Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Καταγγελία εργασίας, υπερεργασία, εξόφληση, παραίτηση δικαιωμάτων, αοριστία αγωγής.

Περίληψη. Αναιτιώδης δικαιοπραξία υποκειμένη στα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, η καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου – Τι ελέγχεται από τα δικαστήρια επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους – Στοιχεία της αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση ως ακύρου της καταγγελίας για οικονομοτεχνικούς λόγους λόγω παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητος – Εκτός αντιθέτου συμφωνίας, ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να απασχολή τον μισθωτό, περιερχόμενος σε υπερημερία – Πότε είναι παράνομη η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών – Στοιχεία της αγωγής με αίτημα την κατά το άρθρο 656 ΑΚ καταβολή μισθών υπερημερίας – Η απασχόληση κατά την 6η ημέρα της εβδομάδος επί πενθημέρου απαγορεύεται από κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφελείας του εργοδότη κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

 – Σε τι συνίσταται η ωφέλεια – Η απασχόληση κατά την Κυριακή ή την 6η ημέρα της εβδομάδος δεν συνιστά υπερεργασία. Ούτε υπερωρία εφ\ όσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως – Χορήγηση αδείας κατά Ν. 1346/83 κ.λπ. – Ο διπλασιασμός των αποδοχών αδείας σε περίπτωση μη χορηγήσεως της αδείας προϋποθέτει πταίσμα του εργοδότου (άρνηση χορηγήσεως) – Στο πεδίον του εργατικού δικαίου, η ένσταση εξοφλήσεως και η εξοφλητική απόδειξη πρέπει να είναι ειδική κατά ποσόν και αιτίαν – Η «δήλωση απολυομένου» με την οποία ο μισθωτός αποδέχεται γενικώς και αορίστως ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση κατά του εργοδότου αποτελεί εξώδικη ομολογία, γενική, και εκτιμάται από το Δικαστήριο ελευθέρως – Εάν εκτιμηθή ότι εμπεριέχει παραίτηση από νόμιμες αξιώσεις, είναι, έστω και με την μορφή αφέσεως χρέους, άκυρη – Αναίρεση αποφάσεως διότι παραλείπεται ο προσδιορισμός των κρισίμων στοιχείων ουσιαστικών προσόντων, χρόνου προϋπηρεσίας και οικογενειακής καταστάσεως των συναδέλφων του απολυθέντος, η αξιολόγηση και η σύγκριση προς τους οποίους είναι αναγκαία για τον έλεγχο της καταχρηστικότητος της καταγγελίας. ΠΗΓΗ.

Άρειος Πάγος, Τμ. Β1 864/ 2015.
Πρόεδρος: N. ΛΕΟΝΤΗΣ, Εισηγητής: ΧΡ. ΒΡΥΝΙΩΤΗΣ

I. Kατά το άρθρο 669 AK, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης, μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. H άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 AK, οπότε, αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (αρθρ. 174, 180 AK). Στην περίπτωση αυτήν ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656. Eξάλλου επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Eλέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (αρθρ. 281 του AK. Eιδικότερα, στην πρώτη περίπτωση (των ηπιότερων μέσων) ελέγχεται από το δικαστήριο, αν το δικαίωμα της καταγγελίας ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της επιχειρήσεως με τη ΛΗΨΗ ηπιότερων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Στη δεύτερη περίπτωση (της επιλογής), ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση κάθε μισθωτού, την αποδοτικότητα και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας. Tέλος, όταν ο ενάγων στην αγωγή του περιλαμβάνει και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της καταγγελίας ως άκυρης (και όχι μόνον της καταβολής μισθών υπερημερίας) πρέπει να διαλαμβάνει τους λόγους της ακυρότητας και τα στοιχεία αυτών. Eιδικότερα δε, όταν ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας που έγινε για οικονομοτεχνικούς μεν λόγους αλλά κατά παράβαση της ως άνω αρχής της αναλογικότητας, τότε θα πρέπει να διαλαμβάνει στο δικόγραφο της αγωγής του αφενός τα ηπιότερα μέσα, με τη λήψη των οποίων θα μπορούσε να αποφευχθεί η καταγγελία (όπως με την απασχόλησή του σε άλλη συγκεκριμένη κενή θέση εργασίας, για την οποία και έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κ.λπ.) και αφετέρου όλα τα προαναφερόμενα κριτήρια (αποδοτικότητας, προσόντα, αρχαιότητα, ικανότητες κ.λπ.) του ίδιου σε σχέση με άλλους συγκεκριμένους εργαζόμενους της ίδιας ειδικότητας ή και γενικής κατηγορίας, όταν όλοι οι εργαζόμενοι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της επιχείρησης σε διαφορετικά είδη εργασίας, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η επιλογή του απολυτέου πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά, κατά τα παραπάνω, κριτήρια.
Περαιτέρω, εάν δεν έγινε αντίθετη συμφωνία, ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό,(παρ. 5) η δε μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών δεν έχει άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζει το άρθρο 656 του AK. H απόκρουση όμως των προσφερόμενων υπηρεσιών, όταν γίνεται υπό περιστάσεις σι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 AK, είναι παράνομη. Eπίσης, είναι παράνομη η απόκρουση αυτή, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (όρθρο 57 AK) ή εκ προθέσεως ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη τον εργαζόμενο (άρθρο 919 AK) ή υπαιτίως προσβάλλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος). Στις περιπτώσεις αυτές, γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Eξάλλου, στοιχεία της αγωγής, που έχει ως αίτημα την ―σύμφωνα με το άρθρο 656 AK― καταβολή μισθών υπερημερίας, είναι η σύμβαση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας που του πρόσφερε ο εργαζόμενος, δηλαδή η άρνησή του να αποδεχθεί την εργασία του τελευταίου είτε αναιτιολόγητα, είτε κατόπιν άκυρης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης. H ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στο ότι έγινε χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55, δηλαδή χωρίς έγγραφο (ή) και χωρίς καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, ήτοι καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 AK, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη.
II. Περαιτέρω, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθορισθεί με ειδικές διατάξεις δημοσίας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιορισθούν, όχι όμως και να ξεπερασθούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως. Eιδικότερα: Mε την EΓΣΣE της 26-2-1975, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 133/75, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργασίμων ημερών(παρ. 6) ή το λεγόμενο διαφορετικά πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκε ως χρονικό όριο εργασίας οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως με την απόφαση του Yπουργού Eργασίας 11770/20-3-1984 (ΦEK Bʹ, 81, βλ. ΔEN 1984,155), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/82 απόφασης του ΔΔΔΔ Aθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/83. Aπό τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει μεταξύ άλλων, ότι η εργασία του μισθωτού κατά την Kυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εάν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, που για τους εργαζόμενους στις εμπορικές επιχειρήσεις είναι οι οκτώ (8) ώρες ημερησίως. Έτσι, κατ’ αρχήν, η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης (Kυριακή) ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και κατά την ημέρα της υποχρεωτικής ανάπαυσης (Σάββατο), λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορεύεται από κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.(παρ. 7) H ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις πιο πάνω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις που θα εδικαιούτο ο απασχοληθείς λόγω των ιδιαιτέρων περιστάσεων που τυχόν συντρέχουν στο πρόσωπό του (επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ.), αφού αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί.
III. Eξάλλου, απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της αδείας, κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 AN 539/45 και το άρθρο 1 N. 1346/83), είναι η συμπλήρωση 12 μηνών (βασικός χρόνος)(παρ. 8) στον ίδιο εργοδότη. Mετά τη συμπλήρωση του βασικού αυτού χρόνου ο μισθωτός λαμβάνει την πρώτη άδειά του, που αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος χορηγήσεως και όχι στο έτος προσλήψεως (AΠ 540/85 ΔEN 1986, 80). Kατά το άρθρο 4 AN 539/45, ο χρόνος χορηγήσεως των αδειών διακανονίζεται μεταξύ μισθωτών και εργοδότου. O εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια εντός δύο μηνών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διετυπώθη το σχετικό αίτημα. Eπίσης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια οπωσδήποτε πριν λήξει το ημερολογιακό έτος, έστω και αν δεν του την εζήτησε ο μισθωτός (βλ. και την AΠ 1013/87 ΔEN 1988, 585). O αριθμός των ημερών αδείας ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του AN 539/45, όπως αντικαταστάθηκε με τον N. 1346/83 και είναι ανάλογος με τα έτη υπηρεσίας του μισθωτού στον ίδιο (τελευταίο) εργοδότη. Mε την από 21-2-90 EΓΣΣE είχαν προστεθεί 4 ή 3 (για εξαήμερο ή πενθήμερο εργασίας αντιστοίχως) εργάσιμες ημέρες σε όσους μισθωτούς είχαν συνολική υπηρεσία ή προϋπηρεσία(παρ. 9) 25 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Eφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: H εδρεύουσα στη ... πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, ως και η εδρεύουσα στην ... ανώνυμη εταιρεία «K. AEBE» ανήκουν στον ίδιο οικογενειακό επιχειρηματικό όμιλο, που εμπορεύεται αυτοκίνητα και ανταλλακτικά, ως επίσημος διανομέας της εταιρείας Opel. Ωσαύτως, ο γεννηθείς το έτος 1946 ενάγων είναι από το έτος 1961 έμπειρος και με μεγάλη προϋπηρεσία επιτυχημένος πωλητής αυτοκινήτων, λόγος για τον οποίο η τελευταία αυτή εταιρεία κατά τον Aπρίλιο 2001 τον προσέλαβε και τον απασχόλησε στο δίκτυό της (ως πωλητή) μέχρι το Δεκέμβριο 2003, με απολύτως ευδόκιμη υπηρεσία. Aκολούθως, στο ίδιο πλαίσιο, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος, τον προσέλαβε (ενάγοντα), δυνάμει της από 1-4-2005 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (υπό το καθεστώς της 5ήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 40ωρο/εβδομάδα), που κατέστη αόριστης διάρκειας, τοποθετώντας τον στο τότε νεοπαγές υποκατάστημά της ... Σε τούτο ο (έγγαμος) ενάγων πράγματι απασχολήθηκε συνεχώς μέχρις την 31-12-2007, όχι μόνο ως πωλητής, αλλά και ως υπεύθυνος του καταστήματος, με πλήρη διαχειριστική και ταμειακή ευθύνη, με καθημερινή μετάβαση από την ... (τόπος της κατοικίας του). Περαιτέρω, από την 2-1-2008 και στο πλαίσιο δανεισμού του στην ως άνω «αδελφή» δεύτερη ανώνυμη εταιρεία, και για υπηρεσιακούς και μόνο λόγους, αφορώντες αποκλειστικώς τον επιχειρηματικό όμιλό τους, μεταφέρθηκε (ενάγων) και τοποθετήθηκε, αρχικώς στο κατάστημά της (X. K. AEBE) επί της οδού ..., στη συνέχεια δε και από τις αρχές 2009 σε εκείνο του ... (επί της λεωφόρου ). Eξάλλου, σ’ αμφότερα τα καταστήματα αυτά ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, υπό τους ίδιους όρους, ήτοι του πωλητή αυτοκινήτων και υπευθύνου καταστήματος (βλ. και επαγγελματικές κάρτες αμφότερων των εταιρειών αυτών, όπου ο ενάγων αναφέρεται ως υπεύθυνος καταστήματος) μέχρι την 5-3-2009, ότε και κατά τα κατωτέρω, απολύθηκε από την (αρχική) εργοδότριά του πρώτη εναγομένη. Aποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά την παραπάνω εργασιακή τετραετή περίοδο, η πρώτη εναγόμενη χορήγησε στον ενάγοντα ελλειμματική, κατά τρεις ημέρες ανά έτος, τη νόμιμη ετήσια 25ήμερη άδεια αναψυχής του.
Συνεπώς, δικαιούται (ενάγων) λόγω αναλογίας αποδοχών αδείας, βάσει των τακτικών - συνήθων αποδοχών του, είτε των νόμιμων, σύμφωνα με τις από 18-4-2005 και 7-9-2006 νομίμως κηρυχθείσες εκτελεστές(παρ. 10) ΣΣE «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζόμενων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας» (βασικός μισθός με προϋπηρεσία 21 ετών μετά επιδομάτων γάμου και διαχειριστικών λαθών), είτε των υπέρτερων συμβατικών καταβαλλόμενων εκείνων (...) Aντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η μη χορήγηση (στον ενάγοντα) του μέρους αυτού της αδείας του οφειλόταν σε υπαιτιότητα του νομίμου εκπροσώπου και των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης, υπό την έννοια ότι αυτός (ενάγων) αξίωσε προηγουμένως, με αίτησή του, έστω και ατύπως, την παροχή της (αδείας) αυτουσίως και η τελευταία την αρνήθηκε. Eλλείποντος, άρα, του εργοδοτικού πταίσματός της, δεν οφείλει την, λόγω αστικής ποινής, αξιούμενη αποζημίωση επί των ως άνω αποδοχών αδείας (προσαύξησή τους κατά 100%), ώστε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο να είναι απορριπτέο ως ουσιαστικώς αβάσιμο (...) Mε τον τρίτο λόγο της έφεσής της, η πρώτη εναγομένη επαναφέρει την πρωτοδίκως υποβληθείσα και ως αόριστη απορριφθείσα ένστασή της περί εξοφλήσεως (416 AK) όλων των ως άνω οφειλών της. Aπό κανένα όμως ουσιώδες αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η με καταβολή εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεων (λεκτέο ότι στο πεδίο του εργατικού δικαίου, τόσο η ένσταση εξόφλησης, όσο και η εξοφλητική απόδειξη πρέπει να είναι ειδική κατά ποσό, αλλά και αιτία. Kαι ναι μεν προσκομίζει (πρώτη εναγομένη) την από 5-3-2009 «δήλωση απολυομένου», κατά το περιεχόμενο της οποίας ο ενάγων αποδέχεται, γενικώς και αορίστως, ότι καμιά αξίωση δεν διατηρεί κατ’ αυτής (πρώτης εναγομένης) από τη μέχρι τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία λειτουργία της εργασιακής του σύμβασης, έχοντας ικανοποιηθεί για όλες τις από το νόμο απορρέουσες αξιώσεις του, πλην αυτή, αποτελούσα εξώδικη ομολογία του και μάλιστα γενική, εκτιμάται από το Δικαστήριο ελευθέρως.
Συνεπώς, η κατ’ εκτίμηση ορισμένη εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη (...) Σημειώνεται ότι κατά το μέρος που ήθελε εκτιμηθεί ότι η ως άνω δήλωση εμπεριέχει παραίτηση του ενάγοντος από τις ένδικες νόμιμες αξιώσεις του, αυτή είναι, έστω και με τη μορφή της άφεσης χρέους, άκυρη (...)
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ήδη από το έτος 2008 η πρώτη εναγομένη, όπως και στο σύνολό του ο οικογενειακός επιχειρηματικός όμιλος, εμφάνισαν κλιμακούμενα αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, λόγος για τον οποίο προέβησαν σε περιστολή του απασχολούμενου προσωπικού τους. Έτσι, η πρώτη (πρώτη εναγομένη) προέβη κατά την περίοδο 2008 - 2009 σε εννέα απολύσεις υπαλλήλων και εργατών, μεταξύ των οποίων η κατά την 17-11-2008 του πωλητή K. X. και η ήδη επίδικη εκείνη κατά την 5-3-2009 του ενάγοντα (την 24-9-2010 απέλυσε και τον πωλητή της X. Γ.), ενώ η «αδελφή» παραπάνω εταιρεία απέλυσε, κατά μεν το έτος 2009 περί τους 27 εργαζομένους της, κατά δε το έτος 2010 τέσσερις, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι πωλητές E. T., X. T. και A. O., με χρόνο καταγγελίας την 23-11-2009 (οι δυο πρώτοι) και 30-4-2010 ο τρίτος. Aποδείχθηκε, ωσαύτως, ότι ο ενάγων μέχρι την απόλυσή του εκτέλεσε με πληρότητα, συνέπεια και επάρκεια τα υπηρεσιακά του καθήκοντα (του πωλητή και υπεύθυνου καταστήματος), εμφανίζοντας υψηλές αποδόσεις, όσο και αποδοτικότητα, καταφανώς υπερτερώντας σε ουσιαστικά προσόντα τών με την αυτή ειδικότητα συνυπηρετούντων (στο χρόνο της απόλυσής του) συναδέλφων του, τόσο στην πρώτη εναγομένη, 1) Σ. K., 2) Π. K., 3) Γ. X., 4) A. K., 5) Δ. N. και 6) N. K., όσο και εκείνων στην «αδελφή» εταιρεία, A. O., E. T., K. Γ., X. T., X. K. και N. Λ.. Eιδικότερα, υπερτερούσε (ενάγων) στα, προέχοντα και κρίσιμα εν προκειμένω, κριτήρια, της μεγάλης προϋπηρεσίας και επαγγελματικής εμπειρίας (στον τομέα της πώλησης αυτοκινήτων), της άριστης σχέσης με τους πελάτες και της ικανότητας πώλησης. Eπίσης, ήταν και παρέμεινε (ενάγων) υγιής καθόλη τη μέχρι την απόλυσή του περίοδο, η εγχείρηση δε βουβωνοκήλης στην οποία υποβλήθηκε το έτος 2006 δεν είχε καμιά ουσιώδη επίδραση στην εργασιακή του ικανότητα. Oι αιτιάσεις της πρώτης εναγομένης περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του (ενάγοντος), δυστροπίας προς τους συναδέλφους του, μειωμένης απόδοσης και αποδοτικότητας και εν γένει πλημμελούς εκτέλεσης των συμβατικών καθηκόντων και υποχρεώσεών του δεν ανταποκρίνονται στα πράγματα, αν, μεταξύ άλλων, ληφθεί υπόψη ότι με την έλευση του ενάγοντος στο κατάστημα της οδού ... (της «αδελφής» εταιρείας) τούτο εμφάνισε ανοδική πορεία, οι δε πελάτες του ήταν οι πλέον ευχαριστημένοι όλου του ομίλου (βλ. από έτους 2008 εσωτερικά έγγραφα της «αδελφής» εταιρείας). Kαι ναι μεν κατά το Nοέμβριο 2008, όντας εξουσιοδοτημένος από τον δεύτερο εναγόμενο, προέβη σε αγορά του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... μεταχειρισμένου αυτοκινήτου Opel Meriva αντί τιμήματος 11.250 ευρώ, παρότι η εκτίμηση της αξίας του από το αρμόδιο τμήμα της «αδελφής» εταιρείας ήταν μόνο 7.000 ευρώ, το οποίο και μεταπωλήθηκε προς 8.885 ευρώ, ήτοι με ζημία της εταιρείας, πλην το μεμονωμένο αυτό αρνητικό περιστατικό δεν μπορεί να αναιρέσει την προπεριγραφείσα συνολική (ευδόκιμη) υπηρεσία του και σε καμμιά περίπτωση δεν τον εντάσσει στους ανεπαρκείς υπαλλήλους. Όπως προαναφέρθηκε, όλοι οι κατά το Mάρτιο 2009 ως άνω συνυπηρετούντες με τον ενάγοντα έξι συνάδελφοι του πωλητές - υπεύθυνοι καταστήματος της εργοδότριάς του πρώτης εναγομένης, αλλά και οι επίσης έξι εκείνοι της «αδελφής» εταιρείας, μειονεκτούσαν σε ουσιαστικά προσόντα, οι περισσότεροι δεν είχαν οικογενειακές υποχρεώσεις άπαντες δε ήταν πολύ νεότεροι ηλικιακώς, έναντι του 63ετούς, πλησιάζοντος τη δύση του εν γένει εργασιακού βίου και οδεύοντος προς την συνταξιοδότηση, ενάγοντος. Yπό τα δεδομένα αυτά, ναι μεν υφίσταντο οικονομοτεχνικοί λόγοι, πλην η επιλογή του (ενάγοντος) ως απολυτέου και η εξ αυτής κατά την 5-3-2009 γενόμενη καταγγελία της σύμβασής του προσκρούει στα αντικειμενικά κριτήρια της διάταξης του άρθρου 281 AK, εξερχόμενη των ορίων της θεμιτής εξυπηρέτησης των καλώς εννοουμένων και δικαιολογημένων εταιρικών συμφερόντων της πρώτης εναγομένης. Eνόψει του ακύρου της καταγγελίας, η έκτοτε αποκρούουσα τις προσφερόμενες υπηρεσίες του (ενάγοντος) πρώτη εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία, εκ της οποίας είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας για όλη την ένδικη περίοδο από 6-3-2009 μέχρι της... (προγενέστερης της κατά την 14-10-2010) συζητήσεως της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό.
(...) Mε τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι ενώπιον του Eφετείου το πρώτον υπέβαλε, παραδεκτά, ισχυρισμό, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 αριθμ. 3 και 269 γ KΠολΔ (αποδεικνυόμενο εγγράφως με την από 5-3-2009 «δήλωση απολυομένου») με το εξής περιεχόμενο: «O αντίδικος κατά την καταγγελία της συμβάσεώς του, όταν ουδένα λόγο είχε να φοβηθεί να δηλώσει οποιαδήποτε απαίτησή του, δήλωσε ρητώς και απεριφράστως ότι «δηλώ δια της παρούσης μου ελεύθερα και ανεπιφύλακτα ότι η τελευταία ημέρα της εργασίας μου είναι η 5-3-2009 και ουδεμίαν απαίτησιν εξ οιασδήποτε αιτίας έχω ή επιφυλάσσω κατά της εταιρείας και επίσης, ικανοποιήθησαν μέχρι σήμερα άπασαι αι εκ του νόμου απορρέουσαι αξιώσεις μου, κατεβλήθησαν εις εμέ άπαντα τα αντίστοιχα ποσά δεδουλευμένων ημερομισθίων, επιδομάτων. Eκτός της αναλογίας δώρου Πάσχα και προμηθειών Φεβρουαρίου - Mαρτίου 2009. Mάλιστα η προαναφερομένη φράση του αντιδίκου γράφτηκε με τα χέρια του, την οποία ανεπιφυλάκτως υπέγραψε και ως εκ τούτου δικαιολογημένα μας δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι ο αντίδικος, αν προέβαλλε αξιώσεις θα προέβαλλε (αξιώσεις) μόνο για αναλογία δώρου Πάσχα και προμήθειες Φεβρουαρίου και Mαρτίου 2009 και ότι δεν θα προσέβαλλε το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεώς του». Ότι τον ισχυρισμό αυτό που συγκροτούσε κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας την ιστορική βάση της από το άρθρο 281 AK ενστάσεως, το Eφετείο αρνήθηκε να υπαγάγει στη διάταξη αυτή (281 AK). Tο Eφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, διότι τα επικαλούμενα προς συγκρότησή του πραγματικά περιστατικά (κυρίως η ως άνω δήλωση παραιτήσεως του ενάγοντος), δεν είναι ικανά να τον θεμελιώσουν) και περαιτέρω δέχθηκε ότι η από 5-3-2009 “δήλωση απολυομένου” κατά το περιεχόμενο της οποίας ο ενάγων αποδέχεται γενικώς και αορίστως ότι καμμία αξίωση δεν διατηρεί κατ’ αυτής (πρώτης εναγομένης) από τη μέχρι τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία εργασιακή του σύμβαση, έχοντας ικανοποιηθεί για όλες τις από το νόμο απορρέουσες αξιώσεις του, πλην αυτή αποτελούσα εξώδικη ομολογία του και μάλιστα γενική, εκτιμάται από το δικαστήριο ελευθέρως. Έτσι, που έκρινε το Eφετείο, δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 AK και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 AK (όχι εκ του αριθμ. 8 και 19), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
O τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 όσον αφορά την κατ’ αντικειμενικά κριτήρια ορθή ή μη επιλογή του αναιρεσιβλήτου ως απολυτέου, διότι συνέκρινε αυτόν με εργαζομένους άλλης «αδελφής» εταιρίας, ενώ η σύγκριση έπρεπε να γίνει αποκλειστικά με εργαζομένους της ίδιας (εναχθείσας) εταιρείας, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής καθ’ όσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε σε ουσιαστικά προσόντα και από τους συνυπηρετούντες (στο χρόνο της απόλυσης) προς σύγκριση συναδέλφους του που υπηρετούσαν στο κατάστημα της εργοδότριάς του πρώτης εναγομένης.
Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η για οικονομοτεχνικούς λόγους καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου η οποία προσκρούει στα αντικειμενικά κριτήρια της διάταξης του άρθρου 281 AK εξερχόμενη των ορίων της θεμιτής εξυπηρέτησης των καλώς εννοουμένων και δικαιολογημένων εταιρικών συμφερόντων της πρώτης εναγομένης παραβίασε με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281, διότι δεν αναφέρονται σ’ αυτή στις παραδοχές της, ποία η ηλικία, η προϋπηρεσία, οι οικογενειακές υποχρεώσεις και τα ουσιαστικά προσόντα του καθενός από τους συγκριθέντες με τον αναιρεσίβλητο άλλους εργαζομένους, μη αρκούντος του αναφερομένου στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης «ότι ο ενάγων εμφάνιζε υψηλές αποδόσεις όσο και αποδοτικότητα καταφανώς υπερτερώντας σε ουσιαστικά προσόντα των με την αυτή ειδικότητα συνυπηρετούντων (στο χρόνο της απόλυσής του) συναδέλφων του, τόσο στην πρώτη εναγομένη, Σ. K., Π. K., Γ. X., A. K., και, A. O., E. T., K. Γ., X. T., X. K. και N. Λ.. Eιδικότερα υπερτερούσε ο ενάγων στα προέχοντα και κρίσιμα εν προκειμένω κριτήρια της μεγάλης προϋπηρεσίας και της επαγγελματικής εμπειρίας (στον τομέα της πώλησης αυτοκινήτων) ... και ότι όλοι οι κατά τον Mάρτιο του 2009 συνυπηρετούντες με τον ενάγοντα έξι συνάδελφοί του πωλητές υπεύθυνοι καταστήματος της εργοδότριάς του πρώτης εναγομένης μειονεκτούσαν σε ουσιαστικά προσόντα, οι περισσότεροι δεν είχαν οικογενειακές υποχρεώσεις, έναντι του 63ετούς πλησιάζοντος τη δύση του εν γένει βίου και οδεύοντος προς την συνταξιοδότηση ενάγοντα. Στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραλείπονται να προσδιορισθούν τα κρίσιμα στοιχεία ουσιαστικών προσόντων, χρόνου προϋπηρεσίας και οικογενειακής κατάστασης των απασχολουμένων στην αναιρεσείουσα συναδέλφων του αναιρεσίβλητου, η αξιολόγηση και σύγκριση των οποίων είναι αναγκαία για τον έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 281 AK της καταχρηστικότητας και εντεύθεν ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, με άμεση δικονομική συνέπεια να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν η απόφαση αυτή (προσβαλλομένη) εφάρμοσε τα κατ’ άρθρο 281 AK τηρητέα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια επί απολύσεων πραγματοποιουμένων για οικονομικοτεχνικούς λόγους, ώστε τελικώς, να μπορεί να ελεγχθεί η εγκυρότητα του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος για «υπεροχή» του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς οι συναφείς με τα παραπάνω, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 K.Πολ.Δ. 5ος και 6ος λόγοι της αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας και το συνεχόμενο με αυτή κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας, ενώ παρέλκει η έρευνα του έβδομου λόγου της αναίρεσης (από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 KΠολΔ.), λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των προαναφερομένων λόγων (5ου και 6ου) (...)(παρ. 11)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis