Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Περί δημοσίων συναθροίσεων (και η παρακώλυση των συγκοινωνιών) [IΙI]

Γράφει ο blogger.
Τις προηγούμενες δυο αρθρογραφίες μου, συνέχεια των οποίων αποτελεί η παρούσα, θυμηθείτε τις στις αναρτήσεις: 1. "περί δημοσίων συναθροίσεων Ι", 2. "περί δημοσίων συναθροίσεων (και η παρακώλυση των συγκοινωνιών) ΙΙ". 

Ι) Ασχολούμενος ο αείμνηστος Δάσκαλος μου Αριστ. Μάνεσης με το κεφαλαιώδες ζήτημα της ρύθμισης των ατομικών ελευθεριών σε μια φιλελεύθερη «Δημοκρατία» έγραφε, μεταξύ άλλων [ατομικές ελευθερίες, τεύχος α’. 1981, σελίδες 55 επ], «τα ατομικά δικαιώματα, ως εξουσίες που απονέμονται από το ισχύον δίκαιο, προϋποθέτουν βασικά το κράτος που τα θεσπίζει. Το γεγονός ότι τα ατομικά δικαιώματα λειτουργούν σε μια κρατικά οργανωμένη κοινωνία σημαίνει ότι η ύπαρξη κα η άσκηση τους ρυθμίζεται, προσδιορίζεται, περιορίζεται, διευρύνεται, περιστέλλεται, αναστέλλεται ή καταλύεται,

 δηλαδή εξαρτάται από την εκάστοτε κυρίαρχη μέσα στο κράτος θέληση, που έχει την ικανότητα αποτελεσματικής επιβολής. Μέσα στον συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό, που κυρίαρχο στοιχείο του είναι ο κρατικός καταναγκασμός, δεν μπορεί να νοηθεί και να υπάρξει παρά μόνο σχετική ελευθερία... Η ρύθμιση των ατομικών ελευθεριών συνίσταται στον καθορισμό του περιεχομένου τους, του τρόπου άσκησης τους, καθώς και των εγγυήσεων που την καθιστούν εφικτή. Το Σύνταγμα ενεργεί όμως την ρύθμιση αυτή σε γενικές μόνο γραμμές, αναθέτοντας την εξειδίκευση της στον κοινό νομοθέτη και επίσης, μέσω αυτού, κατά ένα μέρος και στην διοίκηση. Η σχετικότητα της συνταγματικής προστασίας των ατομικών ελευθεριών είναι προφανής…
Η πρώτη μέριμνα της κρατικής εξουσίας για την αυτοπροστασία της εκφράζεται βασικά και σχηματικά με τους όρους «δημόσια τάξη και ασφάλεια». Δεν υπάρχει κράτος εξ ορισμού που να προστατεύει τις ατομικές ελευθερίες σε τέτοιο βαθμό που να θέτουν σε κίνδυνο την δημόσια τάξη και ασφάλεια, δηλαδή να διακυβεύουν την ίδια την ύπαρξη του, όπως αυτή εκφράζεται νομικά με το κρατούν πολιτειακό καθεστώς. Στα πολιτικώς προηγμένα κράτη επιδιώκεται η εξισορρόπηση και ο συνδυασμός των ελευθεριών των πολιτών με την ασφάλεια του Κράτους. Όταν όμως ο συνδυασμός αυτός, για λόγους που ανάγονται στον υπάρχοντα συσχετισμό κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, δεν μπορεί να διατηρηθεί, η ασφάλεια του κράτους υπερισχύει και οι ατομικές ελευθερίες υποχωρούν. Δεν υπάρχει τίποτε το περίεργο σ’ αυτή την διαπίστωση: απλώς, σε κρίσιμες περιόδους αποκαλύπτεται ο σκληρός πυρήνας του κράτους, κάθε κράτους εν γένει, και οι πρωταρχικοί και βασικοί σκοποί του που είναι η επιβολή και η διατήρηση της τάξης και η αυτοσυντήρηση του.
Η επιφύλαξη του νόμου. Συνηθίζεται ήδη από την αμερικανική επανάσταση του 1776 η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων να γίνεται με διατάξεις του Συντάγματος, ώστε να είναι πάγια και σταθερή και να λειτουργεί και απέναντι του νόμου. Έτσι ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να τροποποιήσει ή καταργήσει τι διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα, αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να συμμορφώνεται με αυτές και να μη τα παραβιάζει. Δεν αποκλείεται όμως τα ατομικά δικαιώματα να θεσπίζονται και με διατάξεις κοινών νόμων, που δεν έχουν δηλαδή αυξημένη τυπική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή, που τα ατομικά δικαιώματα δεν διασφαλίζονται στο επίπεδο του Συντάγματος, υπάρχει μια πρόσθετη σχετικότητα σε ό,τι αφορά την προστασία τους. Αλλά και όταν το ίδιο το Σύνταγμα ιδρύει και προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα, δεν το κάνει με τρόπο απόλυτο, αλλά συνήθως με την λεγόμενη επιφύλαξη του νόμου. Κι έτσι τα σχετικοποιεί. Οι νόμοι στους οποίους παραπέμπει το Σύνταγμα είναι οι λεγόμενοι «εκτελεστικοί νόμοι» που τίθενται κατ’ επιταγήν ή για την εφαρμογή διατάξεων του Συντάγματος. Αυτή η παραπομπή στον νόμο καθιστά κατ’ εξοχήν σχετική την συνταγματική προστασία των ατομικών ελευθεριών. Εκτελεστικός Νόμος νοείται και ο τυπικός και ο ουσιαστικός. Ουσιαστικός νόμος είναι κάθε κρατική πράξη (άσχετα από τα κρατικά όργανα που την θεσπίζουν και από τον τύπο που περιβάλλεται) με την οποία θεσπίζονται κανόνες δικαίου, που ιδρύουν δικαιώματα και υποχρεώσεις (π.χ. διατάγματα, κανονιστικές διοικητικές πράξεις. ακόμη και σήματα τροχαίας). Γίνεται δεκτό ότι το Σύνταγμα χρησιμοποιεί τον όρο «νόμος» με την ουσιαστική έννοια και όχι μόνο (η λέξη «μόνο» προστέθηκε από τον blogger) με την τυπική του έννοια … Σε τελευταία ανάλυση, η πρακτική αξία της κατοχύρωσης ενός ατομικού δικαιώματος δεν εξαρτάται τόσο από την συνταγματική εξαγγελία του, όσο από την νομοθετική και διοικητική ρύθμιση του. 
Περιορισμοί στη θέσπιση περιορισμών. Σε κάθε περίπτωση, η αρχική ρύθμιση και θέσπιση περιορισμών των ατομικών ελευθεριών πρέπει να έχει την πηγή της σε κρατική πράξη με ισχύ νόμου. Έτσι, η εν γένει διοίκηση υπόκειται στο νόμο: πρέπει να ενεργεί secundum legem και intra legem. Πρόκειται για την αρχή της νομιμότητας που κατοχυρώνει την βεβαιότητα και ασφάλεια του δικαίου: κανείς να μην εξαναγκάζεται να κάνει κάτι που δεν τον υποχρεώνει ο νόμος και, αντίστροφα, να μην κάνει κάτι που ο νόμος επιτρέπει… Έτσι ο πολίτης αποκτά ασφάλεια δικαίου, γνωρίζει από πριν πότε μια συμπεριφορά του είναι νόμιμη και επιτρέπεται και πότε παράνομη και απαγορεύεται. Επιπλέον, η αρχή της νομιμότητας ιδρύει ένα τεκμήριο: εν αμφιβολία υπέρ της ελευθερίας (in dubio pro libertate). Ρύθμιση δεν σημαίνει τόσο θέσπιση περιορισμών, όσο μεθόδευση για την εξασφάλιση αποτελεσματικής άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και της πρακτικής εφαρμογής των σχετικών συνταγματικών διατάξεων». Ο μετέπειτα Πρόεδρος του ΣτΕ Β. Μποτόπουλος στην εισήγηση του επί της υπ’  αριθμό 4129/ 1980 [περιοδικό Το Σύνταγμα, 1981, σελίδες 689 επ, εδώ σελ. 693] εισηγείται, μεταξύ άλλων, «τηρών τους νόμους του κράτους σημαίνει ότι το δικαίωμα για την ελεύθερη  έκφραση και διάδοση της γνώμης όπως και για πληροφόρηση πρέπει να εναρμονισθεί από τον νόμο με άλλα ατομικά δικαιώματα.  Ποτέ όμως δεν επιτρέπεται στον νόμο να προσβάλλει το δικαίωμα καθαυτό. Η απαγόρευση του δικαιώματος δεν είναι ποτέ ρύθμιση. Ο πυρήνας δε του δικαιώματος αυτού, ο οποίος δεν μπορεί ποτέ να θιγεί, είναι η ελευθερία και της πιο μικρής μειοψηφίας να εκφράσει και να διαδώσει τις όποιες απόψεις της». Το Διοικητικό Ακυρωτικό απασχόλησε το φλέγον ζήτημα της συνταγματικότητας ελάχιστης τιμής πώλησης εφημερίδων. Δέχτηκε δε το Ακυρωτικό-σε συνέχεια και κατόπιν της εισήγησης αυτής του κ. Μποτόπουλου- τα εξής σημαντικά [σελ∙ 684], «… ο νόμος ρυθμίζει την άσκησιν των δικαιωμάτων ούτως ώστε να εξασφαλίζονται δι’  όλους. Η Πολιτεία οφείλει όχι μόνον να απέχη από ενεργειών αι οποίαι περιορίζουν τ’  ανωτέρω δικαιώματα αλλά και να λαμβάνη θετικά μέτρα προς προαγωγήν των … Η παρέμβασις δε της πολιτείας, δια να είναι ρυθμιστική και όχι περιοριστική του δικαιώματος πρέπει να εκδηλούται δια μέτρων τα οποία ανταποκρίνονται εις τον σκοπόν των ανωτέρω διατάξεων και τα οποία δεν θίγουν το ουσιώδες στοιχείον του θεσμού». 
Γενικές αρχές που διέπουν την ρύθμιση των ατομικών δικαιωμάτων. Κατά τους Αλ. Σβώλο-Γ. Βλάχο [Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τόμ. Α, 1954/ 1078, σελίδες 95-96], «§ 20. Ο ρυθμίζων την άσκησιν δικαιώματος νόμος και εν γένει η συμπληρούσα το Σύνταγμα διακανονιστική διάταξις, πρέπει να ευρίσκονται όχι μόνον εντός του γράμματος του Συντάγματος αλλά και εντός του πνεύματος της αφιεμένης εις τον νομοθέτην αρμοδιότητος. Ούτω: α) οι όροι και οι τυχόν εισαγόμενοι περιορισμοί εις την άσκησιν του δικαιώματος δέον να είναι γενικοί, να ανάγωνται εις λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, ή δημοσίας τάξεως και ασφαλείας και να ισχύουν δι’  όλους, άνευ αδικαιολογήτου ανίσου μεταχειρίσεως ομοίων πραγμάτων ή προσώπων. β) οι όροι και οι περιορισμοί δέον να μη ανατρέπουν την βάσιν του δικαιώματος ουδέ να καθιστούν την άσκησιν αυτού υπερμέτρως δυσχερή, ώστε να προκύπτη πρόθεσις τροποποιήσεως ολικής ή μερικής των διατάξεων περί του δικαιώματος, δια την οποίαν δεν είναι αρμόδιος ο νομοθέτης. Η επιγραμματική διατύπωσις του άρθρου 19 Συντάγματος της Δυτ. Γερμανίας καθ’  ην “εφόσον το Σύνταγμα επιτρέπει επιβολήν περιορισμών εις θεμελιώδες τι δικαίωμα, υφιστάμενον υπό την επιφύλαξιν μεταγενεστέρας επεξεργασίας νόμου, το δικαίωμα τούτο καθ’  εαυτό δέον να παραμείνει άθικτον”, διαγράφει άριστα την ως άνω αρχήν. γ) Δέον να περιέχωνται εις τον νόμον επαρκείς εγγυήσεις δια την ακώλυτον άσκησιν του ρυθμιζομένου δικαιώματος, αποκλειομένων κατ’  αρχήν προληπτικών διοικητικών μέτρων, έστω και εμμέσων, ιδίως όταν απαγορεύονται υπό του Συντάγματος ή αντίκεινται εν γένει εις το Σύνταγμα, οριζομένων δε συγκεκριμένως και περιοριστικώς των επιτρεπομένων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, εφόσον ταύτα δεν αντίκεινται εις το Σύνταγμα, τιθεμένης δε εντός στενών πλαισίων και της διακριτικής ευχερείας της Διοικήσεως. δ) Εφόσον προβλέπονται κυρώσεις κατά του παραβαίνοντος τον νόμον ατόμου, αύται δέον να είναι δικαστικής φύσεως. Κατά δε του παραβάτου του Συντάγματος και του νόμου κρατικού οργάνου, δέον να προβλέπονται κυρώσεις παντός είδους κατά το παράδειγμα των διατάξεων ωρισμένων άρθρων αυτού τούτου του Συντάγματος (άρθρα 5 § 3, 12 § 2). Η ολοκλήρωσις των κυρώσεν υποθέτει την υποχρέωσιν αποζημιώσεως και ένεκα νόμου αντισυνταγματικού. § 21. Η τήρησις των ανωτέρω όρων ελέγχεται επαρκώς και τελεσφόρως μόνον όταν υπάρχουν γενικώς ή προβλέπονται ειδικώς εκάστοτε, νόμιμα μέσα αμύνης του ατόμου κατά της επεμβάσεως της ρυθμιστικής αρμοδιοτητος του νομοθέτου (πρώτιστον τοιούτον γενικόν μέσον είναι η έρευνα της συνταγματικότητος του νόμου) και όταν κατά της παρανομίας της Διοικήσεως χωρεί εν γένει έλεγχος νομιμότητος, η κρίσις δε επί του παραπόνου του ατόμου ανατίθεται όσν είαι δυνατόν περισσότερον μόνον εις δικαστικώς οργανωμένας δικαιδοσίας». 

ΙΙ. Αν ήταν ορθές οι (αρνητικές) απόψεις του Δασκάλου μου Π. Δαγτόγλου που εκτέθηκαν παραπάνω (στην προηγούμενη, δεύτερη, ανάρτηση) τότε δεν θα υπήρχε in praxi το δικαίωμα των συναθροίσεων (του συνέρχεσθαι). Διότι, έχουν ποινικοποιήσει και την εκδοχή της πραγμάτωσης των συναθροίσεων με το μέσον της πορείας στους δρόμους και την παρεμπόδιση της χρήσης τους από τους μη συμμετέχοντες στην συνάθροιση ή στην κινούμενη συνάθροιση (πορεία) δια του άρθρου 292 Ποινικού Κώδικα [έγκλημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών]. Και μάλιστα, με την άκρως αυστηρή άποψη του ότι, τάχα δεν υπάρχει προστασία αυτής της ατομικής ελευθερίας ακόμη και αν οι πράξεις αυτές διαπράττονται ανεξαρτήτως ποινικής ευθύνης!! [πλαγιάριθμος 1007, σελ∙ 707 στο τέλος της § αυτής. Για τις αυστηρές, ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ απόψεις και του ΕισΑΠ Β. Παπαδάκη βλ. τη σχετική γνωμοδότηση του στην πρώτη ανάρτηση, που ασπάζεται τις απόψεις αυτές του Π. Δαγτόγλου με την αιτιολογία της σοβαρής παρακώλυσης της κυκλοφορίας κλπ. Και πως θα κριθεί το σοβαρό της παρακώλυσης; Με τέτοιες αοριστίες απονευρώνονται οι ατομικές ελευθερίες]. Για να διαπιστώσει ο αναγνώστης μέχρι που φτάνει ο παραλογισμός αυτής της άποψης, δηλαδή ότι με την αφόρητη ποινικοποίηση της κοινωνικής ζωής μας, ουσιαστικά οι ατομικές ελευθερίες καθίστανται γράμμα κενό περιεχομένου, αρκεί να εκθέσω ένα πραγματικό περιστατικό που αντιλήφθηκα, ως αυτόπτης μάρτυρας, στην πανελλήνια πορεία Δικηγόρων (και λοιπών επαγγελματιών) στις 14-1-2016 έξω από την Βουλή των Ελλήνων [άλλως πως, το Τσίρκο των 300]. Στο τέλος του βίντεο κατέγραψα το εξής περιστατικό: συνάδελφοι από τον Δ.Σ. Θεσσαλονίκης επιχείρησαν να αναρτήσουν πανό στα κάγκελα του περιβόλου της Βουλής. Ο επιφορτισμένος με την φρούρηση αξιωματικός (Ταξίαρχος αυτοσυστήθηκε) διαμαρτυρήθηκε-κόσμια-στους συναδέλφους ότι δεν έπρεπε να αναρτήσουν το πανό αυτό στα κάγκελα της Βουλής. Και είχε δίκιο! Διότι βάσει του νόμου 2946/ 2001 «Υπαίθρια διαφήμιση κλπ», στο άρθρο 1 § 1 «1. Στην έννοια της υπαίθριας διαφήμισης κατά το νόμο αυτόν, περιλαμβάνεται η υπαίθρια και δημόσια προβολή με κάθε τρόπο και μέσο, μηνυμάτων κάθε μορφής, για την προώθηση εμπορικών και επαγγελματικών σκοπών ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων. 2. Υπαίθριες διαφημίσεις κατά την παραπάνω έννοια συνιστούν ιδίως: α. Οι έντυπες, οι χειρόγραφες, οι φωτεινές ή φωτιζόμενες και οι ηλεκτρονικές ή άλλες διαφημίσεις», σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1.γ  ίδιου νόμου «η προβολή υπαίθρια διαφήμισης απαγορεύεται στους εξής χώρους: … Σε κτίρια στα οποία στεγάζονται δημόσιες υπηρεσίες και υπηρεσίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου» στην § 2 ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Απαγορεύεται: α. Η ανάρτηση πανώ, αεροπανώ ή άλλων όμοιων αντικειμένων για οποιονδήποτε λόγο, σε οδούς, πλατείες ή άλλους κοινόχρηστους χώρους, στις προσόψεις των κτιρίων και στους ακάλυπτους χώρους, καθώς και επί της ρυμοτομικής γραμμής, όταν υπάρχει πρασιά»! Οι ποινικές κυρώσεις θεσπίζονται στο άρθρο 10 § 2 ίδιου νόμου ]φυλάκιση μέχρι 6 μήνες και χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ] αλλά και μιας αστυνομικής διάταξης (υπ'  αριθμό 6/ 1996 ΦΕΚ Β' 1028/ 12-11-1996, άρθρο 1 πργφ. 7 , "απαγορεύεται η ρύπανση με την αναγραφή λέξεων ή φράσεων απεικόνιση παραστάσεων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, των προσόψεων των οικοδομών, των αγαλμάτων και κάθε επιφάνεια σε δημόσιο χώρο" κατά δε την πργφ. 2 ίδιου άρθρου "απαγορεύεται η καθ'  οιονδήποτε τρόπο ρύπανση των δημοσίων κοινόχρηστων χώρων" και η ποινική κύρωση θεσπίζεται στο άρθρο 8 της ίδιας διάταξης "οι παραβάτες της παρούσας διάταξης διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 πργφ. 6 ν. 1481/ 1984, εφόσον από άλλη διάταξη δεν τιμωρούνται βαρύτερα", δηλαδή με κράτηση ή πρόστιμο εφ'  όσον βέβαια δεν ήθελαν τιμωρηθούν για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ΠΚ 381, δηλαδή με φυλάκιση μέχρι δυο χρόνια. Για το ότι στην ποινική υπόσταση της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας περιλαμβάνεται και η ρύπανση βλ, ενδεικτικά ΑΠ 444/ 2002, ΑΠ 231/ 1982)!! Θα μπορούσε λοιπόν να διατάξει την σύλληψη των συναδέλφων που επιχειρούσαν-και τελικά το πέτυχαν-να αναρτήσουν το πανώ! Ευτυχώς δεν διέταξε την σύλληψη τους αφού τόσες παρανομίες τελέστηκαν μέχρι την άφιξη μας στην Βουλή [παρακώλυση συγκοινωνιών κλπ]. Ουσιαστικά λοιπόν, in praxi, έχουν καταργηθεί αυτές οι απόψεις διότι, τότε, η ατομική αυτή ελευθερία θα υπήρχε μόνο στα χαρτιά εντελώς κενή περιεχομένου!! Ακούγονται και κάτι κωμικές φωνές ότι δηλαδή οι διαδηλωτές να διαδηλώνουν πάνω σε πεζοδρόμιο μη εμποδίζοντας τους μη μετέχοντες να χρησιμοποιούν τις οδούς κλπ. Ξέχασαν όλοι αυτοί οι κύριοι ότι με τέτοιες αντιλήψεις το δικαίωμα των συναθροίσεων θα ήταν εντελώς απονευρωμένο, δεν θα ασκούσε ΚΑΜΙΑ ΠΙΕΣΗ προς τους Εξουσιαστές που είναι φύσει και θέσει σε μια ταξική Κοινωνία αδυσώπητοι κυνηγοί του Εσωτερικού εχθρού που δεν είναι άλλος βέβαια από τον άγρια ληστευόμενο-μέχρι εξόντωσης (final solution)-λαό, ιδίως στην εποχή της μνημονιακής γενοκτονίας;

ΙΙΙ. Σχετικά με την απαίτηση της προηγούμενης αναγγελίας της εκδήλωσης της συνάθροισης που επιτάσσει το δικτατορικό ν.δ. 794/ 71 [άρθρο 3 § 4]. Κατά τον Π. Δαγτόγλου [πλαγιάριθμος1009, σελ∙ 708], «με την ελευθερία αυτή δεν συμβιβάζεται η απαίτηση οποιασδήποτε άδειας, εγκρίσεως ή εγγυοδοσίας. Καθ’  εαυτήν δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη συνταγματικά κατοχύρωση ούτε η απαίτηση προηγούμενης αναγγελίας, όπως αυτή που προβλέπει το νδ. 794/ 71. Ασφαλώς η κατά το άρθρο 11 § 2 εξουσία της αστυνομίας να απαγορεύει, υπό ορισμένες συνθήκες, υπαίθριες συναθροίσεις δεν συνεπάγεται λογικά την επιταγή στον νομοθέτη να επιβάλλει το σύστημα της προηγούμενης αγγελίας». Για την επιβαλλόμενη όμως προηγούμενη δήλωση της συναθροίσεως δεν έχει αντίρρηση ούτε ο Μάνεσης [ατομικές ελευθερίες, α’, 1981, σελ∙ 81, που το χαρακτηρίζει "ήπια μορφή προληπτικού συστήματος, η οποία διευκολύνει πάντως την παραπέρα λήψη είτε προληπτικών είτε καταστατικών μέτρων"] ούτε ο Χρυσόγονος, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ∙ 458]!! Προσπαθώντας να μαζέψει ο «προοδευτικός» αυτός συγγραφέας (όπως η πολιτική μάντρα στην οποία είναι ενταγμένος) τα ασυμμάζευτα, υποστηρίζει, κατόπιν (σελ∙ 458) «στις υπαίθριες συγκεντρώσεις όμως, η τυχόν παράλειψη της γνωστοποίησης τους δεν συνεπάγεται δυνατότητα απαγόρευσης τους χωρίς να συντρέχουν οι περιπτώσεις που περιοριστικά απαριθμεί η παραπάνω συνταγματική διάταξη». 
 ΙV. 1. Το έγκλημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών [Ποινικός Κώδικας 292]. Σύμφωνα με το Ακυρωτικό μας [ΑΠ 595/ 2015], «κατά το άρθρο 292 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση παρεμποδίζει τη λειτουργία κοινόχρηστης εγκατάστασης που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία και ιδίως σιδηροδρόμου, αεροπλάνου, Λεωφορείου, ταχυδρομείου, τηλεγράφου ή τηλεφώνου, που προορίζονται για κοινή χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα στοιχεία του προαναφερομένου εγκλήματος της παρακώλυσης συγκοινωνιών είναι: α) η δια θετικής ενέργειας [όχι με παράλειψη] και καθ' οιονδήποτε τρόπο παρακώλυση της κανονικής λειτουργίας μιας κοινής χρήσης εγκατάστασης, η οποία μπορεί να είναι διαρκής ή προσωρινή, β) εγκατάσταση κοινής χρήσης που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία, γ) η εγκατάσταση αυτή να είναι προορισμένη για κοινή χρήση [από άγνωστο αριθμό προσώπων και αδιάκριτα] και δ) η παρακώλυση να γίνεται από πρόθεση [ΑΠ 1254/1993, ΠΧρ ΜΓ.1009, ΑΠ 1009/2000 ΠΧρ ΝΑ.243]. Κοινόχρηστη εγκατάσταση που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία είναι και οι δημόσιοι και κοινοτικοί [όχι ιδιωτικοί] δρόμοι. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 431 ΠΚ, όποιος παρεμποδίζει χωρίς δικαίωμα την κυκλοφορία σε τόπους κοινής χρήσης στην στεριά ή στα ύδατα ή με οποιονδήποτε τρόπο διαταράσσει ή θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών, αν άλλη διάταξη δεν τιμωρεί βαρύτερα την πράξη αυτή. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το άρθρο 292 παρ. 1 ΠΚ προβλέπει πράξη διαφορετική από εκείνη του άρθρου 431 ΠΚ, το οποίο εφαρμόζεται στις περιπτώσεις παρεμπόδισης της κυκλοφορίας, εφ’ όσον αυτές δεν εμπίπτουν στο άρθρο 292 παρ. 1 ΠΚ, με το οποίο σκοπείται η εξασφάλιση της λειτουργίας συγκοινωνιακής "εγκατάστασης" κοινής χρήσης και η αποτροπή της παρακώλυσης των συγκοινωνιών που ενδιαφέρουν άμεσα το κοινωνικό σύνολο». Η νμλγ αυτή αποδέχεται αυτολεξεί τις απόψεις του ΕισΑΠ Αθ. Κονταξή [ποινικός κώδικας, 2000, τόμος Β', σελ. 2.441 αλλά και της ΑΠ 1254/ 1993] για την ένταξη των δημοσίων δρόμων στον όρο "κοινόχρηστη εγκατάσταση" που αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού. 

Στην επιστήμη υπήρξε μερική αμφισβήτηση κατά πόσο οι αυτοκινητόδρομοι μπορούσαν να υπαχθούν στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού [για την όλη προβληματική βλ. Αθ. Κονταξή, όπ.πάρ, σελ. 2.442]. Κατά συνέπεια, γίνεται κατανοητό γιατί ο νομοθέτης ένιωσε την ανάγκη με την μνημονιακή τροποποίηση του [άρθρο 27 ν. 4356/ 2015, ΦΕΚ Α 181/ 24-12-2015] να συμπεριλάβει ρητά ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού και τους αυτοκινητόδρομους παρ'  ότι η νμλγ του Ακυρωτικού μας δεν κατέλειπε καμιά αμφιβολία περί της υπαγωγής και των αυτοκινητοδρόμων στην προστασία της ΠΚ 292 [βλ. και ΑΠ 1041/ 1993, ΑΠ 1254/ 1993 και Μιχ. Μαργαρίτη-Άντα Μαργαρίτη, ερμηνεία ΠΚ, 2014, άρθρο 292, πργφ. 2, σελ. 852].
2. Την περιγραφή της ποινικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού διαβάστε την στην πρώτη ανάρτηση. Τίθεται το ερώτημα: η μνημονιακή τροποποίηση του έγινε επί τα χείρω ή επί τα βελτίω [επιεικέστερα μεταχείριση για τον κατ/ νο]; Παρατηρητέα τα επόμενα: α) με την μνημονιακή τροποποίηση καταργήθηκε η ποινική μεταχείριση όταν τελείται εξ αμελείας, β) η απειλούμενη ποινή είναι μικρότερη αφού απειλείται ποινή που αρχίζει από δέκα ημέρες (άρθρο 53 ΠΚ) μέχρι ένα (1) έτος ανώτατη επιμέτρηση, ενώ η προϊσχύσασα ρύθμιση απειλούσε ποινή η οποία άρχιζε από τρεις (3) μήνες τουλάχιστον και έφθανε μέχρι τα πέντε (5) χρόνια! Με το άρθρο 28 του μνημονιακού τροποποιητικού νόμου 4356/ 15 προστέθηκε εδάφιο β’ στο άρθρο 298 του ποινικού κώδικα που έχει ως εξής: «Το δικαστήριο, όσον αφορά τα πλημμελήματα του άρθρου 292 ή την πράξη του άρθρου 431, δύναται να απαλλάξει το δράστη από την ποινή, εφόσον η παρεμπόδιση είχε ασήμαντη διάρκεια ή ο δράστης τέλεσε την πράξη για την προάσπιση ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος». Είναι γνωστό ότι στην επίλυση του ζητήματος ποιος είναι ο ευμενέστερος νόμος ακολουθείται η λεγόμενη αρχή της συγκεκριμένης θεώρησης του πράγματος (για τα επόμενα προσφεύγω στην βοήθεια του Δασκάλου μου Νικολάου Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2006, πργφ. 6.Ε.3, σελίδες 124-125). Έτσι, «επιεικέστερος είναι εκείνος ο ποινικός νόμος ο οποίος κατά την συγκεκριμένη εφαρμογή του οδηγεί σε ατιμωρησία ή ηπιότερη τιμώρηση της υπό κρίση συμπεριφοράς. Η εκάστοτε υπό κρίση περίπτωση θα πρέπει, επομένως, να εκτιμηθεί τόσο κατά τον παλαιό, όσο και κατά τον νέο νόμο, αντικείμενο δε σύγκρισης είναι τα αποτελέσματα της εκτίμησης αυτής και όχι η αφηρημένη διατύπωση των νόμων. Επιεικέστερος νόμος είναι εκείνος που in concreto έχει τα ευνοϊκότερα για τον κατ/ νο αποτελέσματα. Έτσι λ.χ. ευνοϊκότερος είναι ο νόμος που εισάγει έναν νέο, συντρέχοντα στην υπό κρίση περίπτωση, λόγο άρσεως του αδίκου ή προσωπικής απαλλαγής από την ποινή, ή που μειώνει τον χρόνο παραγραφής τόσο, ώστε να έχει υποκύψει σ’  αυτήν η πράξη του κατ/ νου, ή αναγορεύει σε κατ’  έγκληση ένα έγκλημα που άλλοτε εδιώκετο αυτεπαγγέλτως, εφόσον, εννοείται, in concreto έγκληση δεν υποβλήθηκε. Με αφετηρία, εξάλλου, την παραπάνω συγκεκριμένη θεώρηση αποδεικνύονται ψευδοπρόβλημα και οι περιπτώσεις εκείνες που προκάλεσαν πολλές αμφισβητήσεις, στις οποίες οι υπό συζήτηση νόμοι είναι, συγκρινόμενοι μεταξύ τους, εν μέρει αυστηρότεροι και εν μέρει επιεικέστεροι. Έστω ότι μια ορισμένη συμπεριφορά απειλείται από τον ισχύοντα κατά τον χρόνο τέλεσης της Α νόμο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, δηλαδή από τρεις μήνες έως πέντε χρόνια, ενώ από τον μεταγενέστερο Β νόμο με φυλάκιση από έξι μήνες μέχρι τρία χρόνια. Από τους νόμους αυτούς, ο μεν Α είναι αυστηρότερος ως προς το maximum και επιεικέστερος ως προς το minimum, ενώ ο Β είναι αυστηρότερος ως προς το minimum και επιεικέστερος ως προς το maximum. Ποιος από τους δυο είναι επιεικέστερος από τον άλλο; Το υγιές περί δικαίου αίσθημα μας υποδεικνύει ότι ο δράστης δεν πρέπει πάντως να τιμωρηθεί με ποινή μεγαλύτερη από τρία χρόνια, ενώ εξάλλου συγχωρείται να τιμωρηθεί και με ποινή μικρότερη από έξι μήνες, μέχρι το ελάχιστο όριο των τριών μηνών. Το πλαίσιο δηλαδή, της αρμόζουσας ποινής είναι: από τρεις μήνες έως τρία χρόνια". Δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι η μνημονιακή τροποποίηση είναι ευνοϊκότερη για τον πιθανό κατ/ νο! Και προξενεί ΚΑΤΑΠΛΗΞΗ που ψηφίστηκε τέτοια διάταξη σε περίοδο αφόρητης, γενοκτονικής μνημονιακής ΚΑΤΟΧΗΣ, αφού είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η Δικαιοσύνη θα έχει να ασχοληθεί πάρα πολύ με τα άρθρα 11 ισχύοντος Συντάγματος και 292 ΠΚ.
3. Πιστεύω ότι το αξιόποινο του αποκλεισμού των δημοσίων δρόμων κατά την πραγματοποίηση διαδηλώσεων [πορειών] έχει καταργηθεί με έθιμο in bonam partem! Με την επιφύλαξη ότι δεν γίνονται φθορές ξένης ιδιοκτησίας κλπ κατά την διάρκεια τους. Το γεγονός ότι σπάνια -αν όχι ΠΟΤΕ-γίνονται συλλήψεις από τις δυνάμεις καταστολής (Αστυνομία) των διαδηλωτών οι οποίοι περιορίζονται μόνο στις καταλήψεις δρόμων και όχι και άλλων αξιόποινων πράξεων, έχει οδηγήσει στην δημιουργία καταργητικού εθίμου in bonam partem [για το ζήτημα αυτό βλ, εντελώς ενδεικτικά, τον αλησμόνητο Δάσκαλο μου Γ.Αλ. Μαγκάκη σε Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, Γενικό Μέρος, άρθρα 1-133, 2005, άρθρο 1, πλαγιάριθμους 29-30, σελίδες 23-24]. Η αστυνομική αρχή έχει-προφανέστατα-λάβει οδηγίες από την εισαγγελική σ΄ αυτές τις περιπτώσεις να μην προβαίνει σε συλλήψεις. Οπότε, δυοίν θάττερον, ή η εισαγγελική αρχή έχει μετατραπεί από νομιμότητας σε σκοπιμότητας, μάλιστα πολιτικής!! ή παραδέχεται ή αποσκοπεί στην δημιουργία καταργητικού εθίμου. Η δεύτερη εκδοχή είναι και αποδεκτή και ευχής έργο να συνεχιστεί. Διαφορετικά, η ατομική ελευθερία των συναθροίσεων καθίσταται κενή περιεχομένου!

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελεύθερη ειρηνική συγκέντρωση - συνάθροιση και στην ελεύθερη σύσταση σωματείων - ενώσεων ..., ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς, εκτός από εκείνους, που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν μέτρα αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το συνταγματικό δικαίωμα της συνάθροισης (ή του συνέρχεσθαι) περιλαμβάνει την ελευθερία οργάνωσης, διεξαγωγής, και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα. Φορείς του σχετικού δικαιώματος είναι τα πρόσωπα που διοργανώνουν και συμμετέχουν στη συνάθροιση, η δε παρεχόμενη σ' αυτά συνταγματική προστασία νοείται μόνο έναντι του κράτους και των λοιπών φορέων δημόσιας εξουσίας, και όχι έναντι άλλων ιδιωτών, ως προς τους οποίους ισχύει η κοινή νομοθεσία. Στην υπαίθρια συνάθροιση υπάγεται και η διαδήλωση ή η συνάθροιση διαμαρτυρίας που αποσκοπεί στον επηρεασμό και άλλων προσώπων εκτός από εκείνα, που μετέχουν σ' αυτή, η οποία προστατεύεται συνταγματικά, εφόσον είναι ήσυχη και άοπλη, δηλαδή δεν μετέρχεται βίαια μέσα και δεν κάνει χρήση όπλων για την επιβολή των σκοπών της. Η κατοχύρωση της ελευθερίας συναθροίσεων και διαδηλώσεων από το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος δεν υποβάλλεται σε επιφύλαξη νόμου, αλλά η άσκησή της υπάγεται στους γενικούς περιορισμούς της κειμένης νομοθεσίας, ώστε να μη θίγονται προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα αγαθά τρίτων (ζωή, τιμή, περιουσία κτλ). Οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ αποτελούν ουσιαστικές διατάζεις και η παραβίασή τους ελέγχεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [Άρειος Πάγος 492/ 2015].

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το δικαίωμα συναθροίσεως ή «ελευθερία του συνέρχεσθαι» κατά την παραδοσιακή ορολογία, η άσκηση του οποίου καθίσταται δυνατή μόνο με την σύμπραξη περισσοτέρων προσώπων (δικαίωμα συλλογικής δράσεως) και συνδέεται στενά με την ελευθερία της εκφράσεως (14 παρ.1 Σ). Ως συνάθροιση, κατά την έννοια του Συντάγματος, χαρακτηρίζεται «η σκόπιμος κατ' αρχήν και όχι τυχαία, προσωρινή επί το αυτό συνάντησις αξιολόγου αριθμού προσώπων προς έκφρασιν ή ακρόασιν ανακοινώσεως ή γνώμης επί ορισμένου θέματος ή προς εκδήλωσιν φρονημάτων ή αιτημάτων οιουδήποτε θέματος ή προς λήψιν από κοινού αποφάσεων ή προς από κοινού άσκησιν του δικαιώματος του αναφέρεσθαι (Α.Σβώλος-Γ.Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Β', 1955, σελ.195-6). Έτσι στο άρθρο 11 του Σ υπάγονται συναθροίσεις οι οποίες γίνονται με σκοπό την εκδήλωση φρονημάτων όσων συμμετέχουν, όπως συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τον διορισμό νέου μητροπολίτη. Το δικαίωμα όμως της συναθροίσεως πρέπει να ασκείται «ήσυχα και χωρίς όπλα». Δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για περιορισμό αλλά για προϋπόθεση η οποία προκύπτει ούτως ή άλλως από την ίδια την έννοια της συναθροίσεως ως διαδικασίας συλλογικής, έλλογης και ειρηνικής εκφράσεως. Βίαιες συγκεντρώσεις και ένοπλες συγκεντρώσεις συνιστούν αντίθετα προανάκρουσμα στασιαστικών ενεργειών ή πάντως προσπάθειας όχι για άσκηση πειθούς αλλά για δυναμική επιβολή των απόψεων μιας μειοψηφίας συνήθως, έστω και σε συγκεκριμένα ζητήματα, άρα δεν αποτελούν καν συνάθροιση με την συνταγματική του όρου έννοια. Στην ελληνική θεωρία του συνταγματικού δικαίου υποστηρίζεται ευρύτερα ότι συνάθροιση προς διάπραξη παραβάσεων των ποινικών νόμων δεν είναι «ήσυχη» διότι το κράτος δεν διασφαλίζει την άσκηση ελευθεριών προς αξιόποινες πράξεις, η παράβαση δε «δύναται να αφορά οιανδήποτε ποινικήν διάταξιν» (Α.Σβώλος-Γ.Βλάχος ο.π. σελ.215). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν δύναται να τύχει συνταγματικής προστασίας η συνάθροιση στην οποία οι συμμετέχοντες επιδίδονται σε βιαιοπραγίες κατά προσώπων ή πραγμάτων (βλ. και Κ. Χρυσόγονος Ατομικά και κοινωνικά Δικαιώματα, εκδ.2002, σελ.448,449) [Εφετείο Λάρισας 420/ 2012].

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...