Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Συμβολή στην μελέτη της βεντέτας. [Ι]


Γράφει ο Ιωάννης Γ. Βαρδάκης [περιοδική έκδοση ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου “ΤΑΛΩΣ”, τόμος ΙΣΤ, 2008, σελίδες 290-295].
ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ
Η εγκληματικότητα, μάστιγα και αυτή της ανθρωπότητας, σημάδεψε με μελανά χρώματα την πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας. Και αντί να μειωθεί, συνεχίζει ν' αυξάνεται θεαματικά μολονότι αλλάζει μορφές οι οποίες αντιστοιχούν στις κοινωνικές εξελίξεις.
Το έγκλημα, όπως είναι γνωστό, επιδείνωσε τη τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας από την πρωτόγονη εποχή μέχρι σήμερα. Τα προβλήματα που προκαλεί η εγκληματικότητα στα άτομα, οι υλικές απώλειες που αφορούν και το σύνολο, οι δυσλειτουργίες που εμφανίζονται εξ' αιτίας της στον κοινωνικό και εξελικτικά στον πολιτειακό χώρο, όπως και η πολιτισμική υποβάθμιση, προκάλεσαν αντιδράσεις και αντεγκληματικά μέτρα τόσο από τις πρωτόγονες κοινότητες και κοινωνίες όσο και από τις μετέπειτα πολιτείες.

Αυτά τα μέτρα οπωσδήποτε δεν παρέμειναν σε στατική κατάσταση. Η εξέλιξη τους με τις συνακόλουθες ποινές, ακολούθησαν την ανέλιξη των μορφών της κοινωνικής οργάνωσης. Στο πλαίσιο των αντιδράσεων αυτών περιλαμβάνεται και ο "νόμος", όπως εμφανίστηκε στην αρχέγονη εποχή της ανταπόδοσης, που στη μακραίωνα λειτουργία του φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαιτερότητες αλλά και αντιστάσεις στις νέες συνθήκες ζωής.
Παράλληλα διαφοροποιείται και η νομική ορολογία. Όπως έχει γραφεί, η διαμάχη ανάμεσα στο παλαιό και το καινούργιο καθρεπτίζεται στη νομική ορολογία της εποχής. Ο πρώτος σχετικός όρος είναι η "θέμις", που σημαίνει αρχικά αυτό που έχει τεθεί, το ορισμένο, το κανονισμένο. Στη συνέχεια παίρνει την έννοια του θεσμού, που καθιερώθηκε από την παράδοση και τέλος το δίκαιο που απορρέει από το κράτος. Γιατί πια οι νέοι κανόνες που ρυθμίζουν τις νέες ανάγκες επιβάλλονται όχι από το   γένος, αλλά από μια ξεχωριστή δημόσια εξουσία.
Όσον αφορά την ανέλιξη των μορφών της κοινωνικής οργάνωσης, ο Αριστοτέλης, έχει περιγράψει την εξέλιξη της πόλης:
"Πολιτεία δε πρώτη σύνοδος ανδρός και γυναικός κατά νόμον επί τέκνων γεννήσει και βίου κοινωνία, τούτο δε προσονομάζεται μεν οίκος, αρχή δε πόλεως εστί, περί ου δή και λεκτέον μικρά μέν τις έοικεν είναι πόλις ό οίκος εϊγε κατ' εύχήν αυξανομένου τον γάμου και των παίδων, έπιδιδόντων και συνδυαζόμενων άλλήλοις, έτερος οίκος υφίσταται και τρίτος ούτω και τέταρτος, εκ δε τούτων κώμη και πόλις πλειόνων δε γενομένων κωμών πόλις άπετελέσθη ".
Ο Ένγκελς αποδέχεται τη διαβάθμιση της κοινωνικής οργάνωσης, όπως την έχει διατυπώσει ο Μοργκαν, σε γένη, φατρίες και φυλές. Κατά τη γνώμη του η οργάνωση αυτή υπήρξε ταυτόσημη μεταξύ των Ελληνορωμαϊκών και Αμερικανο-ινδιανικών κοινωνιών. Συμπληρωματικά ο εγκληματολόγος Καρανίκας διατυπώνει τέσσερεις νοητικές βαθμίδες στην εξέλιξη του ανθρωπίνου πολιτισμού, δηλαδή τις πρωτόγονες κοινότητες, τις πρωτόγονες κοινωνίες, τις συγκροτημένες κοινωνίες και τις οργανωμένες πολιτείες. Εν πάση περιπτώσει, μέσα σ' αυτό το χώρο των κοινωνικών σχημάτων εμφανίζεται ο "νόμος" της ανταπόδοσης.
Αρχικά, κατά την πολύ πρωτόγονη εποχή του ανθρώπου, δεν υπήρχε ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας σε κινητά πράγματα και ακίνητα. Έτσι το έγκλημα γενικά αλλά και οι ανθρωποκτονίες είναι ανύπαρκτες. Όταν αργότερα διασπάστηκε η οργάνωση του γένους με την εμφάνιση του θεσμού της ιδιοκτησίας παρουσιάζεται και το έγκλημα σ' όλη του τη πολυμορφία π.χ. κλοπές κινητών, καταπάτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, φόνοι κλπ.
Ανεξάρτητα από τα αίτια εμφάνισης του εγκλήματος μετά τη διάσπαση του γένους, αυτό τούτο το έγκλημα επέφερε τη διατάραξη της κοινωνικής συμβίωσης.
Η ομάδα, το γένος, προβάλλει άμυνα, καταδιώκοντας τον παραβάτη που αγνοεί τις εντολές της. Αργότερα η άμυνα αυτή προέρχεται από την οικογένεια του θύματος. Η περίοδος αυτή όπως φαίνεται κράτησε χιλιάδες χρόνια, ανάλογα με τις συγκυρίες που αφορούσαν σε κάθε ανθρώπινη ολότητα.
Ο ιστορικός Κορδάτος που αναφέρεται στην ατομική ιδιοκτησία και στο έγκλημα προσθέτει ότι, εάν συμβουλευτούμε την αρχαία ελληνική μυθολογία και ιστορία, θα πληροφορηθούμε ότι στην εποχή του Τρωικού πολέμου η οποία απεικονίζεται στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, δεν υπάρχει μεν ο θεσμός της τέλειας κοινοκτημοσύνης αλλ' ούτε υπάρχει διαμορφωμένο και το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας στη γη. Επειδή τα δυο αυτά έπη περιέχουν υλικό μιας μακράς ιστορικής περιόδου, βρίσκομε σ' αυτά θεσμούς πολύ παλαιούς και νεότερους. Πάντως η γη ανήκει όχι στα άτομα, αλλά στο γένος ή στην οικογένεια (οικογενειακός κλήρος). Κατά την περίοδο αυτή η νομοθεσία, όπως την εννοούμε σήμερα, ως θετός κανόνας δικαίου από κάποια εξουσία ήταν άγνωστος. Ο Όμηρος δεν ομιλεί πουθενά περί νομοθεσίας και δεν αναφέρει τη λέξη νόμος, που απαντάται πρώτη φορά στον Ησιόδο. Όπως φαίνεται πάντως οι ομηρικοί χρόνοι αποτέλεσαν σταθμό για την εξέλιξη του "νόμου" της ανταπόδοσης. Ο καθηγητής Δεληκωστόπουλος υποστηρίζει ότι οι χρόνοι αυτοί σηματοδοτούν την αφετηρία για μια ποινικοδικαιακή εξέλιξη που θα μπορούσε επιγραμματικά να εκφρασθεί ως πορεία από την ιδιωτική αντεκδίκηση στην κρατική ποινή.
Στις πρωτόγονες κοινότητες κατά τους καθηγητές Γαρδίκα και Καρανίκα τα άτομα συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις επιταγές που επιβάλλουν τα έθιμα, η κοινή γνώμη, οι ηθικές ιδέες, θρησκευτικές δοξασίες και η μαγεία.. Έτσι, παραβάσεις των εθίμων, των θρησκευτικών, μαγικών και ηθικών αρχών προκαλούν βίαιες αντιδράσεις του κοινωνικού συνόλου.
Ο Μαξ Βέμπερ επίσης αναφέρει ότι το μαγικό - θρησκευτικό υπόβαθρο του αισθήματος ζωής τοποθετεί κάθε αντικομφορμιστικό τρόπο ενέργειας κάτω από το πρίσμα μιας παράβασης της μαγικής τάξης πραγμάτων, που στηρίζεται από πνεύματα και οδηγεί σε μιά αυθόρμητη αντίδραση του κάθε μέλους της ομάδος εναντίον του παραβάτη.
Ο καθένας άλλωστε ο οποίος θέλει να πάρει μια εκδίκηση, που την δικαιούται, μπορεί να υπολογίζει στην συμπαράσταση των συντρόφων του του γένους. Αυτό το αίσθημα της οργανικής ταύτισης δεν εξαλίφεται ακόμα και όταν λειτουργούν πολιτικοί δυναμοποιητικοί συντελεστές, όπως π.χ. η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και του ρόλου του πολεμικού αρχηγού.
Η προδοσία, η κακή μαγεία, μπορούσε να προκαλέσει λιμούς και δεινά, ενώ η καλή μαγεία είχε την ικανότητα να εξαναγκάσει το θείον προς ωφέλιμη δράση. Οι προσβολές κατά της θρησκείας, οι παραβάσεις εθίμων, π.χ. αλιείας, θήρας κλπ. είναι μερικά από τα θεωρούμενα τότε δημόσια εγκλήματα. Στον Όμηρο εμφανίζεται το πρώτο έγκλημα δημοσίου δικαίου που είναι το της προδοσίας. Αυτά τα εγκλήματα επέσυραν βαρύτατες ποινές κατά του παραβάτη και των οικείων του. Η εξόντωση τους ήταν δεδομένη, κατόπιν όμως πανηγυρικής τελετής για τη διακρίβωση της πράξης που είχε τελεστεί. Αυτή είναι και η πρώτη δημόσια δίκη.
Πέρα όμως από τα εγκλήματα αυτά υπήρχαν και ανθρωποκτονίες και σωματικές βλάβες οι οποίες με τη σημερινή νομική ορολογία θα λέγαμε ότι δεν είχαν δημόσιο χαρακτήρα. Τότε υπήρχε η άποψη πως δεν έθιγαν το σύνολο και την ολότητα. Έπρεπε λοιπόν ο δράστης να τιμωρηθεί με την ατομική εκδίκηση του θύματος ή των συγγενών του, με συνέπεια να ακολουθούν συνεχείς αντεκδικήσεις μεταξύ των αντιμαχομένων οικογενειών. Αν όμως φονεύς και θύμα ανήκαν στην ίδια οικογένεια δεν γινόταν εκδίκηση, αλλά ο δράστης απομακρυνόταν από την οικογένεια και δεν είχε πια την προστασία των συγγενών του. Γιατί υπήρχε η δοξασία, ότι αν θανατωνόταν μέλος της οικογένειας, χυνόταν το αίμα του γενάρχη που υπήρχε σ' αυτόν.
Ο "νόμος" λοιπόν της ανταπόδοσης, με την πιο πάνω σχηματική μορφή είχε τεθεί σε λειτουργία από τις πρωτόγονες κοινότητες συμπαρασύροντας στη δίνη του δικαίους και αδίκους. Η τυφλή εκδίκηση που βασίζεται στο μίσος αφανίζει ολόκληρες γενεές. Όπως το διατυπώνει ο χορός της αρχαιοελληνικής τραγωδίας: "Η γλώσσα του μίσους με γλώσσα του μίσους πληρώνεται "η δίκη το διαλαλεί που έμπρακτα το χρέος εξοφλάει. "Στη φονική πληγή αντιστοιχεί τιμωρίας πληγή φονική όποιος πράξει θα πάθει" ο γέροντας μύθος έτσι φωνάζει. [Αισχύλος, Χοηφόρες309-314].
Ανάλογες θέσεις για τη βεντέτα έχουν εκφραστεί και από μαρξιστές θεωρητικούς όπως ο Εβγκένι Πασουκάνις:
"Η καταγωγή του Ποινικού Δικαίου συνδέεται ιστορικά με το έθιμο της εκδίκησης αίματος. Αναμφίβολα τα δύο αυτά φαινόμενα είναι, ως προς τη γένεση τους, πολύ κοντινά. Αλλά η εκδίκηση γίνεται πραγματική εκδίκηση μόνο όταν ακολουθείται από την αποζημίωση και την ποινή κι εδώ επίσης τα κατοπινά στάδια ανάπτυξης είναι εκείνα που (όπως πολλές φορές μπορεί να διαπιστωθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας) αποσαφηνίζουν τις προηγούμενες μορφές. Αν προσεγγίσουμε το ίδιο φαινόμενο από την αντίθετη πλευρά, δεν θα δούμε εκεί τίποτε περισσότερο από τον αγώνα για την ύπαρξη, δηλαδή μια καθαρή βιολογική πραγματικότητα".
Για τους θεωρητικούς του Ποινικού Δικαίου, που περιορίζονται σε πολύ κατοπινές εποχές, η εκδίκηση αίματος είναι σύμφυτη με το jus talionis, δηλαδή με την αρχή της ίσης επανόρθωσης, που αποκλείει τη δυνατότητα της κατοπινής εκδίκησης αφού έχουν αποκατασταθεί ο προσβεβλημένος ή η οικογένεια του. Στην πραγματικότητα, όπως έχει σωστά τονίσει ο Μ. Κοβαλεφσκι, ο παλιότερος χαρακτήρας της εκδίκησης αίματος ήταν εντελώς διαφορετικός. Οι συγκρούσεις στις φυλές συνεχίζονταν από γενιά σε γενιά και κάθε προσβολή, κι αυτή που φέρεται σαν εκδίκηση, γινόταν το κίνητρο μιας νέας εκδίκησης αίματος. Ο προσβεβλημένος και το συγγενολόι του γίνονταν με τη σειρά τους υβριστές και οι κύκλοι συνεχίζονταν από τη μια γενιά στην άλλη, πολλές φορές μέχρι την πλήρη εξόντωση της εχθρικής ομάδας.
Η εκδίκηση αρχίζει να ρυθμίζεται από το έθιμο και να μετατρέπεται σε αποζημίωση κατά τον κανόνα του αντιποίνου "οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος" όταν από την πλευρά του αρχίζει να παγιώνεται το σύστημα των συμβιβασμών ή των χρηματικών αποζημιώσεων. Η ιδέα ενός ισοδύναμου, τούτη η πρώτη καθαρά νομική ιδέα, βρίσκει πάντοτε την πηγή της στην εμπορευματική μορφή. Το έγκλημα μπορεί να θεωρηθεί σαν ιδιαίτερη παραλλαγή της ανταλλαγής στην οποία η ανταλλακτική σχέση, δηλαδή η συμβατική σχέση, θεσπίζεται post factum, δηλαδή μετά την αυθαίρετη πράξη ενός από τα δύο μέρη. Η αναλογία ανάμεσα στο έγκλημα και την αποζημίωση δεν είναι παρά η αναλογία της ανταλλαγής. Γι' αυτό ο Αριστοτέλης μιλώντας για την ισότητα στην ανταλλαγή σαν ποικιλία της δικαιοσύνης, διακρίνει δύο τύπους: την ισότητα στις εκάστοτε πράξεις και την ισότητα στις ακούσιες, τοποθετώντας τις οικονομικές σχέσεις της αγοράς, της πώλησης, του δανείου κ.λ.π., στις εκούσιες πράξεις και τα διάφορα είδη εγκλημάτων, που επιφέρουν κυρώσεις, σαν ειδικές ισοτιμίες, στις ακούσιες. Σ' αυτόν επίσης ανήκει ο ορισμός του εγκλήματος σαν σύμβασης που καταρτίζεται ενάντια στη θέληση. Τότε η κύρωση φαίνεται σαν ισοτιμία που επανορθώνει τις ζημιές που έχει υποστεί το θύμα. Την ιδέα αυτή, όπως είναι γνωστό, επανέλαβε ο Ούγκο Γκρότιους.
Κατά τη διάρκεια του θερινού σεμιναρίου 2001 του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου, κατά το οποίο εξετάστηκε ανάμεσα στα άλλα θέματα και η Βεντέτα, παρουσιάστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικά με τη μεταφυσική ερμηνεία του θέματος της ανταπόδοσης. Ιδιαίτερα συσχετίστηκαν οι έννοιες του κανιβαλισμού, της ωμοφαγίας και της θεοφαγίας των πρώτων κοινωνιών, με τις μυστηριακές τελετές του Ορφισμού και τη λατρεία του Διονύσου (Ζαγρεύς, Ίαρχος, Βάκχος) στην Αρχαία Ελλάδα, καθώς και την έννοια της θυσίας στην Παλαιά Διαθήκη, και της Σταύρωσης (θυσίας) του Χριστού, ως μορφής ανταπόδοσης.
Την άποψη αυτή περί της θυσίας του Χριστού ως ανταπόδοσης του αμαρτήματος της παρακοής των πρωτοπλάστων, ανέπτυξε ο Αυγουστίνος στη δυτική θεολογία, ενώ η ορθόδοξη παράδοση αρνείται αυτή την ερμηνεία, αντιπαραθέτοντας στο Θεό της εκδίκησης (Γιαχβέ) το Θεό του ελέους (Ηλί), που επικαλείται ο Χριστός πάνω στο Σταυρό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis