Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Μεταβίβαση επιχείρησης, τύχη εργασιακής σχέσης.

Έννοια «μεταβιβάσεως επιχειρήσεως» – Kρίσιμα στοιχεία για την ύπαρξη «μεταβιβάσεως» – Περίπτωση μη υπάρξεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, αλλά δημιουργίας νέας εταιρείας. ΠΗΓΗ.
Mονομελές Πρωτοδικείο Aθηνών 3341/ 2014
Πρωτοδίκης: EΛENH ΓKOPEZH
Kατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του N. 2112/ 20 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». O ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του BΔ 16/18-7-20. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/88, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Eυρωπαϊκών Kοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/EOK Oδηγίας

«τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Mε την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». H εν λόγω Oδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ’ αυτή εκδόθηκε το 178/2002 ΠΔ. Kατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του ΠΔ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Aπό τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. H μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Tο αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. O νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από ΣΣE, από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.
Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. O τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 ΠΔ 572/ 1988 και ΠΔ 178/ 2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει δηλαδή η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της. H μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. H ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς τον σκοπό π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κ.λπ.). H κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και επομένως για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης, κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία:1) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άϋλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Περαιτέρω, από το άρθρο 4 παρ. 1 του ανωτέρω ΠΔ το οποίο ορίζει ότι «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υπάρχει κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης για οποιονδήποτε λόγο, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής τον διάδοχο. O μεταβιβάζων, παράλληλα προς τον διάδοχο, παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος» προκύπτει: 1) ότι αν μεταβιβάζεται τμήμα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, η μεταβίβαση αφορά μόνο τους εργαζομένους εκείνους που είναι ενταγμένοι και στο συγκεκριμένο τμήμα και 2) ότι χρονικό σημείο μεταβίβασης της επιχείρησης είναι εκείνο το οποίο ο νέος επιχειρηματίας υπεισέρχεται στη θέση του παλαιού εργοδότη και είναι σε θέση να ασκήσει τη διευθυντική του εξουσία στην επιχείρηση γενικά και το διευθυντικό του δικαίωμα στους μισθωτούς. Ακόμη, ειδικότερα, μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων από την εργασιακή σχέση επέρχεται, εφόσον αυτή υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, διότι, αν είχε λήξει νόμιμα (π.χ. θάνατος ή οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτού, καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη κ.ο.κ.), τότε δεν επέρχεται μεταβίβαση. Aν όμως η εργασιακή σχέση δεν είχε λήξει πριν από τη μεταβίβαση με νόμιμο τρόπο (όπως π.χ. παράνομη ή καταχρηστική απόλυση μισθωτού), τότε ο εργαζόμενος μπορεί να ασκήσει μέσα στη νόμιμη προθεσμία τα δικαιώματα από την παράνομη απόλυση κατά του νέου εργοδότη, διότι παράλληλα με το πιο πάνω ΠΔ έχει εφαρμογή και το άρθρο 479 AK, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης με σύμβαση, ο αποκτών ευθύνεται για τα χρέη της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης και είναι συνυπεύθυνος με τον μεταβιβάζοντα απέναντι στους εργαζομένους αυτού, για τις ήδη γεννημένες εργατικές αξιώσεις των. Για να συμβεί αυτό και να ανακύψει υποχρέωση του διαδόχου εργοδότη να καταβάλει τις μέχρι της διαδοχής καθυστερούμενες αποδοχές των εργαζομένων στην επιχείρηση, θα πρέπει η τελευταία να του μεταβιβάστηκε αυτή καθ’ εαυτή ως ενιαίο σύνολο, χωρίς διακοπή, ή με διακοπή μεν, αλλά με τη θέληση του νέου επιχειρηματία να είναι ο διάδοχος εργοδότης και να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχειρήσεως (AΠ 14/2012, EφAθ 6363/ 2007, δημοσίευση TNΠ NOMOΣ).
(...) Aποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
I. H ενάγουσα προσελήφθη την 8-7-98 από την εταιρεία με την επωνυμία «B.G. EΠE & ΣIA EE Γλυφάδα» και τον διακριτό τίτλο «B», που δραστηριοποιείται στον χώρο του αδυνατίσματος, αισθητικής, αποτρίχωσης, διατροφής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου. Eργάσθηκε με την ιδιότητα αυτή έως την 10-9-2012, οπότε η σύμβασή της καταγγέλθηκε εγγράφως χωρίς την καταβολή πλήρως της αποζημίωσής της, αφού της καταβλήθηκε μόνο η πρώτη δόση ποσού 2.787,76 ευρώ. H ανωτέρω εταιρεία ανήκει στον επιχειρηματικό όμιλο των εταιρειών του Λ.Λ. που αριθμούσε, περίπου μέχρι το 2011, 100 εταιρείες σε όλη την Eλλάδα, δεδομένου ότι κάθε κέντρο αισθητικής ήταν ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, και απασχολούσε 2.000 εργαζόμενους. H έδρα της εταιρείας αυτής ήταν στην Γλυφάδα. Aκολούθως, αποδείχθηκε ότι την 14-2-2011, ο Λ.Λ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «B.H.S.» παραχώρησε στην εταιρεία με την επωνυμία «B.T. Ltd» και τον διακριτικό τίτλο «B»,
που έχει έδρα στην Λευκωσία της Kύπρου και την εκπροσώπησε η M.M., την παράλληλη χρήση, διάθεση, εμπορία και μεταπώληση των προϊόντων του, χορηγώντας της την παράλληλη χρήση του σήματος «B», με αντάλλαγμα ποσοστό 6% επί των εσόδων που θα προέκυπταν από την εκμετάλλευση της παράλληλης χρήσης. Δυνάμει της ανωτέρω παραχώρησης του σήματος και της χρήσης των προϊόντων της «B.H.S.», συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία «B.T. Ltd και Σια EE Γλυφάδα» με τον διακριτικό τίτλο «B» περί τα μέσα του έτους 2012, η οποία εγκαταστάθηκε στην ίδια έδρα που βρισκόταν η αρχική εργοδότρια της ενάγουσας, «B.G. EΠE & ΣIA EE Γλυφάδα», άρχισε να ασκεί την ίδια δραστηριότητα χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα που διέθετε στο κατάστημα, τα πάγιά της και γενικά τον εξοπλισμό της, όπως επίσης και μεγάλο μέρος του προσωπικού της. Mε βάση τα ως άνω περιστατικά, η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι δεν υφίστατο πραγματική βούληση μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών για διαδοχή στην επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά ότι η εταιρεία με την επωνυμία «B.T. Ltd και Σια EE Γλυφάδα», συστήθηκε με σκοπό την καταδολίευση των δανειστών της με το επικάλυμμα απλώς της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας, ενώ πρόκειται για την ίδια εταιρεία, άσκησε την από 15-12-2012 αγωγή της κατά των ανωτέρω δύο εταιρειών, ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της, λόγω μη καταβολής πλήρους της αποζημίωσής της, την αποδοχή των υπηρεσιών της και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Aκολούθως, εκδόθηκε η με αριθμό 1713/2013 οριστική απόφαση του Mονομελούς Πρωτοδικείου Aθηνών, με την οποία αφού έγινε δεκτός ο ανωτέρω ισχυρισμός της περί συστάσεως της «B.T. Ltd και Σια EE Γλυφάδα», με σκοπό την καταδολίευση των δανειστών της «B.G. EΠE & ΣIA EE Γλυφάδα», αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της ενάγουσας, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να αποδέχονται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της και επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας. Aκολούθως αποδείχθηκε ότι η εταιρεία με την επωνυμία «B.T. Ltd και Σια EE Γλυφάδα» έπαυσε την λειτουργία της τον Σεπτέμβριο του 2013 και μέχρι τις αρχές του 2014 έπαυσε η λειτουργία και όλων των καταστημάτων που διατηρούσε η εταιρεία «B.T. Ltd» με το σήμα «B» σε όλη την Eλλάδα.
ΙΙ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 19-3-2013, συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία «Β. ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ Α.Ε.», από τους (...). Από τα ανωτέρω πρόσωπα ιδρυτές-μετόχους της εταιρείας, η τέταρτη ήταν συνταξιούχος πρώην οικονομική διευθύντρια του ομίλου εταιρειών του Λ.Λ. με το σήμα «Β», ενώ οι πρώτος και δεύτερη, εμπορικός διευθυντής και διοικητική διευθύντρια εταιρειών του ομίλου του Λ.Λ. με το σήμα «Β» αρχικά και στη συνέχεια της εταιρείας «Β.Τ. Ltd», έως τον Μάρτιο του έτους 2013, οπότε οι συμβάσεις εργασίας τους καταγγέλθηκαν.
Ως σήμα της εταιρείας κατοχυρώθηκε το «V», έδρα της η (...) Αθήνα και αντικείμενό της η απόκτηση, διαχείριση και διάθεση μετοχών και εν γένει μετοχικών δικαιωμάτων ή εταιρικών μεριδίων, ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών και επιχειρήσεων που έχουν συσταθεί ή θα συσταθούν, οποιασδήποτε μορφής, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών αισθητικής και αδυνατίσματος. Το κεφάλαιό της ορίσθηκε στο ποσό των 100.000 ευρώ και καταβλήθηκε από τους ανωτέρω μετόχους ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής εκάστου, όπως προέκυψε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα από την εναγομένη. Για την λειτουργία της η εταιρεία έλαβε από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο τον Ιούλιο και Οκτώβριο του 2013, 2 δάνεια ύψους 150.000 ευρώ έκαστο, για τα οποία εγγυήθηκαν προσωπικά οι μέτοχοι (...). Διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ορίσθηκε ο (...) και μέλη αυτού οι (...).
ΙΙΙ. Στην συνέχεια αποδείχθηκε ότι η αμέσως ανωτέρω εταιρεία, την 25-7-2013, σύμφωνα με τον σκοπό της, συνέστησε την εναγόμενη εταιρεία, με έδρα στην Γλυφάδα, εμπορικό σήμα «V», δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών διαιτολογίας και μετόχους την ίδια, «Β ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ Α.Ε.» ως ομόρρυθμο εταίρο και διαχειρίστρια με ποσοστό 98% και την Ε.-Ε.Γ., ετερόρρυθμο εταίρο με ποσοστό 2%. Το κεφάλαιό της ορίσθηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ακίνητο στο οποίο στεγάζεται η εναγόμενη, μίσθωσε η τελευταία την 25-9-2013 (...). Η ανακαίνιση του καταστήματος, η αγορά του εξοπλισμού (μηχανήματα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έπιπλα κ.λπ.), η αγορά μηχανογραφικού συστήματος, καλύφθηκαν από την εναγομένη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες συμβάσεις με τους προμηθευτές, την προσκομιζόμενη σύμβαση δανείου, τα τιμολόγια και τις επιταγές που εκδόθηκαν για την κάλυψη των αγορών. Σε ό,τι αφορά δε στο προσωπικό της, αρχικά προσελήφθησαν 64 άτομα, ενώ σήμερα απασχολούνται 48. Οι προσλήψεις έλαβαν χώρα μέσω αγγελιών σε έντυπα αναζήτησης εργασίας, και μέρος αυτών, 17 άτομα, μέσω των μητρώων των εγγεγραμμένων ανέργων του ΟΑΕΔ με προγράμματα επιχορήγησης των ασφαλιστικών εισφορών, όπως προέκυψε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της εναγομένης (...).
IV. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη είναι διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία «Β.Τ. Ltd E.E. Γλυφάδα», η οποία ήταν το κάλυμμα της εταιρείας με την επωνυμία «B.B. EΠE Γλυφάδα». Στηρίζει τον ισχυρισμό της κυρίως στην μεταβίβαση της πελατείας και του βασικού πυρήνα εργαζομένων, από την «Β.Τ. Ltd E.E. Γλυφάδα», προς την εναγόμενη, ισχυρίζεται δε ότι αφανής εταίρος της εναγομένης είναι ο Λ.Λ., ο οποίος και χρηματοδοτεί τις δραστηριότητές της.
H ενάγουσα όμως δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να δύναται το δικαστήριο να καταλήξει στην διαδοχή ανάμεσα στις ανωτέρω επιχειρήσεις και να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της περί άτυπης αλλά ουσιαστικής συμμετοχής του Λ.Λ. στην σύσταση της εναγομένης.
Aντίθετα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές (υπό στοιχεία I έως III) και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως που συνιστούσε το ανωτέρω κατάστημα, αφού για την ύπαρξη αυτής πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα, ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η ταυτότητα της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης εταιρείας, είναι διάφορη εκείνης των εταιρειών «Β.Τ. Ltd E.E. Γλυφάδα» και «B.B. EΠE Γλυφάδα», στο εξής «B», και δεν είναι ικανή να προσδώσει στην εναγόμενη, την ιδιότητα του διαδόχου στην ίδια επιχείρηση.
Eιδικότερα, δεν αποδείχθηκε ο αμέσως ανωτέρω βασικός ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δηλαδή υφίσταται αφανής συμμετοχή του Λ.Λ. στην εναγομένη, ότι αυτός ανέθεσε στους συνεργάτες του, ιδρυτές της εναγομένης, να προβούν στην σύστασή της αντ’ αυτού, χωρίς την εμφανή συμμετοχή του και να συνεχίσει έτσι την επιχειρηματική του δραστηριότητα, αποφεύγοντας τις ευθύνες από την παύση της λειτουργίας των καταστημάτων του, αφού κανένα στοιχείο αποδεικτικό, πέραν υποθέσεων, δεν προσκομίσθηκε που να δύναται να στηρίξει πειστικά τον ισχυρισμό αυτό. Αντίθετα, το γεγονός ότι η εναγομένη εμφανίζεται να έχει συσταθεί αποκλειστικά με ίδια κεφάλαια των ιδρυτών της, που έδωσαν προσωπικές εγγυήσεις και μάλιστα φαίνεται ότι συστήθηκε εκ βάθρων (μίσθωσε κατάστημα, το ανακαίνισε, το εξόπλισε με μηχανήματα και έπιπλα, αγόρασε μηχανογραφικό σύστημα, προσέλαβε προσωπικό από αγγελίες και ΟΑΕΔ), συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου, αφού χρηματοδότηση των ιδρυτών από τον Λ.Λ., για την σύσταση της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε, όπως ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της η ενάγουσα. Το γεγονός ότι τρεις εκ των μετόχων της εναγομένης ήταν τέως εργαζόμενοι του Λ.Λ. και της «Β.Τ. Ltd Α.Ε», σε διευθυντικές θέσεις και συνακόλουθα με αποφασιστικές ή και διαχειριστικές αρμοδιότητες, δεν τους προσδίδει αυτομάτως θέση εργοδότη στις εταιρείες αυτές, αφού παρά το γεγονός ότι κατείχαν θέσεις διαχειριστικές στις εταιρείες αυτές, παρέμεναν εργαζόμενοι, με εργοδότη είτε τον όμιλο Λ. είτε την «Β.Τ. Ltd Α.Ε.». Ούτε, τέλος, η ενάγουσα απέδειξε έστω ότι έλαβε χώρα κάποια άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης του καταστήματος και κυρίως της πελατείας και των εργαζομένων,
ανάμεσα στους μετόχους της εναγομένης και στον Λ.Λ., με κάποιο αντάλλαγμα, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι η «Β.Τ. Ltd Ε.Ε. Γλυφάδα» που ήταν η τελευταία ιδιοκτήτρια της επιχείρησης στην οποία εργαζόταν η ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε ότι ανήκε στον όμιλο Λ.Λ. ή ότι ήταν μέτοχος αυτής, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ώστε να νομιμοποιείται να την μεταβιβάσει έστω και με άτυπη συμφωνία, αλλά μία εταιρεία κυπριακών συμφερόντων, στην οποία ο Λ. είχε μεταβιβάσει την χρήση του σήματος «Β» με αντάλλαγμα ποσοστά από τα κέρδη. Το γεγονός ότι η εναγόμενη συστήθηκε με εταιρική δομή, ως ετερόρρυθμη, με ομόρρυθμο μέλος μία ανώνυμη εταιρεία με ποσοστό 98%, που ομοιάζει με την εταιρική δομή των εταιρειών του ομίλου Λ, όπου ομόρρυθμος εταίρος ήταν μία ΕΠΕ με ποσοστό 5%, δεν αρκεί για την απόδειξη των ισχυρισμών της ενάγουσας αφού αυτοί αφορούν σε πραγματικά περιστατικά που δεν αποδεικνύονται χωρίς άλλο από την ομοιότητα στην επιλογή της εταιρικής δομής της εναγομένης. Εξάλλου, η νομική μορφή της εναγομένης και των εταιρειών «Β», η συμμετοχή δηλαδή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας ως μετόχου σε ομόρρυθμη, αποτελεί συνήθη, επιτρεπόμενο από το νομικό σύστημα, τρόπο οργάνωσης της νομικής μορφής μιας επιχείρησης. Στο ως άνω συμπέρασμα, δηλαδή στο ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τον αγωγικό ισχυρισμο περί διαδοχής επιχειρήσεων, συνηγορούν και τα κάτωθι αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) Η επιχείρηση της εναγομένης στεγάσθηκε σε διαφορετική έδρα, σε κατάστημα μισθωμένο, σε αντίθεση με τις εταιρείες «Β», που χρησιμοποιούσαν κατάστημα ιδιοκτησίας του Λ.Λ. 2) Η εναγομένη δεν έκανε χρήση κανενός μηχανήματος, εξοπλισμού, μηχανογραφικού συστήματος των εταιρειών «Β», γεγονός που κατέθεσε και ο μάρτυρας της ενάγουσας, αναφέροντας ότι όλος ο εξοπλισμός τους βρίσκεται κλειδωμένος στην έδρα τους (κατάστημα ιδιοκτησίας Λ.Λ.). Αντίθετα όλος ο εξοπλισμός της εναγομένης αγοράσθηκε από αυτήν με κεφάλαια που διέθεσαν οι ιδρυτές της. 3) Δεν μεταβιβάσθηκε το σήμα αφού η εναγόμενη χρησιμοποιεί διαφορετικό, το «V», που δε ομοιάζει με το σήμα «Β» ούτε παραπέμπει σ’ αυτό. 4) Δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός περί παραχωρήσεως στην εναγομένη του πελατολογίου της «Β», αφού μόνη η εξυπηρέτηση πελατών της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας από την εναγόμενη, ενόψει της συνάφειας των υπηρεσιών που παρέχουν οι εταιρείες στην ίδια περιοχή, αληθής υποτιθέμενος, δεν αρκεί χωρίς άλλο για να αποδειχθεί ότι το σύνολο του πελατολογίου μεταβιβάσθηκε ως πάγιο στοιχείο από την «Β» στην εναγομένη. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι όχι μόνο δεν μεταβιβάσθηκε η πελατεία ως στοιχείο της επιχείρησης στην εναγομένη, αλλά μέρος αυτής χρησιμοποιήθηκε από άλλο ινστιτούτο.
Κυρίως όμως δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι μεταβιβάσθηκαν στην εναγομένη τα ανεκτέλεστα συμβόλαια των πελατών. Τούτο διότι κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, σχετικές συμβάσεις της εναγομένης ή ανακοινώσεις για το ζήτημα αυτό, δεν προσκομίσθηκε, από το οποίο να προκύπτει ο ισχυρισμός αυτός. Τα αναφερόμενα δε στις ένορκες βεβαιώσεις παλαιών πελατών και τέως εργαζομένων, περί συνεχίσεως στο νέο κατάστημα της εναγομένης, των προπληρωμένων προγραμμάτων από παλιούς πελάτες, κατατίθενται αόριστα χωρίς αναφορά των πηγών γνώσης τους ή σε ονόματα πελατών που συνέχισαν τα προγράμματά τους, αποτελούν υποθετικά συμπεράσματα των μαρτύρων στηριζόμενα σε φήμες και εικασίες, χωρίς να στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά. Επίσης, τα αναφερόμενα από τους μάρτυρες τέως πελάτες ότι και σε αυτούς προτάθηκε η δυνατότητα συνέχισης των προγραμμάτων τους στο νέο κατάστημα της εναγομένης, κρίνονται αόριστα αφού δεν προσδιορίζουν ποιοί υπάλληλοι της εναγομένης τους ενημέρωσαν για την δυνατότητα συνέχισης των ανεκτέλεστων προγραμμάτων στο νέο κατάστημα αλλά και τον λόγο που δεν τα συνέχισαν. 5) Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση του βασικού πυρήνα των εργαζομένων, αφού το γεγονός ότι το ήμισυ των υπαλλήλων της εναγομένης ανήκαν στο προσωπικό της «Β» ή άλλων συναφών εταιρειών του τέως ομίλου Λ.Λ., δεν αρκεί χωρίς άλλο για να θεωρηθεί ότι η πρόσληψή τους έγινε κατόπιν μεταφοράς τους, λόγω συμφωνίας, από την μία εταιρεία στην άλλη. Τούτο διότι οι προσλήψεις του προσωπικού έλαβαν χώρα μετά από αναζήτησή του μέσω αγγελιών αλλά και μέσω προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, όπως ήδη προαναφέρθηκε ότι αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα ανωτέρω, στον οποίο είχαν εγγραφεί τουλάχιστον οι 13 από τους υπαλλήλους που είχαν απολυθεί από την «Β». Επομένως, καμία μεταφορά προσωπικού, είτε με εικονικές καταγγελίες, είτε με οικειοθελείς αποχωρήσεις και νέες προσλήψεις, αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα, ώστε να τίθεται ζήτημα συνέχισης της παροχής των ίδιων υπηρεσιών από τους ίδιους εργαζόμενους. Αντιθέτως, λόγω της ιδιαίτερης εμπειρίας που απαιτείται για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος, είναι σύνηθες να προτιμώνται οι εργαζόμενοι με εμπειρία προερχόμενη από την εργασία τους σε παρόμοιες επιχειρήσεις.
Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, είναι μία εταιρεία νέα και διαφορετική από τις εταιρείες «Β», που συστήθηκε χωρίς να έχει χρησιμοποιήσει στοιχεία της επιχείρησης αυτής «Β», που να της μεταβιβάστηκαν και να διατηρεί την οργανική της ενότητα ή να συνεχίζει την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού της, αφού συστήθηκε και λειτουργεί αυτόνομα, με κεφάλαια που εισέφεραν οι ιδρυτές της και δεν διατηρεί την ταυτότητα της «Β». Επομένως, δεν δύναται να γίνει λόγος για διαδοχή στη λειτουργία της επιχείρησης «Β.Τ. Ltd E.E. Γλυφάδα»
ή ακόμη και της «Β. ΕΠΕ Γλυφάδα», στην εναγομένη, όταν ελλείπουν τα στοιχεία που συγκροτούν την οργανική ενότητα της παλιάς προς τη νέα επιχείρηση, ως ανωτέρω αναλυτικά προέκυψαν. Ενόψει των ανωτέρω, αφού η εναγόμενη δεν είναι διάδοχος των εταιρειών αυτών, καμία υποχρέωσή της δεν υφίσταται απέναντι στην ενάγουσα, από την με αριθμό 1713/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, αλλά να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν είναι ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
Σχόλιο υπό Δημ. Σιδέρη, Λέκτορος Παν/μίου Θεσ/νίκης.
Την παραπάνω απόφαση απασχόλησε η έννοια της μεταβίβασης επιχειρήσεως ως προϋποθέσεως για τη μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων και την ανάληψη ευθύνης ως προς τις γεγεννημένες κατά το χρόνο της μεταβίβασης εργατικές αξιώσεις.
Η κρίση για τη διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας, και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από την συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης, κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία, τα οποία και οφείλουν τα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη: α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους (σήμα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.ά.), γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και στ) η διάρκεια της τυχόν διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (βλ. αναλυτικά Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, 2014, σελ. 1273 επ. και από την νομολογία ΑΠ 1850/2006 ΔΕΕ 2007, 628· ΑΠ 1553/2002 ΔΕΝ 2003, 10).
Τα παραπάνω στοιχεία δεν εκτιμώνται μεμονωμένα αλλά στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εγκατάστασης για την οποία πρόκειται, και από τις εφαρμοζόμενες σ’ αυτή μεθόδους παραγωγής και εργασίας.
Σε κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν θα ήταν σωστό να αποδώσουμε απόλυτη σημασία, ώστε με μόνη τη συνδρομή του να πληρούται αυτόματα η προϋπόθεση της μεταβίβασης επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους (Ζερδελής, ό.π., σελ. 1274, ΔΕΚ 17.12.1987 (NyMollekro), Συλλογή Νομολογίας 1987, σελ. 5479· ΔΕΚ 11.3.1997, Συλλογή Νομολογίας 1997, 1275· ΔΕΚ 25.1.2001, ΝΖΑ 2001, 249).
Η σχολιαζόμενη απόφαση, εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που την απασχόλησε, καταλήγει στην κρίση ότι μεταξύ των δύο εναγομένων εταιρειών δεν υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εγκατάστασης και συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοσθούν οι προστατευτικές για τους εργαζομένους διατάξεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία (π.δ. 178/2002). Την κρίση της αυτή τη στηρίζει στα εξής κυρίως στοιχεία: α) δεν υπήρξε μεταβίβαση υλικών περιουσιακών στοιχείων. Βέβαια, για την ύπαρξη μεταβίβασης επιχειρήσεως δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη η μεταβίβαση των υλικών περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην συγκεκριμένη μονάδα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η μεταβίβαση ή μη περιουσιακών στοιχείων δεν θα αξιολογηθεί ως ένδειξη υπέρ ή κατά της διατήρησης της ταυτότητας, όταν μάλιστα, για το συγκεκριμένο είδος επιχειρήσεων τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία είναι ιδιαίτερα σημαντικά, όπως συμβαίνει σε πολλές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.
Κατά τη νομολογία του ΔΕΚ (αποφ. 25.1.2001, C-172/99) υπάρχουν δραστηριότητες του εμπορικού τομέα ή του τομέα παροχής υπηρεσιών, η άσκηση των οποίων απαιτεί σημαντικό εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, ώστε η έλλειψη μεταβίβασης ενσώματων περιουσιακών στοιχείων να οδηγεί στο συμπέρασμα της μη διατηρήσεως της ταυτότητάς τους, β) δεν υπήρξε μεταβίβαση εμπορικού σήματος και γ) δεν υπήρξε συμφωνία, έστω άτυπη, για μεταβίβαση της πελατείας και δ) δεν υπήρξε μεταβίβαση του βασικού πυρήνα των εργαζομένων.

Όπως δε προκύπτει από τις αιτιολογίες της απόφασης, και στην περίπτωση που συνέτρεχε ένα από τα παραπάνω στοιχεία, και πάλι η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της μονάδας δεν θα μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά σε ένα μόνο από τα στοιχεία αυτά, αλλά θα έπρεπε, όπως αναφέραμε παραπάνω, να συνεκτιμηθούν όλα τα κρίσιμα για τη μεταβίβαση της επιχείρησης στοιχεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis