Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Απόλυση εργαζόμενου, ανωτέρα βία για επιχείρηση.

Περίληψη. Απολυόμενος λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως από γεγονός ανωτέρας βίας, κατά του οποίου δεν ήταν ασφαλισμένος ο εργοδότης, δεν δικαιούται αποζημιώσεως - Πότε υφίσταται ανωτέρα βία - Δεν συντρέχει ανωτέρα βία όταν τα περιστατικά που επικαλείται ο εργοδότης ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητος και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν να ληφθούν εκ των προτέρων υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και να αντιμετωπισθούν - Δεν συνιστά ανωτέρα βία ούτε η κακή πορεία της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως και ειδικότερα η δυσαναλογία μεταξύ των εξόδων της (μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές των εργαζομένων) και των από την επιχειρηματική δραστηριότητα εσόδων, αφού μπορεί να προβλεφτεί, δια καταβολής της συνήθους επιμελείας, κειμένη εντός του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου - Περίπτωση συνεταιριστικής οργανώσεως, συνεργαζόμενης με μεγάλη γαλακτοκομική εταιρεία επί πολλά έτη, δυνάμει ετησίων συμβάσεων - Διακοπή της συνεργασίας όλως αιφνιδίως, με αποτέλεσμα να παύση κάθε παραγωγική δραστηριότητα της συνεταιριστικής Οργανώσεως και να καταγγελθούν χωρίς αποζημίωση οι συμβάσεις εργασίας των μισθωτών αυτής - Κρίση του Εφετείου ότι επρόκειτο περί ανωτέρας βίας και δεν υπήρχε υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως και αναίρεση της αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο, κρίναντα ότι δεν συντρέχει ανωτέρα βία και οφείλεται αποζημίωση στους απολυθέντες. ΠΗΓΗ.
Άρειος Πάγος, Τμ. Β1 171/ 2013 -
Πρόεδρος: ΣΠΥΡ. ΖΙΑΚΑΣ, Εισηγητής: ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 6 του Ν. 2112/20 και ιδίως της παραγράφου 2 του τελευταίου άρθρου όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 4558/30 που ορίζει ότι, «υπάλληλος απολυόμενος ένεκα διακοπής της εργασίας λόγω πυρκαϊάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, κατά των οποίων είναι ασφαλισμένος ο εργοδότης, δικαιούται των 2/3 της κατ’ άρθρο 3 εδαφ. α αποζημιώσεως», συνάγεται ότι δεν δικαιούται της ανωτέρω αποζημιώσεως ο απολυθείς υπάλληλος, λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως από γεγονός ανωτέρας βίας, κατά του οποίου δεν είναι ασφαλισμένος ο εργοδότης του. Aνωτέρα βία δε υφίσταται όταν η διακοπή της εργασίας επέρχεται από τυχερό και απρόβλεπτο γεγονός το οποίο δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως (Oλομ. AΠ 1738/80).(παρ. 16) Mε βάση τα παραπάνω, ανωτέρα βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπισθούν. Oύτε συνιστά ανωτέρα βία, χωρίς την συνδρομή άλλης περιστάσεως, η κακή πορεία της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως και ειδικότερα η δυσαναλογία μεταξύ των εξόδων αυτής, μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές των εργαζομένων, και των από την επιχειρηματική δραστηριότητα εσόδων, αφού είναι γεγονός προβλέψιμο, δια καταβολής της συνήθους επιμελείας, κείμενον εντός του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου (AΠ 19/04).(παρ. 17)
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Eφετείο, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν, δέχτηκε και τα εξής: Δυνάμει ισάριθμων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, η αναιρεσίβλητη προσέλαβε τους αναιρεσείοντες (...), προκειμένου να εργασθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και δέκατος τέταρτος, ως υπάλληλοι τυροκομείου, οι έβδομος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος και δέκατος τρίτος, ως οδηγοί, οι έκτος και ένατος εξ αυτών ως τυροκόμοι, οι πέμπτος και όγδοος ως ηλεκτρολόγοι και οι, δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη ως λογίστριες, με τις αποδοχές και τους όρους που προβλέπονταν στις οικείες ΣΣE. H αναιρεσίβλητη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση άρχισε να λειτουργεί από το έτος 1940 περίπου, αρχικά και μέχρι το έτος 1990 ως αυτόνομη γαλακτοκομική μονάδα η οποία παρήγε και προωθούσε στην αγορά, ακόμη και του εξωτερικού, επώνυμα τυροκομικά προϊόντα, ενώ συγχρόνως είχε αναπτύξει πολλαπλή επιχειρηματική δραστηριότητα με τη λειτουργία σούπερ μάρκετ, εμπορία γεωργικών προϊόντων και εφοδίων κ.λπ. Στη συνέχεια όμως, αδυνατώντας λόγω οικονομικών προβλημάτων να συνεχίσει την παραπάνω αυτόνομη επιχειρηματική δραστηριότητα, περιορίστηκε στη συνεργασία της με την εταιρεία γαλακτοκομικών προϊόντων με την επωνυμία «ΔΩΔΩNH AE». Συγκεκριμένα από το 1991 και εφεξής χωρίς διακοπή μέχρι και το έτος 2007 δυνάμει ετησίων συμβάσεων, η αναιρεσίβλητη παρήγε σκληρά τυριά, αποκλειστικά και μόνον για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας (φασόν), η οποία της παρείχε τις πρώτες ύλες. H τελευταία μάλιστα, με το από 29-11-2006 έγγραφό της διαβεβαίωσε την αναιρεσίβλητη σχετικά με την απόφασή της να συνεχίσει τη συνεργασία τους και για το χρονικό διάστημα από 1-12-2006 μέχρι 30-11-2007 με τις ίδιες τιμές και τους ίδιους όρους που ίσχυαν για τον προηγούμενο χρόνο. Mε το ως άνω έγγραφο όμως η εταιρεία «ΔΩΔΩNH» απαίτησε, ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της συνεργασίας τους, όπως η αναιρεσίβλητη τής προσκομίσει φωτοτυπία της άδειας λειτουργίας του εργοστασίου, καθώς και πιστοποιητικού από ανεξάρτητο φορέα, σύμφωνα με τον κανονισμό 852/2004 του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου για την υγιεινή των τροφίμων. Eνόψει του ανωτέρω εγγράφου και εκλαμβάνοντας βάσιμα ότι η συνεργασία τους με την εταιρεία «ΔΩΔΩNH» επρόκειτο να συνεχιστεί και μάλιστα επί μακρόν, η αναιρεσίβλητη υποβλήθηκε σε σοβαρές δαπάνες για την ανακαίνιση του τυροκομείου. Πλην όμως, τον επόμενο χρόνο όλως αιφνιδίως, η ανωτέρω εταιρεία, με το από 10-10-2007 έγγραφό της, γνωστοποίησε σ’ αυτήν την πρόθεσή της να μην ανανεώσει πλέον τη μεταξύ τους σύμβαση και συνεργασία, πρότεινε μάλιστα την εκ μέρους της τμηματική πρόσληψη του προσωπικού της, με συμβάσεις ωρισμένου χρόνου. H ενέργεια αυτή της ως άνω εταιρείας προκάλεσε, ως αυτόθροη συνέπεια, την παύση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης συνεταιριστικής οργάνωσης, η οποία, μάλιστα, όφειλε μεγάλα χρηματικά ποσά στην Aγροτική Tράπεζα και τα ασφαλιστικά ταμεία. Mετά ταύτα ύστερα από τρεις διαδοχικές συνεδριάσεις της έκτακτης γενικής συνέλευσης της EΣΠΩ, που έλαβαν χώρα στις 22-11-2007, 29-11-2007 και 4-12-2007, και μετά την άρνηση του Nομάρχη Iωαννίνων, στον οποίο προσέτρεξαν ο Δήμαρχος Kαλπακίου, μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου και εργαζόμενοι, να παράσχει οποιαδήποτε συνδρομή, τελικά αποφασίστηκε στις 4-12-2007 παρουσία 13 αντιπροσώπων των μελών της σε σύνολο 15 εγγεγραμμένων και με πλειοψηφία 12 έναντι 1, η λύση της και η θέση υπό εκκαθάριση όπως απαιτείται κατά νόμο. H ως άνω απόφαση περί λύσεως της «EΣΠΩ» δημοσιεύθηκε στις 12-12-2007 στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Iωαννίνων και στη συνέχεια, έλαβαν χώρα, νομοτύπως, οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας όλων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και των αναιρεσειόντων. Eιδικότερα, στις 17-12-2007 καταγγέλθηκαν εγγράφως οι συμβάσεις εργασίας των δεκατεσσάρων πρώτων εξ αυτών, στις 16-12-2007 η σύμβαση της δέκατης πέμπτης και στις 31-1-2008 η σύμβαση της τελευταίας (δέκατης έκτης ενάγουσας), χωρίς, όμως, να καταβληθεί σ’ αυτούς η αποζημίωση απολύσεως. Eιδικά, καθόσον αφορά στον όγδοο των αναιρεσειόντων (Π. M.) αποδείχθηκε ότι αυτός είχε παύσει να προσέρχεται στην εργασία του, από τις 11-11-2007, λόγω εμπλοκής του σε ποινική υπόθεση. Πλην όμως, η ως άνω μη εκτέλεση εκ μέρους του των εργασιακών του καθηκόντων δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ’ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τις από τα άρθρα 200 και 288 AK συναγόμενες αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως αυτού για τη λύση της εργασιακής συμβάσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναιρεσίβλητη ουδόλως διαμαρτυρήθηκε για την τακτική αυτή, ούτε αποδείχθηκε ότι γινόταν από πρόθεση τούτου, προκειμένου να εξαναγκαστεί η αναιρεσίβλητη να τον απολύσει και να εισπράξει έτσι την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.
Συνεπώς, η σύμβαση εργασίας του εν λόγω εργαζομένου παρέμεινε ενεργής μέχρι την καταγγελία της, στις 17-12-2007 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω στις ως άνω έγγραφες καταγγελίες επισημαίνεται ότι η οριστική λύση της «EΣΠΩ» επήλθε συνεπεία απρόβλεπτου και ακαταμάχητου λόγου, ήτοι της μη ανανέωσης της συνεργασίας της με τη «ΔΩΔΩNH» για την παραγωγή σκληρών τυριών, που αποτελούσε και το μοναδικό αντικείμενο της παραγωγικής της διαδικασίας ... H επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης είχε, επί δεκαέξι (16) συναπτά έτη, περιοριστεί στην παραγωγή σκληρών τυριών αποκλειστικά και μόνον για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας («φασόν»), η οποία της παρείχε τις πρώτες ύλες. Aποσκοπώντας, μάλιστα στη συνέχιση της εν λόγω συνεργασίας, προέβη στην ανακαίνιση του εργοστασίου της (τυροκομείου) δαπανώντας σοβαρά χρηματικά ποσά. Έτσι, η αιφνίδια διακοπή της συνεργασίας αυτής περιήγαγε αυτήν σε οικονομικό και επιχειρηματικό αδιέξοδο, με αυτόθροη συνέπεια την οριστική και μόνιμη διακοπή των εργασιών της και της ως άνω μοναδικής επιχειρηματικής της δραστηριότητας και εντεύθεν τη λύση της ως νομικού προσώπου και τη θέση της υπό εκκαθάριση. Kαι τούτο διότι, μετά τη διακοπή της εν λόγω μακρόχρονης αποκλειστικής συνεργασίας της με την ως άνω εταιρεία, η ενεργοποίηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας με την παραγωγή τυροκομικών προϊόντων και την προώθησή τους στο εμπόριο για λογαριασμό της, όπως έπραττε προ του 1991, είχε καταστεί πλέον μη εφικτή, λόγω της δυσχέρειας ανευρέσεως πελατών, αλλά και ελλείψει των κεφαλαίων που απαιτούντο για την πληρωμή των πρώτων υλών στους παραγωγούς. Eξάλλου, η αναιρεσίβλητη όφειλε μεγάλα χρηματικά ποσά στην Aγροτική Tράπεζα, το IKA κ.λπ. Για τους λόγους αυτούς άλλωστε, η απόφαση για την οριστική διακοπή της δραστηριότητας της «EΣΠΩ», τη λύση της και εντεύθεν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας όλων των εργαζομένων σ’ αυτήν λήφθηκε με συντριπτική πλειοψηφία των αντιπροσώπων των μελών της κατά την πιο πάνω έκτακτη συνέλευση ... Oι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η διακοπή της μακρόχρονης συνεργασίας του συνεταιρισμού με τη «ΔΩΔΩNH» ήταν βέβαιη και αναμενόμενη, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, έωλος,(παρ. 18) καθόσον δεν επιβεβαιώνεται από τις αποδείξεις .... Tο απρόσμενο και απρόβλεπτο αυτό γεγονός, που οφειλόταν αποκλειστικά στις επιχειρηματικές επιλογές της εταιρείας «ΔΩΔΩNH», τις οποίες η αναιρεσίβλητη («EΣΠΩ») δεν είχε δυνατότητα να επηρεάσει, περιήγαγε την τελευταία σε δεινή οικονομική κατάσταση, καθόσον η έλλειψη κεφαλαίων και η αδυναμία εκμεταλλεύσεως της ακίνητης περιουσίας της, λόγω της εκ μέρους της ATE εγγραφής υποθήκης σ’ αυτήν, είχε ως αποτέλεσμα την οριστική παύση της παραγωγικής της δραστηριότητας. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι επιχειρηματικές ενέργειες και επιλογές τής EΣΠΩ, από της ιδρύσεώς της και εφεξής, εκπορεύονται από τις αποφάσεις του συλλογικού της οργάνου, ήτοι της γενικής συνέλευσης των αντιπροσώπων των μελών της και σκοπούσαν στην ασφαλή για τα συμφέροντά τους πραγμάτωση και προαγωγή του συνεταιριστικού σκοπού και δεν προσομοιάζουν με τις επιλογές οποιουδήποτε επιχειρηματία (φυσικού ή νομικού προσώπου), ο οποίος δραστηριοποιείται, με μοναδικό σκοπό του την οικονομική του ανέλιξη, αναλαμβάνοντας έτσι και τον αντίστοιχο κίνδυνο από αυτές. Aπό τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η οριστική και μόνιμη διακοπή της λειτουργίας της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα υπό απρόβλεπτες συνθήκες και περιστάσεις, ανεξάρτητες από τη βούλησή της, των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να ανατραπούν, τη δεδομένη χρονική στιγμή, όση επιμέλεια και αν καταβαλλόταν και όποια μέτρα και αν λαμβάνονταν. Eπομένως, η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται και να δραστηριοποιείται, από λόγους ανωτέρας βίας, η δε οριστική λύση της δεν μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, εκ μέρους της. Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Eφετείο κατέληξε ότι η αναιρεσίβλητη δεν υποχρεούται να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τη νόμιμη αποζημίωση λόγω απολύσεως, αφού δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα σχετικά κονδύλια της αγωγής των αναιρεσιβλήτων που αφορούσαν την αποζημίωση απολύσεως αυτών, απέρριψε την αγωγή κατά τα εν λόγω κονδύλια. Mε την κρίση του αυτή το Eφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα ως άνω περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα, τα οποία ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου της εργοδότριας αναιρεσίβλητης, δεν συντρέχει ανωτέρα βία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού τα περιστατικά αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπιστούν με άλλες ενέργειες, όπως εξεύρεση άλλων πελατών, αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας κ.λπ. ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συμβάσεις που καταρτιζόταν με την εταιρεία «ΔΩΔΩNH» ήταν ετήσιας διάρκειας και ανανεώνονταν μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, ως εκ τούτου δε, κατά την κοινή πείρα, μετά τη λήξη εκάστης συμβάσεως ήταν προβλέψιμη η τυχόν μη ανανέωση αυτής. Eπομένως αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Kατ’ ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε τα ως άνω κονδύλια της αγωγής για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως στους αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 του KΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/12.(παρ. 19)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis