: αν ο Α που πώλησε στον Β ένα ελεκτρονικό υπολογιστή μάρκας χ του παρδώσει άλλο υπολογιστή μάρκας ψ και ο Β αποδεχθεί την άλλη αυτή παροχή, η ενοχή αποσβήνεται με δόση αντί καταβολής. Αντίθετα, αν ο Α συμφωνήσει με τον Β να του παραδώσει έναν άλλο υπολογιστή μετά από δυο μήνες, η αρχική υποχρέωση του Α αποσβήνεται και στη θέση της εισέρχεται νέα (υπόσχεση αντί καταβολής). Ο Β θα ικανοποιηθεί οριστικά, όταν μετά από δυο μήνες εκπληρωθεί η νέα υποχρέωση και λάβει τον υπολογιστή που συμφωνήθηκε [Απ. Γεωργιάδης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 12, σελ∙ 481].
iv.Υπόσχεση χάριν καταβολής. Είναι δυνατό «η νέα υποχρέωσις την οποίαν αναλαμβάνει ο οφειλέτης να μη έχει ως σκοπόν την απόσβεσιν της παλαιάς ενοχής, αλλά να ανελήφθη υπό την έννοιαν ότι η αρχική ενοχή θα εξακολουθή να υφίσταται παραλλήλως προς την νέαν. Ο δανειστής δηλαδή θα υποχρεούται μεν να επιδιώξει προ παντός άλλου την ικανοποίησιν του εκ της νέας απαιτήσεως∙ εάν όμως δεν καταστή δυνατή η ικανοποίησις του αυτή, τότε θα δικαιούται να ειδιώξη την εκπλήρωσιν της παλαιάς ενοχής. Εφόσον τουτο ήτο το πνεύμα της γενομένης συμφωνίας, δεν πρόκειται πλέον περί υποσχέσεως αντί καταβολής, αλλά περί υποσχέσως χάριν καταβολής. Εκ παραλλήλου όμως το άρθρον 421 ΑΚ θέτει και τον ερμηνευτικόν κανόνα, ότι δηλαδή δια να γίνη δεκτόν ότι πρόκειται περί υποσχεσεως αντί καταβολής, δηλαδη επί τω σκπώ αποσβέσεως της παλαιάς ενοχής, πρέπει να προκύπτη σαφώς ότι αυτή υπήρξε η βούλησις των μερών. Άλλως θεωρείται ότι η υπόσχεσις εδόθη χάριν καταβολής και συνεπώς η παλαιά ενοχή δεν αποσβήνεται» (Αλ. Λιτζερόπουλος, όπ.πάρ, τόμος Β’, § 273, σελίδες 411-412). Ποια τα αποτελέσματα της υπόσχεσης χάριν καταβολής; «Η μεγαλύτερη εξασφάλιση του δανειστή ο οποίος έχει έτσι κατά του οφειλέτη δυο απαιτήσεις που κατατείνουν στον ίδιο σκοπό (την ικανοποίηση του). Γι’ αυτό αν ο δανειστής ικανοποιηθεί με την εκπληρωση μιας από τις δυο υποχρεώσεις, επέρχεται απόσβεση και της άλλης. Εφόσον πάντως δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών, ο δανειστής υποχρεούται σύμφωνα με την καλή πίστη (ΑΚ 288) να επιδιώξει την ικανοποίηση του πρώτα από την νέα ενοχή και μόν αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, μπορεί να απαιτήσει την εκπλήρωση της παλαιάς ενοχής» (Απ. Γεωργιάδης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 14, σελ∙ 482). Παράδειγμα (από τον Απ. Γεωργιάδη, πλαγιαριθμο 13, σελ∙ 482): ο οφειλέτης του τιμήματος από αγοραπωλησία εκδίδει τραπεζική επιταγή ονόματι του δανειστή-πωλητή. Η αξίωση του δανειστή-πωλητή με βάση τη σύμβαση της πώλησης δεν αποσβήνεται, αλλά υπάρχει παράλληλα με την αξίωση από την τ. επιταγή.
v. Ο Άρειος Πάγος [απόφαση 1326/ 2011] δέχεται ότι, ακόμη κι αν ο δικαιούχος από επιταγή έχει αξίωση από αδικοπραξία, υποχρεούται πρώτα να αναζητήσει την ικανοποίηση του με βάση τις διατάξεις αυτές (ΑΚ 914 επ) και αν δεν ικανοποιηθεί με την επιλογή του αυτή τότε μπορεί να καταφύγει στην ικανοποίηση του από την αξίωση αδικ. πλουτισμού του νόμου για τις επιταγές (άρθρο 60). Δηλαδή, και στην περίπτωση συρροής νόμιμων βάσεων από την βάση των αδικοπραξιών και από την βάση του αδικ. πλουτισμού του άρθρου 60, υποχρεούται ο δικαιούχος κομιστής-δανειστής να προσφύγει στην υποκείμενη σχέση της ενοχής (δάνειο, δωρεά κλπ).
Όταν υπάρχει εσωτερική σχέση (υποκείμενη σχέση)-που πάντα υπάρχει, π.χ. πώληση, δωρεά κλπ για χάρη της οποίας εκδίδεται η επιταγή, αντί για μετρητά, τότε ο δικαιούχος (κομιστής επιταγής) υποχρεούται, σε περίπτωση παραγραφής της αξίωσης του (πεντάμηνη παραγραφή), να αναζητήσει την ικανοποίηση του βάσει της υποκείμενης σχέσης, π.χ. δάνειο, δωρεά κλπ και αν δεν ικανοποιηθεί με αυτή την επιλογή τότε προσφεύγει στην διάταξη άρθρου 60 του Ν. 5960/ 1933. Να λοιπόν περίπτωση υπόσχεσης χάριν καταβολής στις επιταγές. Ο κομιστής της επιταγής (δανειστής) έχει δυο αξιώσεις κατά του οφειλέτη, μια από την υποκείμενη σχέση (δάνειο, δωρεά κλπ) και μια από την επιταγή. Αν εκπέσει του δικαιώματος του από την επιταγή, π.χ. γιατί την εμφάνισε εκπρόθεσμα, τότε οφείλει να αναζητήσει την ικανοποίηση του πρώτα βάσει της υποκείμενης σχέσης (πώληση, δωρεά κλπ) κι αν δεν ικανοποιηθεί, όπως προανέφερα, τότε προσφεύγει στην 60 του Ν. 5960/ 1933 (αξίωση αδικ.πλουτισμού). 
vi. Η σχολιαζόμενη απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου ξεκαθαρίζει, οριστικά, την φύση της αξίωσης αδικ. πλουτισμού του άρθρου 60 ν. 5960/ 1933 "περί επιταγής". Είναι η ίδια η γνωστή μας αξίωση αδικ. πλουτισμού του ΑΚ 904 επ με σημαντικότατη όμως διαφορά τον χρόνο παραγραφής. Στην α.αδ.πλ. του ΑΚ 904 επ είναι εικοσαετής ενώ στην α.αδ.πλ του άρθρου 60 ν. 5960/ 33 είναι πενταετής. Επομένως, δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα σε περίπτωση απώλειας και της α.αδ.πλ του άρθρου 60 ν. 5960/ 33 να προσφύγει ο αμελέστατος κομιστής-δανειστής στην ΑΚ 904 επ στο ζήτημα της παραγραφής. Αυτό γίνεται δεκτό και από την Επιστήμη και από την νομολογία μας. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό από την Επιστήμη, "συμπληρωματική εφαρμογή του κοινού δικαίου (δηλαδή του αστικού δικαίου. Προσθήκη-εξήγηση γράφοντος) και εδώ (δηλαδή στο δίκαιο των αξιογράφων. Προσθήκη-εξήγηση γράφοντος) δεν μπορεί να αποκλεισθεί, εκτός αν τούτο προσκρούει στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 60 ν. 5960/ 33. Αυτό θα πρέπει να δεχθούμε για την σύντομη παραγραφή την οποία προβλέπουν οι διατάξεις αυτές και η οποία θέτει εκτός εφαρμογής την κοινή εικοσαετή παραγραφή για την αξίωση αδικ. πλουτισμού όταν υπάρχει έγκυρη επιταγή. Στην ουσία δηλαδή πρόκειται για την ίδια αγωγή με διαφορετικό εδώ από το κοινό δίκαιο χρόνο παραγραφής" [Γεωργιάδης-Σταθόπουλος- (Σταθόπουλος), ερμηνεία Αστικού Κώδικα, τόμος IV, 1982, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 904 -913, πλαγιάριθμος 54, σελ. 585]. Κατά την νμλγ μας το αποτέλεσμα αυτό συνάγεται από τα γινόμενα δεκτά στη συρροή αδικοπραξίας (όπως είναι η έκδοση ακάλυπτης επιταγής) με την αξίωση από την επιταγή στο ζήτημα της παραγραφής (εξάμηνη). Βλ. τις παραπομπές στον Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος Α, 2001, άρθρο 247 πργφ. 15].
Συμπερασματικά: Η υπόσχεση χάριν καταβολής αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του δανειστή αφού αυτός αποκτά δυο αξιώσεις κατά του οφειλέτη. Μια από την έκδοση της επιταγής και μια από την υποκείμενη σχέση (π.χ. δάνειο, δωρεά, πώληση κλπ). Σε περίπτωση δε έκδοσης ακάλυπτης επιταγής αποκτά και τρίτη αξίωση κατά του οφειλέτη-εκδότη, αυτήν από τις αδικοπραξίες αφού η έκδοση ακάλυπτης επιταγής είναι και αξιόποινη πράξη [άρθρο 79 ν. 5960/ 33]. Στο ζήτημα της παραγραφής: αν ο δανειστής σε περίπτωση έκδοσης τυπικά έγκυρης επιταγής απωλέσει την εξάμηνη προθεσμία οφείλει, πρώτα, να καταφύγει στο δίκαιο της υποκείμενης σχέσης [πώληση, δάνειο, δωρεά κλπ]. Σε περίπτωση μη απώλειας της εξάμηνης προθεσμίας οφείλει να προσφύγει πρωτίστως στο δίκαιο της επιταγής με έκδοση διαταγής πληρωμής. Αν τώρα προσφεύγοντας στην υποκείμενη σχέση (π.χ. πώληση όπου η παραγραφή στα κινητά είναι διετής, ΑΚ 554, η δάνειο όπου η παραγραφή είναι εικοσαετής) βλέπει ότι δεν τον βοηθάει, καταφεύγει ως έσχατο μέσο προστασίας στην α.αδ.πλ. του άρθρου 60 Ν. 5960/ 33. Αν η υποκείμενη σχέση ήταν πώληση και έχει παρέλθει διετία από την σύναψη της τότε υποχρεούται να προσφύγει απευθείας στην προστασία του άρθρου 60 αφού η παραγραφή εκεί είναι μεγαλύτερη (πενταετής). Αν όμως η υποκείμενη σχέση ήταν δάνειο, τότε υποχρεούται να προσφύγει στο δίκαιο που το ρυθμίζει αφού η παραγραφή εκεί είναι πολύ μεγαλύτερη, εικοσαετής. Στην τρίτη επιλογή της προστασίας από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914 επ) υπάρχει το εξής ζήτημα επί της παραγραφής: σύμφωνα με το άρθρο 52 ν. 5960/ 33, "αι εξ αναγωγής αγωγαί του κομιστού κατά .... του εκδότου... παραγράφονται μετά εξ μήνας από της λήξεως της προθεσμίας προς εμφάνισιν". Σύμφωνα με το άρθρο 28 πργφ. 1 ίδιου νόμου, ""η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει". Επομένως, μόλις εμφανισθεί η επιταγή για πληρωμή και δεν πληρωθεί (καλυφθεί) αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία παραγραφής. Σύμφωνα με την ΑΚ 937 "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση". Επομένως είναι προφανές ότι το σημείο έναρξης παραγραφής και στην περίπτωση του άρθρου 28 πργφ 1 και στην ΑΚ 937 είναι ίδιο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην περίπτωση του άρθρου 60 ν. 5960/ 33 γιατί κατ'  αυτό, "εν περιπτώσει... παραγραφής της εξ επιταγής αναγωγής, χωρεί κατά του εκδότου αγωγή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού". Επομένως, υπάρχει μια διαφορά, σε περισσότερο χρόνο [εξάμηνο], στην παραγραφή του άρθρου 60. Μπορεί λοιπόν να έχει απωλεστεί η προστασία της ΑΚ 914 [από αδικοπραξίες] και να σώζεται η προστασία από το άρθρο 60 ν. 5960/ 33 στο ζήτημα της παραγραφής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis