Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Επιτρέπονται τα παράνομα αποδεικτικά μέσα;

Ανακοίνωση της Ένωσης Ελλήνων Εισαγγελέων. ΠΗΓΗ. ΠΗΓΗ 2.
Με το άρθρο 65 Ν 4356/2015 («Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές κ. ά διατάξεις») –το οποίο, μάλιστα προήλθε από τροπολογία μη υποβληθείσα σε δημόσια διαβούλευση-, εισήχθη παρέκκλιση από την εφαρμογή του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ, ώστε για ορισμένες κατηγορίες κακουργημάτων (αρμοδιότητας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς), εφεξής να επιτρέπεται κατ’ αρχήν η αποδεικτική αξιοποίηση στοιχείων που έχουν συλλεγεί με μη νόμιμο τρόπο.
Με τη διάταξη αυτή, κατ’ ουσίαν επανέρχεται εν μέρει σε ισχύ η διάταξη ως είχε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 10 Ν 3674/2008. Ο νόμος εκείνος επιχείρησε τότε να ευθυγραμμίσει τη διάταξη του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ με τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΕΕ, με αφορμή την εκ νέου τροποποίηση της διάταξης αυτής, εκφράζει τις επιφυλάξεις του, ιδίως διότι :
    (α) Η τροποποίηση αφορά και πάλι σε βασική διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί το έργο της ειδικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής αναθεώρησης του ΚΠΔ και παρά το αίτημα που η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος –και άλλοι επιστημονικοί φορείς- έχουν πλειστάκις υποβάλλει, να μην τροποποιούνται τα κείμενα των Κωδίκων με άσχετα νομοθετήματα, χωρίς την απαιτούμενη συστηματική και δογματική επεξεργασία, καθώς οι εφαρμοστές του δικαίου αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις συχνές και ευκαιριακές τροποποιήσεις του νόμου, με συνέπεια να γεννάται σύγχυση και ανασφάλεια δικαίου.
      (β) Η νέα διάταξη δεν είναι εμφανές εάν και πώς συνάδει με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 19 § 3, σύμφωνα με την οποία «απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού (απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας) και των άρθρων 9 (άσυλο κατοικίας) και 9 Α (προστασία προσωπικών δεδομένων)».
      (γ) Η νέα διάταξη εισάγει, με τρόπο νομικά μη αποδεκτό, ειδική δικονομική αντιμετώπιση ορισμένων κατηγοριών εγκλημάτων και κατηγορουμένων, ώστε η μεταχείρισή τους, στο πεδίο της επί ίσοις όροις άσκησης των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων να εγγράφεται ως ελεγχόμενη, όσον αφορά στη συμβατότητά της με βασικές δικαιοκρατικές παραμέτρους, όπως αυτές έχουν παγιωθεί από την εσωτερική νομολογία, αλλά και από εκείνη του ΕΔΔΑ.
     (δ) Τέλος, η νέα διάταξη εξυπηρετεί τη διεκπεραίωση εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης και, επομένως, υπόκειται ευλόγως σε κριτική ως νομοθετική παρέμβαση ad rem. Συνακόλουθα, δεν αποφεύγει να δημιουργήσει την εντύπωση εργαλειακής χρησιμοποίησης της Δικαιοσύνης για την επίτευξη ορισμένης πολιτικής ή στόχου, που δεν είναι συμβατή με τους κανόνες καλής νομοθέτησης και σεβασμού των διακριτών ρόλων των πολιτειακών λειτουργιών.
Το ΔΣ της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος υπογραμμίζει την προσήλωση της εισαγγελικής αρχής στο στόχο της καταπολέμησης της διαφθοράς, πάντοτε εντός του συνταγματικού πλαισίου.

                                            Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.
                                   Ο Πρόεδρος                             O Γεν. Γραμματέας

                           Κωνσταντίνος Τζαβέλλας           Δημήτριος Ζημιανίτης 
                            Αντεισαγγελέας Εφετών          Αντεισαγγελέας Εφετών

7 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

"...Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 ΚΠΔ "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων εξαναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με απειλή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ. Από τη διάταξη δε του άρθρου 370 Α παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου". Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ 1, 5 παρ. 1, 9 Α' και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις. Η απαγόρευση όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και τις πράξεις ή εκδηλώσεις προσώπων, οι οποίες ανεξάρτητα από τον τρόπο και τον χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία ως εκ της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται και οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας με τεχνικά μέσα σε ψηφιακό δίσκο , ο οποίος αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έστω και αν αυτό περιέχει και στηρίχθηκε σε αθέμιτη μαγνητοσκόπηση με τεχνικά μέσα εκδηλώσεων του κατηγορουμένου, που πραγματοποιήθηκαν, όμως, στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ' αυτόν υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεσή τους, η οποία υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική" [Άρειος Πάγος 277/ 2014].
Εκτιμώ ότι δεν θα συναντήσει κανένα πρόβλημα εφαρμογής αυτή η διάταξη δεδομένου ότι αναφέρεται σε χρήση αποδεικτικών μέσων αφορώντων την υπηρεσιακή δράση των δραστών, εν πάσει περιπτώσει δεν αφορά τον ιδιωτικό βίο!

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

για την μαγνητοφώνηση για πράξεις δημόσιου ή υπηρεσιακού βίου θυμηθείτε και την ανάρτηση Κασέτες για δημόσιο βίο και
Privacy (Ιδιωτικότητα) και κάμερες

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

«Σύμβολο της δικαιοσύνης είναι η ζυγαριά. Οι περισσότερες από τις κρίσεις της, αν όχι όλες, προϋποθέτουν σταθμίσεις συμφερόντων, αγαθών, αξιών. Στο επίκαιρο θέμα πρέπει να σταθμιστούν συνταγματικά κατοχυρωμένες αξίες: από τη μια το απόρρητο και τη προστασία προσωπικών δεδομένων, από την άλλη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ακροάσεως που ενέχει και το δικαίωμα του πολίτη να μπορεί να αποδεικνύει το δίκιο του. Ο ποινικός έλεγχος μιας μεγάλης εκτάσεως φοροδιαφυγής προφανώς και βαραίνει ως αίτημα απόδοσης δικαιοσύνης, επειδή εξυπηρετεί τόσο το κοινωνικό όσο και το δημόσιο- δημοσιονομικό συμφέρον και μάλιστα σε μια εποχή όπου τα δημόσια οικονομικά δοκιμάζονται. Θυμίζω ότι οι κατάλογοι στοιχείων (λίστες) αφορούν αφενός χιλιάδες αναφερόμενους πολίτες, αφετέρου το σύνολο των φορολογουμένων πολιτών και το επίπεδο της διαβίωσής τους.
»Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος 4356/2015 θεσπίζει συγκεκριμένα κριτήρια, που εγγυώνται την οφειλόμενη συνταγματική στάθμιση: κατά το νόμο το αποδεικτικό μέσον για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη θα πρέπει να ήταν το μοναδικό, να μην αποκτήθηκε κατά τρόπο προσβλητικό της αξιοπρέπειας, ενώ και το έννομο όφελος από τη χρήση του να είναι αναλογικά υπέρτερο.
»Ο νόμος 4356/2015 επομένως ούτε αστοχεί, ούτε προκρίνει , ούτε αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Καλεί τη δικαιοσύνη να εκτελέσει την αποστολή της ζυγίζοντας ακριβώς τις συνταγματικές αξίες. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η Ένωση Εισαγγελέων με την ανακοίνωσή της φαίνεται να τοποθετεί τη συνταγματική αξία της δικαστικής προστασίας σε δεύτερη μοίρα» [Ν. Παρασκευόπουλος, Υπ. Δικαιοσύνης].
"Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως υπάρχει Έλληνας Εισαγγελέας, που θα προτιμούσε να μειώνονται δραστικά μισθοί και συντάξεις και ο ελληνικός λαός να πληρώνει αβάσταχτους φόρους, αντί να πληρώνουν τους φόρους τους οι φοροφυγάδες και τις νόμιμες υποχρεώσεις τους οι διαπλεκόμενοι και οι κλέφτες του δημοσίου χρήματος" [Δημ. Παπαγγελόπουλος, Αν. Υπ. Δικαιοσύνης].
Σκληρή απάντηση υπ. Δικαιοσύνης

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Την παραίτησή τους από το Δ.Σ της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος υπέβαλλαν πέντε εισαγγελείς καταγγέλλοντας τον Πρόεδρο της Ένωσης, Κωνσταντίνο Τζαβέλλα και τον γ.γ Δημήτριο Ζημιανίτη για πραξικοπηματική ανακοίνωση κατά της τροπολογίας Παπαγγελόπουλου για τις λίστες φοροδιαφυγής, η οποία δεν έφερε τη σύμφωνη γνώμη του Σώματος.
Οι πέντε εισαγγελείς εκ των εννέα συνολικά, καταγγέλλουν ότι δεν συμφώνησαν στην έκδοση της ανακοίνωσης με την οποία η Ένωση αντιτίθεται στην τροπολογία για τη νομιμοποίηση και χρησιμοποίηση των διαφόρων λιστών φοροδιαφυγής. Δηλαδή, προσπαθεί να καλύψει τους μεγαλοφοροφυγάδες του Δημόσιου με νομικίστικα τερτίπια.
Η τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή ο Αναπληρωτής Υπουργός αρμόδιος για θέματα διαφθοράς, Δημήτρης Παπαγγελόπουλος και ψηφίστηκε, δίνει πρακτικά το δικαίωμα στους Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος και Διαφθοράς να χρησιμοποιούν στοιχεία που δεν αποκτήθηκαν νόμιμα, αν αυτά είναι σύμφωνα με κάποιες προϋποθέσεις. Αυτό σημαίνει πως οι διάφορες λίστες «τύπου Λαγκάρντ» θα αποτελούν αξιοποιήσιμα και αποδεικτικά στοιχεία ώστε να παταχθεί η φοροδιαφυγή και η διαφθορά.
Η στάση της ΕΕΑ να εκδώσει την επίμαχη ανακοίνωση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Δ.Σ, αποτελεί σοβαρό ζήτημα ηθικής αλλά και έννομης τάξης. Η Ένωση επιχειρεί μέσω της προβολής δευτερευόντων λόγων στην ανακοίνωσή της, να καλύψει τι επιθυμεί κατά βάθος.
Στη δήλωση παραίτητής τους οι πέντε εισαγγελείς φαίνεται πως όχι μόνο εκθέτουν τον κ. Τζαβέλλα και τον κ. Ζημιανίτη εμφανίζοντας μια πραξικοπηματική λήψη απόφασης για πολιτικούς λόγους, αλλά εμφανίζουν την έντονη διαμάχη που υπάρχει στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης στο φλέγον θέμα της πάταξης της διαφθοράς.

Οι πέντε εισαγγελείς γράφουν στη δήλωση παραίτησής τους:

«Με την παρούσα υποβάλλουμε την παραίτησή μας από το Δ.Σ. της Ε.Ε.Ε. για λόγους απτόμενους της εσωτερικής λειτουργίας του Δ.Σ. ως συλλογικού οργάνου και δη του τρόπου λήψεως αποφάσεων επί θεμάτων μείζονος σημασίας για τον κλάδο.
Με τις θερμές ευχαριστίες μας για τη συνεργασία,
Με τιμή,

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΑΔΑΜΗΣ - ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Δ.Σ
ΕΥΘΥΜΙΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΜΕΛΟΣ Δ.Σ
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΑΠΑΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΜΕΛΟΣ Δ.Σ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΟΥΛΗΣ - ΑΝ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δ.Σ
Πραξικόπημα στην Ένωση Εισαγγελέων και βόμβες Παπαγγελόπουλου
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ -ΤΑΜΙΑΣ Δ.Σ».

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Το άρθρο 65 του ν. 4356/ 2015 [ΦΕΚ Α 181/ 24-12-2015] έχει ως εξής:
1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α' του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α' του ν. 4022/2011.
2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ.
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Θέμα: Η νέα διάταξη του άρθρου 65 Ν. 4356/2015
Τις τελευταίες ημέρες, παρακολουθούμε, να αναπτύσσεται διάλογος, άνευ λόγου, επί της προσφάτως ψηφισθείσας διάταξης του άρθρου 65 του Ν. 4356/2015, σύμφωνα με την οποία, υπό τους όρους και τις εγγυήσεις που τίθενται σ’ αυτήν, οι Οικονομικοί Εισαγγελείς και τα Δικαστήρια θα δύνανται να λαμβάνουν υπόψη ακόμη και αποδεικτικά στοιχεία, που δεν έχουν συλλεγεί με νόμιμο τρόπο, εφόσον πρόκειται για την αποκάλυψη και διαλεύκανση σοβαρών κακουργημάτων (κακουργηματική φοροδιαφυγή, «μαύρο χρήμα», κακουργηματικές περιπτώσεις διαφθοράς σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου κλπ.). Άλλωστε, η άρση της απαγόρευσης της χρήσης στην ποινική δίκη των μη νομίμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, ακόμη και μετά τη σχετική τροποποίηση, που επέφερε ο Ν. 3674/2008 στην παρ.2 του άρθρου 177 ΚΠΔ, τελούσε, ανέκαθεν, νομολογιακά, υπό διερεύνηση, κάθε φορά, που ετίθετο ζήτημα προστασίας υπέρτερης συνταγματικής αξίας εννόμων αγαθών και με βάση την αρχή ότι ο τυπικός νόμος, εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 ΚΠΔ (και πριν ακόμη την ψήφιση του άνω άρθρου 65 Ν. 4356/2015) δεν δύναται να κατισχύσει του Συντάγματος, εφαρμοζομένης πάντοτε της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (πρβλ. ΟλΑΠ 1/2001, που επικαλείται σε ανάλογες περιπτώσεις η νομολογία των Δικαστηρίων και μετά το Ν. 3674/2008). Μία εκ των ανακοινώσεων, που ακολούθησαν της ψήφισης της άνω διάταξης νόμου, και δη του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, είχε ως επακόλουθο, τις παραιτήσεις από τη θέση των μέλων του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης αυτής πέντε εξαίρετων Εισαγγελικών Λειτουργών, λόγω διαφωνίας τους.
Με αφορμή τα ανωτέρω η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και συγκεκριμένα οι κάτωθι υπογράφοντες, δώδεκα εκ του συνόλου των δεκαπέντε μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, επισημαίνουν τα ακόλουθα:
Η έξαρση του ποινικού αδικήματος της φοροδιαφυγής αλλά και άλλων μορφών οικονομικής εγκληματικότητας, κατά τα προηγούμενα έτη, σε συνδυασμό με τη διαφθορά σε νευραλγικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς του Κράτους, αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες αιτίες, που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση της Χώρας και παράλληλα, όπως καταγγέλεται δημοσίως, στον παράνομο πλουτισμό μερίδας πολιτών, που «φυγάδευσαν» τον παράνομο αυτό πλουτισμό τους εκτός των ελληνικών συνόρων.
Σε μία χώρα, που έχει περιπέσει σε οικονομικό μαρασμό, στην οποία, καθημερινά, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα συρρικνώνονται, η ανεργία καλπάζει, τα δάνεια «κοκκινίζουν», οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κλείνουν, οι άστεγοι αυξάνονται και ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού αδυνατούν να προμηθεύονται ακόμη και τα αναγκαία φάρμακα για την υγεία τους, ενώ μισθωτοί και συνταξιούχοι υφίστανται τέτοιες μειώσεις μισθών και συντάξεων που δεν εξασφαλίζουν πλέον την αξιοπρεπή διαβίωσή τους
, η εκτελεστική εξουσία έχει θεσμική υποχρέωση να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για τη δημιουργία του αναγκαίου νομοθετικού πλαισίου προς αποκάλυψη και πάταξη της διαφθοράς, σύμφωνα, βεβαίως, πάντοτε προς τις επιταγές του Συντάγματος και τις αρχές του Κράτους Δικαίου, η, δε, νομοθετική εξουσία να τις υιοθετεί, ώστε να δύνανται οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί να επιτελούν αποτελεσματικά το έργο τους, δεδομένου ότι οι τελευταίοι είναι εφαρμοστές και μόνο του νόμου. Συνέχεια..

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια...
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ανέκαθεν αγωνιζόταν προς την κατεύθυνση της ανάληψης τέτοιων νομοθετικών πρωτοβουλιών, που δεν θα εξυπηρετούν τη συγκάλυψη της διαφθοράς αλλά θα διευκολύνουν το έργο των Δικαστικών Αρχών.
Ειδικότερα, δε, ως προς την προαναφερόμενη διάταξη, οφείλουμε να επισημάνουμε, ότι οι προϋποθέσεις, που τάσσει ο νομοθέτης, η συνδρομή των οποίων (προϋποθέσεων) θα κρίνεται, τελικά, κατά περίπτωση, από τους αρμόδιους Δικαστικούς ή Εισαγγελικούς Λειτουργούς, παρέχουν πλήρως τις εγγυήσεις, ώστε οι τελευταίοι, χωρίς εκπτώσεις στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τυχόν υπόπτων ή κατηγορουμένων, να συμβάλλουν, ως Λειτουργοί της Πολιτείας, στην εξάλειψη της φοροδιαφυγής, καθώς και στην πάταξη των φαινομένων της διαφθοράς και της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος, πάντοτε με γνώμονα την προάσπιση του συμφέροντος των δοκιμαζόμενων Ελλήνων πολιτών.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Στενιώτη Μαργαρίτα, Εφέτης
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ - ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΥΠΟΥ : Μαυρίδης Χαράλαμπος, Εφέτης
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κασαλιάς Ευάγγελος, Αντεισαγγελέας Εφετών
ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Βουλγαρίδης Κωνσταντίνος, Πρόεδρος Πρωτοδικών
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Παπαδήμας Χρήστος, Πρωτοδίκης
ΤΑΜΙΑΣ: Γκαρά – Δημουλέα Σταματία, Ειρηνοδίκης

ΜΕΛΗ:

Θάνου –Χριστοφίλου Βασιλική, Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Ευστρατιάδης Γεώργιος, Εφέτης
Σαλάτας Νικόλαος, Εφέτης
Πάπαρη Βαρβάρα, Εφέτης
Βλάχος Δημοσθένης, Εφέτης
Σιμιτσή – Βετούλα Μαρία, Εφέτης
Ανακοίνωση με θέμα η νέα διάταξη του άρθρου 65 Ν. 4356/2015

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...