Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

πιστοποιητικό πληρωμής ΕΝ.Φ.Ι.Α για διεξαγωγή δίκης. Αντισυνταγματικότητα.

Περίληψη. Κτηματολόγιο. Αγωγή αναγνωριστική κυριότητας. Αντισυνταγματική η διάταξη περί απαραδέκτου συζήτησης ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής λόγω της μη προσκομίσεως του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. που προβλέπεται από το άρθρο 9 παρ. 2 περ. 1, 3 και 5 του ν. 4223/2013. Δεν υφίσταται δεδικασμένο όταν προηγούμενη αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη. Η απόφαση αυτή εισήχθη στη ΝΟΜΟΣ με επιμέλεια της συνδρομήτριάς μας κας Σταματίνας Παπαμιχάλη, δικηγόρου Αθηνών.
Ομοίως και ΠολΠρωτΘεσ/ κης 15203/ 2014, ΜονΠρωτΧανίων 210/ 2014.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 3072/ 2015.

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αικατερίνη Πετροπούλου, Πρωτοδίκη, Κτηματολογική Δικαστή, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου,
Με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι έχει καταστεί πλήρης και αποκλειστική κυρία του λεπτομερώς περιγραφομένου στην αγωγή της κατά θέση, έκταση και όρια αγρού, συνολικής εκτάσεως 770,25 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Παιανίας Αττικής, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς νέμεται και κατέχει αυτό, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, από το έτος 1966, οπότε της το μεταβίβασαν άτυπα, λόγω δωρεάς, οι γονείς της. Οτι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, που έχει ήδη περαιωθεί στον ως άνω Δήμο, τμήμα του αγρού της εκτάσεως 351,98 τ.μ. έλαβε ΚΑΕΚ 05 111 53 01 173/0/0. Οτι, εσφαλμένα, τμήματα της ιδιοκτησίας της καταχωρήθηκαν σε όμορα ακίνητα και συγκεκριμένα: α) τμήμα συνολικού εμβαδού 117,33 τ.μ. έχει συμπεριληφθεί σε ευρύτερο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 05 111 53 01 177/0/0 εκτάσεως 795 τ.μ. συνιδιοκτησίας των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, β) τμήμα εμβαδού 264,74 τ.μ. έχει συμπεριληφθεί σε ευρύτερο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 05 111 53 01 175/0/0 εκτάσεως 321 τ.μ. ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και γ) τμήμα εμβαδού 36,2 τ.μ. έχει συμπεριληφθεί σε ευρύτερο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 05 111 53 01 171/0/0 εκτάσεως 727 τ.μ. ιδιοκτησίας του τέταρτου εναγομένου. Οτι περαιτέρω, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι έχουν περιφράξει τμήμα του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα, τμήμα 72,25 τ.μ., ενσωματώνοντάς το παράνομα στην ιδιοκτησία τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί: α) να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της πλήρους και αποκλειστικής της κυριότητας του στην αγωγή περιγραφομένου ακινήτου της συνολικής εκτάσεως 770,25 τ.μ., β) να διορθωθούν οι ανακριβείς καταχωρήσεις, γ) να διαταχθεί αφ’ ενός η απόδοση σε αυτήν τμήματος εκτάσεως 72,25 τ.μ., το οποίο έχει καταληφθεί από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, δια της αποβολής τους από αυτό και της εγκατάστασης της ιδίας αφ’ ετέρου η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με δαπάνες των αμέσως παραπάνω εναγομένων και να καταδικασθούν άπαντες οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 5 παρ. 2 ν. 2654/1998, όπως ισχύει και 9, 10, 11 αρ. 1, 14 παρ. 2 και 29 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, ενώ για το παραδεκτό της: α) έχει ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης δωδεκαετούς προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2β ν. 2664/1998 (καθότι σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 300/6/27-04-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στον Δήμο Παιανίας ορίστηκε η 9η Μαίου 2005), β) δεν απαιτείται να προσκομισθεί η κατ’ άρθρο 6 παρ. 3ε ν. 2664/1998, όπως ισχύει, εισήγηση της «...............», δεδομένου του ότι, όταν κατατέθηκε η υπό κρίση αγωγή (04-03-2011), αφ’ ενός η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 περ. ε` δεν είχε ακόμη τροποποιηθεί από το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 4154/2013, αφ’ ετέρου η εφαρμογή της δεν επηρεάζεται από τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, αφού δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που προβλέπονται με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 ν. 4164/2013, γ) δεν απαιτείται η προσκόμιση του κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 περ. 1, 3 και 5 του ν. 4223/2013 «Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ A 287/31-12-2013) πιστοποιητικού της φορολογικής διοίκησης, καθ’ ότι θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας) (βλ. ΠΠΘεσ 15203/2014 τνπ Νόμος) και δ) αντίγραφό της έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα, την 24-03-2011, κατ’ άρθρο 220 ΚΠολΔ και 12 παρ. 1 περ. ιβ ν. 2664/1998 στα κτηματολογικό φύλλα των ενδίκων ακινήτων (ΚΑΕΚ 05 111 53 01 173, 05 111 53 01 177, 05 111 53 01 175 και 05 111 53 01 171), με αριθμό καταχώρησης 1.384, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα ως άνω αντίγραφα κτηματολογικών φύλλων με ημερομηνία εκτύπωσης 12-11- 2014. Σημειωτέον, ότι δεν υφίσταται ζήτημα δεδικασμένου, δεδομένου του ότι η εκδοθείσα υπ’ αριθ. 2829/2009 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επί της με αριθμό κατάθεσης 1166/03-02-2009 αγωγής της ενάγουσας κατά των αυτών εναγόμενων, απερρίφθη ως αόριστη, γεγονός που δεν την εμποδίζει να επανελθεί με την παρούσα (ΕφΑθ 10641/1995 ΕλλΔνη 1999.157). Κατά τα λοιπά, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 6 παρ. 1 και 2 ν. 2664/1998, όπως ισχύει, καθώς και σε αυτές των άρθρων 1000, 1045, 1094 ΑΚ, 70, 74, 176, 943 ΚΠολΔ και 6 παρ. 1 και 2 ν. 2664/1998, όπως ισχύει, πλην του σωρευμένου αιτήματος περί επιβολής στους εναγομένους της υποχρέωσης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτεραία της προσβολής του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας κατάσταση, το οποίο απορριπτέο τυγχάνει ως μη νόμιμο, καθόσον προσιδιάζει σε αρνητική αγωγή της κυριότητας ακινήτου πράγματος του άρθρου 1108 του ΑΚ, το αίτημα της οποίας περί άρσης της προσβολής της κυριότητας του ενάγοντος εκτελείται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 945 του ΚΠολΔ και όχι σε διεκδικητική αγωγή κυριότητας ταυ άρθρου 1094 του ΑΚ, όπως αρμόζουν εν προκειμένω τα εκτιθέμενα από την ενάγουσα προς συγκρότηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της πραγματικά περιστατικά περί καθολικής προσβολής της κυριότητάς της από τους εναγομένους, της προσβολής εκδηλουμένης διά της κατάληψης του επιδίκου από τους τελευταίους και αποβολής της ιδίας από αυτό. Επίσης, μη νόμιμο είναι και το παρεπόμενο αίτημα περί αποβολής των εναγομένων από το επίδικο ακίνητο και εγκατάστασης της ιδίας σε αυτό, διότι κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, επί υποχρέωσης προς παράδοση ή απόδοση πράγματος, η εκτέλεση είναι άμεση, και γίνεται με την εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή, αποβολή του καθ’ ου η εκτέλεση και εγκατάσταση σε αυτό του υπέρ ου η εκτέλεση (ΑΠ 1050/1982 ΕλλΔνη 24.209, ΕφΑθ 5663/1997 Αρμ 2000.1085, ΕφΑθ 1861/1990 ΕλλΔνη 34.635). Ωστόσο, καθ’ ό μέρος πρόκειται για διεκδικητική αγωγή, δεδομένου του ότι η ενάγουσα ζητεί να διαταχθεί η απόδοση σε αυτήν τμήματος εμβαδού 72,25 τ.μ., υπόκειται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Παρά μάλιστα και την κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ κλήση της να συμπληρώσει την τυπική αυτή παράλειψη, η προθεσμία που τάχθηκε προς τούτο παρήλθε άπρακτη παράλειψη (βλ. σημείωση της Γραμματέως στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας περί σχετικής ενημέρωσης της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενάγουσας). Συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου, ως προς το ως άνω αίτημα της απόδοσης. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι δεν απαιτείται δικαστικό ένσημο για το αναγνωριστικό αίτημα αυτής, αφού η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε πριν την έναρξη της εφαρμογής του νόμου 3994/2011 την 25-07- 2011 (καθώς κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 04-03-2011, βλ. σχετικά και την παρ. 2 του αρ. 21 του ν. 4055/2012).

Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για όσα από αυτά δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ’ όσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 269 παρ. 1, 270, 393, 394 και 395 ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του νόμου, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ιδία δε από το προσκομιζόμενο από τους διαδίκους από Μαρτίου 2014 τυπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού.., καθώς και από την ομολογία των εναγομένων ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας, που παράγει πλήρη απόδειξη, και τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (αρθρ. 336 παρ. 4), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει πλήρης και αποκλειστική κυρία δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας επί ενός ακινήτσυ που βρίσκεται στη θέση «ΚΟΚΑΙ» της δημοτικής ενότητας Παιανίας του Δήμου Παιανίας Αττικής. Το ακίνητο αυτό κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της εν λόγω περιοχής ορθώς καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά Βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Κορωπίου με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου 05 111 53 01 173/0/0 ως πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της ενάγουσας, πλην όμως μόνο για τμήμα της ιδιοκτησίας της εμβαδού 352 τ.μ., αφού έτερα τμήματα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας συμπεριελήφθησαν σε γειτονικά ακίνητα και συγκεκριμένα: α) τμήμα εμβαδού 264,74 τ.μ., εμφαινόμενο με τα αριθμητικά στοιχεία 18-34-37- 36-14-18 στο από Μαρτίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού .., όπου το σύστημα συντεταγμένων είναι εξαρτημένο από το ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ ’87), εσφαλμένως καταχωρήθηκε στην υπό ΚΑΕΚ 05 111 53 01 175/0/0 ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης και β) τμήμα εμβαδού 103,01 τ.μ. εμφαινόμενο με τα αριθμητικά στοιχεία 15- 28-34-18-10-15 στο από Μαρτίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..., όπου το σύστημα συντεταγμένων είναι εξαρτημένο από το ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ ’87), εσφαλμένως καταχωρήθηκε στην υπό ΚΑΕΚ 05 111 53 01 177/0/0 ιδισκτησία των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να αναγνωρισθεί η ενάγουσα πλήρης και αποκλειστική κυρία των ανωτέρω περιγραφομένων, αλλά και στο διατακτικό της παρούσας, εδαφικών τμημάτων και να διαταχθούν οι διορθώσεις των κατά τα ανωτέρω ανακριβών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία που τηρούνται στο κτηματολογικό γραφείο Κορωπίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν κατ’ αίτημά τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την αγωγή κατά του τέταρτου εναγομένου.

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή εν μέρει.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι κατά τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στον Δήμο Παιανίας την 9η Μαίου 2005, η ενάγουσα ήταν πλήρης και αποκλειστική κυρία επί:

Α) ενός ακινήτου, όπως φαίνεται και απεικονίζεται στο από Μαρτίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού .., όπου το σύστημα συντεταγμένων είναι εξαρτημένο από το ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ `87), με τα αριθμητικά στοιχεία 18-34-37-35-14-18 και ειδικότερα, ενός ακινήτου που βρίσκεται στην δημοτική ενότητα Παιανίας του Δήμου Παιανίας Αττικής, στην ειδικότερη θέση «ΚΟΚΛΙ», έχει έκταση 264,74 τ.μ. και έχει προσαρτηθεί στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης με ΚΑΕΚ 05 111 53 01 175/0/0 και

Β] ενός ακινήτου, όπως φαίνεται και απεικονίζεται στο από Μαρτίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού .., όπου το σύστημα συντεταγμένων είναι εξαρτημένο από το ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ `87), με τα αριθμητικά στοιχεία 15-28-34-18-10-15 και ειδικότερα, ενός ακινήτου που βρίσκεται στην δημοτική ενότητα Παιανίας του Δήμου Παιανίας Αττικής, στην ειδικότερη θέση «ΚΟΚΛΙ», έχει έκταση 103,01 τ.μ. και έχει προσαρτηθεί στην ιδιοκτησία των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων με ΚΑΕΚ 05 111 53 01 177/0/0.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διόρθωση της αρχικής κτηματολογικής εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο και τα λοιπά τηρούμενα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κορωπίου ως προς τα γεωτεμάχια:

Α] με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 05 111 53 01 175/0/0, προκειμένου τμήμα του εκτάσεως 264,74 τ.μ., όπως φαίνεται και απεικονίζεται στο από Μαρτίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..............., όπου το σύστημα συντεταγμένων είναι εξαρτημένο από το ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ `87), με τα αριθμητικά στοιχεία 18-34-37-36-14-18 να προσαρτηθεί στην με ΚΑΕΚ 05 111 53 01 173/0/0 ιδιοκτησία της ενάγουσας, στο οποίο θα αναγράφεται ως πλήρης και αποκλειστική κυρία αυτού (δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας), αντί της εσφαλμένης εγγραφής με την οποία φέρεται ως αποκλειστική κυρία του επιδίκου τμήματος η πρώτη εναγομένη και

Β] με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 05 111 53 01 177/0/0, προκειμένου τμήμα του εκτάσεως 103,01 τ.μ., όπως φαίνεται και απεικονίζεται στο από Μαρτίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..............., όπου το σύστημα συντεταγμένων είναι εξαρτημένο από το ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ ’87), με τα αριθμητικά στοιχεία 15-28-34-18-10-15 να προσαρτηθεί στην με ΚΑΕΚ 05 111 53 01 173/0/0 ιδιοκτησία της ενάγουσας, στο οποίο θα αναγράφεται ως πλήρης και αποκλειστική κυρία αυτού (δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας), αντί της εσφαλμένης εγγραφής με την οποία φέρονται ως συγκύριοι του επιδίκου τμήματος οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 28-05-2015, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου.

3 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Όμως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών). Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο. Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω διάταξη ως αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε εμπράγματης αγωγής. Ενώ, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Επομένως, η παραπάνω ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών.
Αντισυνταγματικότητα πιστοποιητικού καταβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α για διεξαγωγή δίκης.
Δικαστική απόφαση παραδέχεται πως το Κράτος είναι ωμός εκβιαστής!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

... § 5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού» Η τελευταία αυτή διάταξη, περί απαραδέκτου της συζητήσεως εμπράγματης αγωγής, που είναι προφανές ότι είναι φορολογικής φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας). Ειδικότερα, στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο συμφωνεί και με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το θεμελιώδες δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, αποτελεί δε θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Οι δικονομικές λεπτομέρειες που είναι επιτρεπτό να καθορίζει κάθε κράτος μέλος της Ένωσης δεν επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α` 256) ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ` εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Ομως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών). Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο. Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω διάταξη ως αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε εμπράγματης αγωγής. Ενώ, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Συνέχεια...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια...
Επομένως, η παραπάνω ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών. Επιπλέον, η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις. Διαφορετικά θα ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκομίσει το ως άνω πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να προστατεύσει το δικαίωμα της κυριότητάς του, που του παρέχει άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο ακίνητο (άρθρα 973 και 1000 του ΑΚ), θα πρέπει να μην εκδικασθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, αφού το δικαστήριο δεν θα υπεισέρχεται στην ουσία της ένδικης διαφοράς και έτσι ο πολίτης θα στερείται ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητό του χωρίς την άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε καταπατητή. Εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. Άλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (βλ Ολ. ΣΤΕ 601/2012 NOB 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008, ΑΠ 293/2014, ΑΠ 1164/2009, ΑΠ 205/2006 Α δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας, αριθμ. 1 1036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87, απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ. 15117/89, Νικόλαος Νίκας Πολιτική Δικονομία Ι σ. 415).
Μονομελές Εφετείο Κρήτης (Πολιτικό) 19/ 2016.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...