Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Αοριστία αίτησης στον Ν. 3869/ 2010.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ 3 ης και 4ης Νοεμβρίου 2015
ΕΙΣΗΓΗΣΗ Γρηγορίου Κομπολίτη Ειρηνοδίκη
ΘΕΜΑ «Αοριστία της κατά το άρθ. 4 παρ. 1 αιτήσεως του οφειλέτη περί υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010». ΠΗΓΗ.

Το περιεχόμενο της αίτησης διαγράφεται από την ειδική διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/10 και τη γενική διάταξη του αρθ. 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, που καθορίζει το γενικό περιεχόμενο της αίτησης, και απαιτεί ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της υπόθεσης, το οποίο στην περίπτωση του νόμου 3869/10 συνδέεται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που ορίζει για την ένταξη του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του. Η προσέγγιση λοιπόν του θέματος του αναγκαίου περιεχομένου της αίτησης, θα πρέπει να γίνει με το συνδυασμό των δύο αυτών διατάξεων.

Α1) Ο θεσμός της ρύθμισης των χρεών του υπερχρεωμένου οφειλέτη απευθύνεται σε ορισμένους οφειλέτες που συγκεντρώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αναφέρονται στο αρθ. 1 παρ. 1. Ειδικότερα αφορά τους οφειλέτες που: α) είναι φυσικά πρόσωπα, β) δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και γ) έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους. Και οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αίτησης. Ειδικά όσον αφορά την αδυναμία εξόφλησης των χρεών. Δεν απαιτείται για την πληρότητα τη αίτησης η αναφορά της εισοδηματικής κατάστασης του οφειλέτη κατά τον χρόνο ανάληψης των χρεών και των λόγων που τον οδήγησαν σε μόνιμη αδυναμία, ούτε της έλλειψης υπαιτιότητας στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας , (ΜονΠρωτΧαν 654/2013, ΜΠΡΚορ 187/2014, ΕιρΘεσ 9268/2013 αδημ, ΕιρΑθ 161/2013, ΕιρΠολυγ 64/2014, ΕιρΠολυκ 8/2014 ΕιρΙλίου 30/2015 , ΕιρΙωαν 2/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΦλωρ 22/2014, με αντιθ. ΕιρΑθ 107/2012 ΕλλΔνη 2012.577, ΕιρΧαν 384, 389/2013, 167/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα αίτια της αδυναμίας του και η ευθύνη του γι’ αυτήν συνδέονται με τη στοιχειοθέτηση της δόλιας πρόκλησης της αδυναμίας, η οποία προβάλλεται και αποδεικνύεται από τους πιστωτές. Η διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1 αναφέρεται ρητά στην τρίτη παραπάνω προϋπόθεση, ορίζοντας ως υποχρεωτικό περιεχόμενο της αίτησης την κατάσταση των πιστωτών του οφειλέτη και των απαιτήσεων τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναφέρονται και τα υπόλοιπα πιο πάνω δύο υποκειμενικά στοιχεία.
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥΣ:
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1, ο οφειλέτης πρέπει να περιλάβει στην αίτηση όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Ως προς τους πιστωτές: 1. Μετά τη θέσπιση με τη διάταξη του αρθ. 8 παρ. 1γ του νόμου της αρχής της καθολικότητας, δεν μπορεί πλέον να απορριφθεί η αίτηση ως αόριστη επειδή δεν περιελήφθη σ’ αυτή πιστωτής ή απαίτησή του, αφού πλέον είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο η ένταξη στη ρύθμιση όλων των πιστωτών και όλων των απαιτήσεων. Αυτό θα συμβεί είτε κατά την 1η συζήτηση με συμπλήρωση της αίτησης, είτε, αν διέφυγε της προσοχής του δικαστηρίου και των διαδίκων, μπορεί να γίνει και κατά τη 2η συζήτηση με τις προτάσεις, ( σύμφωνα με τα άρθρα 236, 744, 745, 759 παρ. 3, 765 του ΚΠολΔ, δοθέντος ότι στην εκουσία δικαιοδοσία εφαρμόζεται το ανακριτικό και συγκεντρωτικό σύστημα). Ακόμη δε, μπορεί να γίνει και μετά από επανάληψη της συζήτησης κατά το αρθ. 254 ΚΠολΔ, αλλά και μεταγενέστερα με μεταρρύθμιση της απόφασης ή με την επιτυχή άσκηση έφεσης (βλ. και σε Κρητικό εκδ. 3 σελ. 109), με αναδιανομή του ποσού των δόσεων και εφαρμογή για τις καταβολές που έχουν γίνει του αρθ. 8 παρ. 2 σε συνδυασμό με το αρθ. 904 ΑΚ (υποκατάσταση). 2. Σε περίπτωση εκχώρησης της απαίτησης, η οποία βέβαια έχει αναγγελθεί στον οφειλέτη και τη γνωρίζει, θα πρέπει να περιληφθεί στην αίτηση ο νέος πιστωτής. Εφόσον ο οφειλέτης δε γνωρίζει την εκχώρηση, θα προβληθεί από τον παλιό πιστωτή, ο οποίος βαρύνεται με την απόδειξη της συντέλεσή της. Στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστεί η διάταξη του αρθ. 8 παρ. 1γ και το δικαστήριο θα διατάξει την κλήτευσή του νέου πιστωτή ώστε να εισέλθει και να λάβει μέρος στη δίκη. Ως προς τις απαιτήσεις: Σ’ αυτές περιλαμβάνονται και οι αμφισβητούμενες με σχετική επιφύλαξη, η ύπαρξη ή το ύψος των οποίων θα κριθεί από το δικαστήριο κατά τον προδικαστικό έλεγχο της απαίτησης σύμφωνα με το άρθ. 8 παρ. 1 του νόμου. Παράδειγμα αμφισβητούμενων απαιτήσεων: α) Από δάνειο με ρήτρα σε ελβετικό φράγκο. Έχουν συναφθεί δανειακές συμβάσεις με ρήτρα που συνδέουν την ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο, στις οποίες με την ανατίμηση του φράγκου σε βάρος του ευρώ, διογκώθηκε υπερβολικά το ανεξόφλητο δανειακό υπόλοιπο. Μια τέτοια ρήτρα μπορεί να κριθεί ως αόριστη και καταχρηστική και άκυρη η δε πλήρωσης του κενού να γίνει ερμηνευτικά με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου . Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης θα περιλάβει το συγκεκριμένο χρέος στην αίτησή του στο ύψος του σύμφωνα με τη βεβαίωση της τράπεζας, με επιφύλαξη όμως ως προς το ύψος του αυτό, το οποίο αμφισβητεί και θα ζητήσει από το δικαστήριο να προσδιορίσει το πραγματικό του ύψος με βάση τη ισοτιμία που πιστεύει ότι πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του και θα ζητά να ενταχθεί στη ρύθμιση κατά το ύψος του αυτό μετά τον επαναπροσδιορισμό του. Το δικαστήριο θα προβεί σε προδικαστικό έλεγχο της απαίτησης σύμφωνα με το άρθ. 8 παρ. 1 του νόμου και ανάλογα με την κρίση του σχετικά με τη ρήτρα αυτή στη σύμβαση δανείου και το ύψος του χρέους θα το εντάξει στη ρύθμιση. β) Ανατροπή σύμβασης πώλησης αυτοκινήτου με παρακράτηση της κυριότητας μετά από υπαναχώρηση του πιστωτή. Συνέπεια αυτής είναι η αναδρομική ανατροπή της σύμβασης της πώλησης και η μετατροπή της σε σχέση εκκαθάρισης. Τα μέρη στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο πιστωτής θα έχει εκτός των άλλων το και δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή και του υπολοίπου τιμήματος, το οποίο έχει πιστωθεί (ρήτρα κατάπτωσης των μελλοντικών δόσεων), οπότε, με την υπαναχώρηση γίνονται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και οι μελλοντικές δόσεις του τιμήματος. Το χρέος του αυτό ο οφειλέτης υποχρεούται, λόγω της αρχής της καθολικότητας, να το εντάξει σε ρύθμιση. Εφόσον δε, υπάρχει αμφισβήτηση της απαίτησης αυτής του πιστωτή, ή του ύψους της, δοθέντος ότι μια τέτοια συμφωνία έχει το χαρακτήρα της ποινικής ρήτρας (αρθ. 400 επ. ΑΚ)και υπόκειται σε έλεγχο του κύρους της (αρθ. 178, 179 και 281 ΑΚ), αλλά και σε μείωση εφόσον κριθεί υπέρμετρη (αρθ. 409 ΑΚ), θα περιληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη με σχετική επιφύλαξη και θα ελεγχθεί ως προδικαστικό ζήτημα από το δικαστήριο κατά τη ρύθμιση, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 8 παρ.1 του νόμου προκειμένου να αποφανθεί αν θα ενταχθεί ή όχι και σε ποιο βαθμό στη ρύθμιση.
Α2) Η ίδια διάταξη του αρθ. 1 του νόμου, στις παρ. 1 και 2 περιλαμβάνει εξαιρέσεις (αποκλεισμούς) χρεών και πιστωτών από το νόμο. Τα περιστατικά εκείνα, τα οποία με βάση τις διατάξεις του αρθ. 1 παρ. 1 και 2, αποκλείουν την ένταξη του οφειλέτη στο νόμο δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αίτησης. Μπορεί να συνδέονται με το πρόσωπο του οφειλέτη και ειδικότερα με τη συμπεριφορά του σε σχέση με την πρόκληση της υπερχρέωσής του (δόλια περιέλευση). Τα περιστατικά αυτά που συγκροτούν δόλια πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας εξόφλησης των χρεών του οφειλέτη, προβάλλονται κατ’ ένσταση από τους πιστωτές, οι οποίοι επομένως πρέπει να την προβάλλουν βαρυνόμενοι με την απόδειξή της. Μπορούν ακόμη να συνδέονται με ορισμένα χαρακτηριστικά του χρέους (όπως χρέη που αναλήφθηκαν το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης, ή χρέη από αδικοπραξία που διαπράχθηκε από δόλο ήδη δε και από βαρειά αμέλεια κλπ). Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου ο νομοθέτης εισάγει εξαιρέσεις συγκεκριμένης κατηγορίας απαιτήσεων, και συνεπώς τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν την εξαίρεση πρέπει να προβάλλονται από τον πιστωτή που ωφελείται από την εξαίρεση, ο οποίος φέρει και το βάρος της απόδειξης. Από την πλειοψηφία της νομολογία έχει κριθεί και γίνεται δεκτό και από τη θεωρία ότι δε συνιστά αοριστία η μη αναφορά του χρόνου ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων (ΜΠΡ Θεσ/νικης 38/2014, ΕιρΜασσητος 69/2015, ΕιρΙλίου 30/2015, ΕιρΠατρ 171/2013, ΕιρΚαλυμν 5/2014, ΕιρΦλωρ 22/2014, Κρητικός Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων εκδ. 3η σ. 129, Βενιέρης-Κατσάς «Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα» σελ. 77 και 137, αντιθ. ΜΠρΚιλκ 22/13 ΝΟΜΟΣ και ΕφαρΑΔ με αντίθ. παρατηρήσει Αποστολάκη ΕιρΧαν 384, 389/2013, 167/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Β) Πέραν των προϋποθέσεων εφαρμογής του, ο νόμος διαγράφει ορισμένη διαδικασία για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και την απαλλαγή του απ’ αυτά, η οποία συγκροτείται από την υποχρεωτική προδικασία του προδικαστικού συμβιβασμού και την κύρια διαδικασία της δικαστικής ρύθμισης. Για την τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας επιβάλλει την υποχρέωση στον οφειλέτη να απευθύνει πρόταση προς τους πιστωτές του για τη σύναψη συμβιβασμού. Η πρόταση αυτή περιέχεται στο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που περιλαμβάνεται στην αίτηση, σύμφωνα και με την ειδική ρύθμιση του αρθ. 4 παρ. 1. Αποτελεί λοιπόν αναγκαίο στοιχείο της, αφού χωρίς αυτό δεν μπορεί να κινηθεί και ολοκληρωθεί η διαδικασία του συμβιβασμού, που αποτελεί υποχρεωτική προδικασία.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ
Το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών αποτελεί ουσιαστικά πρόταση του οφειλέτη προς τους πιστωτές του για τη σύναψη συμβιβασμού. Συνεπώς καθορίζεται κατά την ελεύθερη κρίση του οφειλέτη, χωρίς κάποιο περιορισμό, μπορεί δηλαδή να περιέχει πρόταση ακόμη και για μηδενικές καταβολές. Αρκεί να είναι επαρκώς προσδιορισμένο ώστε να μπορεί να προκαλέσει τη συναίνεση των πιστωτών και τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού. Αν δεν είναι πλήρες (πχ έχει παραλείψει πρόταση προς κάποιο πιστωτή) δεν τίθεται θέμα αοριστίας και απαραδέκτου της αίτησης, αλλά μπορεί να συμπληρωθεί η έλλειψη κατά την πρώτη συζήτηση επί του προδικαστικού συμβιβασμού, με τον οποίο και συνδέεται, μετά από πρόσκληση του δικαστηρίου κατ’ αρθ. 236 ΚΠολΔ, ενδεχομένως δε να δοθεί και αναβολή προκειμένου να δοθεί ο χρόνος στους πιστωτές να απαντήσουν έχοντας πλέον ολοκληρωμένη την πρόταση του οφειλέτη. Απαιτείται βέβαια από τη διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1 του νόμου ο οφειλέτης κατά τη σύνταξη του σχεδίου να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών και την περιουσιακή και προσωπική του κατάσταση. Όμως δεν προβλέπεται δικαστικός έλεγχος του σχεδίου, ούτε απαράδεκτο του δικογράφου(βλ. σε Κρητικός εκδ. 3η σελ. 115 επ., Βενιέρης - Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, έκδοση 2011, σελ. 133). Εναπόκειται στους πιστωτές να το αποδεχθούν ή να το απορρίψουν. Στην τελευταία περίπτωση ακολουθεί η ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου, το οποίο ερευνά αυτεπάγγελτα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη καθώς και τη δυνατότητα εξόφλησης των χρεών του με βάση και τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και καθορίζει το καταβλητέο μηνιαία ποσό, χωρίς να δεσμεύεται από την πρόταση του. Ενόψει αυτών η πρόταση του οφειλέτη για μικρές ή μηδενικές ακόμη μηνιαίες καταβολές δεν μπορεί να έχει κάποια δυσμενή συνέπεια γι’ αυτόν.
Γ). Το τελικό στάδιο της διαγραφόμενης από το νόμο διαδικασίας είναι αυτό της δικαστικής ρύθμισης. Ο νόμος προβλέπει δύο ρυθμίσεις. Η πρώτη είναι αυτή του αρθ. 8 για μηνιαίες καταβολές επί 3-5 και ήδη 3 χρόνια, από τα εισοδήματα του οφειλέτη, ο προσδιορισμός των οποίων γίνεται με κριτήριο τα εισοδήματα του οφειλέτη και τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Συνεπώς, τα πάσης φύσης εισοδήματα του οφειλέτη αλλά και της συζύγου του, όπως ορίζεται και με τη διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1, καθώς οι βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αίτησης.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΚΑΙ Ως ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ του οφειλέτη και της συζύγου του.
Στην έννοια των εισοδημάτων περιλαμβάνεται κάθε πηγή εσόδων, όπως μισθός, σύνταξη, μισθώματα, τόκοι, μερίσματα, διατροφή, εφάπαξ λόγω συνταξιοδότησης, αποζημίωση απόλυσης, αρκεί να επαναλαμβάνονται σταθερά εφόσον είναι περιοδική παροχή ή να έχουν εισπραχθεί εφόσον πρόκειται για εφάπαξ παροχή και να μην έχουν αναλωθεί. Δεν περιλαμβάνονται στα εισοδήματα αβέβαιες απαιτήσεις (αξίωση αποζημίωσης λόγω ατυχήματος, ή λόγω απόλυσης), για τις οποίες οφειλέτης θα πρέπει να ενημερώσει το φάκελο μόλις εισπραχθούν, οπότε θα ληφθούν υπόψη κατά τη ρύθμιση ή δικαιολογείται τροποποίησή της. Η ασυμφωνία της σχέσης εσόδων-εξόδων, ιδίως δε σε σχέση με το προτεινόμενο ποσό καταβολών, δε συνιστά αοριστία, όπως προβάλλεται πολλές φορές από τους πιστωτές. Το ζήτημα αυτό σχετίζεται αφενός με την απόδειξη της ρευστότητας του οφειλέτη, αλλά και την ειλικρίνεια του περιεχομένου της αίτησης αναφορικά με τα εισοδήματά του. Ενδεχομένως να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης αν αποδειχθεί ότι έχει εισοδήματα που σε σχέση με τις δαπάνες διαβίωσης του δε δικαιολογούν την αδυναμία του. Ακόμη να οδηγήσει σε ορισμό υψηλών καταβολών. Τέλος δε σε απόρριψη της αίτησης λόγω ανειλικρίνειας αν έχει αποκρύψει από δόλο ή βαρειά αμέλεια σημαντικά εισοδήματα μετά από προβολή σχετικής ένστασης. (βλ. και σε Κρητικό Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων εκδ. 3η σ. 125).
ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΣΥΖΥΓΟΥ:
Όσον αφορά την απαίτηση του νόμου για αναφορά και των εισοδημάτων αυτών, πρέπει να επισημανθεί ότι η σύζυγος δεν ευθύνεται για το χρέη του συζύγου οφειλέτη, παρά μόνο για τα προσωπικά της χρέη. Όμως τα εισοδήματα της συζύγου ενδιαφέρουν προκειμένου να καθοριστεί η συνεισφορά της στις οικογενειακές δαπάνες στα πλαίσια της υποχρέωσή της που απορρέει από τις διατάξεις των αρθ. 1389 και 1390 ΑΚ, ώστε να καθοριστεί από το οικογενειακό περίσσευμα το ποσό που θα κληθεί να καταβάλλει ο οφειλέτης στα πλαίσια της ρύθμισης για μηνιαίες καταβολές του αρθ. 8.
ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΥΖΥΓΩΝ.
Συνηθίζεται να προβάλλεται από τον οφειλέτη ζήτημα διάστασης με τη σύζυγό του, προκειμένου, προφανώς, να αποφύγει το συνυπολογισμό των εισοδημάτων της στη ρύθμιση. Η διάσταση στα πλαίσια εφαρμογής του νόμου 3869/10 δεν ενδιαφέρει τόσο ως προς το βουλητικό-ψυχικό της στοιχείο, εφόσον οι σύζυγοι συνεχίζουν να συνοικούν και να συμπεριφέρονται ως μέλη της ίδιας οικογένειας, αλλά μόνο εφόσον συνδυάζεται με πραγματική άρση της συμβίωσης για το παρόν και το μέλλον, η οποία δεν είναι ευκαιριακή αλλά έχει διάρκεια και μονιμότητα. Αποτελεί επομένως ζήτημα απόδειξης της πραγματικής κατάστασης της διάστασης, που έχει διαμορφωθεί από διάφορες εκδηλώσεις των συζύγων με κύρια αυτή της άρσης της συνοίκησης με τη μετεγκατάσταση του ενός συζύγου, συνδυαζόμενη με την πλήρη παραμέληση της υποχρέωσής του για συμβολή στα βάρη της οικογένειας. Σε μια τέτοια περίπτωση (διάστασης)ο οφειλέτης σύζυγος δεν υποχρεούται να αναφέρει στην αίτηση τα εισοδήματα του συζύγου, αφού δε διαβιώνει απ’ αυτά. Το συνηθέστερο πάντως θα είναι παρά την πραγματική διάσταση, ο σύζυγος να συμβάλλει χρηματικά οικειοθελώς ή στα πλαίσια συμφωνίας, ή μετά από δικαστική παρέμβαση (αξίωση διατροφής επί διάστασης διαρκούντος του γάμου κατ’ αρθ. 1391 ΑΚ)στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε θα σταθμιστεί από το δικαστήριο η συμβολή του αυτή. Εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει ο οφειλέτης να αναφέρει στην αίτηση το ποσό της διατροφής που λαμβάνει (ΒΛ. ενδεικτικά ΕιρΠατρ 89/2012, ΕιρΣικυώνος 117/2014 ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ ).
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ
Στην αίτηση πρέπει να περιέχεται ακριβής περιγραφή της οικογενειακής κατάστασης του οφειλέτη (έγγαμος ή μη και τα προστατευόμενα μέλη, πχ παιδιά ανήλικα ή ανάπηρα ή σπουδαστές κλπ), αναφορά η οποία συνδέεται με τις δαπάνες διαβίωσης του, που αποτελούν ένα από τα κριτήρια για τον καθορισμό των μηνιαίων δόσεων στα πλαίσια της ρύθμισης του αρθ. 8. Όσον αφορά το ύψος των οικογενειακών του βιοτικών αναγκών δε χρειάζεται λεπτομερής περιγραφή, αφού αρκεί η αναφορά της οικογενειακής του κατάστασης και των υποχρεώσεών του που συνδέονται μ’ αυτήν, ώστε να μπορούν να εκτιμηθούν οι ανάγκες του, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας (βλ. ΕιρΠολυγ 64/2014, ΕιρΠάρου 1/2015, Ειρ.Πατρών 127/2012, ΕιρΚαλυμν 5/2014, ΕιρΝεμέας 41/2014 ΝΟΜΟΣ, Κρητικός εκδ. 3η σελ. 133, Βενιέρης - Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, έκδοση 2011, σελ. 231, 235 και εκεί παραπομπές στη νομολογία). Η δεύτερη ρύθμιση του νόμου αφορά τη τύχη της περιουσίας του, η οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 8 παρ. 2 εδ. α’ και 9 παρ. 1 και 2, προβλέπεται να διατεθεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Η διάθεση αυτή της περιουσίας του οφειλέτη γίνεται μέσω της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του αρθ. 9 του νόμου διαδικασίας, της ρευστοποίησης και της εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας έναντι ανταλλάγματος, που εκπληρώνεται με μηνιαίες καταβολές. Συνεπώς αναγκαίο στοιχείο της αίτησης, όπως ρητά ορίζεται και από τη διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1 είναι η κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη, στοιχείο απαραίτητο τόσο για τους πιστωτές για να σταθμίσουν τη στάση τους επί του προτεινόμενου συμβιβασμού, όσο και για το δικαστήριο προκειμένου να κρίνει ποια περιουσιακά στοιχεία είναι ρευστοποιήσιμα. Επίσης αναγκαίο στοιχείο της αίτησης είναι τα περιστατικά εκείνα που δικαιολογούν τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, δηλαδή οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τη διάταξη της παρ. 2 του αρθ. 9, (όπως η χρήση του ακινήτου για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, οι τυχόν βοηθητικοί χώροι, το εμπράγματο δικαίωμα επ’ αυτού, η αντικειμενική του αξία, οι προϋποθέσεις της δυνητικής κατοικίας). Ακόμη απαιτείται αίτημα για την προστασία της κύρια κατοικίας, όπως ρητά πλέον ορίζεται με τη διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1 μετά την τροποποίησή του. Μετά την πρόσφατη τροποποίηση του αρθ. 4 παρ. 1 του νόμου με την παρ. 3 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ορίζεται ότι η αίτηση πρέπει ακόμη να περιέχει α) κατάσταση της περιουσίας του συζύγου, β) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Ακόμη, στα δικαιολογητικά που προβλέπονται να καταθέτει ο αιτών οφειλέτης μαζί με την αίτηση, καθώς και για την επικαιροποίηση των στοιχείων της εκκρεμούς αίτησής του που κατέθεσε υπό τον προηγούμενο νόμο, περιλαμβάνεται και δήλωση στοιχείων ακινήτων (έντυπο Ε9), καθώς και υπεύθυνη δήλωση για την πληρότητα και ορθότητα της κατάστασης περιουσίας και των μεταβιβάσεων για την σύζυγο του οφειλέτη, καθώς και για τα ανήλικων τέκνα του με περιουσία. α) Ως προς την κατάσταση της περιουσίας του συζύγου. Τα περιουσιακά στοιχεία της συζύγου, αλλά και των ανηλίκων τέκνων δεν υπόκεινται σε εκτέλεση για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του οφειλέτη, αφού η σύζυγος και τα παιδιά του δεν ευθύνεται για το χρέη του. Συνεπώς μια τέτοια αναφορά δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αίτησης. Υπέρ αυτού συνηγορεί και η προηγούμενη διατύπωση του άρθρου 4 που δεν απαιτούσε κάτι τέτοιο. Το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο στους πιστωτές ώστε να ελέγξουν τις τυχόν μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη που συνήθως γίνεται σε συγγενικά του πρόσωπα (σύζυγο ή παιδιά)και να στηρίξουν ενστάσεις τους περί δολιότητας ή καταχρηστικότητας. Από το σύνολο όμως των διατάξεων του νόμου και ιδίως τις πιο πάνω που αφορούν την τύχη της περιουσίας του οφειλέτη δε συνάγεται υποχρέωση για αναφορά και των στοιχείων αυτών στην αίτηση. Αποτελεί ζήτημα απόδειξης αν έχουν γίνει τέτοιες μεταβιβάσεις. Όσον αφορά την υποχρέωση αναφοράς των μεταβιβάσεων ακινήτων την τελευταία 3ετία, η διάταξη του αρθ. 4 με την προηγούμενη διατύπωσή της αρκούνταν στη σχετική αναφορά στην υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη και δεν την περιελάμβανε στα αναγκαία στοιχεία της αίτησης. Ήδη με τη νέα ρύθμιση μεταφέρει την αναφορά αυτή στην αίτηση, με τη δε υπεύθυνη δήλωση ο οφειλέτης βεβαιώνει και εγγυάται την πληρότητα και ορθότητα του περιεχομένου της ως προς όλα τα στοιχεία της, συμπεριλαμβανομένου και αυτού. Η δήλωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο για τους πιστωτές, όσο και για το δικαστήριο προκειμένου να διερευνηθεί η επίδραση ενδεχόμενης μεταβίβασης στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και αν μπορεί να στοιχειοθετηθεί δόλια ή καταχρηστική συμπεριφορά του. Παράλληλα τυχόν ανειλικρίνεια της δήλωσης από δόλο ή βαρειά αμέλεια του οφειλέτη μπορεί να επιφέρει τις κυρώσεις του αρθ. 10 του νόμου. Η αναφορά λοιπόν των τυχόν μεταβιβάσεων ακινήτων την τελευταία 3ετία, διευκολύνει του δανειστές στη στήριξη της ένστασης δολιότητας, ή καταχρηστικότητας, ή ανειλικρίνειας, ενστάσεις που προβάλλονται και αποδεικνύονται απ’ αυτούς. Ως τέτοιο στοιχείο δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αίτησης και δε συνεπάγεται αοριστία της η έλλειψη σχετικής αναφοράς. Αποτελεί όμως αναγκαίο στοιχείο της υπεύθυνης δήλωσης, και ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί, με την έννοια ότι εφόσον δεν περιέχεται στην αίτηση, το περιεχόμενο της οποίας εγγυάται η υπεύθυνη δήλωση, ή στην τελευταία, θα πρέπει να συμπληρωθεί η σχετική έλλειψη μέχρι τη συζήτηση μετά από πρόσκληση του δικαστηρίου κατ’ αρθ. 236 ΚΠολΔ. Η συμπλήρωση θα γίνει με την προσκόμιση υπεύθυνης δήλωσης με ανάλογο περιεχόμενο. Η παράληψη του οφειλέτη να ανταποκριθεί στην υποχρέωση αυτή θα εκτιμηθεί από το δικαστήριο και ενδεχομένως οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησής του για ουσιαστικούς όμως λόγους. Τέλος μετά την πρόσφατη τροποποίηση του αρθ. 4 παρ. 1 του νόμου με την παρ. 3 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ορίζεται ότι η αίτηση πρέπει ακόμη να περιέχει αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5α, υποχρέωση που επιβλήθηκε από τη νέα διάταξη του νόμου για την «Ταχεία Διευθέτηση Μικροοφειλών». Πρέπει να επισημανθεί ότι διαφορετικό είναι το ζήτημα της έλλειψης των αναγκαίων στοιχείων της αίτησης από την ανακρίβεια του περιεχομένου της. Παράδειγμα ο οφειλέτη δηλώνει άγαμος ή διαζευγμένος ή σε διάσταση και αποδεικνύεται το αντίθετο. Επίσης δηλώνει ότι δεν έχει περιουσιακά στοιχεία ή λιγότερα και αποδεικνύεται ότι έχει ένα σημαντικό ακίνητο που μπορεί να ρευστοποιηθεί. Ή ότι δεν έχει εισοδήματα και αποδεικνύεται ότι λαμβάνει μίσθωμα ή πήρε για αποζημίωση απόλυσης ή εφάπαξ ένα σημαντικό ποσό. Στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει αοριστία της αίτησης αλλά θα ελεγχθεί η παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας κατ’ αρθ. 10 με τις συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο αυτό (βλ. σε Κρητικό Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων εκδ. 3η σ. 126). Σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 216 και 747 ΚΠολΔ δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση των παραπάνω στοιχείων και του αιτήματος της αίτησης, αλλά μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, γιατί δεν καθορίζεται από το νόμο η παράθεσή τους σε ορισμένη θέση ή σειρά (βλ. ΑΠ 173/81 Αρχ. Ν. 32-258 και 1293/93 Δνη 35-140, ΕφΑθ 2212/83 Δνη 24-1417 και 11416/87 Δ. 19- 332). Αρκεί μόνο να προκύπτουν με σαφήνεια από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, όπως πχ η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας από το επάγγελμα που δηλώνει, ή η γενική αδυναμία από τη σχέση εισοδημάτων βιοτικών αναγκών, ή το αίτημα για διάσωση της κατοικίας από την αναφορά ότι το περιγραφόμενο ακίνητο αποτελεί την οικογενειακή στέγη του οφειλέτη, σε συνδυασμό με τη ζητούμενη 20ετή ρύθμιση που παραπέμπει σαφώς στη ρύθμιση του αρθ. 9 παρ. 2. Αλλά πέραν αυτού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 744, 745, 751 759 παρ. 3 και 765 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, όλων των παραπάνω αναγκαίων στοιχείων της αίτησης, ακόμη και του αιτήματος αυτής (βλ. ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36-1601-02 πλειοψηφία, ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/08, και ενδεικτικά ΕιρΚορ 121/2012 και 31/14, ΕιρΘεσ/νικης 5385/2014, ΕιρΠολυγ 64/14, 5385/2014, ΕιρΛαυρίου 24/13, ΕιρΑλεξ 13/2014, ΕιρΦλωρ 22/2014, ΕιρΠατρ 9/2012, ΕιρΠολυκ 8/2014, Ειρ Γιαννιτσών 36/2013, ΕιρΙλίου 30/2015 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ, Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ’ άρθρο 747, αριθ. 7). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών οφειλέτης μπορεί ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση. Η συμπλήρωση επιβάλλεται να γίνεται κατά την πρώτη συζήτηση, αυτή κατά την οποία το δικαστήριο ελέγχει την επίτευξη ή μη προδικαστικού συμβιβασμού και μετά τη διαπίστωση της αποτυχίας του χορηγεί προσωρινή διαταγή. Αυτό μπορεί να γίνει μετά από πρόσκληση του δικαστηρίου κατ’ αρθ. 236 ΚΠολΔ, ενδεχομένως δε και εφόσον η έλλειψη συνδέεται άμεσα με την τύχη του προδικαστικού συμβιβασμού, να χορηγηθεί αναβολή προκειμένου να δοθεί ο χρόνος στους πιστωτές να απαντήσουν έχοντας πλέον ολοκληρωμένη την πρόταση του οφειλέτη. Αλλά και για την έκδοση της προσωρινής διαταγής είναι απαραίτητη η συμπλήρωση, γιατί, για τη χορήγησή της απαιτείται πιθανολόγηση της συνδρομής των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του νόμου, και της τήρησης της προδικασίας, όπως ορίζεται πλέον ρητά μετά την τροποποίηση του αρθ. 5 παρ. 2 του νόμου με την παρ. 10 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4. και γινόταν μέχρι σήμερα δεκτό από την πάγια νομολογία. Επίσης γιατί, μ’ αυτή γίνεται προσωρινή ρύθμιση με τον ορισμό προσωρινών καταβολών, οι οποίες συνδέονται μ’ αυτές της οριστικής ρύθμισης, στην οποία συνυπολογίζονται. Οποιαδήποτε λοιπόν ανακρίβεια ή έλλειψη (πχ ως προς το ύψος των εισοδημάτων του οφειλέτη, που αποτελούν κρίσιμο στοιχείο), θα επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου και θα οδηγήσει κατ’ ανάγκη σε ανάκληση και τροποποίηση της προσωρινής διαταγής. Οπωσδήποτε όμως η συμπλήρωση πρέπει να γίνει κατά τη 2η συζήτηση της αίτησης ρύθμισης, ακόμη δε μπορεί να διαταχθεί και η επανάληψη της συζήτησης για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το αρθ. 254 ΚΠολΔ ώστε να διευκολύνεται η εξέλιξη της πορείας της υπόθεσης και να μην παρατηρούνται άσκοπες καθυστερήσεις και επιβάρυνση του οφειλέτη με νέα έξοδα για κοινοποιήσεις κλπ (βλ. και σε Κρητικό εκδ. 3 σελ. 125 και 128). Μόνο μετά την εξάντληση και αυτών των δυνατοτήτων και εφόσον ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί, η αίτηση απορρίπτεται ως αόριστη. Η νομολογία μετά από μια περίοδο αυστηρότητας ως προς τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο και παραδεκτό της αίτησης, αλλά και διστακτικότητας ως προς τη χρήση των παραπάνω δυνατοτήτων, αντιμετωπίζει πλέον σε μεγάλο βαθμό το θέμα στη σωστή του διάσταση. Έτσι έχει περιοριστεί στα αναγκαία και ουσιώδη κατά το νόμο στοιχεία του περιεχομένου της αίτησης, ενώ παράλληλα γίνεται ευρεία χρήση των δικονομικών δυνατοτήτων για την άρση ασαφειών και ανακριβειών, καθώς και τη συμπλήρωση των ελλείψεων, περιορίζοντας σημαντικά τις περιπτώσεις απόρριψης της αίτησης λόγω αοριστίας. Με τη σωστή αυτή αντιμετώπιση των θεμάτων των σχετικών με το περιεχόμενο και το ορισμένο της αίτησης πραγματώνεται ο σκοπός της δίκης, που είναι η έκδοση μιας ορθής απόφασης, σε εύλογο χρόνο με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης. Η αυστηρή αντιμετώπιση του ζητήματος της αοριστίας από μερίδα της νομολογίας προκαλεί σημαντική καθυστέρηση στην υπαγωγή ή μη του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010. Και αυτό γιατί, πρέπει να υποβάλει νέα αίτηση παραιτούμενος της παλιάς, που προσδιορίζεται σε μακρινές συνήθως δικασίμους λόγω υπερφόρτωσης των πινακίων, γεγονός που έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τον οφειλέτη, αφού πρέπει να ξεκινήσει εξαρχής τη διαδικασία, να ζητήσει νέα προσωρινή προστασία να προβεί σε νέες κοινοποιήσεις, γεγονότα όλα που συνεπάγονται μεγάλη οικονομική του επιβάρυνση, ενώ σημαντική είναι και η επιβάρυνση των δικαστηρίων.
Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 ΕΙΝΑΙ ΒΑΣΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ. ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ (για το οποίο έγινε λόγος) ΡΥΘΜΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡ. 2 ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ.
Κατά τη διάταξη αυτή, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την παρ, 4 άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015,: «2. Η αίτηση της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύεται από: α) τα έγγραφα που ο οφειλέτης έχει στη διάθεσή του και αφορούν στην περιουσία και τα εισοδήματά του ιδίου και του συζύγου, στα κάθε φύσης εισοδήματα του, στους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, β) έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη όσον αφορά την ορθότητα του περιεχομένου της αιτήσεως της παραγράφου 1. Με τη διάταξη αυτή επαναφέρονται ως υποχρεωτικά συνοδευτικά στοιχεία της αίτησης, τα έγγραφα και η υπεύθυνη δήλωση. Μάλιστα ουσιαστικά έχει αναδρομική ισχύ με την επιβαλλόμενη με τις μεταβατικές διατάξεις επικαιροποίηση των εκκρεμών αιτήσεων. Το ζήτημα είναι αν αποτελούν υποχρεωτικά στοιχεία της προδικασίας με συνέπεια την απόρριψη της αίτησης σε περίπτωση μη προσκόμισής τους ως απαράδεκτης, ή συνδέονται με την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, οπότε δεν επέρχονται δυσμενείς συνέπειες για τον οφειλέτη σχετικά με το παραδεκτό ή μη της αίτησής του. Ο ν. 3869/10 υπό την αρχική του μορφή πριν την τροποποίησή του με τ ν. 4161/13 προέβλεπε ως υποχρεωτική την προσκόμιση των εγγράφων και της υπεύθυνης δήλωση εντός μηνός από την κατάθεση της αίτησης. Στη συνέχεια ο τροποποιητικός νόμος 4161/13 προέβλεπε την προαιρετική προσκόμισή τους για τη διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο του παραδεκτού της αίτησης. Έχει σημασία επομένως πως αντιμετωπίστηκε το ζήτημα από τη θεωρία και νομολογία υπό την αρχική μορφή της διάταξης που επαναφέρεται με τη νέα ρύθμιση. Τα έγγραφα και ειδικά αυτά που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη, τα εισοδήματα αυτού και του συζύγου του, καθώς και αυτά για την περιουσία του οφειλέτη ( ενδεχομένως και αυτά που αφορούν την περιουσία του συζύγου, ή άλλων προστατευόμενων μελών της οικογένειά του προς διευκόλυνση των πιστωτών, οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση σ’ αυτά, προς εξασφάλιση της ισορροπίας των μερών στα πλαίσια της δίκης), είναι σημαντικά, τόσον κατά το πρώτο στάδιο του προδικαστικού συμβιβασμού-χορήγησης προσωρινής διαταγής, όσο κυρίως κατά το στάδιο της συζήτησης της αίτησης ρύθμισης. Ειδικότερα κατά το πρώτο στάδιο, είναι απαραίτητα για τους πιστωτές, οι οποίοι έχουν κάθε συμφέρον να γνωρίζουν αν όσα αναφέρει στην αίτησή του ο οφειλέτης είναι αληθή ώστε να διαμορφώσου τις θέσεις επί του προτεινόμενου σχεδίου συμβιβασμού. Αλλά και επί μη επίτευξης συμβιβασμού και πάλι είναι σημαντικά κατά το στάδιο αυτό, κατά το οποίο ακολουθεί η συζήτηση επί της προσωρινής διαταγής, που χορηγείται και αυτεπάγγελτα, με την οποία γίνεται προσωρινή ρύθμιση, με έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης και ορισμό προσωρινών καταβολών που συνυπολογίζονται στην οριστική ρύθμιση. Πολύ δε περισσότερο είναι απαραίτητα κατά τη δεύτερη συζήτηση της αίτησης, τόσο για τους πιστωτές ώστε να προβάλλουν και αποδείξουν τους ισχυρισμούς και ενστάσεις τους σχετικά με την ειλικρίνεια του οφειλέτη, τη δόλια περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και την καταχρηστικότητα της αίτησης, όσο και για το δικαστήριο αφού σ’ αυτά στηρίζεται η απόδειξη του περιεχομένου της αίτησης, ώστε να γίνει ο σχετικός έλεγχος της βασιμότητάς της και να διαμορφώσει την οριστική κρίση του για το αν πρόκειται να ενταχθεί ή όχι ο οφειλέτης στο νόμο και το περιεχόμενο της ρύθμισης ως προς την έκταση των καταβολών επί 3ετία, τη ρευστοποίηση ή μη περιουσιακού του στοιχείου του και τη διάσωση της κατοικίας του. Η αξία λοιπόν των εγγράφων επικεντρώνεται κυρίως στο στάδιο της ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης τόσο κατά την πρώτη συζήτηση όσο κυρίως και κατά τη δεύτερη και συνεπώς δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως τυπικά στοιχεία της προδικασίας και να οδηγήσουν σε απαράδεκτα που μόνο αδικαιολόγητες καθυστερήσεις προκαλούν, κάτι που δε θέλησε ο νομοθέτης. Ως τέτοια λοιπόν στοιχεία μπορούν να προσκομιστούν και μεταγενέστερα, πάντως όμως έγκαιρα και συγκεκριμένα κατά μεν το στάδιο της προδικασίας το αργότερο μέχρι την πρώτη συζήτηση, με δυνατότητα του δικαστηρίου να αναβάλει τη συζήτηση εφόσον το ζητήσουν οι πιστωτές και το κρίνει σκόπιμο και απαραίτητο για την πληρέστερη ενημέρωσή τους επί του προτεινόμενου σχεδίου, αλλά και το σχηματισμό κρίσης επί της προσωρινής διαταγής. Επίσης και κατά το στάδιο της δεύτερης συζήτηση της υπόθεσης, μπορούν επίσης να προσκομιστούν στο ακροατήριο, ενδεχομένως και μετά από πρόσκληση του δικαστηρίου προς τον οφειλέτη (όπως έχει υποχρέωση) κατά τις διατάξεις των αρθ. αρθ. 236, 744, 745 και 751 ΚΠολΔ, ακόμη δε και μετά από επανάληψη της συζήτησης, την οποία θα διατάξει για το λόγο αυτό. Από τη δημοσιευμένη νομολογία με τις ΕιρΠατρ 60 και 171 / 2013 και ΕιρΚαλυμν 5/2013, ΕιρΝίκαιας 87/2014 αποφάσεις έγινε δεκτό ότι η μη κατάθεση των εγγράφων που διαθέτει σχετικά με την περιουσία, τα εισοδήματα του κ.λ.π., δεν μπορεί να έχει συνέπειες, αφού πρόκειται για αποδεικτικά ουσιαστικά έγγραφα του περιεχομένου της αίτησης και απορρίφθηκε σχετική ένσταση πιστωτών. Το ίδιο γίνεται δεκτό και από τους Βενιέρης-Κατσάς «Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα» σελ. 155, καθώς και από την Ευδ. Κιουπτσίδου στην εισήγησή της στο σεμινάριο της Σχολής Δικαστών της 29ης-9-2010. Αντίθετα στις ΕιρΧαν 139 και 398/2013 υποστηρίζεται ότι αποτελούν στοιχείο της προδικασίας.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ

Είναι σημαντική η αξία της, αφού μ’ αυτήν, υπό το βάρος των κυρώσεων σε περίπτωση αποκάλυψης της ανειλικρίνειάς της (έκπτωση από τη ρύθμιση και ποινικές κυρώσεις για ψευδή δήλωση), ο οφειλέτης καθίσταται περισσότερο προσεκτικός, όσον αφορά την πληρότητα και ορθότητα του περιεχομένου της αίτησής του, σχετικά με την οικογενειακή, εισοδηματική και περιουσιακή του κατάσταση, καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων που συνέβησαν την τελευταία τριετία. Η δήλωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους πιστωτές, και το δικαστήριο κατά την ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης τόσο κατά την πρώτη συζήτηση όσο κυρίως και κατά τη δεύτερη, αφού τυχόν ανειλικρίνειά της από δόλο ή βαρειά αμέλεια του οφειλέτη, θα επιφέρει τις κυρώσεις του αρθ. 10 του νόμου. Συνεπώς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως τυπικό στοιχείο της προδικασίας και να οδηγήσει σε απαράδεκτα. Αποτελεί ενισχυτικό στοιχείο της απόδειξης, το οποίο επιβάλλει ο νόμος στον οφειλέτη για να τον καταστήσει υπό το βάρος των συνεπειών περισσότερο υπεύθυνο. Ως τέτοιο λοιπόν στοιχείο μπορεί να προσκομιστεί και μεταγενέστερα, όπως και τα έγγραφα, δηλαδή είτε κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο μετά από πρόσκληση του δικαστηρίου (όπως έχει υποχρέωση) προς τον οφειλέτη, ενδεχομένως και μετά από αναβολή της συζήτησης, και πάντως οπωσδήποτε κατά τη δεύτερη συζήτηση, κατ’ αρθ. αρθ. 236, 744, 745 και 751 ΚΠολΔ, είτε ακόμη και μετά από επανάληψη της συζήτησης, την οποία θα διατάξει για το λόγο αυτό το δικαστήριο κατ’ αρθ. 254 ΚΠολΔ. Πολύ δε περισσότερο μπορεί να γίνει συμπλήρωση των τυχόν ελλείψεών της (βλ. και σε Κρητικό εκδ. 3η σελ. 140 επ. με παραπομπές σε σχετικές αποφάσεις του Ειρ. Αθηνών). Σημειωτέον ότι, ο νέος νόμος επανέφερε το υποχρεωτικό της υπεύθυνης δήλωσης προφανώς για τον ίδιο λόγο που και εξαρχής είχε θεσπιστεί ως τέτοια, δηλαδή προκειμένου να ενισχύσει την ευθύνη του οφειλέτη για το περιεχόμενο της αίτησής του αφού την υπογράφει ο ίδιος. Συνεπώς, εφόσον γίνεται δεκτό ότι μπορεί ο οφειλέτης να συμπληρώσει την αίτησή του και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ή ακόμη και μετά από επανάληψη της συζήτησης, δε βλέπω το λόγο να μην μπορεί να συμπληρώσει την υπεύθυνη δήλωση, η οποία δεν έχει κάποιο αυτοτελές περιεχόμενο, αλλά αναφέρεται στο περιεχόμενο της αίτησης του οποίου βεβαιώνει την ορθότητα και πληρότητα. Εφόσον τελικά προσκομιστεί η υπεύθυνη δήλωση, είτε εκουσίως από τον οφειλέτη είτε μετά από πρόσκληση από το δικαστήριο, τυχόν ανειλικρίνειά της από δόλο ή βαρειά αμέλεια του οφειλέτη αναφορικά με τα εισοδήματα του οφειλέτη και της συζύγου, καθώς και τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων την τελευταία τριετία, θα επιφέρει τις κυρώσεις του αρθ. 10 του νόμου. Νομολογία: Υπό την ισχύ του 3869/10 με την αρχική του μορφή και πριν την τροποποίησή του με το ν. 4161/13, που ήταν επίσης υποχρεωτική η προσκόμισή της, στη νομολογία κυριάρχησε η άποψη ότι αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, η δε μη προσκόμισή της ή ελαττώματα και ελλείψεις του περιεχομένου της οδηγούσαν στην απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης (βλ. ενδεικτικά ΕιρΑθ 537/2012, ΕιρΧαν 169/2014, 139 και 398/2013, ΕιρΣερ 58/2013 ). Μερίδα όμως της νομολογίας διέτασσε ακόμη και επανάληψη της συζήτησης κατά την ΚΠολΔ 254 για τη συμπλήρωση των ατελειών και ελλείψεων (βλ. ενδεικτικά τις ΕιρΑθ 57, 114, 271 και 165/12). Στην πρόσφατη ΑΠ 236/2015, αφού γίνεται δεκτό ότι και για τις προ το ν. 4161/13 εκκρεμείς αιτήσεις εφαρμόζεται ο νεότερος αυτός νόμος που θέσπισε το προαιρετικό της υπεύθυνης δήλωσης, σημειώνεται επί λέξει ότι « Πέραν αυτού, η παράλειψη ή ατέλεια της υπευθύνου δηλώσεως δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αιτήσεως αποφάσεως». Η αντιμετώπιση της υπεύθυνης δήλωσης και των εγγράφων ως στοιχείων της προδικασίας με συνέπεια τη απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτη ελλείψει προδικασίας και όχι ως στοιχείων της απόδειξης, θα είχε τις ίδιες δυσμενείς συνέπειες που προαναφέρθηκαν με την ανάλογη αντιμετώπιση του ζητήματος της αοριστίας, δηλαδή σημαντική καθυστέρηση στην υπαγωγή ή μη του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010, αδικαιολόγητη οικονομική του επιβάρυνση, και η επιβάρυνση των δικαστηρίων. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...