Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Περί δημοσίων συναθροίσεων [Ι].

Επειδή επιχειρείται η Τελική Λύση του νεοελληνικού Ζητήματος [Μνημονιακής ΚΑΤΟΧΗΣ] στον Παράδεισο των ευρωΠΕΩΝ από τον Γερμανικό Νεοναζισμό, είναι προφανής η χρησιμότητα της άσκησης της ελευθερίας των συναθροίσεων [άρθρο 11 Συντάγματος]. Επιχειρώ αυτό τον καιρό μια προσέγγιση του από επιστημονικής και νομολογιακής πλευράς. Σήμερα δημοσιεύω και τον ρυθμιστικό της θεμελιώδους αυτής ελευθερίας χουντικό!!!! νόμο και την ουσιωδέστερη νομολογία γι'  αυτή την ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ατομική ελευθερία μας.[Γ.Φ].

Νομικό καθεστώς και θέση της νομολογίας.

Ν.Δ. 794/ 1971 [ΦΕΚ: Α 1 19710101, ισχύει από 01.01.1971]
Άρθρο 1.
ΚEΦΑΛΑΙΟΝ Ι
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΩΝ
1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα όπως, υπό τους όρους του παρόντος, συνέρχωνται ησύχως και αόπλως.

2. Ως δημοσία συνάθροισις, κατά την έννοιαν του παρόντος, θεωρείται η εκ των προτέρων διοργανουμένη και σκοπούσα εις την από κοινού εκδήλωσιν του φρονήματος ή της γνώμης των μετεχόντων, ή εις την παρακολούθησιν διαλέξεων ή εις την προβολήν κοινών αυτών αιτημάτων.
3. Δεν υπόκεινται εις τους όρους του παρόντος, διεπόμεναι υπό των ειδικών περί αυτών διατάξεων, αι δημόσιαι συναθροίσεις, αι πραγματοποιούμεναι αποκλειστικώς προς τέλεσιν θρησκευτικών τελετών ή προς συμμετοχήν εις την θείαν λατρείαν ή προς εκπλήρωσιν εμπορικών ή ψυχαγωγικών εν γένει σκοπών ή προς παρακολούθησιν δημοσίων θεαμάτων ή αθλητικών ή άλλων εν γένει αγώνων.
4. Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί των τυχαίως και άνευ προπαρασκευής πραγματοποιουμένων συγκεντρώσεων, η απαγόρευσις και η διάλυσις των οποίων ενεργείται κατά την ελευθέραν κρίσιν της αστυνομικής αρχής, ως και επί των ιδιωτικών συναθροίσεων, η οργάνωσις και πραγματοποίησις των οποίων εις ουδένα καθ' εαυτήν υπόκειται περιορισμόν.
Άρθρο: 2
Στέρησις του δικαιώματος διοργανώσεως δημοσίας συναθροίσεως
Στερούνται του δικαιώματος διοργανώσεως και πραγματοποιήσεως δημοσίας συναθροίσεως:
α) Οι στερηθέντες του δικαιώματος της ελευθερίας της συναθροίσεως δι' αποφάσεως του Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά το άρθρον 24 παράγραφος 2 του Συντάγματος, εφ' όσον διαρκεί η στέρησις αύτη.
β) Οι Βουλευταί κόμματος διαλυθέντος δι' αποφάσεως του Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά το άρθρον 58 παράγραφος 5 του Συντάγματος, εφ' όσον στερούνται της εκλογιμότητας.
γ) Τα κόμματα, ως τοιαύτα, των οποίων το καταστατικόν δεν ενεκρίθη υπό του συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά το άρθρον 58 παράγραφος 2 του Συντάγματος.
δ) Τα νομικά πρόσωπα ή αι υφ' οιανδήποτε μορφήν ενώσεις προσώπων, των οποίων ο πρόεδρος ή μέλος τι της διοικήσεως ή οπωσδήποτε εκπρόσωπος τούτων εμπίπτει εις τινα των περιπτώσεων των εδαφ. α' και β' του παρόντος άρθρου.
ε) Πας, όστις ως αντικείμενον της δημοσίας συνθροίσεως εξαγγέλλει, διά της κατά το επόμενον άρθρον γνωστοποιήσεως, την προαγωγήν των σκοπών διαλυθέντος κόμματος κατά το άρθρον 58 παρ. 5 του Συντάγματος ή οιασδήποτε υποκαταστάτου αυτού οργανώσεως ή οργανώσεως επιδιωκούσης ομοίους σκοπούς.
Άρθρο: 3
Οργάνωσις δημοσίων συναθροίσεων
1. Ο διοργανώνων δημοσίαν συνάθροισιν είναι και πρόεδρος αυτής. Εάν ο διοργανώνων είναι νομικόν πρόσωπον ή ένωσις προσώπων υφ' οιανδήποτε μορφήν, πρόεδρος της συναθροίσεως θεωρείται πάντοτε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ή το ασκούν καθήκοντα προέδρου όργανον διοικήσεως του νομικού προσώπου ή της ενώσεως, ή εν ελλείψει τοιούτου ο κατά την παρ. 5 περ. α' του παρόντος άρθρου οριζόμενος πρόεδρος.
2. Ο πρόεδρος της δημοσίας συναθροίσεως δικαιούται να ορίζη και ειδικήν οργανωτικήν επιτροπήν της συναθροίσεως. Τα μέλη της επιτροπής ταύτης, ως και οι ορισθέντες ομιληταί της συναθροίσεως, δέον να μη εμπίπτουν εις τινα των περιπτώσεων των εδαφίων α' και β' του προηγουμένου άρθρου.
3. Ο πρόεδρος της δημοσίας συναθροίσεως, τα μέλη της ορισθείσης τυχόν υπ' αυτού οργανωτικής επιτροπής, ως και οι ομιληταί της συναθροίσεως, υπέχουν πάσας τας κατά το παρόν Νομοθετικόν Διάταγμα υποχρεώσεις και ευθύνας. Προκειμένου περί δημοσίας συναθροίσεως διοργανουμένης υπό νομικού προσώπου ή ενώσεως προσώπων τας υποχρεώσεις και ευθύνας ταύτας υπέχουν ομοίως και τα συμπράξαντα μέλη των διοικητικών αυτών συμβουλίων.
4. Ο πρόεδρος της δημοσίας συναθροίσεως υποχρεούται να γνωστοποιήση εγγράφως ταύτην εις την αστυνομικήν αρχήν του τόπου, εν τω οποίω η συνάθροισις μέλλει να πραγματοποιηθή, τεσσαράκοντα οκτώ τουλάχιστον ώρας προ της ώρας της πραγματοποιήσεώς της.
5. Η έγγραφος γνωστοποίησις της δημοσίας συναθροίσεως επιδίδεται εις την αρμοδίαν αστυνομικήν αρχήν επί αποδείξει βεβαιούση την ημερομηνίαν και ώραν επιδόσεως και δέον να περιλαμβάνη:
α) Το ονοματεπώνυμον και την διεύθυνσιν του προέδρου της συναθροίσεως και πάντων των κατά την παράγραφον 3 υπευθύνων προσώπων.
β) Την ημερομηνίαν και ώραν της συναθροίσεως.
γ) Τον ακριβή τόπον, εις ον η συνάθροισις μέλλει να πραγματοποιηθή ή εν περιπτώσει κινουμένης συναθροίσεως (πορείας) την αφετηρίαν, το τέρμα και την διαδρομήν, την οποίαν αύτη θα ακολουθήση, και
δ) Τον ειδικόν σκοπόν της συναθροίσεως.
Άρθρο: 4
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙ
ΟΡΟΙ ΤΗΡΗΤΕΟΙ ΚΑΤΑ ΤΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΙΣ
1. Εις τας κατά την έννοιαν του παρόντος δημοσίας συναθροίσεις δύναται πάντοτε να παρίσταται η Αστυνομία. Τα προς τούτο ορισθέντα αστυνομικά όργανα δέον, όπως μη μετέχουν ενεργώς της συναθροίσεως, απέχοντα οιασδήποτε ενεργείας ή εκδηλώσεως, δικαιο9ύνται δε να παρέμβουν μόνον προς καταστολήν διαπιστωθείσης τυχόν υπ' αυτών παραβάσεως των κειμένων νόμων ή κατόπιν δεδικαιολογημένης αιτήσεως του προέδρου της συναθροίσεως.
2. Η αστυνομική αρχή δύναται να διατάξη την απομάκρυνσιν εκ της δημοσίας συναθροίσεως παντός παρακωλύοντος ή διαταράσσοντος καθ' οιονδήποτε τρόπον την ομαλήν διεξαγωγήν αυτής. Προκειμένου περί συναθροίσεως σκοπούσςης εις την προβολήν κοινών αιτημάτων των μετεχόντων, δύναται, η αστυνομική αρχή, να διατάξη την απομάκρυνσιν παντός προσώπου ασχέτου ή ξένου προς τον υπό της συναθροίσεως επιδιωκόμενον σκοπόν, η συμμετοχή του οποίου δύναται να προκαλέση διατάραξιν της τάξεως.
3. Ουδεμία δημοσία συνάθροισις επιτρέπεται να πραγματοποιήται κατά τας ώρας της κοινής ησυχίας, ουδέ να παρατείνεται πέραν της 23ης ώρας.
4. Απαγορεύεται η υπό των μετεχόντων της συναθροίσεως χρησιμοποίσις στολών, σημάτων ή άλλων διακριτικών σημείων διαλυθέντων κομμάτων ή δηλωτικών των αρχών αυτών.
5. Ο πρόεδρος της δημοσίας συναθροίσεως και τα μέλη της ορισθείσης τυχόν οργανωτικής επιτροπής οφείλουν να παρίστανται καθ' όλην την διάρκειαν της συναθροίσεως. Ο πρόεδρος και τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής υποχρεούνται να μεριμνούν διά την κανονικήν διεξαγωγήν της συναθροίσεως, ως και διά την τήρησιν των διατάξεων του παρόντος και των κειμένων νόμων, λαμβάνοντες προς τούτο παν πρόσφορον μέτρον και δικαιούμενοι να επικαλώνται την παρέμβασιν της Αστυνομία. Δικαιούνται προς τούτοις να διακόψουν την συνάθροισιν και να επαναλάβουν ταύτην εντός πάντοτε του ορισθέντος χρόνου αυτής ή και να κηρύξουν την λήξιν ταύτης ανά πάσαν στιγμήν.
6. Οι ορισθέντες ομιληταί, εν τη δημοσία συναθροίσει, οφείλουν να μην προκαλούν διά των λόγων των την επιχείρησιν πράξεων αξιοποίνων, στασιαστικών και εν γένει πράξεων βιαιότητος. Εις τους αυτούς όρους υπόκεινται και τα χρησιμοποιούμενα παντός είδους συνθήματα.
Άρθρο: 5
Ειδικοί όροι επί δημοσίων συναθροίσεων εν κλειστώ χώρω
1. Γνωστοποιηθείσης, κατά το άρθρον 3 παράγραφοι 4 και 5 του παρόντος, δημοσίας συναθροίσεως εν κλειστώ χώρω, η αστυνομική αρχή δύναται να ορίση τον κατά την κρίσιν της αναγκαιούντα αριθμόν αστυνομικών οργάνων, ίνα παραστούν εν τω χώρω τούτω. Τα αστυνομικά ταύτα όργανα έχουν τα εν παραγράφοις 1 και 2 του προηγουμένου άρθρου δικαιώματα και υποχρεώσεις.
2. Επί δημοσίων συναθροίσεων εν κλειστώ χώρω απαγορεύεται η τοποθέτησις μεγαφώνων προς μετάδοσιν των εν τη συναθροίσει ομιλιών εκτός του χώρου αυτής, ως και οιαδήποτε εκτός του χώρου τούτου συγκέντρωσις. Τα εντός του κλειστού χώρου της συναθροίσεως μεγάφωνα δέον να είναι ακουστά μόνον εντός του χώρου τούτου.
3. Επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 9 του επομένου άρθρου, ως δημοσία συνάθροισις εν κλειστώ χώρω λογίζεται διά την εφαρμογήν του παρόντος και η πραγματοποιουμένη εις ασκεπή χώρον, εφ' όσον ούτος είναι πανταχόθεν μονίμως περιπεφραγμένος εις ύψος δύο τουλάχιστον μέτρων και κατά την διάρκειαν της συναθροίσεως είναι προσιτός μόνον εξ εισόδων εκ των προτέρων καθωρισμένων.
Άρθρο: 6
Ειδικοί όροι επί δημοσίων συναθροίσεων εν υπαίθρω
1. Γνωστοποιηθείσης κατά το άρθρον 3 παράγραφοι 4 και 5 του παρόντος δημοσίας συναθροίσεως εν υπαίθρω, η αστυνομική αρχή δύναται να απαγορεύση ταύτην, εάν ήθελε κρίνει, μετ' έρευναν, ότι εκ της πραγματοποιήσεως αυτής επίκειται κίνδυνος διά την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν, μη δυνάμενος να αποτραπή δι' ηπιωτέρων αστυνομικών μέτρων.
2. Αρμοδία διά την απαγόρευσιν δημοσίας συναθροίσεως εν υπαίθρω είναι η αστυνομική αρχή του τόπου, εν ως αύτη μέλλει να πραγματοποιηθή.
3. Η απόφασις περί απαγορεύσεως δημοσίας συναθροίσεως εν υπαίθρω δέον να περιέχη τους λόγους τους δικαιολογούντας, κατά την κρίσιν του εκδόντος ταύτην, τον επικείμενον κίνδυνον της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας και την αδυναμίαν αποτροπής αυτού δι' άλλων ηπιωτέρων της απαγορεύσεως μέτρων.
4. Αντί της πλήρους απαγορεύσεως δύναται, δι' ητιολογημένης αποφάσεως της αρμοδίας αστυνομικής διά την απαγόρευσιν αρχής, να επιτραπή η συνάθροισις υπό όρους, ως η μετάθεσις του χρόνου ή του τόπου της συναθροίσεως ή ύπό άλλους ειδικούς περιορισμούς πέραν των υπό του παρόντος οριζομένων πέραν των υπό του παρόντος οριζομένων.
5. Η απόφασις, η απαγορεύουσα την δημοσίαν συνάθροισιν εν υπαίθρω ή η επιτρέπουσα ταύτην υπό όρους, δέον να κοινοποιήται εις τον πρόεδρον της συναθροίσεως οκτώ τουλάχιστον ώρας προ της ορισθείσης διά την πραγματοποίησιν της συναθροίσεως. Μη κοινοποιηθείσης αντιθέτου τινός αποφάσεως εντός της προθεσμίας ταύτης, η δημοσθία εν υπαίθρω συνάθροισις λογίζεται ως μη απαγορευθείσα.
6. Απαγορεύεται η πραγματοποίησις δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως ως και η διέλευσις κινουμένης τοιαύτης (πορείας) εντός ακτίνος διακοσίων τουλάχιστον μέτρων από της κατοικίας του Ανωτάτου Αρχοντος, ως και από κτιρίων, εις τα οποία εδρεύουν η Βουλή, το Υπουργικόν Συμβούλιον και το Συνταγματικόν Δικαστήριον. Διά Β. Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Δημοσίας τάξεως, δύνανται να καθορισθούν το δι' εκάστην πόλιν μήκος της ακτίνος, εντός της οποίας απαγορεύεται η πραγματοποίησις ή η διέλευσις δημοσίας συναθροίσεως, αι κεντρικαί οδοί και πλατείαι εκάστης πόλεως, εις τας οποίας ισχύει η απαγόρευσις αύτη, ως και πάσα αναγκαία, διά την εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης, λεπτομέρεια. Τα Β. Διατάγματα ταύτα εκδίδονται, τροποποιούνται ή ανακαλούνται μόνον εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους.
7. Επί κινουμένων δημοσίων εν υπαίθρω συναθροίσεων (πορειών) αι ομιλίαι δέον να γίνωνται εις την αφετηρίαν ή εις το τέρμα αυτών, απαγορευομένης οιασδήποτε στάσεως ή ομιλίας κατά την διάρκειαν της πορείας. Αι κινούμεναι δημόσιαι συναθροίσεις πραγματοποιούνται μόνον πεζή.
8. Η δημοσία εν υπαίθρω συνάθροισις δέον να περιορίζεται εις τον ορισθέντα χώρον αυτής. Μόνον εντός του χώρου τούτου επιτρέπεται η τοποθέτησις μεγαφώνων. Πάσα πέραν του χώρου τούτου συγκέντρωσις απαγορεύεται.
9. Ως δημοσία συνάθροισις εν υπαίθρω θεωρείται, διά την εφαρμογήν του παρόντος, και η πραγματοποιουμένη εις μονίμως περιπεφραγμένον αλλ' ασκεπή χώρον, εφ' όσον το πλήθος, όπερ ούτος ως εκ της εκτάσεως ή της διαρρυθμίσεώς του, δύναται να περιλάβη, υπερβαίνει τας δέκα χιλιάδας (10.000) προσώπων.
Άρθρο: 7
Λόγοι δι' ους επιτρέπεται η διάλυσις δημοσίων συναθροίσεων
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΙΙ
ΔΙΑΛΥΣΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΩΝ
1. Η αστυνομική αρχή δύναται να διαλύση δημοσίαν, κατά το παρόν Νομοθετικόν Διάταγμα, συνάθροισιν εις τας ακολούθους και μόνον περιπτώσεις:
α) Εάν ο διοργανώσας την δημοσίαν συνάθροισιν, ή μέλος της οργανωτικής αυτής επιτροπής ή τις των ορισθέντων ομιλητών, εμπίπτη εις τινα των περιπτώσεων των διατάξεων του άρθρου 2 του παρόντος. β) Εάν η δημοσία συνάθροισις δεν εγνωστοποιήθη προσηκόντως, κατά τα οριζόμενα εν παραγράφοις 4 και 5 του άρθρου 3 του παρόντος, ή εάν πραγματοποιήται κατά παράβασιν ουσιωδών όρων της γενομένης γνωστοποιήσεως.
γ) Εάν η δημοσία εν υπαίθρω συνάθροισις πραγματοποιήται, καίτοι απαγορευθείσα κατά τα οριζόμενα εν παραγράφοις 1 έως 5 του άρθρου 6 του παρόντος.
δ) Εάν η δημοσία συνάθροισις διεξάγεται κατά παράβασιν όρου τινός εκ των οριζομενων εν άρθροι 4, 5 και 6 παράγραφοι 6 έως 9 του παρόντος και ε) Εάν η δημοσία συνάθροισις εξελίσσεται εις βιαίαν ή εκ της συνεχίσεως αυτής προκαλήται άμεσος κίνδυνος της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητος των μετεχόντων ή εάν οι μετέχοντες ταύτης εκτρέπωνται εις αξιοποίνους πράξεις.
2. Εις την περίπτωσιν του εδαφίου δ' της προηγουμένης παραγράφου η αστυνομική αρχή οφείλει προ πάσης ενεργείας να ζητήση από τον πρόεδρον της συναθροίσεως και τα μέλη της οργανωτικής αυτής επιτροπής, όπς αποκαταστήσουν την νόμιμον διεξαγωγήν ή άλλως κηρύξουν την λήξιν ταύτης, μόνον δεν εν αρνήσει ή αδυναμία τούτων, δικαιούται να προβή εις την διάλυσιν της συναθροίσεως.
3. Ευθύς, ως η αστυνομική αρχή διατάξη την διάυσιν δημοσίας συναθροίσεως, οι μετέχοντες ταύτης οφείλουν ν' απομακρυνθούν.
Άρθρο: 8
Μέσα προς διάλυσιν δημοσίων συναθροίσεων
Κανονισμός καταρτιζόμενος υπό των Αρχηγείων της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων, εγκρινόμενος δε διά Β. Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως και δημοσιευόμενος διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, θέλει καθορίσει τα της διαδικασίας της διαλύσεως, ως και τας προϋποθέσεις και τας συνθήκας, υπό τας οποίας οι άνδρες της δημοσίας δυνάμεως και τα τυχόν μετ' αυτών συμπράττοντα όργανα, δύνανται, προς διάλυσιν δημοσίων συναθροίσεων, να ποιήσωνται χρήσιν των όπλων άνευ ουδεμίας διά τας συνεπείας ευθύνης.
Άρθρο: 9
Ποινική ευθύνη των διοργανωτών και ομιλητών δημοσίας συναθροίσεως
ΚΕΦΑΛΙΟΝ IV
ΠΟΙΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
1. Τα εν παραγράφω 3 του άρθρου 3 του παρόντος αναφερόμενα πρόσωπα τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής: α) εάν η δημοσία συνάθροισις πραγματοποιήται άνευ προηγουμένης γνωστοποιήσεως ή κατά τρόπον διαφέροντα ουσιωδώς του εν τη γνωστοποιήσει διαλαμβανομένου, β) εάν πραγματοποιήται δημοσία συνάθροισις εν υπαίθρω απαγορευθείσα και γ) εάν συνεχίζεται, οιασδήποτε δημοσία συνάθροισις, καίτοι διετάχθη η διάλυσίς της υπό της Αστυνομίας.
2. Τα αυτά εν τη προηγουμένη παραγράφω πρόσωπα τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον ενός μηνός και χρηματικής ποινής:
α) εάν, διαρκούσης της δημοσίας συναθροίσεως, δεν εκπληρούν τας εν παραγράφω 4 του άρθρου 4 του παρόντος υποχρεώσεις των,
β) εάν αρνούνται να συμμορφωθούν προς την κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 7 πρόσκλησιν της Αστυνομίας και
γ) εάν η δημοσία εν υπαίθρω συνάθροισις τελήται κατά παράβασιν των οριζομένων εν παραγράφοις 6 έως 9 του άρθρου 6 του παρόντος.
3. Οι εν δημοσία συναθροίσει ομιληταί παραβαίνοντες τας εν παραγράφω 5 του άρθρου 4 του παρόντος ειδικάς υποχρεώσεις των τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον ενός μηνός και χρηματικής ποινής.
Άρθρο: 10
Ποινική ευθύνη των διαταρασσόντων δημοσίαν συνάθροισιν
Επιφυλασσομένων των διατάξεων των άρθρων 170, 171 και 189 του Ποινικού Κώδικος, τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους και χρηματικής ποινής μέχρι δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών:
α) ο, επί σκοπώ παρεμποδίσεως ή διαλύσεως ή ματαιώσεως της πραγματοποιήσεως δημοσίας συναθροίσεως, διαταράσσων ταύτην διά βίας ή απειλής ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον,
β) ο προβάλλων, καθ' οιονδήποτε τρόπον, εν δημοσία συναθροίσει συνθήματα ξένα προς τον σκοπόν αυτής και
γ) ο αρνούμενος να συμμορφωθή προς τας διαταγάς ή υποδείξεις της Αστυνομικής Αρχής ή του προέδρου ή των μελών της οργανωτικής επιτροπής της συναθροίσεως.
Άρθρο: 11
Οπλοφορούντες
Ο εν δημοσία συναθροίσει φέρων όπλον, ή έτερα αντικείμενα δυνάμενα οπωσδήποτε να προκαλέσουν σωματικάς βλάβας ή φθοράν πραγμάτων, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής, εάν η πράξις δεν τιμωρήται βαρύτερον κατ' άλλην τινά ποινικήν διάταξιν.
Άρθρο: 12
Πρόσωπα ξένα προς την δημοσίαν συνάθροισιν
Εν περιπτώσει καθ' ην ο τελέσας τινά των εν άρθροις 9, 10 και 11 του παρόντος πράξεων είναι πρόσωπον ξένον προς τους διοργανωτάς ή τους γνωστοποιηθέντας νομίμως σκοπούς της δημοσίας συναθροίσεως ή την κατηγορίαν των συμμετεχόντων εις αυτήν προσώπων, τιμωρείται, ούτος, διά φυλακίσεως τουλάχιστον έξ μηνών, και χρηματικής ποινής τουλάχιστον πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών.
Αρθρο: 13
Εξουσιοδότησις
ΚΕΦΑΛΙΟΝ V
Διά Β. Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως καθορίζονται αι αναγκαίαι διά την εκτέλεσιν του παρόντος λεπτομέρειαι.
Αρθρο: 14
Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
-----
Το ακόμη!!! ισχύον αυτό χουντικό διάταγμα που "ρυθμίζει" ένα τόσης μεγάλης σημασίας συνταγματικό δικαίωμα [ατομική ελευθερία] ερμηνεύει η παρατιθέμενη γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παπαδάκη.

Γνωμ/ τηση ΕισΑΠ 4/ 1999. 
Εισαγγελέας: Β. Παπαδάκης.

Δικαίωμα του συνέρχεσθαι.

Ειδικός περί συναθροίσεως νόμος είναι το ν.δ. 794/ 71 που εξακολουθεί να ισχύει [εφόσον εκτελεστικός νόμος της ως άνω συνταγματικής διατάξεως δεν έχει εκδοθεί] αν και περιέχει αρκετές αντισυνταγματικές διατάξεις. Ισχύουν επίσης το β.δ. 168/ 72 περί καθορισμού των χώρων όπου απαγορεύεται η πραγματοποίηση συναθροίσεων και το β.δ. 269/ 72 περί εγκρίσεως του κανονισμού διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων. Προηγούμενες, τούτων διατάξεις δεν καταργήθηκαν ρητώς, με αποτέλεσμα να υφίσταται μια απαράδεκτη νομοθετική σύγχυση και αβεβαιότητα [Δαγτόγλου, ατομικά δικαιώματα, 1991]. Έτσι η υπ٬ αριθμό 11/ 1962 γνωμοδότηση του ΕισΑΠ παραπέμπει στο ν. 29/ 1943 στα άρθρα 299 και 300 του Κανονισμού Χωροφυλακής, στα άρθρα 123-128 του κανονισμού υπηρεσίας στρατευμάτων στις πόλεις στον υπ′ αριθμό 61/ 1952 κανονισμό της πρώην αστυνομίας πόλεων και την υπ٬ αριθμό 76/ 1954 αστυνομική διάταξη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών. Οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ρητώς καταργηθεί από νεότερες νομοθετικές ρυθμίσεις.
Ερώτημα πρώτο: Συνάδουν προς την ισχύουσα συνταγματική τάξη οι διατάξεις του β.δ. 168/ 72;
Το διάταγμα αυτό που εξεδόθη κατ· εξουσιοδότηση του άρθρου 6 § 6 του ν.δ. 794/ 71 έχει χαρακτήρα “μη αυτοτελούς” διατάγματος με την έννοια ότι η έκδοση του συνδέεται με την ύπαρξη του εξουσιοδοτικού νόμου, συνεπώς καταργείται αυτοδικαίως μαζί με την κατάργηση του νόμου, δηλαδή του ν.δ. 794/ 71. Επειδή όμως εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος βάσει του άρθρου 112 § 1 Συντάγματος [ΑΠ 782/ 79 ΠοινΧ ΚΘ 883], ασφαλώς και το β.δ. 168/ 72 είναι σε ισχύ
Περαιτέρω, με το διάταγμα αυτό απαγορεύεται η εν υπαίθρω πραγματοποίηση δημοσίων συναθροίσεων και η διέλευση κινουμένων τοιούτων πορειών σε ορισμένους δρόμους που αναλυτικώς παρατίθενται. Περιεχόμενο της ελευθερίας της συνάθροισης είναι η ελευθερία οργάνωσης διεξαγωγής, διεύθυνσης και συμμετοχής στη συνάθροιση. Στην ελευθερία της συνάθροισης ανήκει και η ελευθερία καθορισμού του τόπου και του χρόνου διεξαγωγής της. Όμως καθόλου δεν είναι αντίθετοι στο Σύνταγμα περιορισμοί που αποβλέπουν στην προστασία άλλων εννόμων αγαθών. Οι κατοικίες λ.χ. των μελών της κυβερνήσεως, οι πρεσβείες ξένων κρατών μπορεί να χαρακτηριστούν ως χώροι στους οποίους δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή συνάθροισης ή πορείας. Επίσης συνταγματική είναι η απαγόρευση πορειών κατά την ώρα κυκλοφοριακής αιχμής στις κεντρικές οδικές αρτηρίες των πόλεων, στις εθνικές οδούς [Δαγτόγλου, σελ˙ 742]. Θα ήταν παραλογισμός αν υποστηριζόταν ότι η ελευθερία των συναθροίσεων υπερέχει της οδικής ασφάλειας που ανάγεται ή αναφέρεται σε ζωή, περιουσία κλπ. Όλως ενδεικτικώς περί των κρατούντων ευρωπαϊκών αντιλήψεων μνημονεύουμε σχετική διάταξη του Ολλανδικού Συντάγματος: “αναγνωρίζεται το δικαίωμα της συναθροίσεως, αλλά δεν θίγεται καθόλου η ευθύνη του καθενός έναντι του νόμου” [άρθρο 9 Συντάγματος της Ολλανδίας]. Οι συναθροίσεις πρέπει να διεξάγονται με τρόπο που να μην διαταράσσεται ή να διαταράσσεται μόνο στο μέτρο του απολύτως αναγκαίου η οδική κυκλοφορία. Με την έννοια αυτή είναι δυνατή και η συνύπαρξη της πορείας, σε καθορισμένη λωρίδα ή επί πεζοδρομίου ταυτόχρονα με την παράλληλη κυκλοφορία των οχημάτων. Η διατάραξη θα ήταν μέσα στα μέτρα του απολύτως αναγκαίου με τον τρόπο αυτό. Η αστυνομική αρχή που είναι υπεύθυνη για την τήρηση της δημόσιας τάξης [συμπεριλαμβάνεται και η οδική τάξη] είναι σε θέση να εκτιμήσει τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει κατά περίπτωση.
Ερώτημα δεύτερο: Μπορεί η Αστυνομία να απαγορεύει την κίνηση συναθροίσεων και πορειών επί του οδοστρώματος των πόλεων ή σε μέρος αυτού, ανάλογα με τον όγκο των συγκεντρωμένων και σε περίπτωση παραβίασης της απαγόρευσης, ποιες πρέπει να είναι οι περαιτέρω ενέργειες της αστυνομίας;
Έχει σχεδόν απαντηθεί το ερώτημα ήδη. Μόνο που συνιστά υποχρέωση των αστυνομικών αρχών να προλαμβάνουν ή να αποτρέπουν τους κινδύνους που επισημαίνει η § 2 του άρθρου 11 Συντάγματος. Επομένως ο καθορισμός αντί της πλήρους απαγορεύσεως ορισμένων όρων διεξαγωγής μιας πορείας είναι απολύτως σύμφωνος με το Σύνταγμα και το νόμο [άρθρο 6 § 4 ν.δ. 794/ 71], αφού διασφαλίζει πλην των άλλων και την ομαλή διεξαγωγή και την αποδοχή της από το ευρύ κοινό που δεν μετέχει στη συνάθροιση. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων που περιέχει η αιτιολογημένη απόφαση η οποία κοινοποιείται στο διοργανωτή ή τον πρόεδρο της συναθροίσεως τουλάχιστον 48 ώρες πριν από αυτήν, τότε η Αστυνομία οφείλει να ζητήσει από τους διευθύνοντες τη συνάθροιση, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της νόμιμης διεξαγωγής της είτε να κηρύξει τη λήξη της, μόνο δε αν αυτοί αρνηθούν ή αδυνατούν, δικαιούται η αστυνομία να προχωρήσει στη διάλυση της συνάθροισης [άρθρο 7 § 2 ν.δ. 794/ 71]. Μετά την κοινοποίηση της απόφασης για διάλυση που γίνεται τρεις φορές [λ.χ. με μεγάφωνο] στους συμμετέχοντες, καθένας που εξακολουθεί να μην απομακρύνεται, διαπράττει το αδίκημα του ΠΚ 171 § 1 ενώ για τα πρόσωπα του άρθρου 3 § 3 ν.δ. 794/ 71 θα εφαρμοσθεί η ποινική διάταξη του άρθρου 9 § 1 περίπτωση β΄, γ΄.
Ερώτημα τρίτο: Σε περίπτωση αποκλεισμού τμημάτων του εθνικού οδικού δικτύου ή ζωτικών για την κυκλοφορία επαρχιακών οδών από συναθροίσεις ή από τη στάθμευση οχημάτων των μετεχόντων στη συνάθροιση, μπορεί η αστυνομία να απαγορεύει τη συνάθροιση και τη στάθμευση των οχημάτων επί των ως άνω οδών και ποιες ποινικές διατάξεις πρέπει να εφαρμόζει για κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απαγόρευση;
Όπως ορίζεται στην § 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος, η αστυνομική αρχή μπορεί να απαγορεύσει την εν υπαίθρω συνάθροιση με αιτιολογημένη απόφαση, γενικώς μεν αν επίκειται σοβαρός κίνδυνος στη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρά, διαταραχή της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Στην έννοια της συνάθροισης περιέχεται η διαδήλωση και η πορεία. Το Σύνταγμα επιτρέπει την προληπτική απαγόρευση των υπαίθριων συναθροίσεων για τους παραπάνω λόγους και αφήνει τον περαιτέρω προσδιορισμό στο νόμο. Τέτοιος ειδικός νόμος δεν εκδόθηκε ακόμη και εξακολουθεί να εφαρμόζεται το ν.δ. 794/ 71. Ο νόμος αυτός προσθέτει στη δημόσια ασφάλεια και τη “δημόσια τάξη”. Η προσθήκη αυτή δεν είναι συνταγματική, διότι αντιβαίνει στο άρθρο 11 § 2 Συντάγματος που περιλαμβάνει μόνο τη Δημόσια Ασφάλεια. Η έννοια της “Δημόσιας Τάξης” είναι ευρύτερη, γιατί περιέχει πλην της Δημόσιας Ασφάλειας και την τήρηση της θεμελιώδους στο Δημόσιο Δίκαιο αρχής της συνεχούς και αδιατάρακτου λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, των αστικών συγκοινωνιών [ΣτΕ Ολομ 957/ 78]. Συνεπώς για επικείμενο κίνδυνο της δημόσιας τάξης δεν επιτρέπεται προληπτική απαγόρευση [γενική] της υπαίθριας συνάθροισης, φυσικά όμως για το λόγο αυτό, επιτρέπεται η διάλυση της ήδη διεξαγόμενης
Περαιτέρω η ΕΣΔΑ [άρθρο 11 § 2 εδ˙ 1 ν.δ. 53/ 74] επιτρέπει περιορισμούς της ελευθερίας συναθροίσεων για λόγους προασπίσεως της τάξεως ή προλήψεως της αταξίας [for the prevention of disorder]. Έτσι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε και από την Ελλάδα [ν.δ. 53/ 74] επιτρέπεται η λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην προάσπιση της τάξεως ακόμη και προληπτικά. Επειδή όμως η εσωτερική νομοθεσία δεν πρέπει να αντίκειται στο Σύνταγμα και πάλι πρέπει να θεωρείται ότι ούτε βάσει αυτής της διατάξεως επιτρέπεται προληπτική διάλυση της γενικής υπαίθριας συνάθροισης, εκ του λόγου ότι επίκειται κίνδυνος της Δημόσιας Τάξης ενώ αν ο κίνδυνος αφορά τη Δημόσια Ασφάλεια, τότε επιτρέπεται. 
Το άρθρο 11 § 2 Συντάγματος επιτρέπει την απαγόρευση της υπαίθριας συνάθροισης, αν σε ορισμένη περιοχή απειλείται σοβαρά διαταραχή της κοινονικοοιοκονομικής ζωής. Η διατύπωση είναι αόριστη και μπορεί να συντρέχει και όταν δεν απειλείται καθόλου η Δημόσια Ασφάλεια. Έτσι έχει γίνει δεκτό ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν η συνάθροιση απειλεί την κοινή ειρήνη [ΠΚ 189] ή θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των συγκοινωνιών και των κοινωφελών εγκαταστάσεων [ΠΚ 290 επ]. Η απειλή διακοπής της συγκοινωνίας, αστικής ή εξ ίσου της υπεραστικής, όπου διεξάγεται συνεχής διαμετακόμιση ζωτικών αγαθών, προσώπων και υπηρεσιών, συνιστά περίπτωση σοβαρής διαταραχής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας [ΣτΕ Ολομ 957/ 79] και εμπίπτει στην έννοια της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 11 § 2 περ˙ β΄ του Συντάγματος και άρα είναι επιτρεπτή η προληπτική απαγόρευση της συνάθροισης αυτής. Φυσικά είναι επιτρεπτή κατά μείζονα λόγο η διάλυση μιας τέτοιας συνάθροισης και κατά τη διεξαγωγή της. Στα πλαίσια αυτής της τοποθέτησης είναι επιτρεπτή επίσης η υπό όρους διεξαγωγή της [λ.χ. απαγόρευση της στάθμευσης των τρακτέρ στην οδική αρτηρία, η κατάληψη από τους συμμετέχοντες μέρους μόνον του οδοστρώματος]. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των μετεχόντων, εφαρμόζονται ανάλογα οι ποινικές διατάξεις των άρθρων 167, 170, 171 ΠΚ. Όμως μεταξύ των ταυτιζομένων διατάξεων του ποινικού κώδικα και των ποινικών διατάξεων του ν.δ. 794/ 71 θα εφαρμοσθούν εκείνες που περιέχουν τις βαρύτερες ποινικές συνέπειες.
Τέλος, θα πρέπει να θεωρούνται ως μη ισχύουσες οι ποινικές διατάξεις: α) του άρθρου 9 § 1 περ˙ ά, όταν δεν έγινε γνωστοποίηση της συνάθροισης, γιατί δεν συμβιβάζεται η αναγγελία με την απόλυτη συνταγματικά κατοχύρωση της [Δαγτόγλου, σελ˙ 741], β) ως μη ισχύουσα πρέπει να θεωρηθεί και η ποινική διάταξη του άρθρου 9 § 2 περ˙ ά ν.δ. 794/ 71 που αφορά σήματα διαλυθέντων κομμάτων, γ) επίσης η διάταξη του άρθρου 9 § 2 εδ˙ γ ν.δ. ΄794/ 71 μπορεί να ισχύσει μόνο για την περίπτωση του άρθρου 6 § 6 [πλην του κτηρίου του συνταγματικού δικαστηρίου που δεν υφίσταται] ενώ δεν ισχύει για τις § § 7, 8, 9 του άρθρου 6 λόγω μεταβολής των σημερινών πληθυσμιακών και λοιπών δεδομένων. Με το ίδιο σκεπτικό θα ήταν ευκταία και η εναρμόνιση των ρυθμίσεων του β.δ. 168/ 72 επί τη βάσει των σημερινών δεδομένων, που πιθανώς έχουν μεταβληθεί, για όσο τουλάχιστον χρονικό διάστημα οι δημοκρατικές κυβερνήσεις εξακολουθούν να μην καταρτίζουν νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 11 § 2 Συντάγματος.
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 25 § 3 Συντάγματος καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται, δηλαδή η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, είναι αντισυνταγματική. Εκ του λόγου ότι δεν αναφέρει η διάταξη κυρώσεις σε περίπτωση παραβιάσεως της, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν συνέπειες, η κυριότερη των οποίων είναι, ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν απολαμβάνει πλέον τη συνταγματική προστασία του ατομικού δικαιώματος το οποίο δεν μπορεί να επικαλείται ο καταχρώμενος [Δ. Τσάτσου, συνταγματικό δίκαιο, 1988 σελ˙ 279, ΠΠρΑθ 1044/ 86 Δνη 1987.710, Δαγτόγλου, σελ˙ 140]. Εξυπακούεται βέβαια ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κρίνεται μόνο από τα δικαστήρια, με αρκετή δυσκολία και περίσκεψη, αφού η έννοια της καταχρήσεως είναι αόριστη και η ευρύτητα των σκοπών των ατομικών δικαιωμάτων δεδομένη.


Προϋποθέσεις διαλύσεως δημοσίων υπαίθριων συναθροίσεων.

Εγκύκλιος 13/23-12-1977.
Εισαγγελέας: Αλέξανδρος Φλώρος.

Περίληψη: προϋποθέσεις διαλύσεως δημοσίων εν υπαίθρω συναθροίσεων, ο Εισαγγελεύς δύναται να παρίσταται μόνον εις εν υπαίθρω και ουχί εν κλειστώ χώρω συναθροίσεις, εκφέρει δε απλώς συμβουλευτικήν γνώμην περί της διαλύσεως ως και της χρήσεως των όπλων, οφείλει να μη γνωμοδοτεί υπέρ της διαλύσεως εάν η απόφασις της Αστυνομικής Αρχής δεν είναι επαρκώς ητιολογημένη, να καταβάλει δε πάσαν προσπάθειαν καταπείσεως των συναθροισθέντων να διαλυθούν.
Κείμενο.
Κατά την § 1 του άρθρου 11 του ισχύοντος Συντάγματος 1975, “οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα όπως συνέρχονται ησύχως και αόπλως” κατά δε την § 2 του αυτού άρθρου “μόνον εις δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεις δύναται να παρίσταται η αστυνομία. Αι εν υπαίθρω συναθροίσεις δύνανται να απαγορευθούν δι΄ ητιολογημένης αποφάσεως της αστυνομικής αρχής, γενικώς μεν αν εκ τούτων επίκειται σοβαρός κίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν, εις ωρισμένην δε περιοχήν αν απειλείται σοβαρά διαταραχή της κοινωνικοοικονομικής ζωής, ως ο νόμος ορίζει”. Εξ άλλου κατά το ν.δ. 794/71 “περί δημοσίων συναθροίσεων” και το κατ΄ εξουσιοδότησιν του άρθρου 8 τούτου εκδοθέν β.δ. 269/72 “περί εγκρίσεως του κανονισμού διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων” των οποίων αι διατάξεις, όσαι δεν αντίκεινται προς το ανωτέρω άρθρον του Συντάγματος, ισχύουν μέχρι εκδόσεως του υπ΄ αυτού προβλεπομένου νόμου [άρθρο 112 § 1 Συντάγματος] δύναται η αστυνομική αρχή να διαλύει παρανόμους δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεις, εις ας περιλαμβάνονται και αι κινηταί τοιαύται [διαδηλώσεις, πορείαι εις οδούς κ.λ.π.] κατά την υπό του εν λόγω κανονισμού προβλεπομένην διαδικασίαν.
Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι: 
1) Συνάθροισις υπό την εν τω Συντάγματι έννοιαν, είναι η σκόπιμος κατ΄ αρχήν, και ουχί τυχαία, προσωρινή επί το αυτό συνάντησις αξιολόγου αριθμού προσώπων προς έκφρασιν ή ακρόασιν ανακοινώσεως ή γνώμης επί ωρισμένου θέματος ή προς διαδήλωσιν φρονημάτων ή αιτημάτων οιουδήποτε χαρακτήρος ή προς λήψιν από κοινού αποφάσεων ή προς από κοινού άσκησιν του δικαιώματος του αναφέρεσθαι [βλ· Α. Σβώλου–Γ. Βλάχου, το σύνταγμα της Ελλάδος, τ΄ Β΄, σελ· 195]. Ήσυχος δε είναι αύτη, υπό την εν τω συντάγματι επίσης έννοιαν, η μη αποβλέπουσα εις εγκληματικούς σκοπούς.
2) Επιτρέπεται απαγόρευσις μόνον δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως εις τας εν τω άρθρω 11 του συντάγματος προβλεπομένας περιπτώσεις, αρμοδία δε προς τούτο, ως και δια την διάλυσιν απαγορευθείσης δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως, είναι αποκλειστικώς η Αστυνομική Αρχή του τόπου, εις ον αύτη πρόκειται να πραγματοποιηθεί, της οποίας Αρχής η σχετική περί απαγορεύσεως απόφασις, ήτις ως διοικητική πράξις υπόκειται εις προσβολήν δι΄ αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δέον να είναι αιτιλογημένη, εκθέτουσα αναλυτικώς τους λόγους τους δικαιολογούντας ότι επίκειται σοβαρός κίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν ή απειλή σοβαράς διαταραχής της κοινωνικοοικονομικής ζωής εις ωρισμένην περιοχήν, ως και ότι είναι αδύνατος η αποτροπή αυτών δι΄ άλλων ηπιωτέρων της απαγορεύσεως μέτρων
3) Συντρεχούσης προϋποθέσεως διαλύσεως δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως η Αστυνομική Αρχή προβαίνει εις τας εξής ενεργείας: α) Προσκαλεί εις τον τόπον αυτής [συναθροίσεως] εγκαίρως και εις κατεπειγούσας περιπτώσεις εκτάκτως τους εκπροσώπους της Διοικητικής και Δικαστικής Αρχής προς τους οποίους ανακινοί τον λόγον της προσκλήσεως των και β) προσκαλεί, παρουσία των ως είρηται εκπροσώπων, δια μεγαφώνων ή άλλου προσφόρου μέσου τους μετέχοντας της συναθροίσεως, όπως απομακρυνθούν του τόπου αυτής και διαλυθούν ησύχως, υπομιμνήσκουσα εις αυτούς τας υπό του Νόμου προβλεπομένας κυρώσεις, την εν λόγω δε πρόσκλησιν επαναλαμβάνει τρις, 4) Εάν μετά την τρίτην πρόσκλησιν οι οργανωταί και οι μετέχοντες της συναθροίσεως δεν υπακούσουν, η Αστυνομική Αρχή διατάσσει, παρουσία των εκπροσώπων της Διοκικητικής και Δικαστικής Αρχής και μετά γνώμην τούτων, την διάλυσιν αυτής δια χρήσεως, κατά την κρίσιν της, μετ΄ εκτίμησιν της καταστάσεως, των προσφόρων προς τον σκοπόν τούτον μέσων, ιδία δε δια βιαίας απωθήσεως, του καταιονισμού δι΄ ύδατος ή άλλων συναφών μέσων, 5) Εις κατεπειγούσας περιπτώσεις, καθ΄ ας παρίσταται άμεσος κίνδυνος διασαλεύσεως της τάξεως, ο εκπρόσωπος της Αστυνομικής Αρχής δικαιούται και προ της αφίξεως εις τον χώρον της συναθροίσεως των εκπροσώπων της Διοικητικής και Δικαστικής Αρχής, να προβαίνει εις τας ανωτέρω ενεργείας και 6) εάν δια της χρήσεως ηπίων μέσων δεν επιτευχθεί η διάλυσις της συναθροίσεως, αύτη δ΄ εξελιχθεί εις βιαίαν ή εκ της συνεχίσεως της προκαλείται άμεσος κίνδυνος της ζωής ή σωματικής ακεραιότητος των μετεχόντων αυτής ή ούτοι εκτρέπονται εις αξιοποίνους πράξεις ή ήρξαντο βιαιπραγούντες κατά των ανδρών της δημοσίας δυνάμεως, δύναται ο εκπρόσωπος της Αστυνομικής Αρχής, μετά γνώμην των εκπροσώπων της Διοικητικής και Δικαστικής Αρχής και αφού προηγουμένως καλέσει και πάλιν τους μετέχοντας της συναθροίσεως να διαλυθούν, να διατάξει την χρήσιν των όπλων υπό των ανδρών της δημοσίας δυνάμεως και των μετ΄ αυτών συμπραττόντων οργάνων. Χρήσις των όπλων άρχεται δι΄ εκφοβιστικής εις τον αέραν βολής, εάν δε και μετά τούτο δεν ήθελον αποσυρθεί οι μετέχοντες της συναθροίσεως, συγχωρείται οιαδήποτε χρήσις των όπλων. Δύναται δε η αστυνομική αρχή εις την περίπτωσιν ταύτην, εάν αι δυνάμεις δεν επαρκούν προς αντιμετώπισιν της καταστάσεως, να ζητήσει εγγράφως, ως προβλέπεται υπό του άρθρου 297 του από 12 ης Μαρτίου 1958 Κανονισμού Υπηρεσίας Χωροφυλακής, ως εκυρώθη υπό του από 22-3-1958 Β.Δ. και υπό των άρθρων 121-128 του Κανονισμού της εν πόλεσιν Υπηρεσίας Στρατευμάτων, από τον Ανώτερον Διοικητήν της Φρουράς την αναγκαίαν δύναμιν προς ενίσχυσιν.
Κατόπιν των ανωτέρω ο εκπρόσωπος της Δικαστικής Αρχής, όστις κατά τον ως άνω Κανονισμόν διαλύσεως δημοσίων συναθροίσεων είναι ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, υποχρεούται προσκαλούμενος υπό της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, να παραστεί εις δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεις και μόνον εις αυτάς και δη όταν συντρέχει περίπτωσις διαλύσεως αυτών, ουχί δε και εις δημοσίας εν κλειστώ χώρω συναθροίσεις, εις τας οποίας ούτε και η Αστυνομική Αρχή δικαιούται να παρίσταται, εφ΄ όσον αύται πραγματοποιούνται ησύχως και αόπλως, ως επίσης και εις συναθροίσεις, αι οποίαι γίνονται προς παρακολούθησιν δημοσίων θεαμάτων ή αθλητικών ή άλλων εν γένει αγώνων και αι οποίαι, άλωστε, ρητώς εξαιρούνται υπό της § 3 του άρθρου 1 του ανωτέρω ν.δ. 794/71. Και προσέτι εκφέρει απλώς κατά τα ως άνω, την γνώμην του, αν πρέπει να διαλυθεί ή όχι δημοσία εν υπαίθρω συνάθροισις και εν συνεχεία αν πρέπει να γίνει χρήσις των όπλων ή όχι. Η γνώμη του αύτη, ήτις πρέπει να δίδεται πάντοτε εγγράφως, συμβουλευτικόν χαρακτήρα έχει, δεδομένου ότι, ως και ανωτέρω εκτίθεται, αποκλειστικήν αρμοδιότητα εις αμφότερα τα θέματα έχει η Αστυνομική Αρχή.
Δέον όμως να λεχθεί ότι ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών, ως εκπρόσωπος της Δικαστικής Αρχής, οφείλει να μη γνωμοδοτεί υπέρ της διαλύσεως τοιαύτης συναθροίσεως, όταν η σχετική απόφασις της Αστυνομικής Αρχής δεν είναι επαρκώς ητιολογημένη και ως εκ τούτου δεν δύναται ούτος να πεισθεί απολύτως, ότι πράγματι επίκειται σοβαρός κίνδυνος εις την δημοσίαν ασφάλειαν ή απειλή σοβαράς διαταραχής της κοινωνικοοικονομικής ζωής εις ωρισμένην περιοχήν. Όπως επίσης οφείλει να μη γνωμοδοτεί και υπέρ της χρήσεως όπλων δια την κατά τα ως άνω διάλυσιν συναθροίσεως, όταν δεν υπάρχει εξαιρετική ανάγκη και δεν έχουν εξαντληθεί πάντα τα ηπιότερα μέσα, δεδομένου ότι αύτη [η χρήσις όπλων] είναι το έσχατον μέσον και γίνεται ουχί προς πρόληψιν κινδύνου, αλλά προς καταστολήν επελθούσης λίαν σοβαράς διαταραχής της δημοσίας ασφαλείας, με γνώμονα πάντοτε να μη γίνει κακόν μεγαλύτερον από ό,τι χρειάζεται δια να προστατευθούν τα πρόσωπα ή η ιδιοκτησία. Ακόμη οφείλει ο Εισαγγελεύς, προ της γνωμοδοτήσεως του υπέρ διαλύσεως απαγορευθείσης νομίμως δημοσίας εν υπαίθρω συναθροίσεως και εν συνεχεία αν παραστεί ανάγκη, υπέρ της χρήσεως των όπλων, να καταβάλει πάσαν δυνατήν προσπάθειαν να πείσει τους μετέχοντας τοιαύτης συναθροίσεως, να διαλυθούν ησύχως, η υποχρέωσις δ΄ αύτη του Εισαγγελέως απορρέει και του άρθρου 95 του Οργανισμού των Δικαστηρίων, κατά το οποίον ούτος “χρεωστεί να επαγρυπνεί επί των υπαρχόντων νόμων … και οσάκις το κοινόν συμφέρον απαιτεί, να λαμβάνει πρόσφορα μέτρα”.
---------
Απόφαση Διοικητικού Εφετείου Αθηνών υπ'  αριθμό 1096/ 2011.
[εκτενή αποσπάσματα].

4. Επειδή, στο άρθρο 11 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται ή αστυνομία. Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, στο ν. 2800/ 2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (φ. Α΄41) ορίζεται, στο άρθρο 1 ότι: «Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων, έχει ως αποστολή: α. Την κατοχύρωση και διατήρηση της δημόσιας τάξης. β. Την προστασία της δημόσιας και κρατικής ασφάλειας…..» στο δε άρθρο 8 ότι: «1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφάλειας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την Επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α. Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β. Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. 2……3. Η άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας και την παροχή έννομης προστασίας στους πολίτες και συνδρομής στις αρχές. β. Την τήρηση της τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και την προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά τις εκδηλώσεις αυτές……4…..5. Η άσκηση της αστυνομίας δημόσιας ασφάλειας περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη δίωξη των εγκλημάτων κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων…..».
5. Επειδή, από το συνδυασμό των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων, συνάγεται ότι το Κράτος είναι υποχρεωμένο να προστατεύει όλα τα έννομα αγαθά των πολιτών και να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση όλων των δικαιωμάτων τους. Μεταξύ δε των υπό του Συντάγματος προστατευόμενων ατομικών δικαιωμάτων είναι και εκείνο του συνέρχεσθαι, με βάση το οποίο οι πολίτες δύνανται να συμμετέχουν ελεύθερα σε πορείες και διαδηλώσεις, το δικαίωμα όμως αυτό πρέπει να ασκείται ειρηνικά και χωρίς όπλα. Από αυτά έπεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεως ή πορείας τελούνται από μερίδα συμμετεχόντων εγκλήματα και μάλιστα με τη χρήση όπλων, όπως είναι οι βόμβες μολότωφ, πέτρες, σφενδόνες, ξύλα κλπ. τα αστυνομικά όργανα τα οποία παρίστανται, έχουν εκ του Συντάγματος και εκ του ν. 2800/2000 καθήκον και ευθύνη, να λάβουν τα απαιτούμενα και ενδεδειγμένα, κατά περίπτωση, μέτρα τάξεως, ασφάλειας και τροχαίας, αφενός μεν, για την ανεμπόδιστη άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου ως άνω δικαιώματος του συνέρχεσθαι, αφετέρου δε για την αποτροπή διαταράξεως της κοινωνικοοικονομικής ζωής πέραν του αναγκαίου για την πραγματοποίηση της συνάθροισης μέτρου. (ΓΝΜΔ Εισ, ΑΠ 14/2007). Τα μέτρα δε αυτά, μπορούν αναλόγως του είδους, της βαρύτητας και της εκτάσεως των παρανόμων πράξεων που τελούνται κατά τη διάρκεια της συγκεντρώσεως ή πορείας, να οδηγήσουν ακόμη και στον περιορισμό του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, στο μέτρο που ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο μέτρο σε μία δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων (πρβλ. ΑΠ 58/2006). Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 2800/2000, οι σχετικές με την αποστολή και τα καθήκοντα της Ελληνικής Αστυνομίας, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπουν και στην προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή τους από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, δύναται να στοιχειοθετήσει υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα. Τέτοια δε υποχρέωση προς αποζημίωση μπορεί να στοιχειοθετηθεί, ειδικότερα, στην περίπτωση που τα αστυνομικά όργανα, υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας, παραλείψουν να λάβουν τα κατάλληλα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για την αντιμετώπιση και περαιτέρω αποτροπή εγκλημάτων κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεως ή πορείας, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα, η ζωή και ή περιουσία των πολιτών (πρβλ. Σ.τ.Ε. 28/2000, 3919/2001, 307/2007, 648, 1364, 1677/2008).
6. Επειδή, άλλωστε, με το άρθρο 93 του Π.Δ. 141/1991 «Αρμοδιότητες οργάνων και υπηρεσιακές ενέργειες του προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και θέματα οργάνωσης Υπηρεσιών» ορίζεται ότι: «1. Η προληπτική ενέργεια αποτελεί το πρώτιστο καθήκον της Ελληνικής Αστυνομίας. Αποσκοπεί στην πρόληψη των αξιόποινων πράξεων και δυστυχημάτων και την εξασφάλιση της δημόσια ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών. 2. Η κατασταλτική ενέργεια εκδηλώνεται σε περιπτώσεις τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης αξιόποινων πράξεων, είτε ως δικαστική προανάκριση, είτε ως καταδιωκτική ενέργεια και αποσκοπεί στη ματαίωση των αξιοποίνων πράξεων ή τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών τους, την εξιχνίαση των τελουμένων εγκλημάτων, την ανακάλυψη και σύλληψη των δραστών και την ανεύρεση και κατάσχεση των πειστηρίων και των προϊόντων του εγκλήματος» και με το άρθρο 133 του ίδιου Π.Δ. ότι: «Η χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς γίνεται: α. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 29/30-4-43 «περί των περιπτώσεων καθ’ ας επιτρέπεται η χρήσις των όπλων υπό της Δημοσίας Δυνάμεως», εφόσον υπάρχει απόλυτη ανάγκη και αφού εξαντληθούν όλα τα ηπιότερα μέσα. β. Για τη διάλυση των παράνομων δημόσιων συναθροίσεων, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του Κανονισμού διάλυσης δημόσιων συναθροίσεων. γ. Στις περιπτώσεις που συγχωρείται από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για την άμυνα και την κατάσταση ανάγκης». Εξάλλου, στο άρθρο 3 του Ν. 3169/2003 (φ. Α΄189) «Οπλοφορία, χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, εκπαίδευσή τους σε αυτά και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι: «1. Ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το πυροβόλο όπλο, εφόσον συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου. 2. Ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση του καθήκοντός του και συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: α. Εχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα, εκτός αν αυτά δεν είναι διαθέσιμα ή πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ηπιότερα μέσα είναι ιδίως παραινέσεις, προτροπές, χρήση εμποδίων, σωματικής βίας, αστυνομικής ράβδου, επιτρεπτών χημικών ουσιών ή άλλων ειδικών μέσων, προειδοποίηση για χρήση πυροβόλου όπλου και απειλή με πυροβόλο όπλο». Περαιτέρω, με το ν. 2254/1994 (φ.Α΄ 194) κυρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση για την απαγόρευση αναπτύξεως, παραγωγής, αποθηκεύσεως και χρήσεως χημικών όπλων και για την καταστροφή τους, μετά των Παραρτημάτων αυτής, που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 13 Ιανουαρίου 1993, ορίζονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1 ότι: «Έκαστο των συμβαλλομένων μερών-κρατών της παρούσης συμβάσεως αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως ουδέποτε και εν ουδεμία περιπτώσει: α) Αναπτύξει, κατασκευάσει….. χρησιμοποιήσει χημικά όπλα…..», και στο άρθρο 2 ότι: «Για τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως: 1. «Χημικά όπλα» σημαίνει το σύνολο ή έκαστο των κάτωθι στοιχείων: α) τα δηλητηριώδη / τοξικά χημικά προϊόντα και των προβαθμίδων αυτών, μη συμπεριλαμβανομένων των δηλητηριωδών / τοξικών χημικών προϊόντων τα οποία προορίζονται για σκοπούς οι οποίοι δεν απαγορεύονται από την παρούσα σύμβαση, για όσο χρονικό διάστημα οι τύποι και ποσότητες αυτών είναι συμβατές με τέτοιους σκοπούς …….7. «Μέσα καταστολής στάσης» σημαίνει παν χημικό προϊόν το οποίο δεν έχει καταχωρηθεί σε πίνακα και δύναται να προξενήσει στους ανθρώπους, εντός συντόμου χρονικού διαστήματος, αισθητηριακό ερεθισμό ή σωματική ανικανότητα, που αποκαθίσταται εντός μικρού χρονικού διαστήματος αφότου σταματήσει η έκθεση σε αυτό…..9. «Σκοποί που δεν απαγορεύονται από την παρούσα Σύμβαση» σημαίνει: α) Βιομηχανικούς, γεωργικούς……ή άλλους ειρηνικούς σκοπούς……δ) Σκοπούς διατηρήσεως της δημοσίας τάξεως, συμπεριλαμβανομένης και της καταστολής στάσης στο εσωτερικό του Κράτους….στο δε άρθρο 6 ότι: «Εκαστο Συμβαλλόμενο Μέρος Κράτος θα έχει το δικαίωμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως, όπως αναπτύσσει, παράγει, άλλως αποκτά, διατηρεί, μεταφέρει και χρησιμοποιεί δηλητηριώδη / τοξικά χημικά προϊόντα και τις προβαθμίδες αυτών, για σκοπούς που δεν απαγορεύονται από την παρούσα Σύμβαση…..»
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, οι εκκαλούντες με την από 26-2-2007 αγωγή τους προέβαλαν πρωτοδίκως ότι συμμετείχαν στις μαζικές κινητοποιήσεις, «για την προάσπιση της δημόσιας παιδείας και τη μη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος», δηλαδή, στις συγκεντρώσεις και πορείες που έλαβαν χώρα στο κέντρο της Αθήνας, α) την 08-06-2006, β) την 27-06-2006 και γ) την 22-02-2007. Παρ’ όλον, όμως, ότι, και στις τρεις προαναφερόμενες περιπτώσεις, όπως ισχυρίσθηκαν οι ήδη εκκαλούντες, ασκούσαν ειρηνικά και χωρίς καμία διάθεση σύγκρουσης το συνταγματικό δικαίωμα του συνέρχεσθαι, πραγματοποιώντας διαδήλωση νόμιμη και όχι απαγορευμένη, απρόκλητα δέχθηκαν επίθεση από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις (ΜΑΤ), κατά την οποία έγινε εκτεταμένη χρήση χημικών ουσιών (δακρυγόνων), με ρίψη χειροβομβίδων και εκτόξευσης εξ επαφής με το σύστημα της «φυσούνας». Ειδικότερα, όπως εξέθεσαν με το δικόγραφο της αγωγής οι εκκαλούντες, έλαβαν χώρα τα εξής πραγματικά περιστατικά: α) Κατά τη διαδήλωση της 08-06-2006 και ενώ η «κεφαλή» της πορείας που είχε ξεκινήσει από τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε φτάσει, περί ώρα 15.00΄ στην Πλατεία Συντάγματος, οι δυνάμεις των ΜΑΤ εκτόξευσαν απρόκλητα, αναιτιολόγητα, μαζικά και εξ επαφής, χημικά αέρια και δακρυγόνα κατά των διαδηλωτών, τόσον στην επάνω πλευρά της πλατείας (Λεωφ. Βασ. Σοφίας) όσο και την κάτω (οδός Ερμού) με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν στο Σύνταγμα χιλιάδες άνθρωποι, ενώ και όσοι εκ των διαδηλωτών επιχείρησαν να διαφύγουν από την οδό Πανεπιστημίου με κατεύθυνση τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπέστησαν νέες επιθέσεις με χημικά. Κατά τη διάρκεια των αστυνομικών αυτών επιθέσεων οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι από τη συνεχή και εκτεταμένη ρίψη χημικών ουσιών εναντίον τους υπέστησαν άμεσα σοβαρές σωματικές βλάβες, όπως έντονο τσούξιμο των οφθαλμών, δακρύρροια με προσωρινή απώλεια όρασης, δύσπνοια, έντονη ζάλη και τάση λιποθυμίας, η δε 4η από τους εκκαλούντες, όπως αναφέρονται στο δικόγραφο της εφέσεως, εμφάνισε άμεσα και δερματικά εξανθήματα στο πρόσωπο, το λαιμό και τα χέρια χαρακτηριζόμενα από ισχυρό αίσθημα καύσου και κνησμού που παρέμειναν τουλάχιστον επί πενθήμερο. β) Κατά τη διαδήλωση της 27-06-2006, και ενώ αυτή είχε σχεδόν ολοκληρωθεί περί ώρα 15,00΄- 16,00΄ και η ¨κεφαλή» της πορείας κατέληγε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι αστυνομικές δυνάμεις πραγματοποίησαν, απρόκλητα, εκτεταμένη ρίψη χημικών εναντίον των διαδηλωτών παράλληλα δε άσκησαν φυσική βία, χτυπώντας τους διαδηλωτές με κλωτσιές μπουνιές και με τα γκλομπς. Προκειμένου να βρούν καταφύγιο από την αποπνικτική ατμόσφαιρα, πολλοί διαδηλωτές κατέφυγαν στο κτίριο της Νομικής Σχολής όπου, όμως, όπως ισχυρίστηκαν οι εκκαλούντες, τα ΜΑΤ προέβησαν, κατά τρόπο πρωτοφανή, σε εκτεταμένη ρίψη χειροβομβίδων χημικών αερίων εντός του κλειστού κτιρίου της Νομικής Σχολής με αποτέλεσμα το κτίριο να μετατραπεί σε «θάλαμο αερίων».
Περαιτέρω, οι ήδη εκκαλούντες υποστήριξαν ότι από τη ρίψη των χημικών στους δρόμους πέριξ των Προπυλαίων, οι εξ αυτών 1ος, 2ος, 9ος και 10ος υπέστησαν σοβαρές σωματικές βλάβες, δηλαδή, παρουσίασαν άμεσα έντονο αίσθημα ασφυξίας, ταχυκαρδία, δακρύρροια, δερματικά εξανθήματα, τα οποία διατηρήθηκαν από τρεις έως επτά ημέρες, ενώ για την 4η εξ αυτών, την ..............., η ευερεθιστικότητα των αναπνευστικών οδών είναι μόνιμη, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, γ) Κατά τη διαδήλωση της 22-02-2007, η οποία ξεκίνησε περί ώρα 14,00΄ από τα Προπύλαια και ενώ η κεφαλή της πορείας είχε φτάσει στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Βασ. Σοφίας, ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι, οι δυνάμεις των ΜΑΤ για άγνωστους λόγους, εντελώς απρόκλητα και αναιτιολόγητα, εκτόξευσαν εναντίον των διαδηλωτών μαζικά και αδιάκριτα χημικά αέρια, τόσο με τη μορφή χειροβομβίδων όσο, και εξ επαφής με τη χρήση της «φυσούνας» προς όλες τις κατευθύνσεις της πλατείας Συντάγματος. Ετσι, προσβλήθηκαν με χημικά και τοξικά αέρια και ουσίες όχι μόνον όσοι βρίσκονταν στην κεφαλή της πορείας, αλλά και στο τέλος της πορείας επί της οδού Σταδίου, όπως οι 1ος , 2ος , 3ος , 4η, 9ος και 10ος από τους εκκαλούντες. Περαιτέρω, ενώ οι διαδηλωτές ανασυντάχθηκαν και κατευθύνθηκαν συντεταγμένα και σε πορεία προς το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου θα πραγματοποιείτο ανοικτή συνεδρίαση για το μέλλον των αγωνιστικών κινητοποιήσεων και ενώ χιλιάδες φοιτητές βρίσκονταν εντός του χώρου του Πολυτεχνείου, ξαφνικά και απρόκλητα, τόσο εντός του προαυλίου του Πολυτεχνείου όσο και στους πέριξ αυτού δρόμους οι δυνάμεις των ΜΑΤ προέβησαν σε ιδιαίτερα εκτεταμένη ρίψη χημικών (τουλάχιστον 800 δακρυγόνα μετρήθηκαν κατά δήλωση του Πρύτανη του ΕΜΠ). Από την εκτεταμένη αυτή ρίψη χημικών προβάλλεται από τους εκκαλούντες ότι υπέστησαν επιπρόσθετες σωματικές βλάβες οι 3ος και 4η από αυτούς, παρουσιάζοντας έντονο αίσθημα ασφυξίας, ταχυκαρδία, δακρύρροια και έντονα δερματικά εξανθήματα. Η δράση αυτή των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως ισχυρίστηκαν οι ήδη εκκαλούντες ήταν παράνομη. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες προέβαλαν πρωτοδίκως ότι τα χημικά αέρια που χρησιμοποιεί η Ελληνική Αστυνομία περιέχουν την ουσία «CS» (ορθοχλωροβενζινομαλονονιτρίλη) και διαχέονται στον αέρα είτε με τη ρίψη χειροβομβίδων, είτε με την εκτόξευση (ψεκασμό) διαλύματος με το εν λόγω αέριο αναμεμειγμένο με διοξείδιο του άνθρακα σε υγρή μορφή, μέσω ειδικού όπλου-εκτοξευτήρα («φυσούνα»), ότι η ανωτέρω ουσία «CS» είναι ιδιαιτέρως τοξική και επικίνδυνη για την υγεία και τη ζωή ακόμη, όσων εκτεθούν σε αυτήν, έχοντας, μάλιστα, τόσο άμεσα αποτελέσματα που ενίοτε έχουν φτάσει και στο θάνατο, όσο και μακροπρόθεσμα, με μη προβλέψιμες βλάβες της υγείας.
Συνεπώς, υποστήριξαν οι ήδη εκκαλούντες, ότι λόγω της ιδιαίτερης τοξικότητας της ως άνω ουσίας «CS», αυτή αποτελεί χημικό όπλο και, ως εκ τούτου η χρήση της από την Ελληνική Αστυνομία είναι παράνομη, διότι αντίκειται τόσο στις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της ανθρώπινης ζωής και της σωματικής ακεραιότητας και υγείας, όσο και σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα, όπως η Σύμβαση του Παρισιού (1993), βάσει της οποίας απαγορεύεται απολύτως η παραγωγή και χρήση χημικών ουσιών για στρατιωτικούς σκοπούς, πόσο μάλλον, υποστήριξαν οι ήδη εκκαλούντες εξ αντιδιαστολής, σε καιρό ειρήνης για την προστασία της εσωτερικής δημόσιας τάξης. Σε κάθε δε περίπτωση, προέβαλαν πρωτοδίκως οι ήδη εκκαλούντες, ότι ο τρόπος με τον οποίο κατά τις ανωτέρω διαδηλώσεις ερρίφθησαν τα χημικά από την Ελληνική Αστυνομία, ήταν παράνομος, διότι ουδείς λόγος υφίστατο, καταρχήν, για τη χρήση τους, εφόσον οι διαδηλώσεις ήταν ειρηνικές, ενώ περαιτέρω η ρίψη αυτή δεν πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο χρονικά και τοπικά περιορισμένο προς αντιμετώπιση συγκεκριμένων, ενδεχομένως, περιπτώσεων βίας από διαδηλωτές, αλλά μαζικά, αδιάκριτα και εκτεταμένα, πέραν κάθε έννοιας αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, εξικνούμενη μέχρι του σημείου ρίψεως τέτοιων χημικών εντός κτιρίου (της Νομικής Σχολής), γεγονός το οποίο απαγορεύεται ρητώς ακόμη και σε στρατιωτικές επεμβάσεις, με βάση εγχειρίδιο του Ελληνικού Στρατού, με τίτλο «Μνημόνιο Διμοιρίας Καταστολής Πλήθους». Από την προβαλλόμενη ως παράνομη, κατά τα προεκτεθέντα, συμπεριφορά των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και τη ρίψη χημικών αερίων κατά τις προαναφερθείσες διαδηλώσεις, οι εκκαλούντες που συμμετείχαν σε αυτές προέβαλαν ότι: Ι) υπέστησαν, άμεσα, σοβαρές σωματικές βλάβες αφού παρουσίασαν έντονο τσούξιμο οφθαλμών και ενίοτε προσωρινή απώλεια όρασης, αίσθημα ασφυξίας, ταχυκαρδία, δακρύρροια και δερματικά εξανθήματα σε όλο το σώμα με αίσθημα καύσου και κνησμού που διήρκεσαν τουλάχιστον επί πενθήμερο, ΙΙ) μακροχρόνια, λόγω της έκθεσής τους στο αέριο CS για διάστημα πολλών ωρών και επανειλημμένα κατά τις ανωτέρω διαδηλώσεις, της ιδιαιτέρως μεγάλης τοξικότητας και του μαζικού και αδιάκριτου τρόπου ρίψης και της ρίψης αυτού στο κλειστό κτίριο της Νομικής Σχολής, έχουν εκτεθεί σε σοβαρό κίνδυνο της υγείας και της ζωής τους ακόμη και με υψηλότατο κίνδυνο για εμφάνιση στο μέλλον καρκινογενέσεων, κυκλοφοριακών νοσημάτων, σοβαρής βλάβης των οφθαλμών, εγκεφαλικών, νευρολογικών και ψυχικών διαταραχών και ΙΙΙ) μειώθηκαν ηθικώς και προσεβλήθησαν στην προσωπικότητά τους, αφού στερήθηκαν το προστατευόμενο από το άρθρο 11 του Συντάγματος δικαίωμα του συνέρχεσθαι, δεδομένου ότι αν και οι ίδιοι συμμετείχαν ειρηνικά σε μη απαγορευμένες διαδηλώσεις, εντούτοις παρεμποδίστηκαν στην άσκηση του ως άνω δικαιώματός τους από τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας που, εντελώς απρόκλητα και με μοναδικό σκοπό να τρομοκρατήσουν τους διαδηλωτές και να διαλύσουν τις ως άνω συγκεντρώσεις, προέβησαν σε μαζική και πρωτοφανώς εκτεταμένη και αδιάκριτη ρίψη χημικών ουσιών, η οποία ουδόλως δικαιολογείτο από τις περιστάσεις, ενώ ακόμη και αν υπήρχαν περιστατικά βίας από ορισμένους διαδηλωτές έπρεπε αυτά να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα και όχι με τον μαζικό και αδιάκριτο τρόπο που προεκτέθηκε.
Με βάση τα ανωτέρω οι ήδη εκκαλούντες προέβαλαν πρωτοδίκως ότι από τις αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενες προσβολές της υγείας και της προσωπικότητάς τους υπέστησαν ηθική βλάβη και ζήτησαν να επιδικαστεί σε καθέναν από αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 300.000,00 ευρώ, επιμερίζοντας το ως άνω ποσό ανά 100.000,00 ευρώ για κάθε μία εκ των τριών ανωτέρω (υπο στοιχ, Ι, ΙΙ και ΙΙΙ) επιμέρους προσβολών. Για την απόδειξη των ισχυρισμών τους οι εκκαλούντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν πρωτοδίκως: … Οι τότε δώδεκα (12) ενάγοντες και ήδη έξι (6) εκκαλούντες ζήτησαν, με την από 26-2-2007 αγωγή τους, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, την επιδίκαση σε κάθε ένα από αυτούς του ποσού των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία όπως υποστηρίζουν, υπέστησαν από τις παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς τους, ενέργειες των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και ειδικότερα, για παράβαση εκ μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του Α.Κ. των άρθρων 5 (παρ. 2 και 5) 11 (παρ. 1) και 2 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 2 της Ε.Σ.Δ.Α. σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 105 Εισ. ΝΑΚ.
8. Επειδή, εξάλλου, το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αρνήθηκε πρωτοδίκως την ασκηθείσα αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και ζήτησε την απόρριψή της. Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο με το κατατεθέν, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου την 28-5-2008 υπόμνημά του καθώς και με την 8004/13/8-γ/29-3-2007 έκθεση απόψεων: α) αμφισβήτησε τη συμμετοχή των ήδη εκκαλούντων στις προαναφερόμενες διαδηλώσεις, β) αρνήθηκε ότι αυτοί υπέστησαν οποιαδήποτε από τις σωματικές βλάβες που προέβαλαν με την αγωγή τους οι τότε ενάγοντες, εφόσον οι τελευταίοι δεν προσκόμισαν στοιχεία προς απόδειξή τους (ιατρικές βεβαιώσεις και πιστοποιητικά), γ) διευκρίνισε ότι η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει και χρησιμοποιεί μόνον δακρυγόνα τα οποία περιέχουν ως δραστική ουσία το CS, το οποίο θεωρείται αβλαβές και χρησιμοποιείται από τις Αστυνομίες όλων των χωρών της Ευρώπης αλλά και παγκοσμίως για την αντιμετώπιση οχλοκρατικών εκδηλώσεων, επιτρεπτώς με βάση το άρθρο 2 παρ. 9 περιπτ. δ΄ της επικαλούμενης από τους ενάγοντες από 13-01-1993 Σύμβασης του Παρισιού που κυρώθηκε με το ν. 2254/1994, ότι το εν λόγω συστατικό CS θεωρείται ακίνδυνο και δεν έχει έως σήμερα ταξινομηθεί ως επικίνδυνη ουσία, εφόσον δεν συμπεριλαμβάνεται στους Πίνακες απαγορευμένων χημικών ουσιών ούτε της ανωτέρω Σύμβασης, ούτε της υπ’ αριθμ. 378/1994 Κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Επικίνδυνες ουσίες, ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση αυτών σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 67/548/ΕΟΚ όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει» (φ. Β΄705) και συνεπώς, η χρήση της ως άνω χημικής ουσίας δεν είναι παράνομη και δ) τόνισε ιδιαιτέρως ότι στα συλλαλητήρια που έλαβαν χώρα την 08-06-2006, 27-06-2006 και 22-02-2007 στο κέντρο της Αθήνας, έγιναν εκτεταμένα επεισόδια από άτομα που συμμετείχαν σε αυτά, τα οποία έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπα τους με κουκούλες μαντήλια και κράνη επιτέθηκαν αναίτια και απρόκλητα κατά αστυνομικών με καδρόνια, πέτρες, μάρμαρα, πλάκες πεζοδρομίου, βόμβες μολότωφ, φωτοβολίδες ριπτόμενες με ειδικό εκτοξευτήρα, και άλλα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν πολλοί αστυνομικοί, να προκληθούν εκτεταμένες φθορές σε είδη της υπηρεσιακής τους εξάρτησης, σε υπηρεσιακά οχήματα, σε άλλα δημόσια υλικά, ενώ περαιτέρω, άτομα που συμμετείχαν στα εν λόγω συλλαλητήρια, επίσης αναίτια και απρόκλητα, προξένησαν φθορές και εμπρησμούς σε καταστήματα τραπεζών, σε ΙΧ αυτοκίνητα πολιτών, σε εμπορικά καταστήματα, σε κάμερες διαχείρισης της κυκλοφορίας, σε κάδους απορριμμάτων, στάσεις λεωφορείων κλπ. με αποτέλεσμα η χρήση χημικών ουσιών για την απομάκρυνση των εν λόγω ατόμων και την καταστολή των επεισοδίων, να παρίσταται επιχειρησιακά, η ηπιότερη, πλέον ενδεδειγμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση από πλευράς των αστυνομικών οργάνων, σε ένα ιδιαίτερα βίαιο περιβάλλον διακινδύνευσης της ζωής, της περιουσίας και άλλων έννομων αγαθών.
11. Επειδή, τέλος, καθόσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση που διεκδικούν οι εκκαλούντες λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υποστηρίζουν ότι υπέστησαν, από την προσβολή της προσωπικότητά τους, λόγω της, κατά τους ισχυρισμούς τους, «απρόκλητης, αναίτιας, μαζικής και αδιάκριτης» ρίψης χημικών ουσιών (δακρυγόνων) κατά τις διαδηλώσεις της 08-06-2006, 27-6- 2006 και 22-2- 2007, εξαιτίας της οποίας εμποδίστηκαν να ασκήσουν το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα του συνέρχεσθαι το Δικαστήριο, ενόψει όσων έγιναν δεκτά στην 4η, 5η και 6η σκέψη της παρούσας, κρίνει ότι, η χρήση δακρυγόνων χημικών ουσιών από τα αστυνομικά όργανα κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και πορειών, προκειμένου να αποτραπούν εγκλήματα κατά της ζωής , της υγείας και της περιουσίας τρίτων και να διατηρηθεί η δημόσια τάξη και η ομαλή κοινωνικοοικονομική ζωή, δεν συνιστά καταρχήν παράνομη πράξη, εφόσον συνάδει προς την αποστολή και τις υποχρεώσεις της Ελληνικής Αστυνομίας για τη διαφύλαξη των εν λόγω αγαθών. Κατά τη λήψη, όμως, των κατασταλτικών αυτών μέτρων, πρέπει να τηρείται η αναλογία μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του χρησιμοποιουμένου μέσου, και να μη περιορίζεται υπέρμετρα, δηλαδή, πέραν του αναγκαίου μέτρου, η άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Με τις προϋποθέσεις αυτές η χρήση δακρυγόνων χημικών ουσιών, επιτρέπεται κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεων και πορειών με βάση τόσο το εσωτερικό, όσο και το διεθνές δίκαιο, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 3 (παρ. 2 α΄) του ν. 3169/2003 και τα άρθρα 2 (παρ. 1 και 9δ) και 6 της κυρωθείσας με το ν. 2254/1994 Σύμβασης, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι την 13-01-1993 για την απαγόρευση παραγωγής, χρήσεως κλπ. χημικών όπλων, ενόψει του ότι η χρήση δρακρυγόνων χημικών ουσιών, συγκαταλέγεται στα ηπιότερα μέσα αντιμετώπισης παραβατικής συμπεριφοράς. Εξάλλου, το αέριο «CS» το οποίο χρησιμοποιεί η Ελληνική Αστυνομία κατά τη ρίψη δακρυγόνων, δεν έχει ταξινομηθεί, όπως προαναφέρθηκε, ως επικίνδυνη ουσία, εφόσον δεν συγκαταλέγεται στους Πίνακες απαγορευμένων χημικών ουσιών της Σύμβασης του Παρισιού, ούτε της 378/1994 Κοινής Απόφασης των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών «Επικίνδυνες ουσίες, ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση αυτών σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 67/548/ΕΟΚ , όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει» (ΦΕΚ Β΄705) και συνεπώς, η χρήση της εν λόγω χημικής ουσίας δεν είναι, καθαυτή, παράνομη... Ενόψει των όσων εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρήση των δακρυγόνων χημικών ουσιών κατά τις διαδηλώσεις της 08-06-2006, της 27-06-2006 και της 22-02-2007 τελούσε σε εύλογη σχέση με τα εγκλήματα που κατά τα προεκτεθέντα διαπράττονταν, ο περιορισμός δε των εκκαλούνταν στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι κατά τις εν λόγω συγκεντρώσεις, δεν συνιστά παράνομη, από την πλευρά των αστυνομικών οργάνων προσβολή της προσωπικότητάς τους, αλλά αποτελούσε αναγκαίο μέτρο για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων (υγείας, ζωής, περιουσίας) των αστυνομικών, των υπολοίπων διαδηλωτών και τρίτων πολιτών και την προάσπιση της δημόσιας τάξης και της ομαλής κοινωνικοοικονομικής ζωής της πόλης. Κατόπιν όλων αυτών, δεν θεμελιώνεται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση των εκκαλούντων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ. ΝΑΚ, όπως αυτό κατ’ ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη, όσα δε αντίθετα προβάλλονται με την κρινόμενη έφεση πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα. 12. Επειδή, κατόπιν όλων αυτών, η κρινόμενη έφεση πρέπει ν’ απορριφθεί, το δε παράβολο πρέπει να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τέλος εκτιμωμένων των περιστάσεων πρέπει ν’ απαλλαγούν οι εκκαλούντες από τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 277 (παρ. 1) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την έφεση.

5 σχόλια:

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελεύθερη ειρηνική συγκέντρωση - συνάθροιση και στην ελεύθερη σύσταση σωματείων - ενώσεων ..., ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς, εκτός από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν μέτρα αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το συνταγματικό δικαίωμα της συνάθροισης (ή του συνέρχεσθαι) περιλαμβάνει την ελευθερία οργάνωσης, διεξαγωγής, και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα. Φορείς του σχετικού δικαιώματος είναι τα πρόσωπα που διοργανώνουν και συμμετέχουν στη συνάθροιση, η δε παρεχόμενη σ` αυτά συνταγματική προστασία νοείται μόνο έναντι του κράτους και των λοιπών φορέων δημόσιας εξουσίας, και όχι έναντι άλλων ιδιωτών, ως προς τους οποίους ισχύει η κοινή νομοθεσία. Στην υπαίθρια συνάθροιση υπάγεται και η διαδήλωση ή η συνάθροιση διαμαρτυρίας, που αποσκοπεί στον επηρεασμό και άλλων προσώπων εκτός από εκείνα που μετέχουν σ` αυτή, η οποία προστατεύεται συνταγματικά, εφόσον είναι ήσυχη και άοπλη, δηλαδή δεν μετέρχεται βίαια μέσα και δεν κάνει χρήση όπλων για την επιβολή των σκοπών της. Η κατοχύρωση της ελευθερίας συναθροίσεων και διαδηλώσεων από το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος δεν υποβάλλεται σε επιφύλαξη νόμου, αλλά η άσκησή της υπάγεται στους γενικούς περιορισμούς της κειμένης νομοθεσίας, ώστε να μη θίγονται προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα αγαθά τρίτων (ζωή, τιμή, περιουσία κλπ.) [Άρειος Πάγος 1085/ 2014].
ελευθερία έκφρασης, δικαίωμα του συνέρχεσθαι (συναθροίσεων), προσβολή προσωπικότητας
Η νμλγ αυτή δεν θεωρεί εφαρμοστέα την ελευθερία αυτή και στις μεταξύ ιδιωτών σχέσεις, δηλαδή δεν θεωρεί ισχύουσα την λεγόμενη τριτενέργεια των δικαιωμάτων και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, υποχρέωση που έχει θεσπισθεί στο άρθρο 25 ισχύοντος Συντάγματος.

KIKH είπε...

Η ΕΥΡΥΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΚΟΠΩΝ ΤΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΗ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΑΟΡΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΣΟΥΡΗ ΑΘΑΝΑΤΟ: "Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΔΥΟ ΔΙΚΑΙΑ ΑΣΚΕΙ ΠΑΝΕΛΕΥΘΕΡΩΣ, ΣΥΝΕΡΧΕΣΘΑΙ ΤΕ ΚΑΙ ΟΥΡΕΙΝ ΕΙΣ ΟΠΟΙΟ ΘΕΛΕΙ ΜΕΡΟΣ."

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

"2) Μεταξύ των υπό του Συντάγματος προστατευομένων ατομικών δικαιωμάτων είναι και εκείνο του συνέρχεσθαι. Με βάση το δικαίωμα αυτό οι πολίτες δύνανται να συμμετέχουν ελευθέρως σε πορείες και διαδηλώσεις. Τούτο όμως πρέπει να γίνεται ησύχως και χωρίς όπλα. Εκ των τελευταίων παρέπεται, ότι δεν συνάδει προς την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, η υπό μερίδας των συμμετεχόντων σε πορείες και διαδηλώσεις πριν, κατά τη διάρκεια ή και μετά το τέλος αυτών, τέλεση εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων αυτά των εμπρησμών εκ προθέσεως, διακεκριμένων φθορών ξένης ιδιοκτησίας, σωματικών βλαβών, αντιστάσεως, διαταράξεως κοινής ειρήνης κ.λ.π. Ούτε πολύ περισσότερο είναι δυνατόν να θεωρηθεί άσκηση του ρηθέντος δικαιώματος, η υπό μερίδας των συμμετεχόντων στις πορείες και διαδηλώσεις, κατοχή όπλων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βόμβες μολότωφ, σφενδόνες κ.λ.π., και περαιτέρω η δια της χρήσεως αυτών τέλεση και άλλων εγκλημάτων μεταξύ των οποίων τα ως άνω αναφερθέντα, αφού αυτά ρητώς απαγορεύονται από την ίδια τη συνταγματική διάταξη που θεσπίζει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι.Αυτά δε ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι σε κάθε περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι από τους διαδηλούντες, πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να μην παρακωλύονται οι υπόλοιποι πολίτες στην άσκηση των δικών τους δικαιωμάτων.
3) Στην περίπτωση κατά την οποία κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων και πορειών τελούνται από μερίδα των συμμετεχόντων σ’ αυτές εγκλήματα και μάλιστα με τη χρήση πολλές φορές όπλων, όπως είναι οι βόμβες μολότωφ, σφενδόνες κ.λ.π., τα αστυνομικά όργανα τα οποία παρίστανται, όπως έχουν εκ του Συντάγματος και εκ του Π.Δ. 141/1991 δικαίωμα και καθήκον, με σκοπό τη λήψη μέτρων τάξεως, ασφάλειας και τροχαίας, για την ανεμπόδιστη άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου ως άνω δικαιώματος, αλλά και την αποτροπή διαταράξεως της κοινωνικοοικονομικής ζωής πέραν του αναγκαίου για την πραγματοποίηση της συνάθροισης, έχουν καθήκον και ευθύνη να εντοπίζουν και να συλλαμβάνουν τους δράστες των αυτοφώρων εγκλημάτων (κακουργημάτων ή πλημμελημάτων), συγχρόνως δε να εξασφαλίζουν τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να βεβαιώνεται η έκνομη συμπεριφορά τους. Συνέχεια...

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια...
4) Η βεβαίωση των εγκληματικών πράξεων και ο εντοπισμός των υπαιτίων δύναται να γίνει όχι μόνον με τα στο άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ. απαριθμούμενα, ως «κυριότερα» αποδεικτικά μέσα, αλλά και με οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία η επιστήμη και η σύγχρονη τεχνολογία έχει εισφέρει ή δύναται να εισφέρει και τα οποία μάλιστα είναι κατά κανόνα ασφαλέστερα και περισσότερο αξιόπιστα, με συνέπεια η χρήση αυτών να είναι δυνατόν να οδηγήσει στο σχηματισμό ασφαλούς δικαστικής κρίσεως και να επιτευχθεί έτσι η προσέγγιση της ουσιαστικής αλήθειας. Τέτοια αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ των άλλων, η καταγραφή της έκνομης δραστηριότητας, κατά το χρόνο εκδηλώσεώς της, με συσκευές ήχου ή εικόνας (μαγνητοσκόπηση, βιντεοσκόπηση, φωτογράφηση κ.λ.π.), ή αποτύπωση αυτής σε μαγνητοταινία, βιντεοταινία, κασέτα, φωτογραφία κ.λ.π. και η προσαγωγή και επίκληση των τελευταίων ενώπιον του δικαστηρίου. Η χρήση από τις δικαστικές αρχές των άνω αποδεικτικών μέσων τα οποία είναι «βουβοί» μάρτυρες και υποκαθιστούν απλώς τους μάρτυρες αστυνομικούς, που θα εκκαλούντο να εξετασθούν, ενώ συγχρόνως καλύπτουν και τις όποιες αδυναμίες των τελευταίων, λόγω του πεπερασμένου της ανθρώπινης φύσης, δεν εμπίπτει στην υπό των άρθρων 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και 370Α του Π.Κ. θεσπιζόμενη απαγόρευση, καθόσον: α) αφορά αποτύπωση πράξεων που γίνονται δημοσία, ενώ η διάταξη του άρθρου 370Α αφορά σε μαγνητοσκόπηση μη δημοσίων πράξεων και β) οι τελούμενες έκνομες πράξεις δεν ανάγονται στη σφαίρα της ιδιωτικής και προσωπικής ζωής των δραστών, στην προστασία της οποίας στοχεύουν οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος,ενώ συγχρόνως συνιστούν παραβίαση του υπό του άρθρου 11 προστατευομένου δικαιώματος του συνέρχεσθαι, αφού η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν γίνεται ησύχως και αόπλως. Άλλωστε, προστασία της ιδιωτικής και προσωπικής ζωής είναι νοητή, μόνον ενόσω αυτή εκδηλούται με σύννομη δραστηριότητα, όχι όμως και όταν εκδηλούται με έκνομη συμπεριφορά και εγκληματικές πράξεις. Κρίνεται αναγκαίο να σημειώσουμε ότι με τις υπ’ αριθμ. αποφάσεις του ΑΠ 874/ 2004 και 1317/ 2001 Ποιν.Χρ. ΝΕ 414 και ΝΒ 435 αντιστοίχως, εκρίθη ότι υπήρξε σύννομη η μαγνητοσκόπηση εγκληματικής συμπεριφοράς ατόμων, που μάλιστα δεν γινόταν δημοσία, ως και η χρήση των μαγνητοταινιών, ως αποδεικτικών μέσων ενώπιον του δικαστηρίου.
5) Δεν δύναται να τεθεί θέμα παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 9Α του Συντάγματος και των διατάξεων του Ν. 2472/1997 «προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», εκ της χρήσεως καμερών για την αποτύπωση σε κασέτες ή ταινίες της έκνομης δραστηριότητας ατόμων συμμετεχόντων σε διαδηλώσεις και πορείες και της επικλήσεως εν συνεχεία των ταινιών ή κασετών αυτών στο δικαστήριο προς επιβεβαίωση της τελέσεως εγκλημάτων και των υπαιτίων. Τούτο δε διότι : α) Η εγκληματική συμπεριφορά του ατόμου ούτε εμπίπτει ούτε είναι δυνατόν να εμπίπτει στην έννοια των προσωπικών δεδομένων, ούτε καλύπτεται από αυτήν. Ούτε περαιτέρω η αποκάλυψη και επιβεβαίωση της εγκληματικής συμπεριφοράς με τη βοήθεια των ρηθέντων τεχνικών μέσων είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας και παραβίαση των προσωπικών δεδομένων, β) Τόσο η διάταξη του άρθρου 9Α του Συντάγματος όσο και πολύ περισσότερο οι διατάξεις του Ν. 2472/1997 δεν εκτείνονται στο πεδίο της ποινικής διαδικασίας, και στο πλαίσιο απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όπως άλλωστε τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7Α παρ. 1 περιπτ. στ’ του άνω νόμου, όπως η περίπτωση αυτή προστ. με το άρθρο 10 του Ν. 3090/2002 και γ) Ούτε η αρχή προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ούτε οποιαδήποτε άλλη αρχή θα ήταν δυνατόν να ελέγξει τη δικαστική εξουσία και τον τρόπο λειτουργίας της. Άλλωστε όλες οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές, άρα και η ανωτέρω αρχή, ελέγχονται εν τέλει από τη δικαστική εξουσία. Συνέχεια...

Γιωργος Φραγκούλης είπε...

Συνέχεια... Συνέχεια...
6) Η ανεύρεση της ουσιαστικής αληθείας στην ποινική δίκη, και η αποκάλυψη και στη συνέχεια ο κολασμός των εγκλημάτων συνιστούν αξία συνταγματικής περιωπής, αφού οδηγούν στην επικράτηση της αρχής του Κράτους Δικαίου. Θα ήταν συνεπώς παράλογο να παρεμποδίζεται η επικράτηση της ανωτέρω αρχής με την αποδοχή ότι δεν είναι επιτρεπτή η με κάμερα ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποτύπωση της εγκληματικής δράσεως ενός ή πλειόνων ατόμων σε κασέτα ή ταινία και εν συνεχεία η χρησιμοποίηση της ταινίας ή κασέτας αυτής ως αποδεικτικού μέσου, ενώπιον του δικαστηρίου, προκειμένου να επιβεβαιωθούν οι εγκληματικές πράξεις και να επιτευχθεί ο κολασμός των εγκληματησάντων. Υποστηρικτές της ανωτέρω θέσεως και εντεύθεν της ταυτίσεως της εγκληματικής συμπεριφοράς με τα προσωπικά δεδομένα και καλύψεως της πρώτης από τα δεύτερα, μπορούν να είναι μόνον όσοι επιθυμούν την έκνομη συμπεριφορά των και την εγκληματική των δράση, κατά «την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι», να την καλύπτει το σκότος και η αχλύς ή όσοι επικροτούν ή έστω ανέχονται την έκνομη συμπεριφορά των τελευταίων.
7) Απαντα τ’ ανωτέρω είναι άσχετα και δεν έρχονται σε αντίθεση ούτε απαγορεύονται από τη διάταξη του άρθρου 253Α Κ.Ποιν.Δ., προστεθέν με το άρθρο 6 του Ν. 2978/2001, με την οποία ρυθμίζεται το θέμα της «ανακριτικής διείσδυσης» σε προγενέστερο χρόνο της τελέσεως των υπό των διατάξεων των άρθρων 187 παρ. 1 και 2 και 187Α του Π.Κ., όπως ισχύουν, προβλεπομένων εγκλημάτων.
8) Επιτρεπτή είναι η κατάσχεση ή μεσεγγύηση μόνον των πραγμάτων ή εγγράφων που σχετίζονται με το έγκλημα και γενικότερα των πειστηρίων τα οποία έχουν σχέση με την τέλεση των εγκλημάτων. Η καταγραφή από τρίτα πρόσωπα (εικονολήπτες Μ.Μ.Ε. ή άλλους ιδιώτες) με τεχνικά μέσα σε κασέτες, ταινίες, φωτογραφίες ή άλλο εξάρτημα των τελουμένων εγκληματικών πράξεων, δεν είναι πειστήρια, ούτε μπορεί να θεωρηθούν πειστήρια. Είναι απλώς αποδεικτικά μέσα τα οποία επιβεβαιώνουν την τέλεση των εγκλημάτων. Συνεπώς δεν είναι επιτρεπτή και νοητή η κατάσχεση αυτών ως πειστηρίων. Στις ανωτέρω περιπτώσεις είναι απλώς δυνατή η πρόσκληση του κατέχοντος τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα να τα παραδώσει στις προανακριτικές αστυνομικές αρχές, αλλά και γενικότερα στις ανακριτικές αρχές, και να παράσχει έτσι βοήθεια στη δικαιοσύνη, εφόσον δε αρνηθεί θα είναι δυνατή η πρόσκληση και εξέταση του ως μάρτυρα.
Γ. Με βάση όλα τα ανωτέρω στα ερωτήματα σας προσήκουν οι ακόλουθες απαντήσεις :
α) Στην περίπτωση κατά την οποία σε συναθροίσεις και ειδικότερα πριν, κατά ή μετά το τέλος διαδηλώσεων και πορειών, διαπράττονται αυτόφωρα εγκλήματα (κακουργήματα ή πλημμελήματα), από άτομα συμμετέχοντα αρχήθεν ή παρεισφρύσαντα σ’ αυτές, είναι επιτρεπτή η εκ μέρους των αστυνομικών αρχών, δια της χρήσεως των τιθεμένων τότε σε λειτουργία καταλλήλων τεχνικών μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου (καμερών φορητών ή σταθερών κ.λ.π.), αποτύπωση αυτών σε κασέτα, μαγνητοταινία, βιντεοταινία, φωτογραφία κ.λ.π., με σκοπό τη βεβαίωση των τελουμένων αυτοφώρων εγκλημάτων, τον εντοπισμό των δραστών την αποκάλυψη της ταυτότητας αυτών και εν τέλει τη χρήση των άνω αποδεικτικών μέσων ενώπιον των δικαστικών αρχών.
β) Δεν είναι επιτρεπτή η κατάσχεση από τις αστυνομικές αρχές κασετών, ταινιών, φωτογραφιών ή άλλων εξαρτημάτων, στα οποία έχουν αποτυπωθεί, με τη χρήση τεχνικών μέσων (καμερών κ.λ.π.) από εικονολήπτες Μ.Μ.Ε. ή άλλους ιδιώτες, τελεσθέντα αυτόφωρα εγκλήματα. Δυνατή είναι μόνο η πρόσκληση για παράδοση αυτών [ΕισΑΠ Γ. Σανιδάς].
Διαδηλώσεις, πορείες και κάμερες

Addthis