Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Δάνειο σε ελβετικό φράγκο. Ακυρότητα, τύχη κατοικίας.

Γράφει ο blogger. ΠΗΓΗ.

Αφορμή για τους παρόντες προβληματισμού έδωσε η σημαντική-και εντελώς πρόσφατη-υπ’  αριθμό 3789/ 2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κήρυξε άκυρη την σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο. Την απόφαση αυτή θυμηθείτε την εδώ.
Η σχολιαζόμενη απόφαση δέχεται, στο τέλος της [σελ· 24 της παρούσας δημοσίευσης] «Το αίτημα των εναγόντων να αναγνωρισθεί ότι το ποσό των 352.770,62 ευρώ, το οποίο έλαβαν την 27η-02-2007 ως δάνεισμα, αποτελεί το μοναδικό ποσό κεφαλαίου που οφείλουν να επιστρέψουν στην εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί αφού, δεδομένης της ακυρότητας της σύμβασης, δεν υφίσταται, σε κάθε περίπτωση, οφειλή τους εκ δανείου». Η κρίση αυτή είναι απολύτως ορθή. Είναι απορίας άξιο, μάλιστα, γιατί προβλήθηκε από τον πληρεξούσιο των εναγόντων δανειοληπτών και εγγυητή.

Ι) Σύμφωνα με την ΑΚ 180 «η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε». Σύμφωνα με την Επιστήμη [βλ· ενδεικτικά, Απ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 20023, § 39.Ι.1, πλαγιάριθμο 1, σελ· 493], «άκυρη είναι η δικαιοπραξία που έχει μεν την εξωτερική μορφή της δικαιοπραξίας, συντελείται δηλαδή κατά τα ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού της, αλλά εξ αιτίας ελαττώματος που υπάρχει σ’ αυτή δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα της (Κατά τον Β. Οικονομίδη «άκυρος εστίν η δικαιοπραξία η ένεκεν ελλείψεως τινος άπνους κατά νόμον {ipso jure} και μη ούσα, μορφήν δε απλώς εξωτερικήν πράξεως φέρουσα»). Το ελάττωμα στις άκυρες δικαιοπραξίες συνίσταται στην έλλειψη ενός από τα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για το κύρος τους … Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η δικαιοπραξία ως πραγματικό γεγονός δεν υφίσταται, αλλά ότι δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα, στα οποία απέβλεψε η δήλωση βουλήσεως. Είναι δυνατόν όμως να παράγονται άλλα έννομα αποτελέσματα, τα οποία προβλέπει απευθείας ο νόμος, όπως π.χ. αξίωση αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας (ΑΚ 914), από διαπραγματεύσεις (ΑΚ 197-198), βάσει ειδικής διάταξης νόμου (ΑΚ 312,171), αξίωση για απόδοση του πλουτισμού (ΑΚ 904 επ). Είναι επίσης δυνατόν η άκυρη δικαιοπραξία να ισχύσει ως μια άλλης μορφής δικαιοπραξία κατά μετατροπή (ΑΚ 182), ή η ακυρότητα να περιοριστεί σε μέρος της δικιαοπραξίας (ΑΚ 181) ή ενέργεια της ακυρότητας μόνο για το μέλλον στις διαρκείς συμβάσεις». Η σχολιαζόμενη απόφαση αποφάνθηκε ότι λόγω της καταχρηστικότητας της σύμβασης σε ελβετικό φράγκο λόγω πλημμελούς ενημέρωσης και διαφάνειας ως προς τις συνέπειες αλλαγής νομισματικής ισοτιμίας, δεν υφίσταται μερική ακυρότητα [ΑΚ 181] της δανειστικής σύμβασης ώστε να σωθεί η σύμβαση αυτή έστω και ως σύμβαση με οφειλή του δανείου σε ευρώ. Τι γίνεται λοιπόν στην υπό έρευνα υπόθεση; Θα κρατήσουν, άραγε, ο δανειολήπτες την κατοικία τους χάνοντας ότι ποσό πλήρωσαν μέχρι τώρα [περίπου 156.905 €];
ΙΙ) Σύμφωνα με την ΑΚ 908 «ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ’ αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε καθώς και οτιδήποτε απέκτησε από το πράγμα». Σύμφωνα με την Επιστήμη [βλ· Γεωργιάδη–Σταθόπουλο–(Σταθόπουλο) ΑΚ 908, πλαγιάριθμο 12, σελίδες 658-659], «Αντάλλαγμα είναι κάθε οικονομική αξία που αποτελεί αντιστάθμισμα, περιερχόμενο στη θέση του αρχικού πλουτισμού, που έχει δηλαδή προορισμό να καλύψει οικονομικά την απώλεια, για τον λήπτη, του αρχικού πλουτισμού. Ανάμεσα στην απομάκρυνση του αρχικού πλουτισμού από την περιουσία του λήπτη και την υπεισέλευση σ’ αυτήν της νέας αξίας πρέπει να υπάρχει εσωτερική, αιτιώδης συνάφεια, ανταλλακτικός σύνδεσμος κατά την βούληση (του νόμου ή των συμβαλλομένων), που προβλέπει την υπεισέλευση της νέας αξίας. Ανταλλάγματα με την έννοια της ΑΚ 908 εδάφιο 1, είναι: η ασφαλιστική αποζημίωση που εισέπραξε ο πλουτήσας λόγω καταστροφής του αρχικού πλουτισμού, η αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως του, η αξίωση αποζημιώσεως κατά τρίτων λόγω κλοπής, απώλειας, καταστροφής, η εισπραχθείσα παροχή, αν ο αρχικός πλουτισμός ήταν η απαίτηση γι’ αυτήν, το πλειστηρίασμα από αναγκαστική εκποίηση του πλουτισμού, το τίμημα από την πώληση του ή το αντάλλαγμα από άλλη διάθεση του με επαχθή αιτία, η απαίτηση για το τίμημα από την επαχθή διάθεση το οποίο δεν εισπράχθηκε ακόμη οπότε θα οφείλεται η απαίτηση αποδιδόμενη με εκχώρηση και όχι το μη εισπραχθέν τίμημα. Όταν ο λήπτης έχει λάβει αντάλλαγμα με την πιο πάνω έννοια, οφείλεται αυτό και όχι η αξία του αρχικού πλουτισμού αφού αυτός απωλέσθηκε για τον λήπτη». Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, αν ο λήπτης του δανείσματος οφείλει να επιστρέψει ως αντάλλαγμα το δάνεισμα ή την στη θέση αυτού παροχή, εν προκειμένω την κατοικία [αφού αποκλείεται να σώζεται το δάνεισμα το οποίο αναλώθηκε στην αγορά της κατοικίας]; Το ζήτημα δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Και είναι κεφαλαιώδους σημασίας διότι αν γίνει δεκτό ότι ο δανειλήπτης οφείλει να επιστρέψει το ποσό [δάνεισμα] τότε θα διατηρούσε την κατοικία αφού αποκλείεται να έχει αυτός την δυνατότητα να επιστρέψει [βλ ΑΚ 909, η υποχρέωση για απόδοση … αποσβήνεται εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής] ένα τόσο τεράστιο ποσό όπως αυτό που απασχόλησε την νμλγ μας.
ΙΙΙ) Γίνεται δεκτό, βάσει της άποψης κορυφαίου Πανεπιστημιακού Δασκάλου [βλ· Π. Ζέπο, Ειδικόν Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, 1965, § 28.ΙΙ.1, σελ· 696] ότι «η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαίτησις προς απόδοσιν του ληφθέντος πράγματος έχει κατ΄’ αρχήν ως αντικείμενον το πράγμα καθ’ εαυτό. Ήτοι η ενοχή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι κατ΄ αρχήν ενοχή είδους [βλ· σύμφωνες, εντελώς πρόσφατα ΑΠ 1757/ 2014, ΕφΑθ 298/ 2008] και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, εφ’ όσον ταύτα σώζονται παρά τω λήπτη αυτούσια, έστω και αν πρόκειται περί χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων. Εάν όμως ο λήπτης εξεποίησεν το ληφθέν πράγμα, τότε η ευθύνη αυτού συνίσταται εις απόδοσιν του εξ αυτού ληφθέντος τυχόν ανταλλάγματος, οίον επί πωλήσεως η ευθύνη αυτού συνίσταται εις απόδοσιν είτε του τιμήματος του πωληθέντος πράγματος είτε, αντιστρόφως, του δια των χρημάτων του πλουτισμού τυχόν αγορασθέντος πράγματος». Κι όμως, αυτά που φαίνονται αυτονόητα στον μη νομικό δίχασαν την νμλγ του Ακυρωτικού μας με την λύση να επέρχεται, τελικά, από την Ολομέλεια του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Κων/ νο Καυκά [Ενοχικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, τόμος Β’, 19755, άρθρα 908-912, § 2.3, σελίδες 674-675], «Εάν η παροχή συνίστατο είς χρήματα, θά ζητηθη η αύτουσία άπόδοσις αυτών, ή έάν ταύτα δέν υφίστανται παρά τώ λήπτη, διότι έδαπανήθησαν διά τήν άπόκτησιν άλλου πράγματος θά ζητηθή η άπόδοσις του αποκτηθέντος άλλου τούτου πράγματος, τούτο δέ διότι τό πράγμα τούτο αποτελεί τό «αντάλλαγμα του δοθέντος» υπό τήν προϋπόθεσιν πάντως, ότι ο ενάγων θ' άποδείξη ότι όντως ό εναγόμενος απέκτησε τό άλλο τούτο πράγμα διά τών δοθέντων αύτώ χρημάτων, του εναγομένου δυναμένου ν' άνταποδείξη ότι τό πράγμα ήγόρασε δι' άλλων χρημάτων καί ουχί τών δοθέντων αύτώ ύπό του  ενάγοντος, οπότε δέν θ' άποδώση τό  πράγμα τούτο. Ό Άρειος Πάγος διά τών ύπ' αριθ. 443/1960 (Νομ. Βήμα 9 σελ. 140-141) και 377/1964 (Άρχ. Νομολ. ΙΕ' σελ. 617, Νομ. Βήμα 12, 923) αποφάσεων του, έδέξατο ότι όταν τά ληφθέντα είναι χρήματα, δι' ών ό λαβών απέκτησε πράγμα, δέν θά υποχρεούται ούτος εις τήν άπόδοσιν του αποκτηθέντος δι' αυτών πράγματος, άλλά μόνον εις τήν άπόδοσιν τών ληφθέντων χρημάτων, διότι τό αρθρ. 908 αναφέρον περί «αποδόσεως ανταλλάγματος» νοεί τήν περίπτωσιν καθ' ην τό «ληφθέν» είναι ένσώματον άντικείμενον (και ουχί χρήματα) οπότε και μόνον ό λήπτης ύποχρεούται ν' άποδώση τό ληφθέν έξ αυτού αντάλλαγμα. Δυσχερώς φρονώ, δύναται νά γίνη δεκτή η άποψις αυτή, διότι τό άρθρον 908 αναφέρον περί «ληφθέντος πράγματος» δέν προυτίθετο νά περιορίση τήν άπόδοσιν του ανταλλάγματος μόνον εις τήν περίπτωσιν καθ' ήν τό «ληφθέν» ήτο μόνον ένσώματον αντικείμενον, αφού τό μέν, η λέξις «πράγμα» δέον νά ληφθη υπό τήν εύρυτέραν αυτής έννοιαν δηλούσαν παν άντικείμενον ένσώματον ή άσώματον (άπαίτησιν, άναγνώρισιν χρέους) (σύμφ. και Α.Π. 298/ 63 Νομ. Βήμα 11, σελ. 1191), τό δέ διότι και τό χρήμα έχει τήν εννοιαν έν τη ευρεία έννοία του αντικαταστατού πράγματος». Εν τέλει η Ολομέλεια του Ακυρωτικού μας με την υπ’ αριθμό 1773/ 1981 αποφάνθηκε ότι στην έννοια του ανταλλάγματος υπάγεται και το πράγμα που αγοράσθηκε με χρήματα που αποτέλεσαν το αντικείμενο του πλουτισμού.
ΙV). Σύμφωνα με την νμλγ του Ακυρωτικού μας [ΑΠ 1757/ 2014], «Η ευθύνη του λήπτη περιλαμβάνει την υποχρέωση του για την απόδοση αυτούσιου-in natura-του αδικαιολογήτως ληφθέντος πράγματος, σαν τέτοιου θεωρουμένου διασταλτικώς, κάθε αντικειμένου το οποίο ελήφθη αδικαιολογήτως, ενσώματου, αντικαταστατού ή μη, ή ασώματου, δηλαδή η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ` αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητώνται τα δοθέντα εφ’ όσον σώζονται στον λήπτη αυτούσια έστω και αν πρόκειται για χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα. Στην περίπτωση κατά την οποία ο λήπτης δεν είναι σε θέση να προβεί σε αυτούσια απόδοση του ληφθέντος αντικειμένου γιατί το εξεποίησε, τότε η ευθύνη του συνίσταται σε απόδοση του τυχόν ανταλλάγματος το οποίο ελήφθη από την εκποίηση του πράγματος, δηλαδή του τιμήματος το οποίο εισέπραξε από την εκποίηση του και αν το δοθέν πράγμα ήταν αντικαταστατό. Στην τελευταία δηλαδή περίπτωση, με την εκποίηση του ληφθέντος πράγματος από τον λήπτη, επέρχεται αλλοίωση της προς απόδοση (επιστροφή) παροχής η οποία αποκτήθηκε αδικαιολογήτως, και η οποία μετατρέπεται πλέον σε χρηματική με την έννοια της ενοχής γένους. Εάν ο λήπτης ανάλωσε το πράγμα, οφείλει την εξοικονομηθείσα δαπάνη, η οποία συνίσταται στην αξία του πράγματος. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία το ληφθέν πράγμα απαξιώθηκε λόγω της μακροχρόνιας χρήσεώς του από τον λήπτη (βλ.ΑΠ 1087/2002, ΑΠ 343/2009)». Σύμφωνα με την Επιστήμη [ενδεικτικά βλ· Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, § 6, πλαγιάριθμοι 1 και 6, σελίδες 91-93], «ενοχή είδους είναι η ενοχή της οποίας το αντικείμενο παροχής είναι ορισμένο με βάση ατομικά γνωρίσματα, ώστε να είναι μοναδικό. Άρα ο οφειλέτης για να εκπληρώσει την παροχή του δεν χρειάζεται να επιλέξει ένα αντικείμενο από μια ευρύτερη κατηγορία, αφού αυτό είναι ήδη ατομικά προσδιορισμένο. Παράδειγμα: ο Π οφείλει στον Α λόγω πωλήσεως τον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού Σόλωνος 57», ενώ ενοχή γένους είναι «η ενοχή της οποίας το αντικείμενο παροχής προσδιορίζεται με βάση γενικά γνωρίσματα που το υπάγουν σε μια ευρύτερη κατηγορία ομοειδών αντικειμένων. Κάποιο από τα αντικείμενα αυτά θα λάβει ο οφειλέτης για να εκπληρώσει την παροχή. Επομένως, το αντικείμενο της ενοχής γένους ορίζεται γενικά και αφηρημένα, ώστε οι ατομικές διαφορές ανάμεσα στα διάφορα πράγματα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία να μην λαμβάνονται υπόψη. Παράδειγμα: ο Α οφείλει στον Β από σύμβαση πώλησης 10 σάκους αλεύρι ή 150 κιλά μήλα. Το γένος βέβαια μπορεί να είναι κατά περίπτωση ευρύτερο (π.χ. 150 κιλά μήλα ελληνικά ή εισαγωγής) ή στενότερο (π.χ. 150 κιλά μήλα Βόλου). Το χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις είναι η αοριστία του ατομικού καθορισμού του οφειλομένου». Το χρήμα σε ποια κατηγορία ενοχής υπάγεται; Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη (Γεωργιάδης–Σταθόπουλος–Ταμπάκης ΑΚ 291 πλαγιάριθμος 6, σελ· 48) «η χρηματική οφειλή δεν είναι ενοχή γένους ούτε ενοχή είδους. Είναι οφειλή ποσότητας αξίας ή ιδιόρρυθμη ενοχή γένους. Δεν εφαρμόζονται ‘ αυτήν ούτε οι κανόνες περί ενοχής γένους ούτε οι περί ενοχής είδους. Έτσι δεν είναι νοητή αδυναμία παροχής, η οικονομική δυσχέρεια δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη». Σύμφωνα με άλλη νμλγ [βλ· Εφετείο Αθηνών 298/ 2008], “Η ευθύνη του λήπτη περιλαμβάνει, κατ` αρχήν, την υποχρέωση αυτού να αποδώσει αυτούσιο-"in nature"-το αδικαιολογήτως ληφθέν πράγμα και ως τέτοιο νοείται διασταλτικά κάθε αδικαιολογήτως ληφθέν αντικείμενο, ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Δηλαδή η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ` αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, εφόσον σώζονται αυτούσια στο λήπτη, έστω και αν πρόκειται για χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο λήπτης δεν είναι σε θέση να προβεί σε αυτούσια απόδοση του ληφθέντος, είτε λόγω της φύσης του ληφθέντος αντικειμένου (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες, ωφελήματα από τη χρήση πράγματος κλπ), είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση του ληφθέντος, με την οποία όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε εξ ιδίων, περίπτωση του άρθ. 1063 ΑΚ, κ.α.), ο λήπτης είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αξία του ληφθέντος αντικειμένου. Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται μεν με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των προπαρατιθέμενων διατάξεων. Έτσι, αν τα δοθέντα ήταν χρήματα, με τα οποία ο λήπτης αγόρασε κάποιο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, η ευθύνη του συνίσταται στην απόδοση του πράγματος που αγοράστηκε και υποκατέστησε κατ` αυτό τον τρόπο τα ληφθέντα χρήματα, ενόψει του ότι τούτο αποτελεί το ληφθέν αντάλλαγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 908 εδαφ. α` ΑΚ, το οποίο και είναι υποχρεωμένος να αποδώσει (ΑΠ ολομ. 1773/1981 ΝοΒ 30.1069). Eπομένως, σε περίπτωση που αντικείμενο δωρεάς είναι χρήματα, με τα οποία ο δωρεοδόχος αγόρασε, αποδεδειγμένα, πράγμα, κινητό ή ακίνητο, αν η δωρεά ανακληθεί μεταγενέστερα, λόγω αχαριστίας, νόμιμα, με δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, ο δωρητής δικαιούται να αναζητήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την απόδοση του πράγματος που αγοράστηκε. Αν δε το πράγμα αυτό είναι ακίνητο, ο δωρητής δικαιούται να ζητήσει να του μεταβιβάσει ο δωρεοδόχος τούτο κατά κυριότητα. Σε περίπτωση άρνησης του τελευταίου, η μεταβίβαση επιτυγχάνεται με καταδίκη αυτού σε δήλωση βούλησης και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου για αποδοχή της απόφασης αυτής, κατ` άρθ. 949 ΚΠολΔ και 1192 αριθ. 4, 1198 ΑΚ (ΕφΑΘ 7893/ 2006 ο.π.)”. Την παραδοχή αυτή της νμλγ αυτής δεν επαναλαμβάνει το Ακυρωτικό μας, δηλαδή δεν επαναλαμβάνει την παραδοχή «Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται μεν με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των προπαρατιθέμενων διατάξεων. Έτσι, αν τα δοθέντα ήταν χρήματα, με τα οποία ο λήπτης αγόρασε κάποιο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, η ευθύνη του συνίσταται στην απόδοση του πράγματος που αγοράστηκε και υποκατέστησε κατ` αυτό τον τρόπο τα ληφθέντα χρήματα, ενόψει του ότι τούτο αποτελεί το ληφθέν αντάλλαγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 908 εδαφ. α` ΑΚ, το οποίο και είναι υποχρεωμένος να αποδώσει (ΑΠ ολομ. 1773/ 1981 ΝοΒ 30.1069)» ούτε παραπέμπει στην νμλγ της Ολομέλειας! Δικαιούμαι βάσιμα να υποθέσω ότι το Ακυρωτικό μας επανέρχεται στην παλιότερη νμλγ του [ΑΠ 443/ 60 και 377/ 64] όπου δεχόταν «όταν τά ληφθέντα είναι χρήματα, δι' ών ό λαβών απέκτησε πράγμα, δέν θά υποχρεούται ούτος εις τήν απόδοσιν του αποκτηθέντος δι' αυτών πράγματος, αλλά μόνον εις τήν άπόδοσιν τών ληφθέντων χρημάτων, διότι τό αρθρ. 908 αναφέρον περί «αποδόσεως ανταλλάγματος» νοεί τήν περίπτωσιν καθ' ην τό «ληφθέν» είναι ένσώματον άντικείμενον (και ουχί χρήματα) οπότε και μόνον ό λήπτης ύποχρεούται ν' άποδώση τό ληφθέν έξ αυτού αντάλλαγμα». Επομένως, αν αντιλαμβάνομαι σωστά την «μεταστροφή» της νμλγ του Ακυρωτικού μας, ο δανειολήπτης θα κρατήσει την παροχή αυτή [κατοικία] και ο δανειοδότης [τράπεζα] θα κρατήσει τις καταβληθείσες δόσεις. Αφού δέχεται η νεότερη νμλγ του Ακυρωτικού μας ότι η ενοχή από αδικ. Πλουτισμό είναι ενοχή είδους και ό,τι δόθηκε αναζητείται, νομίζω ότι δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για την μόλις εκφρασθείσα άποψη μου. 
Εν πάσει περιπτώσει, ακόμη και αν είναι αβάσιμη η προβληματική μου αυτή, ο δανειολήπτης ωφελείται από το γεγονός ότι εφεξής δεν θα πληρώνει σε ανατιμημένο-έναντι του ευρώ-ελβετικό φράγκο με δυσμενή συνέπεια την αύξηση της μηνιαίας δόσης. Οίκοθεν νοείται ότι για να συνεχίσει η λειτουργία της άκυρης αυτής δανειστικής σύμβασης προϋποτίθεται κατάρτιση νέας σύμβασης αφού μια άκυρη σύμβαση δεν μπορεί να ιαθεί με επικύρωση της [argumentum από την ΑΚ 183 § 1 “επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτιση της”].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis