Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Κανονιστικές πράξεις καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Περίληψη. Αυτοκίνητα νέας και παλαιάς τεχνολογίας. Αναδρομική νομοθετική κύρωση. Αντισυνταγματικότητα. `Εκδοση υπουργικής απόφασης χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Αναδρομική κύρωση αυτής με νόμο. Ανίσχυρη η αναδρομική ισχυροποίηση αυτής. Δεν αποκτά τυπική ισχύ νόμου. Εξακολουθεί να υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του 

ΣτΕ Ολομέλεια 3596/ 1991
 
2. Επειδή ζητείται η ακύρωσις της υπ` αριθ. 1069111/2155/8.6.1989 αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, ως και του στερουμένου εκτελεστότητος υπ` αριθ. 1069112/2156/0017/9.6.1989 τηλεγραφήματος του αυτού Υπουργού, δια του οποίου εγνωστοποιείτο προς τας νομαρχίας και τας τελωνειακάς αρχάς του Κράτους η ως άνω απόφασις. 

3. Επειδή, δια του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1858/1989 (ΦΕΚ Α` 148/1.6.1989) ορίσθη, ότι οι συντελεσταί του ειδικού φόρου καταναλώσεως, οι οποίοι καθορίζονται εις την παράγραφον 2 του άρθρου 1 του ιδίου νόμου δια τα καινουργή επιβατικά αυτοκίνητα νέας τεχνολογίας, εφαρμόζονται και δια τα καινουργή επιβατικά αυτοκίνητα παλαιάς τεχνολογίας, δια το μέχρι της 30ής Ιουνίου 1989 χρονικόν διάστημα, υπό την προϋπόθεσιν, μεταξύ άλλων, ότι μέχρι και της 28ης Φεβρουαρίου 1989 είχεν ανοιχθεί ενέγγυος ανέκκλητος πίστωσις δια το όλον ή μέρος του τιμήματος. Εν συνεχεία εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1069111/2155/8.6.1989 απόφασις του Υπουργού Οικονομικών, άνευ ειδικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, η οποία ρητώς όρισεν ότι ισχύει από 1ης Μαρτίου 1989 και θα κυρωθεί δια νόμου, δια της οποίας αντικατεστάθη η πρώτη περίπτωσις της παραγράφου 1β του άρθρου 2 του ν. 1858/1989 ως ακολούθως: "είχε ανοιχεί ενέγγυα ανέκκλητη πίστωση σε ποσοστό 20% και πάνω του τιμήματος". 
4. Επειδή, μετά την κατάθεσιν της υπό κρίσιν αιτήσεως, εξεδόθη ο ν. 1870/1989 (ΦΕΚ 250/28.12.1989), με το άρθρον 4 του οποίου ορίσθη ότι "κυρώνεται από τότε που ίσχυσε", μεταξύ άλλων, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφασις, της οποίας το κείμενον παρατίθεται εις το εν λόγω άρθρον. Εν όψει αυτού, το Β` Τμήμα του δικαστηρίου τούτου, δια της υπ` αριθ. 3193/1990 αποφάσεώς του, παρέπεμψε ενώπιον της Ολομελείας, προς επίλυσιν, λόγω μείζονος σπουδαιότητος, το ζήτημα αν, μετά την αναδρομικήν αυτήν νομοθετικήν κύρωσιν, είναι πλέον επιτρεπτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ούτω δια νόμου κυρωθείσης υπουργικής αποφάσεως. 
5. Επειδή, αι διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 2 και 44 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπουν, αντιστοίχως, την δυνατότητα εκδόσεως κανονιστικών διοικητικών πράξεων θεσπιζουσών πρωτεύοντας κανόνας δικαίου βάσει ειδικής εξουσιοδοτήσεως παρεχομένης υπό διατάξεως νόμου και τη δυνατότητα εκδόσεως πράξεων νομοθετικού περιεχομένου από τον Πρόεδρον της Δημοκρατίας μετά πρότασιν του Υπουργικού Συμβουλίου, εις εκτάκτους περιπτώσεις εξαιρετικώς επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης. Από τας διατάξεις αυτάς, συνδυαζομένας προς τας διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος, το οποίον θεσπίζει την αρχήν της διακρίσεως των εξουσιών και του άρθρου 95 παρ. 1, το οποίον κατοχυρώνει την αρχήν της νομιμότητος της διοικητικής δράσεως, καθώς και προς τας διατάξεις των άρθρων 73 και επομένων του Συντάγματος, αι οποίαι καθορίζουν την νομοθετικήν λειτουργίαν της Βουλής, συνάγεται ότι η Βουλή, ως παράγων της νομοθετικής λειτουργίας, ψηφίζει νομοσχέδια ή προτάσεις νόμων κατά την διαδικασίαν των άρθρων 73 και επ. του Συντάγματος, δύναται δε να παρέχεται δι` αυτών εκ των προτέρων ειδική εξουσιοδότησις εις τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας προς θέσιν πρωτευόντων κανόνων δικαίου κατά τους όρους του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Ετέρωθεν υπό του άρθρου 44 παρ. 1 του Συντάγματος ρυθμίζεται η περίπτωσις της θέσεως τοιούτων κανόνων δικαίου εις εκτάκτους περιπτώσεις εξαιρετικώς επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης. Εκ τούτων παρέπεται ότι υπό του Συντάγματος ερυθμίσθησαν ειδικώς και εξαντλητικώς αι περιπτώσεις θέσεως πρωτευόντων κανόνων δικαίου υπό των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας η τοιαύτη δε ρύθμισις είναι επιτακτική με συνέπειαν ότι κανών δικαίου, τιθέμενος υπό οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας, κατά παράβασιν των ανωτέρω διατάξεων, είναι, ένεκα τούτου, ανίσχυρος και δεν δύναται, υπό την μορφήν του αυτήν, να ισχυροποιηθεί ούτε δι` αναδρομικής κυρώσεώς του δια νόμου. Διότι η νομοθετική εξουσία και ειδικότερον η Βουλή, έχει μεν την δυνατότητα να θέτει αναδρομικώς κανόνας δικαίου επί αντικειμένων δια τα οποία δεν αποκλείεται εκ του Συντάγματος η αναδρομική ρύθμισις, η εξουσία της, όμως, αυτή δεν είναι δυνατόν να εξιχθεί μέχρις αναδρομικής εκ των υστέρων νομιμοποιήσεως κανόνων δικαίου, τεθειμένων κατά προφανή παράβασιν των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος, επειδή η τοιαύτη ενέργεια της Βουλής άγει ευθέως εις καταστρατήγησιν των απαγορευτικών τούτων διατάξεων του Συντάγματος. Συνεπώς νόμος, ο οποίος κυρώνει αναδρομικώς υπουργικήν απόφασιν εκδοθείσαν άνευ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ή καθ` υπέρβασιν αυτής, είναι ανίσχυρος κατά το μέρος, κατά το οποίον αναδρομικώς ισχυροποιεί τον ούτω κατά παράβασιν του Συντάγματος τεθέντα ως άνω κανόνα δικαίου, μη θιγομένης πάντως της ισχύος του δια το μέλλον, η δε υπουργική αυτή απόφασις δεν αποκτά, δια της κατά τα ανωτέρω αντισυνταγματικής κυρώσεώς της, ισχύν τυπικού νόμου και εξακολουθεί να υπόκειται, ως πάσα διοικητική πράξις, εις τον ακυρωτικόν έλεγχον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αν και κατά την γνώμην τριών (3) μελών του δικαστηρίου με αποφασιστικήν ψήφον, δεν προσκρούει εις τας διατάξεις του Συντάγματος, εν όψει της ανεγνωρισμένης εις τον νομοθέτην δυνατότητος προς αναδρομικήν θέσπισιν κανόνων δικαίου επί αντικειμένων δια τα οποία δεν αποκλείεται εκ του Συντάγματος η τοιαύτη αναδρομική, η δια νόμου αναδρομική κύρωσις παρανόμων κανονιστικών διοικητικών πράξεων προς τον σκοπόν της περιβολής των δια του κύρους τυπικού νόμου, τιθεμένων ούτω νέων εξ αντικειμένου κανόνων δικαίου με αναδρομικήν δύναμιν. Αδυναμία κυρώσεως, κατά την γνώμην των δύο εκ των ως άνω μειοψηφούντων μελών, ανακύπτει μόνον εις την περίπτωσιν, κατά την οποίαν ο κυρωτικός νόμος αναφέρεται εις αντικείμενα, τα οποία, κατά το Σύνταγμα, εξέρχονται των ορίων της νομοθετικής αρμοδιότητος (βλ. Σ.τ.Ε. 5024/1987), οπότε, συνεπεία του εκτεθέντος ελαττώματος, παραλύει το κυρωτικόν αποτέλεσμα του νόμου τούτου και επομένως η μη εγκύρως "κυρωθείσα" κανονιστική διοικητική πράξις δεν αποκτά τυπικήν ισχύν νόμου και εξακολουθεί να υπόκειται εις τον ακυρωτικόν έλεγχον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά δε την γνώμην του τρίτου εκ των μειονοψηφούντων μελών του δικαστηρίου, εις πάσαν περίπτωσιν νομοθετικης κυρώσεως παρανόμου κανονιστικής διοικητικής πράξεως, αύτη αποκτά τυπικήν ισχύν νόμου, μη υποκειμένη πλέον εις τον ακυρωτικόν έλεγχον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυναμένης μόνον να χωρήσει παρεμπιπτούσης εξετάσεως του κύρους του κυρωτικού νόμου εις περίπτωσιν εφαρμογής του δι` ατομικών διοικητικών πράξεων. 
5. Επειδή, μετά την επίλυσιν κατά τα ανωτέρω του παραπεμφθέντος ζητήματος, η Ολομέλεια κρίνει, ότι συντρέχει περίπτωσις παραπομπής της υποθέσεως εις το αρμόδιον προς εκδίκασιν Β` Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ` άρθρον 14 παρ. 3 του ν.δ. 170/1973.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...