Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Απαράδεκτο προσφυγής χωρίς άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής. Υποχρέωση ενημέρωσης.

Περίληψη. Δημόσια έργα. Απαράδεκτο της προσφυγής του αναδόχου αν δεν προηγηθεί η άσκηση ένστασης και αίτησης θεραπείας. Δεν οφείλει η Διοίκηση να ενημερώσει τον ανάδοχο για την ενδικοφανή διαδικασία, διότι προβλέπεται από τις διατάξεις του νόμου 1418/ 84, που οφείλει ο ανάδοχος να γνωρίζει. Αντίθετη μειοψηφία. Η προσφυγή της αναιρεσείουσας είχε ασκηθεί απαραδέκτως και είναι εσφαλμένη η αντίθετη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεκτή η αναίρεση, απορρίπτεται η προσφυγή (αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 3033/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών). 

Η θέση μου στα σχόλια που θα ακολουθήσουν [Γ.Φ]

                           ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, 876/ 2013

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και του αρχαιοτέρου του Αντιπροέδρου, που είχαν κώλυμα, Ν. Σακελλαρίου, Δ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ευθ. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Π. Μπραΐμη, Κ. Λαζαράκη, Όλ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Κ. Φιλοπούλου και Κ. Πισπιρίγκος καθώς και η Πάρεδρος Π. Μπραΐμη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

5. Eπειδή, το άρθρο 12 του ν. 1418/ 1984 (Α 23), {όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου (13.2.1998)}, ορίζει ότι «1. Κατά των πράξεων της διευθύνουσας Υπηρεσίας, που προσβάλλει έννομο συμφέρον του αναδόχου, χωρεί ένσταση. Η ένσταση ασκείται με κατάθεση στη διευθύνουσα Υπηρεσία, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 15 ημερών, από την κοινοποίηση της πράξης, ........ 2. Η ένσταση απευθύνεται στην προϊσταμένη αρχή, ... Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εκδώσει την απόφασή της μέσα σε δύο μήνες από την κατάθεση της ένστασης. 3. Αν η ένσταση απορριφθεί στο σύνολό της ή μερικώς ή αν παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ο ανάδοχος μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας σε ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών, από την κοινοποίηση της απόφασης ή από την άπρακτη πάροδο του διμήνου ..... 7. Σε κάθε αίτηση θεραπείας αποφασίζει ο Υπουργός Δημοσίων Εργων, ύστερα από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την επίδοση της αίτησης θεραπείας. 8. Αν η αίτηση θεραπείας απορριφθεί με απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Εργων ή αν ο Υπουργός δεν εκδώσει την απόφασή του μέσα στην τρίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται αυτός που υπέβαλε την αίτηση θεραπείας να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου. 9. …». Το επόμενο δε άρθρο 13 του ίδιου νόμου ορίζει ότι «1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται από το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων παραγράφων. 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πιο πάνω διαφορών είναι το Εφετείο … 3. … 4. Της προσφυγής στο Εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη .....….».
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις, η τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 12 του ν. 1418/1984 ενδικοφανούς διαδικασίας (άσκηση ένστασης και εν συνεχεία αίτησης θεραπείας), ορίζεται ρητώς ως προϋπόθεση του παραδεκτού της, κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου επί διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, χωρίς να επιβάλλεται από τις εν λόγω διατάξεις η υποχρέωση στη Διοίκηση να προβαίνει σε ενημέρωση του αναδόχου για την ενδικοφανή αυτή διαδικασία. Και ναι μεν με την απόφαση 2892/1993 της Ολομελείας του Δικαστηρίου, έγινε δεκτό ότι η μη άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακυρώσεως σε περίπτωση κατά την οποία η Διοίκηση δεν ενημέρωσε τον αιτούντα, με την ίδια την επίμαχη πράξη ή το έγγραφο κοινοποιήσεώς της, ότι κατά της πράξης αυτής προβλέπεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως, η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, εντός ορισμένης προθεσμίας και ενώπιον συγκεκριμένου οργάνου. Ωστόσο, τα κριθέντα με την απόφαση αυτή της Ολομελείας καθ’ ερμηνεία της γενικής διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, αφορούν ενημέρωση του ενδιαφερομένου για την ύπαρξη ειδικής διαδικαστικής διατάξεως διοικητικού νόμου, η οποία προβλέπει την άσκηση, κατά ορισμένης πράξης, ενδικοφανούς προσφυγής, η άσκηση της οποίας αποτελεί, κατά τον γενικό δικονομικό κανόνα που τάσσει το εν λόγω άρθρο, προϋπόθεση της παραδεκτής προσβολής της πράξεως αυτής με αίτηση ακυρώσεως και δεν μπορούν να ισχύσουν και σε περιπτώσεις όπου η ίδια δικονομική διάταξη η οποία προβλέπει την άσκηση συγκεκριμένου ειδικού ενδίκου βοηθήματος, επιτάσσει ρητώς την προηγούμενη τήρηση της οριζόμενης με αυτήν ενδικοφανούς διαδικασίας ως προϋπόθεση του παραδεκτού του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος. Και ευλόγως, διότι η επιβαλλόμενη στη Διοίκηση υποχρέωση ενημέρωσης αποσκοπεί στην ικανοποίηση πραγματικής ανάγκης ενημέρωσης των ενδιαφερομένων για την τήρηση της προβλεπόμενης από ειδική διάταξη νόμου ενδικοφανούς διαδικασίας ως προϋπόθεσης της παροχής δικαστικής προστασίας, τέτοια δε ανάγκη ενημέρωσης δεν υφίσταται, όταν με δικονομικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν την άσκηση συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος, επιτάσσεται η προηγούμενη τήρηση της οριζόμενης στις ίδιες αυτές διατάξεις, ενδικοφανούς διαδικασίας. Επομένως, υποχρέωση ενημέρωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί επιβαλλομένη και για τις, κατ’ άρθρο 12 του ν. 1418/ 84, ένσταση και αίτηση θεραπείας, η άσκηση των οποίων τάσσεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής του άρθρου 13 του νόμου αυτού, δεδομένου ότι η ενδικοφανής αυτή διαδικασία δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη, διαδικαστικού χαρακτήρα, άλλου διοικητικού νόμου, αλλά από τις ίδιες διατάξεις του αυτού νόμου (άρθρα 12 και 13 ν. 1418/84), για την έννοια των οποίων δεν καταλείπεται καμία εύλογη αμφιβολία. Αλλωστε, δεν μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό ότι μια εργοληπτική επιχείρηση εγγεγραμμένη στο μητρώο εργοληπτικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 1418/1984, με σκοπό την κατασκευή δημοσίων έργων, η οποία, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, μετέχει σε διαγωνισμούς για την ανάθεση της κατασκευής δημοσίων έργων και η οποία έχει ανακηρυχθεί ανάδοχος με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω ν. 1418/1984, αγνοεί τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ισχύοντος από το 1984 νόμου αυτού, οι οποίες αφορούν τη δικαστική της προστασία επί διαφορών που ανακύπτουν κατά το στάδιο της εκτέλεσης του δημοσίου έργου. Με αυτά τα δεδομένα, τυχόν αποδοχή της αντιθέτου απόψεως θα υπερακόντιζε το σκοπό της ενημέρωσης και θα επέτρεπε την καταστρατήγηση των ανωτέρω διατάξεων του ν. 1418/1984, οι οποίες, λόγω της σοβαρότητας του αντικειμένου των δημοσίων έργων, προβλέπουν την υποχρεωτική τήρηση ενδικοφανούς διαδικασίας σε δυο μάλιστα στάδια. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Α. Χλαμπέα, η οποία διατύπωσε την εξής άποψη: Από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984, συνάγεται, ενόψει της ως άνω 2892/1993 αποφάσεως της Ολομελείας, της παγίας έκτοτε νομολογίας του Α’ και του ΣΤ’ Τμήματος του Δικαστηρίου επί διαφορών από την εκτέλεση δημοσίων έργων (βλ. ΣτΕ 2090/1999, 1992/2003, 1269/2004, 2756/2008, 3237, 3614/2009 κα), καθώς και της πολυπλοκότητας και των αλλεπάλληλων τροποποιήσεων της σχετικής νομοθεσίας, ότι προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του αναδόχου τήρηση της διοικητικής διαδικασίας, από την οποία εξαρτάται το παραδεκτό της ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου προσφυγής του, απαιτείται να γνωστοποιείται σ’ αυτόν από την υπηρεσία, με ειδική μνεία στην ίδια την πράξη ή στο τυχόν συνοδεύον αυτήν έγγραφο, η ενδικοφανής προσφυγή στην οποία υπόκειται η πράξη αυτή, το διοικητικό όργανο ενώπιον του οποίου ασκείται και η προς τούτο τασσόμενη από το νόμο αποκλειστική προθεσμία. Συνέπεια τούτου είναι ότι εάν η Διοίκηση δεν τηρήσει την υποχρέωσή της αυτή, η μη άσκηση ή η μη προσήκουσα άσκηση της προβλεπόμενης από το νόμο ενδικοφανούς διαδικασίας δεν καθιστά, εκ μόνου του λόγου τούτου, απαράδεκτο το ασκούμενο ένδικο βοήθημα. Περαιτέρω, όμως κατά την άποψη αυτή, το εκ της μη τηρήσεως της ενδικοφανούς διαδικασίας απαράδεκτο, δεν θεραπεύεται σε περίπτωση που, αν και παραλείφθηκε η ως άνω ενημέρωση, αποδεικνύεται ή ομολογείται ότι ο ανάδοχος-προσφεύγων γνώριζε την υποχρέωση τηρήσεως της ως άνω διοικητικής προδικασίας, καθώς και τους ειδικότερους όρους αυτής. (βλ. μειοψ. ΣτΕ 1992/2003).
7. Eπειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, μεταξύ της αναιρεσείουσας, εργοληπτικής επιχείρησης και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία … συνήφθη η από 15-7-1993 σύμβαση με αντικείμενο την εκτέλεση του δημόσιου έργου…Κατά την εκτέλεση των εργασιών, η ανάδοχος υπέβαλε ειδικές δηλώσεις διακοπής εργασιών παραπονούμενη για τη μη έγκαιρη εξόφληση λογαριασμών καθώς και σειρά αιτήσεων για καταβολή αποζημίωσης λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου. Τελικώς, υπέβαλε προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία την υπ` αριθ. 73/19-3-97 αίτηση, με την οποία ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1418/84, την αναγνώριση και καταβολή συνολικού ποσού 482.059.568 δραχμών, ως αποζημίωση, λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου κατά τις χρονικές περιόδους α) από 9-3-96 έως 28-5-96 και β) από 19-7-96 έως 18-3-97, κατά τις οποίες αυτή είχε αναγκαστεί να διακόψει τις εργασίες λόγω καθυστέρησης εξόφλησης των υπ’ αριθμ. 23 και 24 λογαριασμών και λόγω καθυστέρησης έγκρισης του 3ου Συγκριτικού Πίνακα και ΠΚΤΜΝΕ. Επί της ανωτέρω αιτήσεως, η διευθύνουσα υπηρεσία εξέδωσε οκτώ πράξεις (υπ’ αριθ. 4, 57, 60, 170, 354, 401, 429, 547/2-4-97) με τις οποίες απέρριψε το σύνολο των αιτημάτων. Κατ’ αυτών η αναιρεσείουσα άσκησε την υπ` αριθ. 100/16-4-97 ένσταση ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, η οποία απορρίφθηκε σιωπηρώς, κατά της σιωπηρής δε απορρίψεως της ενστάσεώς της άσκησε ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου το από 18-8-1997 ένδικο βοήθημα με τίτλο «προσφυγή - αγωγή», ζητώντας να υποχρεωθεί η καθ’ ης να της καταβάλει το εν λόγω ποσό. Ακολούθως, άσκησε κατά της ως άνω σιωπηρής απορρίψεως και την από 16-9-1997 αίτηση θεραπείας, επί της οποίας εκδόθηκε η από 16-10-1998 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού με την οποία ικανοποιήθηκε εν μέρει το αίτημά της. Το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 3033/2000 απόφασή του, αφού χαρακτήρισε το ασκηθέν ενώπιόν του ένδικο βοήθημα ως προσφυγή, έκρινε περαιτέρω, απορρίπτοντας αντίθετο προβληθέντα ισχυρισμό της ΕΟΑ, ότι αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς, με τη σκέψη ότι, ναι μεν η ανάδοχος δεν άσκησε αίτηση θεραπείας κατά της σιωπηρής απόρριψης της ένστασής της σύμφωνα με το άρθρ. 12 παρ. 3 και 4 του ν. 1418/1984, πλην όμως τα όργανα διοίκησης του έργου, δεν την είχαν ενημερώσει ότι δικαιούται να ασκήσει ένσταση και εν συνεχεία αίτηση θεραπείας. Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε την προσφυγή κατ’ ουσίαν, με τη σκέψη ότι ο κύριος του έργου δεν κατέστη υπερήμερος, ενώ, καθ’ ο μέρος το αίτημα του αναδόχου είχε γίνει δεκτό με την ως άνω από 16-10-1998 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, κήρυξε τη δίκη κατηργημένη.
8. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, η προσφυγή της αναιρεσείουσας ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, είχε, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 1418/1984, ασκηθεί απαραδέκτως. Και τούτο διότι, ναι μεν αυτή υπέβαλε κατά των επιδίκων πράξεων ένσταση ενώπιον της Προϊστάμενης Αρχής, κατά της σιωπηρής όμως απορρίψεως της ενστάσεως άσκησε προσφυγή, χωρίς να ασκήσει προηγουμένως και αίτηση θεραπείας. Το απαράδεκτο αυτό δεν αίρεται από τη μη ενημέρωση της αναιρεσείουσας από τη Διοίκηση για την υποχρεωτική, και επί ποινή απαραδέκτου της προσφυγής, τήρηση και των δύο σταδίων της ενδικοφανούς διαδικασίας, όπως αντιθέτως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο, διότι, όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 6, από τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984 δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης της Διοικήσεως.
9. Επειδή, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παρέλειψε την άσκηση της αιτήσεως θεραπείας εν όψει της υπάρχουσας νομολογίας του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της αποφάσεως 2892/1993 της Ολομελείας, και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της προστατευομένης εμπιστοσύνης η ανωτέρω, κατά την αιτούσα, μεταστροφή της νομολογίας αυτής δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην κρινόμενη υπόθεση. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέοι διότι η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την ανωτέρω απόφασή της 2892/1993 ερμήνευσε τις γενικές διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 και όχι τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984, ενώ, εξάλλου, κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου (18.8.1997), δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί η πάγια νομολογία των οικείων Τμημάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 2090/1999, 1992/2003, 1269/2004, 2756/2008, 3237, 3614/2009 κα), περί της ανάγκης ενημερώσεως του αναδόχου σχετικά με την τήρηση της κατ’ άρθρ. 12 και 13 του ν. 1418/1984 ενδικοφανούς διαδικασίας. Αλλωστε, πάντως, η αναιρεσείουσα γνώριζε, μάλιστα δεν αρνείται τούτο, τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις του ν. 1418/1984 οι οποίες επιβάλλουν την τήρηση της εν λόγω ενδικοφανούς διαδικασίας ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής, όπως προκύπτει: α) από το γεγονός ότι, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 7, μετά την άσκηση της από 18.8.1997 προσφυγής στο Διοικητικό Εφετείο κατά της σιωπηρής απόρριψης της ενστάσεώς της, η αναιρεσείουσα υπέβαλε κατ’ αυτής και την από 16.9.1997 αίτηση θεραπείας, η οποία έγινε μάλιστα εν μέρει δεκτή από τον Υφυπουργό Πολιτισμού και β) ότι επί διαφοράς η οποία είχε προγενεστέρως ανακύψει κατά την εκτέλεση της ίδιας συμβάσεως, η αναιρεσείουσα είχε τηρήσει την προβλεπόμενη στα άρθρ. 12 και 13 του ν. 1418/1984 ενδικοφανή διαδικασία ασκώντας και την ένσταση και την αίτηση θεραπείας (βλ. την απόφαση 3821/2001 του Συμβουλίου της Επικρατείας - σκέψη 3 - εκδοθείσα επί αιτήσεως αναιρέσεως της ήδη αναιρεσείουσας). Σύμφωνα όμως με τη γνώμη που διατύπωσαν ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Γκορτζολίδου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Θ. Αραβάνης και Α. Χλαμπέα, προς την οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Κ. Λαζαράκη, το απαράδεκτο από τη μη άσκηση της εν λόγω ενδικοφανούς διαδικασίας δεν μπορεί να αντιταχθεί εν προκειμένω, στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (ΣτΕ 1208/2012, 1023/2009, πρβλ. ΣτΕ 3472/2011, 1587/2007, 4304/2001). Και τούτο, διότι κατά τον κρίσιμο, κατά τα ανωτέρω, χρόνο, επικρατούσε, μετά την έκδοση της ως άνω 2892/1993 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ασάφεια στη νομολογία ως προς το ζήτημα αυτό (βλ. ΣτΕ 5161/95, 2309/95, 1626/96 επί αντιστοίχων με τις εφαρμοστέες διατάξεων, καθώς και ΣτΕ 222/97 επί των επιδίκων διατάξεων), ικανή να δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα εύλογες αμφιβολίες ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος που άσκησε ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου.
10. Επειδή, κατόπιν όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι η επίδικη προσφυγή είχε ασκηθεί παραδεκτώς παρά τη μη τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, πρέπει να αναιρεθεί για το λόγο αυτό, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως αναγόμενος στην έκταση της δικαιοδοσίας του δικάσαντος δικαστηρίου (πρβλ. ΣτΕ 2094/99, 3925/01, 3099/07). Μετά την αναίρεση εξάλλου, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο της Επικρατείας κρατεί, σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, την υπόθεση η οποία δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, εν συνεχεία δε δικάζει την από 18-8-1997 προσφυγή της αναιρεσείουσας-προσφεύγουσας και κρίνει ότι αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για τον ανωτέρω λόγο, και ειδικότερα διότι ασκήθηκε χωρίς να έχει ασκηθεί προηγουμένως και αίτηση θεραπείας κατά της σιωπηρής απορρίψεως της ενστάσεως. Το απαράδεκτο αυτό εξάλλου, δεν αίρεται, όπως έγινε ήδη δεκτό, από τη μη ενημέρωση της προσφεύγουσας για την υποχρεωτική, και επί ποινή απαραδέκτου της προσφυγής, τήρηση και των δύο σταδίων της ως άνω ενδικοφανούς διαδικασίας.
11. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 39 παρ. 1 π.δ. 18/1989).
Διά ταύτα
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3033/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών,
Κρατεί και δικάζει την από 18-8-1997 προσφυγή της αναιρεσείουσας - προσφεύγουσας, και Απορρίπτει την προσφυγή
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της αιτήσεως αναιρέσεως και Συμψηφίζει ενόψει των περιστάσεων τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και 16 Μαΐου 2012.

1 σχόλιο:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Το σχόλιο μου επί της παρούσας ανάρτησης επειδή είναι πολύ μεγάλο [κανονική νομική μελέτη είναι] μπορείτε να το διαβάσετε στον σύνδεσμο
Απαράδεκτο προσφυγής χωρίς άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής. Υποχρέωση ενημέρωσης.
Ο βασικός λόγος που θέλω να φύγω από την Google και να πάω στην Wordpress είναι αυτός, ότι δηλαδή δεν μπορώ να γράψω σχόλια που να υπερβαίνουν τις τριάντα γραμμές, επίσης, ότι την δυνατότητα της σελιδοποίησης την διαθέτει μόνο η Wordpress.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...