Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Κρυφή κάμερα, δημόσια πρόσωπα, πότε επιτρεπτή χρήση της.

Τηλεοπτικοί σταθμοί. Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση αθέμιτων μέσων, όπως παράνομων παρακολουθήσεων τηλεφώνων και κρυφών μικροφώνων ή κρυφών καμερών καθώς και η μετάδοση των σχετικών εικόνων και πληροφοριών. Πότε η απαγόρευση μπορεί να καμφθεί. Δεν δικαιολογείται η μετάδοση των επιμάχων μαγνητοσκοπημένων εικόνων και συνομιλιών, που είχαν ληφθεί με τη μέθοδο της κρυφής κάμερας. Δεν απαιτείται να ερευνηθεί αν η αθέμιτη καταγραφή συντελέστηκε και με τη συμμετοχή προσωπικού του σταθμού ή εν γνώσει της διευθύνσεώς του. Δεν καθίσταται πλημμελής η προσβαλλόμενη απόφαση εκ του γεγονότος ότι αναφέρεται με εσφαλμένο τίτλο η εκπομπή. Νομίμως συνεκτιμήθηκε για την επιμέτρηση του προστίμου το ύψος της επενδύσεως που έχει πραγματοποιηθεί για την λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού. Η υποτροπή δεν απαιτείται να συνδέεται με την τέλεση όμοιας ή συναφούς παραβάσεως. Δεν απαιτείται μνεία της πηγής προελεύσεως των στοιχείων και της μεθόδου για την επιμέτρηση του προστίμου. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.

                                    Συμβούλιο της Επικρατείας 900/ 2015, ΤΜΗΜΑ Δ΄ 
Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, Κ. Κουσούλης, Β. Κίντζιου, Σύμβουλοι, Ν. Μαρκόπουλος-Εισηγητής, Χ. Ευαγγελίου, Πάρεδροι. 

4. Επειδή, το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους ... έχει ως σκοπό … την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας …». Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 3 του Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 77/2003 (Α΄ 75), σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 15 του άρθρου 3 του ν. 2328/1995 (Α΄ 159), ορίζεται ότι «Δεν επιτρέπεται η μετάδοση εικόνων οι οποίες έχουν ληφθεί χωρίς προειδοποίηση, με χρήση κάμερας ή μαγνητοφώνου για την καταγραφή, απεικόνιση ή δημοσιοποίηση μαρτυρίας ή συνεντεύξεως ή των κινήσεων οποιουδήποτε προσώπου» και στο άρθρο 8 παρ. 1 ότι «Δεν πρέπει να μεταδίδονται πληροφορίες χωρίς να έχουν ελεγχθεί. Η συλλογή στοιχείων και πληροφοριών πρέπει να γίνεται με θεμιτά μέσα. Ιδίως δεν επιτρέπεται η μετάδοση πληροφοριών που υποκλάπηκαν με παράνομες παρακολουθήσεις τηλεφώνων, κρυφά μικρόφωνα ή κάμερες ή οποιοδήποτε άλλο συναφές μέσο». Εξ άλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του ως άνω π.δ/τος 77/2003 προβλέπεται ότι κατά την εφαρμογή του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας «ισχύει η απορρέουσα από το Σύνταγμα και γενόμενη δεκτή από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αρχή της στάθμισης κατά περίπτωση του τυχόν διακυβευόμενου δημοσίου συμφέροντος». Τέλος, στο άρθρο 4 του ν. 2328/1995, ως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2644/1998 (Α? 233), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Σε περίπτωση παραβίασης: α) … β) … γ) των κανόνων δεοντολογίας, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου αυτού, το Ε.Σ.Ρ. αποφασίζει αυτεπαγγέλτως ή μετά από ερώτημα του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ή καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, την επιβολή μίας ή περισσοτέρων από τις παρακάτω κυρώσεις: αα) … ββ) πρόστιμο από πέντε έως πεντακόσια εκατομμύρια (5.000.000 έως 500.000.000) δραχμές που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ … Η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού γίνεται ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβίασης, την τηλεθέαση που συγκεντρώνει το πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου τελέσθηκε η παραβίαση, το μερίδιο της αγοράς ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών που έχει τυχόν αποκτήσει η κάτοχος της άδειας, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και την τυχόν ύπαρξη υποτροπών».
5. Επειδή, το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως ειδήσεις σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν βλ. συναφώς και τα οριζόμενα στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των βασικών ελευθεριών - ν.δ. 53/1974, Α΄ 256). Εξ άλλου, με το άρθρο 5Α του Συντάγματος κατοχυρώνεται ήδη πλέον ρητώς το δικαίωμα καθενός να ενημερώνεται τακτικά, ελεύθερα και από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει (δικαίωμα στην πληροφόρηση). Η άσκηση, πάντως, τόσο του δικαιώματος του πληροφορείν όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση τελεί, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρούμενης στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων (βλ. ΣτΕ 1213/ 2010 Ολομ.). Τέτοιου είδους περιορισμοί θεσπίζονται, ειδικώς ως προς την μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων από τους τηλεοπτικούς σταθμούς, με τις διατάξεις του εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότηση της παρ.15 του άρθρου 3 του ν. 2328/1995 «Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφιών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών» (π.δ. 77/2003). Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 6 και της παρ.1 του άρθρου 8 του εν λόγω Κώδικα ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται η μετάδοση εικόνων, οι οποίες έχουν ληφθεί χωρίς προειδοποίηση με χρήση κάμερας ή μαγνητοφώνου για την καταγραφή, απεικόνιση ή δημοσιοποίηση μαρτυρίας ή συνεντεύξεως προσώπου, καθώς επίσης και ότι δεν επιτρέπεται η συλλογή πληροφοριών με αθέμιτα μέσα, όπως παράνομες παρακολουθήσεις τηλεφώνων και κρυφά μικρόφωνα ή κρυφές κάμερες, και η εν συνεχεία μετάδοση των εν λόγω πληροφοριών. Η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως από τον Κώδικα Δεοντολογίας των ανωτέρω αθέμιτων μέσων καθώς και η απαγόρευση μεταδόσεως των σχετικών εικόνων και πληροφοριών σκοπεί, αφενός, στην προστασία της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής των προσώπων τα οποία αφορά η δημοσιογραφική έρευνα ή από τα οποία αντλούνται πληροφορίες στο πλαίσιο τέτοιας έρευνας και, αφετέρου, στη, συνάδουσα με την θεσμική αποστολή του δημοσιογραφικού λειτουργήματος σε μια δημοκρατική κοινωνία, διασφάλιση της διενέργειας των δημοσιογραφικών ερευνών υπό συνθήκες διαφάνειας και σεβασμού του κράτους δικαίου. Εν όψει, πάντως, και της αρχής της σταθμίσεως, η οποία διέπει την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας, όπως ρητώς προβλέπεται στο άρθρο δεύτερο του π.δ. 77/ 2003, η απαγόρευση που διατυπώνεται στις προμνησθείσες διατάξεις είναι δυνατόν να καμφθεί, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όταν κρίνεται ότι υπηρετείται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, σε περίπτωση κατά την οποία η χρήση αθέμιτων μέσων αντλήσεως πληροφοριών δεν αποσκοπεί στην καταγραφή εικόνας συγκεκριμένου προσώπου, αλλά στην συλλογή πληροφοριών στο πλαίσιο δημοσιογραφικής έρευνας, ενώ, περαιτέρω, ούτε η μετάδοση των σχετικών πληροφοριών θίγει την προσωπικότητα και τον ιδιωτικό βίο συγκεκριμένου επίσης προσώπου, η οποία κατά το Σύνταγμα απολαύει ιδιαίτερης προστασίας (βλ. Ολ. ΣτΕ 1213/2010), η απαγόρευση χρήσεως των εν λόγω μέσων και μεταδόσεως των ως άνω πληροφοριών είναι δυνατόν να καμφθεί, εάν εκτιμάται ότι το αντικείμενο της δημοσιογραφικής έρευνας αφορά ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, το οποίο απασχολεί σοβαρά το ευρύ κοινό, η μετάδοση των συγκεκριμένων πληροφοριών συμβάλλει σημαντικά στην σχετική δημόσια συζήτηση, ενώ η συλλογή των πληροφοριών αυτών θα ήταν αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής με άλλα μέσα (βλ. ΣτΕ 3149/2012, 483/2013, 2840, 2919-21/2014 κ.ά.).
6. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το Ε.Σ.Ρ. επέβαλε σε βάρος της αιτούσας, αρχικά, με την υπ’ αριθμ. 301/19.10.2014 απόφασή του, τη διοικητική κύρωση του προστίμου των 150.000 ευρώ, με την αιτιολογία ότι κατά τη μετάδοση από τον τηλεοπτικό σταθμό «...» της εκπομπής «...», στις 20.9.2004 και από ώρας 14:00 έως 16: 20 μ.μ., παραβιάστηκαν οι προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 3 και 8 παρ. 1 εδ. β΄ και γ΄ του π.δ/τος 77/2003. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της εν λόγω εκπομπής προβλήθηκε ρεπορτάζ με υπότιτλο «Βίντεο σοκ που θα ταράξει τους κόλπους της Εκκλησίας» και, όπως αναφέρεται επί λέξει στην προσβαλλόμενη απόφαση, «προβλήθηκαν πλάνα προσώπου, φέροντος ομοφόριον, ενδεικτικόν ιδιότητος επισκόπου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και εμφανίστηκε το αυτό πρόσωπο με πολιτική περιβολή, το οποίο συνομιλούσε με νεαρή γυναίκα, της οποίας δεν εμφανίστηκε το πρόσωπο». Η τηλεπαρουσιάστρια ανέφερε ότι η νεαρή γυναίκα εμφανίστηκε ενώπιον του φερόμενου ως κληρικού με το πρόσχημα της εξομολογήσεως. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής προβλήθηκε η, ληφθείσα με χρήση κρυφής κάμερας, μεταξύ τους συζήτηση με τον υπότιτλο «...». Το Ε.Σ.Ρ. επέβαλε την αρχική κύρωση του προστίμου των 150.000 ευρώ με την ακόλουθη αιτιολογία: «Πρόκειται περί εκπομπής υποβαθμισμένης και μη ανταποκρινόμενης στην υπό της προναφερθείσης διατάξεως του Συντάγματος [άρθρο 15 παρ. 2] αξιούμενης ποιοτικής στάθμης. Πλέον τούτου, πρόκειται περί εκπομπής, η οποία στηρίχθηκε σε μαγνητοταινία που είχε υλοποιηθεί δια της χρήσεως κρυφής κάμερας από προστηθέντα υπό του τηλεοπτικού σταθμού πρόσωπα και εν αγνοία του ως άνω φερομένου ως κληρικού. Για την εν λόγω κύρωση ενδείκνυται όπως επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθμό η κύρωση του προστίμου». Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ. η αιτούσα άσκησε αίτηση θεραπείας, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμ. 13/11.1.2005 προσβαλλόμενη απόφαση του Ε.Σ.Ρ., με τη σκέψη, ως επί λέξει αναφέρεται σε αυτήν, ότι «Εκ των ισχυρισμών της εκπροσώπου της αιτούσης εταιρείας και των υποβληθέντων στοιχείων το Ε.Σ.Ρ. έχει πεισθεί ότι εκ λόγων επιείκειας ενδείκνυται ο περιορισμός του επιβληθέντος προστίμου στο ποσό των 120.000 ευρώ», χωρίς κάποια περαιτέρω, ειδικότερη, αιτιολογία.
7. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι πρέπει να ακυρωθεί η αρχική, υπ’ αριθμ. 301/19.10.2014, απόφαση του Ε.Σ.Ρ. επιβολής του προστίμου των 150.000 ευρώ, λόγω πλημμελούς τηρήσεως του ουσιώδους τύπου της διαδικασίας ακροάσεως. Και τούτο, ισχυρίζεται η αιτούσα, διότι από το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. πρωτ. 13305/5.12.2004 εγγράφου του Ε.Σ.Ρ., με το οποίο κλήθηκε σε ακρόαση ο τηλεοπτικός σταθμός ιδιοκτησίας της ενώπιον της Αρχής, στις 12.10.2004, για παραβάσεις διατάξεων του π.δ/τος 77/2003, δεν προέκυπτε για ποιά συγκεκριμένα τηλεοπτική εκπομπή καλείτο προς παροχή διευκρινίσεων. Ο λόγος όμως αυτός, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι προσάπτει τυπικές πλημμέλειες στην προτασσόμενη στο δικόγραφο πράξη, η οποία, όπως εκτέθηκε στην τρίτη σκέψη, στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, ως ενσωματωθείσα στην, κατ’ αποδοχήν αιτήσεως θεραπείας της αιτούσας, μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 13/11.1.2005 απόφαση του Ε.Σ.Ρ. (βλ. ΣτΕ 2915/2014, σκ. 5, 1517/2014, σκ.10).
8. Επειδή, τόσο στην αρχική όσο και στην ήδη προσβαλλόμενη απόφαση η επίμαχη εκπομπή αναφέρεται με τον τίτλο « ...», αντί του ορθού «...». Όμως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η εκπομπή για τη μετάδοση της οποίας επιβλήθηκε η επίδικη κύρωση είναι η εκπομπή «...». Και τούτο διότι το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τηλεοπτικού προγράμματος (προβολή μαγνητοταινίας, η οποία ελήφθη με χρήση κρυφής κάμερας, με διαλόγους και πλάνα προσώπου φερομένου ως κληρικού), ο τηλεοπτικός σταθμός που μετέδωσε την εκπομπή («..») και η ημέρα και ώρα μετάδοσης (20.9.2004, από ώρας 14:00 έως 16:20) προσδιορίζονται και προκύπτουν με ακρίβεια από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. 730/4.10.2004 εισηγητικό σημείωμα προς τον Πρόεδρο του Ε.Σ.Ρ. της Ειδικής Επιστήμονος .... , το από 12.10.2004 πρακτικό ακροάσεως της αιτούσας ενώπιον του Ε.Σ.Ρ., το εν συνεχεία, από 18.10.2004, υποβληθέν υπόμνημα της αιτούσας, αλλά και την από 1.12.2004 αίτηση θεραπείας που άσκησε η αιτούσα κατά της αρχικής, υπ’ αριθμ. 301/19.10.2004, αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ. περί επιβολής προστίμου για το περιεχόμενο της, όπως επί λέξει αναγράφεται στην εν λόγω αίτηση, «από 20.9.2004 εκπομπής «......»[…]»). Όπως δε αναφέρει το Ε.Σ.Ρ. στην από 24.10.2014 έκθεση απόψεών του προς το Δικαστήριο, η εσφαλμένη αναφορά του τίτλου της επίμαχης εκπομπής οφείλεται σε παραδρομή, ήρθη δε και τυπικώς με την έκδοση σε «Ορθή Επανάληψη», στις 24. 10.2014, της, επισυναφθείσας στην εν λόγω έκθεση, υπ’ αριθμ. 301/19.10.2004 αρχικής αποφάσεως επιβολής προστίμου, στην οποία η επίμαχη εκπομπή αναφέρεται πλέον με τον ορθό τίτλο «...». Υπό τα δεδομένα αυτά, εφ’ όσον δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητα της εκπομπής της οποίας η μετάδοση προκάλεσε την επιβολή της επίδικης κυρώσεως, γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αμφισβητεί η αιτούσα, δεν καθίσταται πλημμελής η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση εκ του γεγονότος ότι στην έκθεση των πραγματικών περιστατικών αναφέρεται με εσφαλμένο τίτλο η επίμαχη εκπομπή, και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως.
9. Επειδή, προβάλλεται ότι το Ε.Σ.Ρ. δεν προέβη στη δέουσα στάθμιση της διαπιστωθείσας παραβάσεως με το ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος που επεδίωκαν οι συντελεστές της επίμαχης εκπομπής να αναδείξουν, όπως άλλωστε, κατά την αιτούσα, επιβάλλεται σύμφωνα και με τη ρητή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του π.δ/τος 77/2003, και άρα μη νομίμως οδηγήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην κρίση περί μη νόμιμης προβολής της επίμαχης μαγνητοταινίας. Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας, η προβολή μαγνητοταινίας στην οποία έχουν καταγραφεί περιστατικά εκδήλωσης συμπεριφοράς από κληρικό η οποία είναι «ποινικώς αξιολογήσιμη» και «ηθικώς επιλήψιμη» είναι δυνατόν να κάμψει την αρχή της απαγορεύσεως μεταδόσεως πληροφοριών που έχουν συλλεγεί με χρήση κρυφής κάμερας, διότι ο τρόπος εκτέλεσης των καθηκόντων των κληρικών αποτελεί ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Οπως, όμως, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η επίμαχη εκπομπή εξαντλήθηκε στην προβολή περιστατικού και στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς συγκεκριμένου φυσικού προσώπου, το οποίο, ενώ παρουσιάστηκε ότι κατείχε την ιδιότητα του κληρικού (συνοδεία υποτίτλων όπως: «Βίντεο σοκ που θα ταράξει τους κόλπους της Εκκλησίας», «σεξουαλική παρενόχληση από ιερέα»), τελικώς προέκυψε, ήδη κατά τη διάρκεια συζητήσεως στο στούντιο που ακολούθησε την προβολή του ρεπορτάζ, ότι δεν ανήκει στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. 730/4.10.2004 εισηγητικό σημείωμα προς τον Πρόεδρο του Ε.Σ.Ρ. της Ειδικού Επιστήμονος...........), γεγονός για το οποίο, άλλωστε, όπως ανάφερε και η εκπρόσωπος του σταθμού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ακροάσεως ενώπιον της Αρχής, στις 12.10.2004, είχε εκφράσει επιφυλάξεις και η δημοσιογράφος του σταθμού κατά τη διάρκεια του εν λόγω ρεπορτάζ. Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, η μετάδοση της εν λόγω εκπομπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπηρετούσε επιτακτική ανάγκη ενημερώσεως του τηλεοπτικού κοινού ως προς ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, ώστε να δικαιολογείται, κατ’ εξαίρεση, η μετάδοση των επιμάχων μαγνητοσκοπημένων εικόνων και συνομιλιών, οι οποίες είχαν ληφθεί με τη μέθοδο της κρυφής κάμερας. Συνεπώς, νομίμως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά τη διάρκεια της επίμαχης εκπομπής παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 και 8 παρ.1 του π.δ/τος 77/2003 και όσα περί του αντιθέτου προβάλλει η αιτούσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι είναι μη νομίμως αιτιολογημένη η κρίση του Ε.Σ.Ρ. ότι η επίμαχη εκπομπή δεν έχει την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος ποιοτική στάθμη. Και τούτο διότι η αναφορά αυτή του Ε.Σ.Ρ. στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά αυτοτελή αιτιολογική βάση επιβολής της επίδικης κυρώσεως, αλλά αυτόθροο χαρακτηρισμό του περιεχομένου εκπομπής η οποία, δια της προβολής εικόνων και διαλόγων που έχουν καταγραφεί παρανόμως, προσβάλει την ιδιωτική ζωή και απαξιώνει την ίδια τη θεσμική αποστολή του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην πέμπτη σκέψη.
10. Επειδή, για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 3 και 8 παρ. 1 εδ. β΄ και γ΄ του π.δ/τος 77/ 2003, κατ’ επίκληση των οποίων επιβλήθηκε και η επίδικη κύρωση, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην πέμπτη σκέψη, αρκεί η διαπίστωση του γεγονότος της τηλεοπτικής προβολής και μετάδοσης εικόνων και συνομιλιών οι οποίες έχουν καταγραφεί με χρήση αθέμιτου μέσου αντλήσεως πληροφοριών, όπως μέσω κρυφής κάμερας, και εν αγνοία των παρισταμένων προσώπων και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται να ερευνηθεί περαιτέρω αν η αθέμιτη καταγραφή συντελέστηκε και με τη συμμετοχή προσωπικού του σταθμού ή εν γνώσει της διευθύνσεώς του. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως (βλ. το από 12.10.2004 πρακτικό ακροάσεως της αιτούσας ενώπιον του Ε.Σ.Ρ., το εν συνεχεία από 18.10.2004 υποβληθέν υπόμνημα, την από 1.12.2004 αίτηση θεραπείας) και την ίδια την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση του Ε.Σ.Ρ. ότι οι εικόνες και οι συνομιλίες που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίμαχης εκπομπής είχαν καταγραφεί με χρήση κρυφής κάμερας και εν αγνοία του παρισταμένου προσώπου. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της αιτούσας περί του ότι μη νομίμως επιβλήθηκε σε βάρος της η επίδικη κύρωση, διότι α) δεν φέρει καμία ευθύνη για την πράξη της επίμαχης αθέμιτης καταγραφής, β) εσφαλμένως το Ε.Σ.Ρ. ανέφερε ότι «προστηθέντα» από τον τηλεοπτικό της σταθμό πρόσωπα έκαναν χρήση κρυφής κάμερας και γ) ο τηλεοπτικός της σταθμός απλώς μετέδωσε ρεπορτάζ που επιμελήθηκε και συνέταξε τρίτος, μη απασχολούμενος από την ίδια, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, διότι και αληθείς υποτιθέμενοι δεν δύναται να κλονίσουν, ως εκτέθηκε ανωτέρω, την νομιμότητα της αιτιολογίας της Αρχής περί συντελέσεως της παράβασης των ανωτέρω διατάξεων του κώδικα δεοντολογίας δια της τηλεοπτικής προβολής της επίμαχης μαγνητοταινίας.
11. Επειδή, η αιτούσα προβάλλει, εν συνεχεία, λόγους που αφορούν την επιμέτρηση του εις βάρος της επιβληθέντος προστίμου. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι μη νομίμως ελήφθη υπ’ όψιν, ως κριτήριο για την επιμέτρηση του προστίμου, το ύψος της επενδύσεως που έχει πραγματοποιηθεί για την λειτουργία του τηλεοπτικού της σταθμού. Το στοιχείο αυτό, όμως, προβλέπεται στις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 2328/1995 ως κριτήριο επιμετρήσεως του επιβλητέου προστίμου για παραβάσεις της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, είναι δε κριτήριο γενικό, αντικειμενικό και πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκομένου με τις εν λόγω διατάξεις σκοπού και, συνεπώς, η σχετική πρόβλεψη δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή (βλ. ΣτΕ 2526/2009). Κατ’ ακολουθίαν, νομίμως συνεκτιμήθηκε το εν λόγω κριτήριο για την επιμέτρηση του ενδίκου προστίμου. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 2328/1995, η υποτροπή, ως κριτήριο επιμετρήσεως του επιβλητέου προστίμου, δεν συνδέεται με την τέλεση όμοιας ή συναφούς παραβάσεως, αλλά αναφέρεται γενικώς σε παραβάσεις διατάξεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 971/2011, 620/2010). Συνεπώς, νομίμως ελήφθησαν υπ’ όψιν οι προηγούμενες κυρώσεις που είχαν επιβληθεί εις βάρος του τηλεοπτικού σταθμού της αιτούσης, ακόμη και εάν δεν αφορούσαν συναφή παράβαση, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων με την υπό κρίση αίτηση.
12. Επειδή, περαιτέρω, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου προκύπτει η πηγή προελεύσεως των στοιχείων, επί των οποίων στηρίχθηκε το Ε.Σ.Ρ., καθώς και η χρησιμοποιηθείσα από αυτό μέθοδος για την επιμέτρηση του προστίμου. Από τις σχετικές διατάξεις, όμως, δεν προκύπτει ότι απαιτείται να γίνεται ειδικώς μνεία περί των ανωτέρω στοιχείων στην πράξη επιβολής του προστίμου, ενώ, εξ άλλου, η αιτούσα δεν αμφισβητεί, κατά τρόπο συγκεκριμένο, την ακρίβεια των δεδομένων, τα οποία ελήφθησαν υπ’ όψιν από το Ε.Σ.Ρ. Τέλος, προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ως κριτήριο, το οποίο ελήφθη υπ’ όψιν για την επιμέτρηση του προστίμου, το ποσοστό τηλεθεάσεως που συγκέντρωσε το επίμαχο πρόγραμμα κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003. Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς της αιτούσης, η ως άνω μνεία καθιστά την επιμέτρηση του προστίμου πλημμελή, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη εκπομπή άρχισε να μεταδίδεται από τον σταθμό της από τον Οκτώβριο του έτους 2004. Ο ισχυρισμός αυτός της αιτούσης, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερχόμενος σε αντίφαση με τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, καθ’ όσον η επίμαχη παράβαση συνετελέσθη στο πλαίσιο εκπομπής προβληθείσης στις 20.9.2004, ήδη, δηλαδή, προ του Οκτωβρίου του έτους 2004. Εν πάση δε περιπτώσει, όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αιτούσης είναι απορριπτέοι, δεδομένου ότι, εν όψει αφ’ ενός μεν της βαρύτητας της παραβάσεως για την οποία επεβλήθη το ένδικο πρόστιμο, αφ’ ετέρου δε του ύψους του επιβληθέντος προστίμου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρόστιμο αυτό παρίσταται δυσανάλογο και ότι, συνεπώς, το Ε.Σ.Ρ. έσφαλε κατά την εφαρμογή των προβλεπομένων στο νόμο κριτηρίων (βλ. ΣτΕ 2672/2012).

13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2015

Παρατήρηση. Η ίδια αιτιολογία περιλαμβάνεται και στην ΣτΕ 996/ 2014 (σκέψη υπ'  αριθμό 3) την οποία θυμηθείτε την εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...