Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Περί δημοσίων συναθροίσεων (και η παρακώλυση των συγκοινωνιών) [IΙ]

Γράφει ο blogger.

Αφορμή για τους παρόντες προβληματισμούς έλαβα από την αρνητική κριτική που ασκήθηκε πρόσφατα λόγω της τροποποίησης του άρθρου που τυποποιεί την ποινική υπόσταση του εγκλήματος της παρακώλυσης των συγκοινωνιών [ποιν. κ 292]. Το έγκλημα αυτό στρέφεται ευθέως εναντίον της ατομικής ελευθερίας του “συνέρχεσθαι” [άρθρο 11 Συντάγματος], αποτελεί, κυριολεκτικά την Δαμόκλεια σπάθη επ’  αυτού. Δεδομένης δε της πλήρους εξαθλίωσης του λαού μας από τα εγχώρια άθλια ανδρείκελα του Γερμανικού Νεοναζισμού που επιχειρούν την Final Solution του με το λεγόμενο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, εκτιμώ ότι θα προστρέχουμε, εφεξής, στην βοήθεια του [άρθρο 11 Συντάγματοςσυχνότατα.
Ι.  Σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 4356/ 2015 (ΦΕΚ Α 181/24.12.2015) “Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις”, το άρθρο 292 του Ποινικού Κώδικα [εφεξής, ΠΚ] αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 292, Παρακώλυση συγκοινωνιών.
1. Όποιος με πρόθεση παρεμποδίζει τη λειτουργία κοινόχρηστης εγκατάστασης που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία και ιδίως αυτοκινητοδρόμου, σιδηροδρόμου, αεροπλάνου, λεωφορείου, ταχυδρομείου ή τηλεγράφου που προορίζονται για κοινή χρήση τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος.
2. Αν η πράξη της παραγράφου 1 είχε σημαντική διάρκεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τρία (3) έτη”.
Με το άρθρο 28 του ίδιου ως άνω νόμου προστίθεται εδάφιο β’ στο άρθρο 298 του ποινικού κώδικα που έχει ως εξής:
«Το δικαστήριο, όσον αφορά τα πλημμελήματα του άρθρου 292 ή την πράξη του άρθρου 431, δύναται να απαλλάξει το δράστη από την ποινή, εφόσον η παρεμπόδιση είχε ασήμαντη διάρκεια ή ο δράστης τέλεσε την πράξη για την προάσπιση ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος».
Η ποινική υπόσταση του άρθρο 292 πριν την τροποποίηση του είχε ως εξής:
«1. Όποιος με πρόθεση παρεμποδίζει την λειτουργία κοινόχρηστης εγκατάστασης που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία και ιδίως σιδηροδρόμου, αεροπλάνου, λεωφορείου, ταχυδρομείου ή τηλεγράφου που προορίζονται για κοινή χρήση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι εξ μηνών”.
Στο άρθρο 431 του ΠΚ τυποποιείται και η πταισματική ποινική υπόσταση της παρακώλυσης συγκοινωνιών, ως εξής:
«όποιος παρεμποδίζει χωρίς δικαίωμα την κυκλοφορία σε τόπους κοινής χρήσης στη στεριά ή στα ύδατα ή με οποιονδήποτε τρόπο διαταράσσει ή θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δυο μηνών, αν άλλη διάταξη δεν τιμωρεί βαρύτερα την πράξη αυτή».
ΙΙ. Νομίζω ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, πριν εξετάσουμε την ποινική υπόσταση αυτού του εγκλήματος που στρέφεται ευθέως εναντίον της ατομικής ελευθερίας του “συνέρχεσθαι” [άρθρο 11 ισχύοντος Συντάγματος], που αποτελεί την δαμόκλεια σπάθη του όπως προεκτέθηκε μόλις, επιβάλλεται να κατανοήσουμε ποιο είναι αυτό το δικαίωμα του “συνέρχεσθαι”.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 ισχύοντος Συντάγματος,
§ 1. οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα.

§ 2. Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία.  Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει”.
ΙΙΙ. Θέση της Επιστήμης.
Για την θέση της νομολογίας θυμήσου την ανάρτηση "περί δημοσίων συναθροίσεων, [Ι]".
Για τις ακόλουθες σκέψεις προσέτρεξα στην βοήθεια εγνωσμένου κύρους εκπροσώπων της Επιστήμης, συγκεκριμένα στους: Αλ. Σβώλο-Γ. Βλάχο, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τόμος Β’, 1955, Βελ. Καράκωστα, Το Σύνταγμα (ερμηνευτικά σχόλια), 2006, Κ. Χρυσόγονο, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, 2012.
Η διαμόρφωση, έκφραση και μάλιστα διάδοση γνώμης δεν γίνεται συνήθως από τον άνθρωπο μόνο του, αλλά σε συνδυασμό με άλλους ανθρώπους. Ο συνδυασμός αυτός παίρνει την προσωρινή μορφή της συναθροίσεως ή την διαρκή μορφή της ενώσεως προσώπων.  Η από κοινού δραστηριότητα των ανθρώπων δεν ανταποκρίνεται απλώς στην κοινωνική τους έφεση και το ένστικτο της ομάδας, της μάζας ή ακόμη και της αγέλης, αλλά αποσκοπεί και τον γεωμετρικό πολλαπλασιασμό των δυνάμεων που συνεπάγεται η σύμπραξη πολλών ατόμων. Η σύμπραξη αυτή, που εκδηλώνεται στην συνάθροιση και ένωση προσώπων, αποτελεί επίσης εύφορο έδαφος για την άσκηση πολλών από τα άλλα ατομικά δικαιώματα. Για τον λόγο αυτό, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι,  αντιμετωπίστηκαν πάντοτε με δυσπιστία και εχθρότητα από τους κατέχοντες την εξουσία, που θεώρησαν πάντοτε την προσωρινή ή διαρκή συνένωση προσώπων ως ιδιαίτερα επικίνδυνη [Και η ποινική νομοθεσία θεωρεί το ομαδικό έγκλημα ως ιδιαίτερα επικίνδυνο και το αντιμετωπίζει με εξαιρετική αυστηρότητα].  Η κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών καθυστέρησε ή αποδυναμώθηκε από τον νομοθέτη, ενώ τα δικτατορικά καθεστώτα κάθε μορφής, έστω και αν τα διακηρύσσουν, δεν ανέχονται την εφαρμογή τους στην πράξη. Ιδίως το δικαίωμα της συναθροίσεως (του συνέρχεσθαι) και μάλιστα της διαδηλώσεως μπορεί, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να εξελιχθεί σε εξέγερση ή επανάσταση. Γι’  αυτό μια από τις πρώτες πράξεις δικτατορικών καθεστώτων είναι η απαγόρευση των συναθροίσεων.  Για την διάδοση ιδεών όμως η σημασία των συναθροίσεων δεν είναι πια αυτή που ήταν τον 19 ο αιώνα. Το ραδιόφωνο και αργότερα η τηλεόραση κατέστησαν δυνατή και εύκολη την πρόσβαση του ομιλητή σε εκατομμύρια ακροατών και τηλεθεατών, σε βαθμό τον οποίο είναι αδύνατο να προσεγγίσουν οσοδήποτε μεγάλες συναθροίσεις. Οι σύγχρονοι δημαγωγοί προτιμούν την τηλεόραση από την συνάθροιση. .. Η ελευθερία των δημόσιων συναθροίσεων (public meetings) αναπτύχθηκε πρώτα νομολογιακά στην Αγγλία ως παρεπόμενο της ελευθερίας του λόγου. Διακηρύχθηκε όμως για πρώτη φορά από την αμερικανική και την γαλλική επανάσταση (Δαγτόγλου, όπ.πάρ, πλαγιάριθμοι 995, 996, σελίδες 698-699).
Κεφαλαιώδη σημασία για την ατομική ελευθερία της συνάθροισης έχει ο καθορισμός της έννοιας της. Σύμφωνα με τους καθηγητές Αλ. Σβώλο-Γ. Βλάχο, “συνάθροισις είναι η σκόπιμος κατ’  αρχήν και όχι τυχαία, προσωρινή επί το αυτό συνάντησις αξιολόγου αριθμού προσώπων, προς έκφρασιν ή ακρόασιν ανκοινώσεως ή γνώμης επί ορισμένου θέματος, ή προς διαδήλωσιν φρονημάτων ή αιτημάτων οιουδήποτε χαρακτήρος ή προς λήψιν από κοινού αποφάσεως, ή προς από κοινού άσκησιν του δικαιώματος του αναφέρσθαι. Η άμυνα ή προαγωγή κοινού συμφέροντος ή κοινών ιδεών υποτίθενται συνήθως ως ελαττήριον και επιδίωξις της συναθροίσεως, δια του στοιχείου τούτου, το οποίον εντοπίζεται, ως επί το πολύ, εις τον αγώνα των κοινωνικών συμφερόντων, η συνάθροισις προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της μαζικής εκδηλώσεως και επομένως προσκτάται  σημασίαν μεγαλυτέραν εκείνης, την οποίαν είχεν αρχικώς υπό το κράτος των ατομιστικών αντιλήψεων” [σελίδες 195-196]. Τίθεται το ερώτημα, το άρθρο 11 προστατεύει και τις λεγόμενες αυθόρμητες συναθροίσεις, αυτές δηλαδή που γίνονται χωρίς καμιά προσυνεννόηση των μετεχόντων; Σύμφωνα με αυστηρή εκδοχή που αντλεί την επιχειρηματολογία από τον ρυθμιστικό νόμο των συναθροίσεων, ν.δ. 974/ 71-που ισχύει ακόμη!!-δεν υπάγονται στην προστασία του άρθρου αυτού [Βελ. Καράκωστας, σελίδες 251-252].  Κατά τον Δαγτόγλου, “εύλογο είναι και σύμφωνο με την κοινή περί δικαίου πεποίθηση να θεωρηθεί ότι το άρθρο 11 καλύπτει και τις αυθόρμητες συναθροίσεις, εκείνες δηλαδή στις οποίες δεν προηγήθηκε προετοιμασία και πρόσκληση… οι αυθόρμητες συναθροίσεις προστατεύονται από το άρθρο 11, αλλά δεν υπάγονται στον νόμο περί συναθροίσεων και μάλιστα στην εκ των πραγμάτων αδύνατη υποχρέωση της προηγούμενης κατά 48 ώρες τουλάχιστον αναγγελίας στην αστυνομική αρχή” [πλαγιάριθμος 999, σελ. 702. Σύμφωνος και Χρυσόγονος, σελ. 458].  Το άρθρο 11 προστατεύει τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις. Δημόσια είναι μια συνάθροιση όταν η συμμετοχή σε αυτήν είναι ελεύθερη σε όποιον το επιθυμεί. Ιδιωτική είναι μια συνάθροιση, η συμμετοχή στην οποία επιτρέπεται από τους οργανωτές της μόνον σε ορισμένα πρόσωπα, συνήθως ατομικώς προσκαλεσμένα ή ειδοποιημένα”" [Καράκωστας, σελ. 256]. Σημασία έχει επίσης και η διάκριση των δημοσίων συναθροίσεων σε υπαίθριες και σε κλειστό χώρο αφού το Σύνταγμα προστατεύει τις υπαίθριες δημόσιες συναθροίσεις. Συνάθροιση σε κλειστό χώρο είναι εκείνη που “διεξάγεται σε στεγασμένο ή μη χώρο, ο οποίος είναι περιφραγμένος με τρόπο που να μην επιτρέπει στους εκτός αυτού ευρισκομένους να συμμετάσχουν στην συνάθροιση χωρίς την άδεια των οργανωτών της συναθροίσεως. Η προϋπόθεση αυτή δεν εκπληρώνεται, αν μεγάφωνα ή και τηλεοπτικές οθόνες επιτρέπουν στους ευρισκομένους εκτός του κλειστού χώρου να παρακολουθούν τη συνάθροιση” [Δαγτόγλου, πλαγιάριθμος 1001, σελ. 703, Καράκωστας, σελ. 257. Εν μέρει αντίθετος Κ. Χρυσόγονος που διακρίνει “η τυχόν ύπαρξη μεγαφώνων ή τηλεοπτικών οθονών έξω από τον κλειστό χώρο δεν μεταβάλλει σε υπαίθρια την συνάθροιση μέσα σε αυτόν. Σε μια τέτοια περίπτωση υπαίθρια είναι μόνο η συνάθροιση όσων τυχόν παρακολουθούν από τα εξωτερικά μεγάφωνα ή τις οθόνες τα συμβαίνοντα στο εσωτερικό” (σελ. 453). Δηλαδή εδώ έχουμε δυο συναθροίσεις, μια κλειστή, αυτή δηλαδή που τελείται στον κλειστό χώρο και μια υπαίθρια, αυτή δηλαδή που τελείται με και δια της παρακολούθησης από μεγαφώνων και τηλεόρασης]. Κατά τον πρόεδρο εφετών Β. Καράκωστα μάλιστα είναι σαφώς αντισυνταγματική η πργφ 1 του άρθρου 5 του ρυθμιστικού ν.δ. 794/ 71 που επιβάλλει την παράσταση της αστυνομίας στις δημόσιες συναθροίσεις σε κλειστό χώρο γενικώς, καθώς και την υποχρέωση γνωστοποίησης στην αστυνομική αρχή των συναθροίσεων αυτών” [σελ. 257]. Φανταστείτε δηλαδή να έπρεπε κάθε κομματική συνάθροιση να πρέπει να γνωστοποιείται στην αστυνομική αρχή και να παρίσταται αυτή κατ’  αυτήν! Υπαίθρια συνάθροιση είναι “κάθε συνάθροιση που δεν διεξάγεται σε κλειστό χώρο. Στατιστικά οι υπαίθριες συναθροίσεις είναι πολύ λιγότερες από εκείνες που διεξάγονται σε κλειστό χώρο. Πολύ μεγαλύτερη είναι όμως τόσο η πολιτική τους επιρροή, όσο και η διακινδύνευση της δημόσιας τάξης που μπορεί να συνεπάγονται. Γι’  αυτό και η συνταγματική εξουσιοδότηση προς την αστυνομία να παρίσταται σε μια συνάθροιση ή και να την απαγορεύει περιορίζεται στις υπαίθριες συναθροίσεις” [Δαγτόγλου, πλαγιάριθμος 1002, σελ. 704].  Είδος δημόσιας, υπαίθριας συνάθροισης αποτελεί και το φαινόμενο του Ειρηνοδικειακού Κινήματος κατά των πλειστηριασμών [για το οποίο βλ., ενδεικτικά την ανάρτηση “το ακηδεμόνευτο Κίνημα των Ειρηνοδικείων και η νομιμότητα”]. 
Ιδιαίτερη κατηγορία της υπαίθριας συνάθροισης είναι η διαδήλωση. Η διαδήλωση κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 21 § 3 του ισπανικού συντάγματος, στο άρθρο 9 § 1 του ολλανδικού συντάγματος, στο άρθρο 45 § 2 του πορτογαλικού συντάγματος. Διαδήλωση ή συλλαλητήριο ή συγκέντρωση διαμαρτυρίας είναι “η συνάθροιση που αποσκοπεί στον επηρεασμό προσώπων, εκτός από αυτά που συμμετέχουν σ’  αυτήν.  Αν η διαδήλωση είναι κινούμενη, καλείται πορεία ή παρέλαση. Οι δυο αυτές μορφές (διαδήλωση και πορεία) δίνουν την δυνατότητα σε ομάδες που δεν έχουν καμιά ή μόνο μικρή πρόσβαση στην Βουλή, στον τύπο ή την ραδιοτηλεόραση να διαδηλώνουν και προβάλλουν τις απόψεις και τα αιτήματα τους. Συγχρόνως είναι ιδιαίτερα πρόσφορες στην δημαγωγική κατολίσθηση, προς την βία και την εν γένει διακινδύνευση της δημόσιας τάξης ή τουλάχιστον τη δυσανάλογη διατάραξη της οδικής κυκλοφορίας” [Δαγτόγλου, πλαγιάριθμος 1003, σελ. 704].  Κατά τους Σβώλο-Βλάχο “αι παρελάσεις, πομπαί, διαδηλώσεις ή πορείαι εις τας οδούς είναι δημόσιαι συναθροίσεις εν υπαίθρω. Εις πάσας τας περιπτώσεις ταύτας πρόκειται περί αριθμού ανθρώπων χρησιμοποιούντων εν συναθροίσει την δημοσίαν οδόν δια να εκφράσουν επιδεικτικότερον την γνώμην των ή το αίτημα των δια της παρουσίας των, δια χειρονομιών, κραυγών, συνθημάτων, πινακίδων και άλλων προσφόρων μέσων, μη αποκλειομένων και των συμβολικών παραστάσεων. Ως εκ της φύσεως των αι τοιαύται συγκεντρώσεις δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως ιδιωτικαί συναθροίσεις, και αν ακόμη έχουν συγκροτηθεί δι’  ιδιωτικών προσκλήσεων, διότι ούτε είναι δυνατόν αλλ’  ούτε και σκοπείται να παρεμποδισθεί η συμμετοχή οιουδήποτε… η επίδειξις σημαιών, εμβλημάτων ή η ύπαρξις ομοιομόρφων στολών, μουσικής κλπ είναι σύνηθες αλλ΄όχι συστατικόν στοιχείον, ομοίως δε και η χρησιμοποίησις ωρισμένου μέσου κινήσεως (ποδών, αμαξών, ίππων). Είναι τόση η πολιτική και κοινωνική σημασία των διαδηλώσεων ώστε υπό τινων συγγραφέων αύται υπάγονται εις την έννοιαν ιδίας ελευθερίας, της ελευθερίας των ομάδων (liberte des groupes), τμήματα της οποίας καλύπτονται υπό της ελευθερίας του συνέρχεσθαι” [§ 30 στο κείμενο και στην υποσημείωση 59, σελίδες 204-205].]
Τι σημαίνει “παράσταση” της αστυνομίας στις δημόσιες, υπαίθριες συναθροίσεις; Παρατηρούμε αρκετές φορές να παρίστανται στις διαδηλώσεις αστυνομικοί με πολιτική περιβολή ώστε να μην αναγνωρίζονται από τους διαδηλωτές και να μετέχουν στα επεισόδια ως κοινοί προβοκάτορες. Πόσο συνταγματικά επιτρεπτό είναι αυτό το ΑΘΛΙΟ φαινόμενο; Ο Πρόεδρος Εφετών διοικητικών δικαστηρίων Βελ. Καράκωστας [φαίνεται να είναι ο μοναδικός που ασχολείται με αυτό το κρίσιμο ζήτημα] υποστηρίζει “τα αστυνομικά όργανα που έχουν ορισθεί σχετικώς, πρέπει να παρίστανται ευθέως με την στολή τους και να μην έχουν ενεργητική συμμετοχή στην συνάθροιση, να αποφεύγουν δε οποιαδήποτε ενέργεια είτε εκδήλωση, θετική και ακόμα περισσότερο αρνητική. Έχουν δικαίωμα να παρέμβουν μόνον για την καταστολή κάποιας σαφώς διαπιστωμένης παράβασης των κειμένων νόμων, ως προς εκείνον ή εκείνους από τους μετέχοντες στην συνάθροιση που την διέπραξαν, ή μετά από δικαιολογημένη αίτηση του προέδρου της συνάθροισης. Επίσης τα αστυνομικά όργανα μπορούν να διατάξουν την απομάκρυνση από την δημόσια υπαίθρια συνάντηση καθενός που υπονομεύει, παρεμποδίζει ή διαταράσσει με οποιοδήποτε τρόπο την ομαλή διεξαγωγή της (προβοκάτορες) καθώς και κάθε προσώπου, ολοφάνερα άσχετου ή ξένου προς τον σκοπό που επιδιώκεται από την συνάθροιση, η συμμετοχή του οποίου μπορεί να προκαλέσει διατάραξη της τάξης. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση τα αστυνομικά όργανα πρέπει να έχουν κατά το δυνατόν και την σύμφωνη γνώμη των οργανωτών της συνάθροισης” σελ. 257]. Στο ζήτημα της παράστασης αστυνομικών με πολιτική περιβολή άπτεται του επιτρεπτού του λεγόμενου agent provocateur (προβοκάτορα ηθικού αυτουργού, ΠΚ 46 § 2 και ), περίπτωση του οποίου αποτελεί η λεγόμενη αστυνομική διείσδυση (άρθρο 253Α Κώδ. Ποιν. Δικονομίας) αλλά η εξέταση του [της] εκφεύγει των παρόντων προβληματισμών.
Η συνάθροιση προστατεύεται όταν οι συμμετέχοντες είναι “ήσυχοι και άοπλοι” [άρθρο 11 § 1 Συντάγματος].  Τα δυο αυτά στοιχεία, δηλαδή το “άοπλον” και το “ήσυχον” πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Μια ήσυχη μεν αλλά ένοπλη συνάθροιση δεν προστατεύεται από το άρθρο 11.  Ήσυχη είναι η συνάθροιση που οργανώνεται εξ αρχής και διεξάγεται χωρίς την επιδίωξη, άσκηση ή ανοχή βίαης επιβολής ορισμένων σκοπών. Η θορυβώδης διεξαγωγή της συναθροίσεως δεν της στερεί την ιδιότητα της “ήσυχης συναθροίσεως”. Ορθότερος όρος θα ήταν “ειρηνική συνάθροιση” όπως στο αγγλικό και γαλλικό κείμενο διεθνών διακηρύξεων της ελευθερίας συναθροίσεως (peacefyl assembly), σύμφωνα  με το πρότυπο της αμερικανικής διακηρύξεως. Αν η προϋπόθεση του “ησύχως συνέρχεσθαι” ληφθεί υπ’  όψιν κυριολεκτικά, λίγες, ιδίως υπαίθριες συναθροίσεις θα παρέμεναν υπό την προστασία του άρθρου 11 και η ελευθερία συναθροίσεως θα υπονομευόταν.  Ήδη η αρχή της αναλογικότητας απαγορεύει την διάλυση μιας συναθροίσεως λόγω της  διαπράξεως ενός απλού παραπτώματος. Ούτε βέβαια παύει μια συνάθροιση να απολαμβάνει την προστασία του άρθρου 11, με αποτέλεσμα να μπορεί να διαλυθεί από την αστυνομία μόνο διότι απλώς είναι θορυβώδης ή διότι σημειώνονται έριδες και φιλονικίες μεταξύ των συμμετόχων” [Δαγτόγλου, πλαγιάριθμος 1004.4.α, σελίδες 704-705]. Όταν υποστηρίζονται τέτοιες απόψεις από ένα κορυφαίο Ευρωπαίο Δάσκαλο, όπως ο Δάσκαλος μου αυτός [καθηγητής σε τρία διαφορετικά πανεπιστήμια στην Αγγλία, στην Γερμανία και στην Γαλλία], τι να προσθέσω εγώ επιπλέον; Πολύ χρήσιμες θεωρώ, επί τούτου, και τις απόψεις του καθηγητή Κ. Χρυσόγονου, “η κατά το άρθρο 11 § 1 Συντάγμτος έννοια της ησυχίας είναι διαφορετική από εκείνη που έχει ο ίδιος όρος στην κοινή γλώσσα, αφού εδώ δεν πρόκειται για τη μη θορυβώδη συνάθροιση, αλλά για εκείνη στην οποία οι συμμετέχοντες δεν επιδίδονται σε βιαιοπραγίες κατά προσώπων ή πραγμάτων. Τούτο προκύπτει από την ίδια την νομική φύση του δικαιώματος ως τρόπου ιδεολογικής αντιπαράθεσης και άσκησης επιρροής στις διαδικασίες σχηματισμού της πολιτικής βούλησης της εξουσίας. Ο ήσυχος χαραχτήρας της συνάθροισης δεν αναιρείται πάντως από τυχόν βιαιοπραγίες μεμονωμένων ατόμων ή έστω μιας μικρής μερίδας των συμμετεχόντων, ούτε, πολύ περισσότερο, αν τρίτα πρόσωπα βιαιοπραγούν εναντίον του συναθροισμένου πλήθους (απόφαση Γερμανικού Ακυρωτικού BVerfGE 69.315, 359 επ). Στην ελληνική θεωρία του ΣυντΔικαίου (από τους Σβώλο-Βλάχο, σελ. 215) υποστηρίζεται ότι συνάθροιση με σκοπούς εγκληματικούς δεν είναι ήσυχη και ότι η παράβασις δύναται να αφορά οιανδήποτε ποινικήν διάταξιν. Οι απόψεις αυτές συστέλλουν μάλλον υπερβολικά το πεδίο προστασίας του άρθρου 11 § 1. Στην πράξη είναι, καλώς ή κακώς, συνηθισμένο να ακούγονται σε πολλές διαδηλώσεις και υβριστικά συνθήματα π.χ. εναντίον του καθ’  ύλην αρμόδιου υπουργού. Το να θεωρηθεί αυτό επαρκής λόγος για να στερηθούν οι διαδηλωτές της συνταγματικής προστασίας, εάν δεν διαπράττουν βιαιότητες, φαίνεται τουλάχιστον υπερβολικό και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανέλεγκτη αστυνομική καταστολή” [σελίδες 448-449].  Κατά συνέπεια, οι διαμαρτυρίες και απειλές των συμβολαιογράφων κατά των διαμαρτυρόμενων πολιτών της Κατεχόμενης–από τον Γερμανικό Νεοναζισμό-Ελλάδας που μετέχουν στα Ειρηνοδικειακά Κινήματα κατά των πλειστηριασμών είναι εντελώς αβάσιμες. Γενικά, μια συνάθροιση [κατά την έννοια του άρθρου 11 § 1]  δεν είναι ήσυχη όταν “εξελίσσεται ή απειλεί να εξελιχθεί σε άσκηση βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων (π.χ. διάπραξη των εγκλημάτων της Στάσης ΠΚ 170 ή της διατάραξης της κοινής ειρήνης ΠΚ 189). Ο συνήθης ορισμός της μη ήσυχης συναθροίσεως ως εκείνης που επιδιώκει σκοπούς επαναστατικούς ή εγκληματικούς, είναι πολύ αόριστος”  [Δαγτόγλου σελ. 705].
 Εξ όσων εκτέθηκαν μέχρι τώρα το “ανήσυχον” μιας συνάθροισης επικεντρώνεται στην βιαιοπραγία. Σύμφωνα με την άποψη του Προέδρου Εφετών Βελ. Καράκωστα, “εάν μια συνάθροιση άρχισε ήσυχα και άοπλα και στη συνέχεια εξελίσσεται σε βίαιη ή από την συνέχιση της προκαλείται άμεσος κίνδυνος της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας όσων μετέχουν είτε οι μετέχοντες εκτρέπονται, κατά ακαθόριστο ποσοστό αυτών, σε αξιόποινες πράξεις, συντρέχει και πάλι νόμιμος λόγος διάλυσης της συνάθροισης εφόσον δεν επαρκούν ηπιότερα αστυνομικά μέτρα. Πάντως, δεδομένου ότι πρόκειται για άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος καθενός από τους μετέχοντες στην συνάθροιση, η διάλυση της από την αστυνομική αρχή οφείλει να είναι το ultimum remedium (έσχατο φάρμακο, έσχατη επιλογή, σε ελεύθερη μετάφραση του γράφοντος)” [σελ. 256].
Διακρίσεις βίας στις συναθροίσεις.[Για τα επόμενα βλ. Δαγτόγλου, πλαγιάριθμους1005-1007, σελίδες 705-707], “Η βία μπορεί νά στρέφεται προς τά εξω, νά προέρχεται από εξω ή νά ασκείται εντός τής συναθροίσεως. Στην πρώτη περίπτωση, αν η βία προέρχεται από τό σύνολο τής συναθροίσεως (π.χ. στην περίπτωση ενός βίαιου, κινούμενου όχλου πού επιτίθεται κατά προσώπων καί πραγμάτων πού ανήκουν σέ μιά φυλετική μειονότητα: «πογκρόμ») η συνάθροιση δέν διεξάγεται «ησύχως» καί δέν απολαμβάνει τήν προστασία του άρθρου 11. Αυτή είναι η απλούστερη περίπτωση. Όταν η βία προέρχεται από μερικούς μόνο τών συναθροιζομένων εναντίον της θελήσεως καί παρά τίς προσπάθειες παρεμποδίσεως έκ μέρους των οργανωτών καί των υπολοίπων, την προστασία του άρθρου 11 χάνουν, κατ' αρχήν, μόνο οί βιαιοπραγούντες καί όχι η συνάθροιση στο σύνολο της. Μόνον όταν αποδεικνύεται αδύνατη στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά τη συμπαράσταση της αστυνομίας (μέ εφαρμογή εύλογων» μέτρων φυσικού καταναγκασμού), η απομάκρυνση των αδικοπραγούντων, μπορεί νά είναι θεμιτή η διάλυση της συναθροίσεως. Πρακτικά σπουδαιότερη καί έπικινδυνωδέστερη είναι η περίπτωση ασκήσεως βίας κατά μιας συναθροίσεως (ενδεχομένως από μιά άλλη συνάθροιση, π.χ. μιά αντιδιαδήλωση), μέ σκοπό τή διάλυση της. Μιά νόμιμη συνάθροιση δέν μεταβάλλεται σέ παράνομη επειδή τρίτοι τήν διαταράσσουν παρανόμως. Η αστυνομία είναι αντιθέτως υποχρεωμένη νά προσφέρει τήν προστασία της στην διαταρασσόμενη συνάθροιση. Η διάλυση της υπό επίθεση συναθροίσεως είναι θεμιτή μόνο αν αποδειχθεί ή είναι προφανές, ότι (ή αστυνομία) δέν είναι σέ θέση (μέ εφαρμογή έστω ανάλογου προς τήν κατάσταση φυσικού καταναγκασμού) νά αποκρούσει την επίθεση. Αλλά καί τότε η αστυνομία μπορεί νά αντιμετωπίσει τή διάλυση της υπό επίθεση συναθροίσεως, μόνον όταν απειλείται άμεσα η ζωή ή η υγεία των ησύχως συναθροιζομένων ή τρίτων ή η περιουσία των τελευταίων. Η διατάραξη δημόσιας συναθροίσεως τιμωρείται ποινικώς [Κατά τον Κ. Χρυσόγονο, σελ. 449, "εξ ορισμού μη ήσυχη είναι η τυχόν αντισυνάθροιση αντιφρονούντων στον ίδιο τόπο και χρόνο με εξαγγελθείσα προηγουμένως συνάθροιση, αφού είναι πρόδηλο ότι αυτοί δεν αποσκοπούν στο να εκδηλώσουν αυτοτελώς τα φρονήματα τους ασκώντας έτσι το δικαίωμα του άρθρου 11 Συντ, αλλά να εμποδίσουν άλλους από την άσκηση του. Η απαγόρευση της αντισυνάθροισης και η παρεμπόδιση της πραγματοποίησης της αποτελεί επομένως οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια των αστυνομικών αρχών...Διαφορετικά θα ήταν πολύ εύκολο, όπως άλλωστε αποδεικνύει η πικρή ελληνική ιστορική εμπειρία (δολοφονία Γρ. Λαμπράκη), το δικαίωμα της συνάθροισης να γίνεται θεωρητικά σεβαστό από την κρατική εξουσία, αλλά στην πράξη να εξουδετερώνεται μέσω της δράσης πραρακρατικών ή άλλων μηχανισμών"].
γ. Πρέπει τέλος νά γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις γιά τρία ειδικότερο ζητήματα.
Μάσκες προσώπου, στολές καί άλλα διακριτικά σήματα, πού φέρουν οί συναθροιζόμενοι, είναι ασυμβίβαστα μέ τήν έννοια της «ήσυχης» συναθροίσεως, μόνο αν είναι σύμβολα καί διεγερτικά βίας. Έτσι π.χ. οί φασιστικές στολές ή οί κουκούλες τών Κού-Κλούξ-Κλάν ή οί μάσκες τρομοκρατικών οργανώσεων - εν αντιθέσει προς τίς στολές τών προσκόπων ή τών μεταμφιεσμένων του καρναβαλιού, αλλά καί μιας «οικολογικής» διαδηλώσεως προς προσέλκυση της προσοχής του κοινού.
Δέν είναι «ήσυχες» οι συναθροίσεις, όπου οι διαδηλωτές επιδιώκουν ή επιφέρουν σοβαρή παρακώλυση τής συγκοινωνίας σε κεντρική αρτηρία της πόλεως, μέ τό νά στέκονται, νά κάθονται ή νά ξαπλώνουν στον δρόμο ή νά απαγορεύουν τήν κυκλοφορία πεζών ή οχημάτων. Αυτό ισχύει επίσης γιά τήν παρακώλυση λειτουργίας κοινωφελών εγκαταστάσεων, π.χ. μέσων συγκοινωνίας. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν οι διαδηλωτές ανάβουν φωτιές ή ανεγείρουν οδοφράγματα. Ούτε είναι «ήσυχες» οι συναθροίσεις που επιδιώκουν ή επιφέρουν τή ματαίωση ή παρεμπόδιση τής λειτουργίας ή τόν εκφοβισμό κρατικών ή άλλων δημόσιων   οργάνων (π.χ. τής βουλής, ενός δικαστηρίου ή ενός διοικητικού οργάνου) ή ενός πολιτικού κόμματος ή   συνδικάτου η σωματείου, μιας εκλογικής ή μιας άλλης συναθροίσεως. Τά ανωτέρω ισχύουν ανεξάρτητα από τή συνδρομή τών προϋποθέσεων τών αντίστοιχων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα καί τών ειδικών ποινικών νόμων”. Επί των απόψεων αυτών έχω αντιρρήσεις. [Συνεχίζεται...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...