Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Καταδολίευση, στοιχεία αγωγής, έννοια βλάβης, αφερεγγυότητα οφειλέτη.

Καταδολίευση δανειστών. Αγωγή διάρρηξης. Για την άσκηση αυτής απαιτείται η αξίωση του δανειστή κατά του οφειλέτη να είναι γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, η οποίας γίνεται με πρόθεση βλάβης των δανειστών. Τέτοια πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται. Βλάβη των δανειστών υπάρχει όταν η ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη είναι σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. 

Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος. Γνώση του τρίτου συντρέχει όταν αυτός γνωρίζει ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό. Η γνώση αυτή δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
  
Άρειος Πάγος, A1’ Πολιτικό Τμήμα, 661/ 2015.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 15/12) β) επίκληση προθέσεως βλάβης (δια της εκτάσεως) του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι’ αυτό (Ολ ΑΠ 6/2003 ΑΠ 1910/09, ΑΠ 1937/06).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/12, ΑΠ 1495/09). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/10, ΑΠ 935/14). Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, για το παραδεκτό της συζήτησης της ουσίας κλήθηκε νομοτύπως να παραστεί κατ’ άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ και η αναγκαία ομόδικος (ως συνεναγομένη) της αναιρεσείουσας, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", (ΑΠ 928/14,ΑΠ 7...2009) βλ. ...7-7-14 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κερκύρας Β. Π.) προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έκρινε ορισμένη, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσής της κατά της ομοίως κρινάσας 5573/2009 πρωτόδικης απόφασης του Πολ/λους Πρωτ. Αθηνών, την κατ’ αυτής αγωγή του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την οποία το τελευταίο, επικαλούμενο συνδρομή των από τις διατάξεις των άρθρων 939-942 ΑΚ προβλεπομένων προϋποθέσεων, ζήτησε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικής της, με πρόθεση βλάβης αυτού (αναιρεσιβλήτου) γενομένης από τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρεία (..), προς την ίδια (αναιρεσείουσα), η οποία τελούσε σε γνώση της παραπάνω προθέσεώς της, απαλλοτρίωσης του μοναδικού της περιουσιακού στοιχείου, παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο του ένδικου ως άνω δικογράφου λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς και εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της αιτουμένης διαρρήξεως προϋποθέσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αναιρεσίβλητο με την ένδικη, από 6-7-07, αγωγή του ισχυρίστηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι "Με τις από 2-5-1985, 11-9-1985 και 1-8-1988 έγγραφες μισθωτικές συμβάσεις είχαμε αρχικά εκμισθώσει στην πρώτη εναγόμενη (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) το ξενοδοχείο με τον μηχανολογικό του εξοπλισμό, δύο καταστήματα του ισογείου και δώδεκα καταστήματα του Α’ υπογείου αντίστοιχα, που περιγράφονται στις άνω συμβάσεις, βρίσκονται στην Αθήνα και επί της οδού ... στην Πλατεία Ομονοίας και ανήκουν στην ιδιοκτησία μας, με τους όρους και τις συμφωνίες, που αναφέρονται σ’ αυτές... Κατά των άνω συμμισθωτριών εταιρειών, οι οποίες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας, δεν μας κατέβαλαν τα μισθώματα των μηνών Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2006, ασκήσαμε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Μισθωτικών Διαφορών) τις από 17-5-2006 τρεις αγωγές μας, με τις οποίες ζητήσαμε την απόδοση των άνω μισθίων ακινήτων μας και την καταβολή των περιγραφέντων σ’ αυτές ποσών, για οφειλόμενα μισθώματα, χαρτόσημο, τόκους υπερημερίας κ.λ.π. και με τις οποίες καταγγείλαμε ταυτόχρονα τις ανωτέρω μισθώσεις, κατ’ άρθρο 597 Α.Κ. Επί των αγωγών μας αυτών εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 394/2007, 395/2007 και 396/2007 αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αγωγές μας και υποχρέωσαν τις εναγόμενες συμμισθώτριες, μεταξύ των άλλων, να μας καταβάλλουν τα επιδικασθέντα ποσά, τα οποία ανέρχονταν μέχρι τότε συνολικά στα 169.863,85 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, για τα οποία (ποσά) επιτάξαμε τις άνω οφειλέτριες να μας πληρώσουν με τις παρά πόδας αντιγράφων πρώτων εκτελεστών αυτών (αποφάσεων) κοινοποιηθείσες σ’ αυτές από 2-3-2007 επιταγές μας. ...Ακόμη κατά των αυτών ως άνω συμμισθωτριών, οι οποίες από τότε και εφεξής σταμάτησαν οριστικά την καταβολή των μισθωμάτων, ασκήσαμε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Μισθωτικών Διαφορών) αρχικά τις από 3-11-2006 και στη συνέχεια τις από 22-5-2007 αγωγές μας (ήτοι συνολικά έξι αγωγές) για το σύνολο των ληξιπροθέσμων απαιτήσεών μας, από μισθώματα κ.λ.π., κατ’ άρθρο 601 Α.Κ., οι οποίες μέχρι 31-5- 2007 ανήρχοντο συνολικά στα 770.489,92 ευρώ (390.761,05 € των από 3-11-2006 τριών αγωγών συν 379.727,87 € των από 22-5-2007 τριών αγωγών = 770.489,92), ενώ μέχρι 31-12-2007 (πιθανός χρόνος εκτέλεσης - αποβολής από τα μίσθια - των πρωτόδικων αποφάσεων κατά των καθ’ ών, δεδομένου ότι αυτές, έχουσες επιτύχει την αναστολή εκτελέσεως, άσκησαν αντίστοιχες εφέσεις, κατά των υπ’ αριθμ. 394/2007, 395/2007 και 396/2007 πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες συζητήθηκαν στις 24-4-2007 και επί των οποίων οι σχετικές τελεσίδικες αποφάσεις δεν πιθανολογείται ότι θα εκδοθούν πριν από το χρόνο αυτό, μέχρι τον οποίο αυτές θα παρακρατούν τα ακίνητά μας, θα κάνουν πραγματική χρήση και θα εκμεταλλεύονται αυτά, αποκομίζουσες τεράστια οικονομικά οφέλη, επί βλάβη της περιουσίας μας και των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ασφαλισμένων μας) θα ανέλθουν συνολικά στο 1.193.850,30 ευρώ. Άρα το σύνολο των ληξιπροθέσμων απαιτήσεών μας κατά των ανωτέρω συμμισθωτριών, για τις προεκτεθείσες αιτίες, θα ανέλθει μέχρι 31-12-2007 στο 1.363.714,15 ευρώ (169.863,85 που έχουν επιδικασθεί με τις υπ’ αριθμ. 394/2007, 395/2007 και 396/2007 αποφάσεις συν 1.193.850,30 που ζητούμε με τις ανωτέρω ασκηθείσες έξι αγωγές μας, οι οποίες εκκρεμούν προς συζήτηση = 1.363.714,15).... Στις 19-4-07 η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, το άνω ακίνητο της, προς την νεοσυσταθείσα την 17-4-2007 (ήτοι δύο μόλις ημέρες πριν από την αγοραπωλησία) δεύτερη των εναγομένων, (αναιρεσείουσα) δυνάμει του με αριθμό ...19-4-2007 συμβολαίου της Συμβ/φου Αμαρουσίου .., ... τιμήματος 3.450.000 ευρώ, το παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο της (αγροτεμάχιο μετά της επ’ αυτού ξενοδοχειακής μονάδας). ...
Επειδή, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και την υπαγωγή αυτών στις ανωτέρω εκτιθέμενες ουσιαστικές διατάξεις, προκύπτει αβίαστα ότι η προαναφερόμενη απαλλοτρίωση ... έγινε απ’ αυτή (πρώτη εναγομένη) καταδολιευτικά με σκοπό και πρόθεση βλάβης ημών (δανειστών), συνισταμένη στο ότι αυτή, ενώ γνώριζε ότι το ανωτέρω απαλλοτριωθέν ακίνητό της ήταν το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, ότι με την απαλλοτρίωση αυτού θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση ημών και ότι συνέπεια της απαλλοτριωτικής πράξεώς της είναι η βλάβη ημών, ήτοι η ματαίωση της ικανοποίησης των απαιτήσεών μας, την οποία αποδέχεται, προέβη στην ανωτέρω εκποίηση (πώληση) του άνω μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου ... ώστε να εκμηδενιστεί η περιουσιακή της κατάσταση (εμφανής περιουσίας της) και να μην καταστεί πλέον δυνατή η ικανοποίηση των απαιτήσεών μας, οι οποίες ανέρχονται μέχρι 31-12-2006 στο ποσό των 1.363.714,15 ευρώ. ... Επειδή, η δεύτερη των εναγομένων, (φερομένη ως αγοράστρια με εταιρικό κεφάλαιο μόλις 60.000 ευρώ το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογήσει αγορά ακινήτου με τίμημα 3.450.000 ευρώ), προς την οποία μεταβιβάσθηκε, με πώληση, το προπεριγραφέν ακίνητο από την πρώτη τούτων και η οποία αποδέχθηκε την μεταβίβαση, εκπροσωπηθείσα στο συμβόλαιο μεταβίβασης από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της Χ. Α., εγνώριζε, κατά τον χρόνο κατάρτισης της άνω απαλλοτριωτικής πράξεως, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, ειδικότερα δε εγνώριζε ότι η πρώτη εναγομένη ήταν οφειλέτρια ημών, ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο αυτής, (της οφειλέτριας μας), ότι με την εκποίηση του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου καθίσταται αφερέγγυα, ότι απαλλοτριώνει με πρόθεση να βλάψει τα συμφέροντα ημών και ότι από την απαλλοτρίωση θα προκληθεί βλάβη σε μας, συνισταμένη στην, με την περιέλευσή της σε αφερεγγυότητα, λόγω μη υπάρξεως άλλου εμφανούς περιουσιακού στοιχείου, ματαίωση της ικανοποιήσεως των απαιτήσεών μας. ... Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αμφότερες οι εναγόμενες, ενεργήσασες από κοινού δια των νομίμων εκπροσώπων τους, προέβησαν στην παραπάνω καταδολιευτική απαλλοτριωτική δικαιοπραξία (πώληση - αγορά ακινήτου) και μάλιστα με τίμημα κατά πολύ μειωμένο της πραγματικής αγοραίας αξίας αυτού, δεδομένου ότι η πραγματικής αγοραία αξία του υπερβαίνει, κατ’ εκτίμηση, τα 10.000.000 ευρώ,...". Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να απαγγελθεί η διάρρηξη της πιο πάνω απαλλοτρίωσης.
Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, επικυρώνωντας την ομοίως κρίνασα απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών, δέχθηκε ότι "η κρινόμενη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά τις ως άνω διατάξεις στοιχεία και είναι σαφής και πλήρως ορισμένης". Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά του, στοιχεία και ειδικότερα ο α) ο επαρκής, κατά το ποσό και τα παραγωγικά αίτια, προσδιορισμός της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου κατά της πωλήτριας (και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) εταιρείας με την επωνυμία Ρ. Μ., γεγενημένης κατά τον χρόνο επιχείρησης της απαλλοτριώσεως β) η περιγραφή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με προσδιορισμό της αξίας αυτού, γ) η εκ μέρους της άνω οφειλέτριας - πωλήτριας πρόθεση βλάβης του αναιρεσιβλήτου καθώς και η εκ μέρους της αναιρεσείουσας - αγοράστριας γνώση της εν λόγω προθέσεως, συντρεχούσης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και δ) η ανεπάρκεια της υπολειπομένης περιουσίας της κατά τα άνω οφειλέτριας προς ικανοποίηση του δανειστή αναιρεσιβλήτου, συντρεχούσης κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινομένη απορριπτέα ως αβάσιμη, η, με τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο, προβαλλομένη ως άνω αιτίαση.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη. 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό/ ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Ολ. Α.Π. 6/2003, Α.Π. 1910/2009, 1937/2006, 1561/2004, 1284/11, 1092/2013). Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έβδομο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεων των άρθρων 939- 942 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ’ αυτής και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ....., ως άνω αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή των από τις εν λόγω διατάξεις απαιτουμένων για την αιτουμένη διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της αναφερομένης σ’ αυτήν (αγωγή) δικαιοπραξίας, προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, ανελέγκτως γενομένα δεκτά πραγματικά περιστατικά, απέκλειαν την εφαρμογή αυτών (κανόνων δικαίου). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Με τις από 2-5-1985, 11-9-1985 και 1-8-1988 έγγραφες συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων το ενάγον - εφεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας", (αναιρεσίβλητο) εκμίσθωσε στην (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".." και το διακριτικό τίτλο ".." το ξενοδοχείο "...", που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και επί της οδού ... αρ. …, δύο καταστήματα του ισογείου και δώδεκα καταστήματα του Α’ υπογείου του ως άνω ξενοδοχείου, αντίστοιχα, τα οποία περιγράφονται στις ως άνω συμβάσεις και ανήκουν στην ιδιοκτησία του ενάγοντος - εφεσίβλητου. Οι μισθώσεις αυτές, που διέπονταν από τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους "περί εμπορικών μισθώσεων", μετά την πάροδο του συμβατικού τους χρόνου (31-5-1994), παρατάθηκαν αναγκαστικά σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 58 παρ. 10 του π.δ. 34/1995) μέχρι τις 31-8- 1997, μετά δε την πάροδο του χρόνου αυτού παρατάθηκαν σιωπηρά και στη συνέχεια συμβατικά αρχικά μεν με την από 7-6-1999 ενιαία σύμβαση και στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. 12/15-3-2001 ενιαία σύμβαση μέχρι 30-4-2009. Δυνάμει της τελευταίας συμβάσεως, στις ως άνω μισθώσεις υπεισήλθε ως συμμισθώτρια η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".....". Οι ως άνω συμμισθώτριες εταιρείες (α’ εναγομένη και .................), παρότι χρησιμοποιούσαν και εκμεταλλεύονταν τα μίσθια, καθυστερούσαν αντισυμβατικά και από δυστροπία την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2006. Για το λόγο αυτόν το ενάγον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Μισθωτικών Διαφορών) τις από 17-5- 2006 τρεις αγωγές, με τις οποίες ζητούσε την απόδοση των ως άνω μισθίων ακινήτων και την καταβολή των αναφερομένων σε αυτές χρηματικών ποσών, για οφειλόμενα μισθώματα, χαρτόσημο, τόκους υπερημερίας και λοιπές νόμιμες προσαυξήσεις και με τις οποίες κατήγγειλε ταυτόχρονα τις ανωτέρω μισθώσεις κατ’ άρθρο 597 Α.Κ. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. 394/2007, 395/2007 και 396/2007 αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου, με τις οποίες υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω συμμισθώτριες εταιρείες να αποδώσουν στο ενάγον τα μίσθια ακίνητα, ήτοι το ξενοδοχείο, τα δύο ισόγεια καταστήματα και τα δώδεκα καταστήματα του πρώτου υπογείου και να καταβάλουν σε αυτό τα επιδικασθέντα ποσά, τα οποία ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 169.863,85 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων και οι οποίες επιδόθηκαν στην πρώτη των εναγομένων - εκκαλουσών στις 7-3-2007. .... Στη συνέχεια και παρά το γεγονός ότι οι ως άνω μισθώσεις είχαν ήδη λυθεί από τις 25-6-2006, η πρώτη των εναγομένων μισθώτρια και η συμμισθώτριά της συνέχισαν να παρακρατούν τα μίσθια ακίνητα και να μην τα αποδίδουν στο ενάγον, χωρίς να καταβάλουν σε αυτό ως αποζημίωση χρήσης, όπως όφειλαν, τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου έως και Νοεμβρίου του έτους 2006. Για το λόγο αυτό το ενάγον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις από 3-11-2006 αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. 303 1/2007, 3032/2007 και 3035/2007 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αγωγές και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες εταιρείες (συμμισθώτριες) να καταβάλουν στο ενάγον το συνολικό ποσό των 397.761,05 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Ακολούθως, επειδή οι συμμισθώτριες εταιρείες δεν κατέβαλαν, αποζημίωση, τα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2006 έως Μαΐου 2007, παρόλο που παρακρατούσαν παράνομα και αυθαίρετα τα μίσθια ακίνητα, το ενάγον άσκησε κατ’ αυτών τις από 22-5-2007 τρεις αγωγές με τις οποίες ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 379.727,87 ευρώ για μισθώματα κ.λ.π. κατ’ άρθρο 601 ΑΚ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 27-4- 2007 το ενάγον με κατασχετήριο έγγραφο του κάτω από ακριβές αντίγραφο της ως άνω υπ’ αριθ. 8509/2006 αποφάσεως έδωσε εντολή στο Δικαστικό Επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας Δ. Τ. για την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως σε βάρος της πρώτης των εναγομένων - εκκαλουσών, για το ποσό των 300.000 ευρώ, επί ακινήτου αυτής, ήτοι ενός οικοπέδου συνολικής επιφανείας 22.738,53 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ... της κτηματικής περιφέρειας του τέως Δήμου Ποταμογειτόνων, πρώην Δήμου Κερκυραίων, ήδη Δήμου Φαιάκων, μετά των κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί σε αυτό, ήτοι ενός διωρόφου ξενοδοχείου με υπόγειο συνολικής επιφάνειας 3.420 τ.μ. και δέκα τριών (13) διώροφων οικημάτων (BUNGALOWS) συνολικής επιφάνειας 1.404 τ.μ.. Ο ανωτέρω Δικαστικός Επιμελητής, αφού στις (11-5-2007 επέδωσε το ως άνω κατασχετήριο έγγραφο στην πρώτη των εναγομένων - εκκαλουσών, μετέβη αυθημερόν στο Κτηματολογικό Γραφείο ... Κέρκυρας για να προβεί στην εγγραφή της ανωτέρω αποφάσεως συντηρητικής κατάσχεσης στα σχετικά βιβλία του εν λόγω Κτηματολογικού Γραφείου. Τότε διαπίστωσε ότι η πρώτη των εναγομένων είχε ήδη μεταβιβάσει, λόγω πωλήσεως, το ως άνω ακίνητό της στις 19-4- 2007 στην δεύτερη τούτων ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ".." (αναιρεσείουσα) η οποία συνεστήθη στις 17-4- 2007, ήτοι δύο ημέρες πριν την μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου, που έγινε με το υπ’ αριθ. ..19-4-2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αμαρουσίου .. και μεταγράφηκε έκτοτε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... Κέρκυρας. Ως εκ τούτου δεν κατέστη δυνατή η εγγραφή συντηρητικής κατασχέσεως επί του ως άνω ακινήτου της πρώτης εναγομένης οφειλέτριας του ενάγοντος. Η τελευταία, με το παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, πώλησε, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή προς τη δεύτερη των εναγομένων αντί τιμήματος 3.450.000 ευρώ το ως άνω ακίνητο της (αγροτεμάχιο μετά της επ’ αυτού ξενοδοχειακής μονάδας). Το αγροτεμάχιο αυτό, εκτάσεως 22.738,53 τ.μ., συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. Κ. ...
Από το ως άνω τίμημα των 3.450.000 ευρώ α) ποσό 300.000 ευρώ η αγοράστρια κατέβαλε στην πωλήτρια πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, β) ποσό 400.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε προθεσμία δύο μηνών από την υπογραφή του συμβολαίου εκ προϊόντος ισόποσου δανείου που θα εχορηγείτο στην αγοράστρια από οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα και γ) ποσό 2.750.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβάλει η αγοράστρια στην πωλήτρια σε δύο άτοκες και ισόποσες δόσεις, ποσού 1.375.000 ευρώ η καθεμία, πληρωτέες στις 30-12-2007 η πρώτη και 30-5- 2008 η δεύτερη, για τις οποίες η αγοράστρια αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές ποσού 1.375.000 ευρώ η καθεμία. Σε εκτέλεση των ανωτέρω η πωλήτρια (α’ εναγομένη), εκτός από το ποσό των 300.000 ευρώ που εισέπραξε κατά την υπογραφή του συμβολαίου, εισέπραξε και το ποσό των 400.000 ευρώ, το οποίο η αγοράστρια έλαβε ως δάνειο από την .. Τράπεζα της Ελλάδος. Η πωλήτρια, κάνοντας χρήση των ως άνω ποσών εξόφλησε οφειλή της ύψους 658.761,91 ευρώ προς την ... Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είχε εγγράψει στο ως άνω ακίνητο τέσσερις υποθήκες για συνολικό ποσό 632.530.000 δραχμών, ήδη 1.979.924,31 ευρώ, δυνάμει δε της υπ’ αριθ. ...13-7-2006 σύμβασης μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας και της ως άνω Τράπεζας, το συνολικό κόστος των άνω υποθηκών ρυθμίστηκε και ανήλθε στο ποσό των 658.786,91 ευρώ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, καταβλήθηκε από την πωλήτρια στην πιστώτρια Τράπεζα. Συνεπεία της εν λόγω καταβολής η τελευταία συνήνεσε στην άρση των βαρών επί του επιδίκου ακινήτου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η πρώτη εναγόμενη προέβη στην εκποίηση (πώληση) του άνω μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου, προκειμένου να καταδολιεύσει τους δανειστές της και συγκεκριμένα η πρόθεσή της ήταν να βλάψει το ενάγον, δηλαδή να στερήσει τη δυνατότητά του να ικανοποιήσει την προερχόμενη από μισθώματα ως άνω απαίτησή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αγοράστρια του ως άνω ακινήτου ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ".." , που συνεστήθη στις 17-4-2007, ήτοι δύο ημέρες πριν την αγορά του επιδίκου ακινήτου με εταιρικό κεφάλαιο 60.000 ευρώ, είχε έδρα την Αθήνα και γραφεία επί της οδού ... αρ….. Η εν λόγω εταιρεία, με απόφαση των εταίρων της, μετατράπηκε στις 14-8-2007 σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..", με έδρα την Παλλήνη Αττικής και κεφάλαιο 300.000 ευρώ, που καλύφθηκε με εισφορά του κεφαλαίου της μετατραπείσας εταιρείας εκ 58.470,00 ευρώ και με εισφορά μετρητών ποσού 241.530,00 ευρώ από τους δύο εταίρους, το οποίο στις 4-9-2008 αυξήθηκε κατά το ποσό των 6.000.000 ευρώ (ΦΕΚ 10510/12-9-2008 τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε).
Μέχρι τη σύσταση της παραπάνω ετερόρρυθμης εταιρείας ο ομόρρυθμος εταίρος αυτής Χ. Α. δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στο χώρο του λιανικού εμπορίου (σούπερ μάρκετ) στην περιοχή της Κέρκυρας. Επίσης αποδείχθηκε ότι επί της από 29-5-2007 (αρ. κατάθ. 6665/2007) αιτήσεως του ενάγοντος κατά των ως άνω συμμισθωτριών εταιρειών (α’ εναγομένης και .. Α.Ε.), εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 10211/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των παραπάνω εταιρειών είτε βρίσκεται στα χέρια τους, είτε στα χέρια τρίτων, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι μέχρι τότε απαιτήσεις του ενάγοντος από τις προαναφερόμενες μισθωτικές συμβάσεις και μέχρι του ποσού των 1.300.000 ευρώ. Το ενάγον, με το από 20-12- 2007 κατασχετήριο έγγραφο που επιδόθηκε στη δεύτερη εναγομένη - αγοράστρια του επιδίκου ακινήτου στις 24 Δεκεμβρίου 2007, επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της τελευταίας, ως τρίτης, μέχρι του ποσού των 1.300.000 ευρώ, στην απαίτηση της πρώτης εναγομένης - πωλήτριας κατά της δεύτερης εναγομένης, ύψους 2.750.000 ευρώ, που αποτελεί το ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος από την ως άνω αγοραπωλησία και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν εξοφλητέο σε δύο δόσεις ποσού 1.375.000 ευρώ η καθεμία, πληρωτέα η πρώτη δόση στις 30-12-2007 και η δεύτερη στις 30-5-2008. Η δεύτερη εναγομένη όχι μόνο παρέλειψε να δηλώσει αρμοδίως ότι υπήρχε στα χέρια της η ως άνω κατασχεθείσα απαίτηση, παράλειψη που εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση που είναι ανακριβής γιατί κατά το χρόνο κατάσχεσης υπήρχε στα χέρια της η ως άνω απαίτηση, αλλά έσπευσε στις 28-12-2007, ήτοι τέσσερις (4) ημέρες μετά την κοινοποίηση του ανωτέρω κατασχετήριου εγγράφου, να εξοφλήσει ολόκληρο το υπόλοιπο του τιμήματος, η τελευταία δόση του οποίου ήταν πληρωτέα στις 30-5-2008, χωρίς μάλιστα να λάβει στα χέρια της εξοφλητική απόδειξη. Η εν λόγω εναγομένη, μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία φέρεται να έχει έδρα την Παλλήνη Αττικής χωρίς όμως να αναφέρεται στο καταστατικό της η ακριβής διεύθυνσή της, ενώ, και μετά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας η ετερόρρυθμη εταιρεία δήλωνε παράσταση ενώπιον των Δικαστηρίων, στα γραφεία της οποίας γίνονταν όλες οι επιδόσεις των διαδικαστικών εγγράφων, επί της οδού ... αρ. … στην Αθήνα, όπου βρισκόταν και το δικηγορικό γραφείο της τότε πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ελένης Αρσενοπούλου - Παπαηλία.
Έτσι, τόσο η από 18-7-2007 (αρ. κατάθ. 9274/2007) αίτηση του ενάγοντος Ταμείου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη εναγομένων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης όσο και η από 24-10-2007 (με αρ. κατάθ. 13029/2007) κλήση του ενάγοντος για επαναφορά προς συζήτηση της ως άνω αιτήσεως, επιδόθηκαν στα γραφεία της ετερόρρυθμης εταιρείας. Ενόψει τούτων η δεύτερη εναγόμενη έλαβε γνώση της ανωτέρω κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης με την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στην έδρα της ετερόρρυθμης εταιρείας "..." επί της οδού ... αρ. … στην Αθήνα και τέσσερις (4) ημέρες μετά, στις 28-4-2007, έσπευσε να εξοφλήσει το πιστωθέν τίμημα, πριν από τις ημερομηνίες καταβολής των τμηματικών δόσεων, που συμφωνήθηκαν στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, χωρίς να συνταχθεί η σχετική συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως, όπως είχε συμφωνηθεί με το ως άνω συμβόλαιο. Από όσα έχουν εκτεθεί μέχρι τώρα αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη γνώριζε κατά το χρόνο κατάρτισης της άνω απαλλοτριωτικής πράξεως ότι το ενάγον είχε απαίτηση κατά της πωλήτριας - πρώτης εναγομένης, ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο αυτής (οφειλέτριας) και ότι αυτή απαλλοτριώνει με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα του ενάγοντος με την ματαίωση της ικανοποιήσεως των απαιτήσεών του.".
Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεις αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής των θεμελιωτικών του αγωγικού αιτήματος πραγματικών περιστατικών (προϋποθέσεων), δεχθείσα, με σαφείς, πλήρεις, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, α) την ύπαρξη απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της οφειλετρίας (πωλήτριας) εταιρείας, ποσού 1.363.714,5 ευρώ επιδικασθέντος σ’ αυτόν δυνάμει των αναφερομένων παραπάνω δικαστικών αποφάσεων, και αντιπροσωπεύοντος τα οφειλόμενα μισθώματα και αποζημίωση χρήσης για την εκ μέρους της τελευταίας μίσθωση, δυνάμει των αναφερομένων τριών μισθωτικών συμβάσεων, του περιγραφομένου σ’ αυτές ακινήτου, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά τον χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης της ένδικης αγωγής (Ολ ΑΠ 709/74, ΑΠ 298/11) β) την εκ μέρους της ως άνω οφειλετρίας πρόθεση βλάβης του αναιρεσιβλήτου και την εκ μέρους της αναιρεσείουσας .... γνώση, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, της εν λόγω προθέσεως με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "από τα παραπάνω συνάγεται ότι η πρώτη εναγομένη (οφειλέτρια πωλήτρια) προέβη στην εκποίηση του ως άνω μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου προκειμένου να καταδολιεύσει τους δανειστές της και συγκεκριμένα η πρόθεσή της ήταν να βλάψει το ενάγον, δηλαδή να στερήσει τη δυνατότητά του να ικανοποιήσει την προερχομένη από μισθώματα ως άνω απαίτησή του .... Αποδεικνύεται επίσης ότι η δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα) γνώριζε κατά τον χρόνο κατάρτισης της ως άνω απαλλοτριωτικής πράξεως ότι το ενάγον (αναιρεσίβλητο) είχε απαίτηση κατά της πωλήτριας πρώτης εναγομένης, ότι το απαλλοτριουμένο ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο αυτής και ότι αυτή απαλλοτριώνει με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα του ενάγοντος με την ματαίωση της ικανοποιήσεως των απαιτήσεών του" και γ) την ανεπάρκεια της υπολειπομένης περιουσίας της κατά τα άνω οφειλετρίας (πωλήτριας) συντρεχούσης κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής (20-7-07) προς ικανοποίηση του δανειστή αναιρεσιβλήτου.
Η περαιτέρω, δια του δευτέρου σκέλους του παραπάνω τρίτου λόγου, προβαλλομένη από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, του άρθρου 939 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση δέχτηκε ότι υφίστατο κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, (20-7-07) η από τη διάταξη αυτή, απαιτουμένη για την αιτούμενη διάρρηξη ως καταδολιευτικής της αναφερομένης σ’ αυτήν (αγωγή) δικαιοπραξίας, προϋπόθεση της "αφερεγγυότητας" της απαλλοτριώσασας (πωλήτριας-οφειλέτριας) εταιρείας (.......) παρά την ύπαρξη, κατά του εν λόγο χρόνο, της αξίωσης αυτής έναντι της αγοράστριας αναιρεσείουσας προς καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος (ποσού 2.750.000 €) που υπερκάλυπτε την αξίωση του αναιρεσιβλήτου και που αναιρούσε την προαναφερθείσα προϋπόθεση (της αφερεγγυότητας) κρίνεται απορριπτέα, ανεξάρτητα από την αοριστία της, που απορρέει από την μη επίκληση ότι ο θεμελιωτικός αυτής (αιτιάσεως) ως άνω ισχυρισμός είχε προταθεί με σχετικό λόγο της ασκηθείσας κατά της ομοίως αρνητικά ως προς την "αφερεγγυότητα" της αναιρεσείουσας αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως ή αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ περιπτώσεις παραδεκτού της προβολής ισχυρισμού μη προταθέντος στο δικαστήριο της ουσίας (ισχυρισμός που αφορά τη δημόσια τάξη, ή σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ή παράβαση που δεν μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 481,485/2005 ΑΠ 148/06 ΑΠ 114/09), ως ουσιαστικά αβάσιμη αφού κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο ασκήσεως της αγωγής (20-7-07), κατά τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κρίνεται η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη αφενός δεν είχε χωρίση η προς την πωλήτρια (οφειλέτρια του αναιρεσίβλητου) ανώνυμη εταιρεία (Ρ. Μ. ΑΕ) καταβολή από την αναιρεσείουσα-αγοράστρια του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος, το οποίο, καθομολογία της τελευταίας (αγοράστριας αναιρεσείουσας), καταβλήθηκε μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα την 28.12.07 και αφετέρου δεν ήταν δυνατή η ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου- δανειστή από το υφιστάμενο κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο ενοχικό δικαίωμα της πωλήτριας οφειλέτριας εταιρείας προς είσπραξη του πιστωθέντος μέρους του τμήματος από την αναιρεσείουσα-αγοράστρια το οποίο περιλαμβάνεται και αυτό στην κατ’ αρθ. 939 εννοία της "υπόλοιπης περιουσίας" (ΑΠ 928/14 ΑΠ 541/2011), ενόψει του μεσολαβούντος εξαιρετικά μικρού χρονικού διαστήματος μεταξύ της 11-5-07, οπότε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, το αναιρεσίβλητο έλαβε γνώση της ένδικης μεταβίβασης και επομένως της υπάρξεως του εν λόγω ενοχικού δικαιώματος και αυτής του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής (20-7-07) το οποίο κατ’ αντικειμενική κρίση, ήταν ανεπαρκές για την, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, ικανοποίηση του δανειστή (έκδοση αποφάσεως συντηρητικής κατασχέσεως, και επιβολή αυτής στα χέρια της αναιρεσείουσας αγοράστριας ως τρίτης), η οποία (ικανοποίηση) άλλωστε δεν επετεύχθη ούτε με τη μεταγενεστέρως (24-12-07), επιβληθείσα από το αναιρεσίβλητο συντηρητική κατάσχεση στα χέρια αυτής (αναιρεσείουσας) αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η τελευταία έσπευσε την 28.12.07 να καταβάλλει στη πωλήτρια-οφειλέτρια το πιστωθέν μέρος του τιμήματος παραλείποντας να προβεί στην κατ’ αρθ. 985 ΚΠολΔ δήλωση, ενώπιων του αρμόδιου Ειρηνοδικείου περί της υπάρξεως της κατασχεθείσας απαιτήσεως καθιστώντας έτσι αδύνατη την ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου δανειστή. Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1/1/2002 σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001: 1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. 2... Η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο (παρ 3 εδαφ. β’ ). Με την τελευταία αυτή διάταξη και για τη διαφύλαξη της αμεσότητας της διαδικασίας εισάγεται καταρχήν υποχρέωση εκδικάσεως της υποθέσεως από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, δηλαδή εκείνου που με την απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους, η αναφορά των οποίων δεν είναι απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην απόφαση που θα εκδοθεί από τη (νέα) σύνθεση του δικαστηρίου - της επαναλαμβανομένης συζήτησης, αρκούσης προς τούτο της επίκλησης συνδρομής των κατά την εν λόγω διάταξη φυσικών ή νομικών λόγων, οι οποίοι καθιστούν αδύνατη την εκδίκαση της υπόθεσης από την ίδια σύνθεση που διέταξε την επανάληψη αυτής. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου της επαναλαμβανομένης συζήτησης χωρίς ταυτόχρονη επίκληση συνδρομής φυσικών ή νομικών γι’ αυτό λόγων, των οποίων όμως, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι απαραίτητη η εξειδίκευση (αναφορά, προσδιορισμός) θεμελιώνει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 871/2011) τον οποίο, συνακολούθως, δεν ιδρύει μόνη η έλλειψη προσδιορισμού των, δια της εκδιδομένης σχετικής αποφάσεως, βεβαιουμένων ως συντρεχόντων φυσικών ή νομικών λόγων, που δικαιολογούν τη διαφορετική σύνθεση της επαναλαμβανομένης συζήτησης.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 2 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της έλλειψης νομίμου συνθέσεως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απορρέουσας από τη μη συμμετοχή σ’ αυτή (σύνθεση) των ιδίων δικαστών, που είχαν εκδώσει την (859/2011) μη οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η, για τον αναφερόμενο σ’ αυτή λόγο (συμπληρωματική εξέταση μαρτύρων), κατ’ άρθρ. 254 ΚΠολΔ επανάληψη της συζήτησης, σε συνδυασμό με την έλλειψη προσδιορισμού των "νομικών λόγων", οι οποίοι, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, "καθιστούν αδύνατη την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης από τη σύνθεση των δικαστών του δικαστηρίου τούτου, που εξέδωσε την απόφαση (859/11) επανάληψης της συζήτησης" κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η μόνη η επικαλουμένη ως άνω έλλειψη δεν επαρκεί για τη θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όχι όμως μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957 καθόσον το αναιρεσίβλητο ναι μεν απολαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 4 ν. 2579/98 των προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, η νομική του όμως υπηρεσία δεν εξυπηρετείται δια του Ν.Σ.Κ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-14 και με αριθμ. καταθ. 234/14 αίτηση αναιρέσεως της 2782/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.

5 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

"Κατά την κρατούσα άποψη, είναι επιτρεπτή η εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητο τρίτου, μόνο εφόσον αυτός παρέμβει στη σχετική δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και συναινέσει προς τούτο (ΑΠ 341/2006 ΕλλΔνη 49.215, ΑΠ 410/2005 ΕλλΔνη 47, 1682 Ι. Κατράς Αιτήσεις Ασφαλιστικών μέτρων και άμυνα αντίδικου εκδ. 2007 παρ. 52 Ε. 2). Υποστηρίζεται ότι είναι δυνατή η εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητο τρίτου και όταν η μεταβίβαση έγινε προς καταδολίευση κατά το άρθρο 939 ΑΚ (Τζίφρας Ασφαλιστικά μέτρα εκδ 1980, σελ 139). Σύμφωνα όμως με την ορθή άποψη (Μπέης ΕρμΚΠολΔ τομ V, 1983 σελ 326) δεν είναι δυνατή η επιβολή προσημείωσης πριν γίνει διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και τούτο διότι η πρόθεση καταδολίευσης δανειστών δεν προκαλεί αυτοδίκαιη ακυρότητα της, αλλά αποτελεί λόγο για να αξιώσουν οι βλαπτόμενοι δανειστές τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης. Πριν διαταχθεί η διάρρηξη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, το δικαστήριο που δικάζει ασφαλιστικά μέτρα, δεν έχει εξουσία να τάξει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο του τρίτου το οποίο έχει αποκτήσει, παρά μόνο με τη συγκατάθεση του (βλ. ΜονΠρωτΠειρ 4645/2011, Δημοσίευση "ΝΟΜΟΣ", ΜονΠρωτΑθ 3601/2008, ΕλλΔνη 49, 111, ΜονΠρωτθεσ 29316/2009 αδημ.)" [Μονομ Πρωτ/ κείο Θεσ/ κης 2749/ 2015].
Όπως καθίσταται αντιληπτό, ο καταδολιευόμενος δανειστής δεν έχει την προστασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έτσι κι αλλιώς, μου φαίνεται κι περιττή. Αφού με την τελεσίδικη διάπλαση της ακύρωσης της καταδολιευτικής μεταβίβασης μπορεί να επιβάλλει απευθείας κατάσχεση και πλειστηρίαση του απαλλοτριωθέντος στοιχείου δεν μένει απροστάτευτος.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

...Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1001/2007, 651/2008) και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 637/2001, 941/2007). Όμως, αν ο δανειστής που ζητεί τη διάρρηξη απαλλοτρίωσης του οφειλέτη του ως καταδολιευτικής συμβαίνει να γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του και μπορεί να ικανοποιηθεί από αυτά, εκλείπει τότε η αναγκαία για τη διάρρηξη προϋπόθεση της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του, αφού η γνώση των αφανών αυτών περιουσιακών στοιχείων από τον δανειστή τα καθιστά τελικώς εμφανή ως προς αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής δεν έχει αξίωση διάρρηξης της γενόμενης από τον οφειλέτη απαλλοτρίωσης, η οποία, άλλωστε, με διαφορετική εκδοχή, ευχερώς θα μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, αν ο δανειστής, παρόλο που γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και μπορεί έτσι να επιληφθεί αυτών για την ικανοποίηση της απαίτησής του, επιλέξει, ωστόσο, να ζητήσει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης ως καταδολιευτικής χωρίς ιδιαίτερο προς τούτο λόγο, προβάλλοντας απλώς τον κατ` αρχήν αφανή χαρακτήρα των λοιπών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, δηλαδή αν τα αφανή, αλλά γνωστά σ` αυτόν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, ο δανειστής δεν τα θεωρήσει ως εμφανή τελικώς ως προς τον ίδιο. Στο πλαίσιο αυτό η ύπαρξη κατά το άρθρ. 427 ΑΚ χρηματικής κατάθεσης υπέρ του οφειλέτη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον συμβεί να είναι σε γνώση του δανειστή, αποτελεί γι` αυτόν εμφανές περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, αφού είναι πλέον δυνατή κατάσχεσή της στα χέρια του Ταμείου ως τρίτου κατά το άρθρ. 986 ΚΠολΔ [ΑΠ 928/ 2014].

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη που γίνεται λόγω γονικής παροχής (κατά το άρθρο 1509 ΑΚ), καθόσον το γεγονός, ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών [ΑΠ 1217/ 2014].
Η γονική παροχή του άρθρου 1509 αποτελεί ατελή ενοχή, δηλαδή μη εξαναγκαστή αξίωση του τέκνου προς τον γονέα [ΠολΠρωτΜυτ/ νης 155/ 1990 Δνη 28.1384], επιτελεί δε αυτή τον ρόλο του πατριαρχικού θεσμού της “καταργηθείσας” προίκας. Η γονική παροχή αυτή έχει ευνοϊκή μεταχείριση από τον νομοθέτη αποκλείοντας την εφαρμογή των διατάξεων για την δωρεά, την φορολόγηση της κλπ [Γεωργιάδης-Σταθόπουλος-(Γεωργιάδης) ΑΚ 1509, δεύτερη έκδοση 2003, πλαγιάριθμος 4, σελ. 163]. Για το ότι δεν αποτελεί δωρεά η γονική παροχή έχει τις εξής συνέπειες: 1) δεν επιβάλλεται συμβολαιογραφικός τύπος εκτός αν ειδικές διατάξεις το επιβάλλουν, π.χ. μεταβίβαση ακινήτου όπου χρειάζεται κατάρτιση συμβολαίου, 2) ο γονέας ευθύνεται για κάθε αμέλεια, ακόμη και για την ελαφρά, σε περίπτωση ελαττωμάτων του παρασχεθέντος, 3) η παροχή δεν υπόκειται σε ανάκληση σύμφωνα με τις διατάξεις για την δωρεά, .χ. λόγω αχαριστίας του τέκνου, 4) δεν προσβάλλεται ως άστοργη ακόμη κι αν θίγει την νόμιμη μοίρα (ΑΚ 1835). Γι’ αυτό προσοχή όσοι προβαίνετε σε γονικές παροχές σε τέκνα.
Και στην περίπτωση της πτώχευσης του παρέχοντος μπορεί να προσβληθεί αν αυτή έγινε μέσα στην ύποπτη περίοδο [παλιό άρθρο 538 Εμπορικού Νόμου, άρθρο 44 ισχύοντος πτωχευτικού κώδικα (ν. 3588/ 07)].

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

... Διαρκούσης της δίκης επί της παυλιανής αγωγής, είναι δυνατόν ο τρίτος, που απέκτησε το καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, να το μεταβιβάσει περαιτέρω πριν την, κατά το άρθρο 922 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σημείωση της διαρρήξεως στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης, στην περίπτωση δε αυτή ο ειδικός διάδοχος του τρίτου προστατεύεται και η προς αυτόν απαλλοτρίωση υπόκειται μόνο σε αυτοτελή διάρρηξη υπό τους όρους των άρθρων 944 και 945 του Α.Κ. (βλ. Στ. Ματθία, Τροποποιήσεις στην αναγκαστική εκτέλεση με το νόμο 2298/1995, σε ΕλλΔνη 36.1453, Δ. Κλαβανίδου, Η καταδολίευση δανειστών μετά το νόμο 2298/ 1995, σε ΕλλΔνη 36.1463). Επομένως, σε περίπτωση καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως προκύπτει το έννομο συμφέρον του δανειστή να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για τη διασφάλιση του αντικειμένου της δίκης και ενόσω αυτή διαρκεί, καθόσον η μη αντιταξιμότητα της μεταβίβασης δεν καταλαμβάνει τον ειδικό διάδοχο του τρίτου, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το προσήκον στην προκειμένη περίπτωση ασφαλιστικό μέτρο είναι η θέση υπό δικαστική μεσεγγύηση του καταδολιευτικώς μεταβιβασθέντος περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, μέτρο το οποίο αληθώς διασφαλίζει, ενόψει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 727 και 715 παρ. Ια του Κ.Πολ.Δ., το δανειστή, που άσκησε παυλιανή αγωγή, από περαιτέρω μεταβίβασή του από τον τρίτο που απέκτησε αυτό με καταδολιευτική δικαιοπραξία. Παρατηρείται ωστόσο ότι το μέτρο αυτό δεν διασφαλίζει το δανειστή του δικαιοπαρόχου του τρίτου έναντι των δανειστών του τελευταίου, οι οποίοι μπορούν ελευθέρως, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 727 και 721 του Κ.Πολ.Δ., να κατάσχουν το καταδολιευτικώς μεταβιβασθέν στον οφειλέτη τους - τρίτο και υπό μεσεγγύηση τεθέν περιουσιακό στοιχείο, χωρίς ο υπέρ ου διετάχθη η μεσεγγύηση να έχει τη δυνατότητα ν΄ αντιταχτεί σε μία τέτοια εξέλιξη (βλ. Α.Π. 1306/2006, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Επομένως, δραστικότερη προστασία του δανειστή του οφειλέτη που ενήργησε καταδολιευτική δικαιοπραξία, παρέχει, προκειμένου περί καταδολιευτικούς μεταβιβασθέντος ακινήτου, το ασφαλιστικό μέτρο της εγγραφής επ` αυτού προσημειώσεως υποθήκης, η οποία ακολουθεί το επίμαχο ακίνητο σε κάθε μεταβίβασή του και το οποίο μπορεί να ληφθεί με αίτηση του ανωτέρω δανειστή, στρεφόμενη κατά του αποκτήσαντος, δυνάμει της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, το ακίνητο τρίτου (βλ. Μον. Πρωτ. θεσ. 8/2009 Αρμεν. 2009.252) [ΜονΠρωτ/ κείο Αθηνών 9839/ 2014].

Παρατηρούμε εδώ ότι η νμλγ αυτή είναι εντελώς αντίθετη της παρατεθείσας στο πρώτο σχόλιο δεχόμενη την δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης με ασφαλιστικά μέτρα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Παλιότερα η νμλγ δεν ζητούσε ως στοιχείο της ιστορικής βάσης της καταδολιευτικής αγωγής την αναγραφή της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Βλ. την από την ΠολΠρωτΒεροίας 62/ 1999 (Αρμεν 53.935). Η επικαλούμενη από την απόφαση αυτή ακυρωτική νομλγ είναι άσχετη προς το ζήτημα αυτό. Σύμφωνα με την ΕφετΘεσ/ κης 1125/ 98 (Αρμεν 52.687), η αξία του απαλλοτριωθέντος πρέπει να καθορισθεί κατ' ένσταση από τον οφειλέτη (ΑΠ 380/ 67)...το ότι δεν χρειάζεται να αναφέρεται η αξία του απαλλοτριωθέντος προκύπτει από την ΑΚ 939 η οποία προβλέπει την διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης με την έννοια της μιας και όχι μέρους της. Αντιθέτως, σύμφωνη με την αναρτώμενη ακυρωτική νμλγ, η ΑΠ 1112/ 2004 (Μιχ. Μαργαρίτης) κατά την οποία, πρέπει να αναφέρονται και η αξία της απαίτησης και η αξία του απαλλοτριωθέντος κατά την άσκηση της αγωγής.

Addthis