Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Πρόστηση, ασελγείς πράξεις κατ' ανηλίκων σε δημοτική κατασκήνωση.

  Άρειος Πάγος 899/ 2014, Α2' Πολιτικό Τμήμα.
(ομοίως και ΑΠ 957/ 2003).
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου-εισηγητή, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

... Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 922 Α.Κ. "προστηθείς", για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται κατά τους όρους της διάταξης αυτής το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που. με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή  παροδικώς στη διεκπεραίωση 

υποθέσεως  και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές του ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του. Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης, αλλά η πρόστηση μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός ή να γίνεται ευκαιριακά για μία μόνο συγκεκριμένη πράξη. Έτσι, δεν έχει σημασία ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος, ούτε αν η πρόσληψη του έγινε από άλλον και όχι από τον προστήσαντα, αρκεί ότι ο προστηθείς ενεργούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του ( πρβλ. ΑΠ 121/2002, ΑΠ 687/2011, 844/2010, 316/2009, 1134/2007). Από την ίδια διάταξη συνάγεται, ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον, όχι μόνο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υπάρχει όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε μέσα στα όρια των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή με την ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθησαν σ'αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον, όμως, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (Α.Π 355/2013, 1351/2012, 959/2004, 26/2004,22/2004,957/2003). Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (Α.Π. 838/ 2011, Α.Π. 9/ 2011, ΑΠ 957/ 2003). 

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξιν τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι ενάγοντες τον μήνα Ιούνιο του 2006 έστειλαν το ανήλικο τέκνο τους Ο. Β. του G., ηλικίας 11 ετών (γεννηθέντα στις 18/7/1995), στις παιδικές κατασκηνώσεις του δευτέρου εναγομένου Δήμου Αθηναίων. Κατά τις επισκέψεις του στην κατασκήνωση τα Σαββατοκύριακα ο πρώτος ενάγων γνώρισε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος του συστήθηκε ως παιδοψυχολόγος και του πρότεινε να παραμείνει το ανήλικο τέκνο τους στην κατασκήνωση και τις επόμενες κατασκηνωτικές περιόδους του ιδίου έτους. Οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραμείνει το τέκνο τους και τις επόμενες περιόδους στην κατασκήνωση γιατί έβλεπαν αυτό ευχαριστημένο, αλλά και γιατί είχαν εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου. Η δεύτερη ενάγουσα, όταν βρήκε τυχαία στην οικία ορισμένες ταινίες ψηφιακής μορφής (DVD) ακατάλληλες για ανηλίκους και τις παρακολούθησε άρχισε ν' ανησυχεί για το παιδί της και για την διαμονή του στην κατασκήνωση. Έτσι αποφάσισε να το επισκεφθεί απροειδοποίητα στις 18/7/2006 στην κατασκήνωση του ... Αττικής. Κατά την επίσκεψη της με έκπληξη διεπίστωσε ότι ο γιος της δεν βρισκόταν στο θάλαμο του μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, αλλά στο οίκημα που είχε παραχωρηθεί από τον δεύτερο (Δήμο Αθηναίων) στον πρώτο εναγόμενο, με την ιδιότητα του ως υπαρχηγού της κατασκήνωσης. Ακολούθως, όταν συνάντησε τον ανήλικο γιό της στο παραπάνω οίκημα του πρώτου εναγομένου, τον βρήκε σε κακή σωματική κατάσταση και μάλιστα ζαλίζονταν και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Από το προσωπικό της κατασκήνωσης πληροφορήθηκε ότι και τις προηγούμενες ημέρες ο γιος της υπέφερε από ζαλάδες κι είχε επισκεφθεί μαζί με τον πρώτο εναγόμενο το ιατρείο της κατασκήνωσης, χωρίς να ενημερωθεί η ίδια για την κατάσταση της υγείας του. Η δεύτερη ενάγουσα ζήτησε από το προσωπικό της κατασκήνωσης εξηγήσεις, γιατί είχε επιτραπεί στο τέκνο της να διαμείνει στο οίκημα του πρώτου εναγομένου, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα. Όμως ούτε για την επίσκεψη, ούτε και για την ασθένεια του γιου της είχε κάποια απάντηση και γι' αυτό το λόγο παρέλαβε το τέκνο της από την κατασκήνωση και αποχώρησαν μαζί για την οικία τους στην Αθήνα. Κατά την επιστροφή τους με λεωφορείο στην Αθήνα, το ανήλικο τέκνο της της διηγήθηκε ότι είχε υποστεί πολλαπλές ασελγείς πράξεις μαζί με άλλα παιδιά από τον πρώτο εναγόμενο στο οίκημα του μέσα στο χώρο της κατασκήνωσης. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος συνεχώς προσκαλούσε το ως άνω ανήλικο στο δωμάτιο του όπου διέμενε, κι εκεί το υποχρέωνε να παρακολουθεί στον φορητό υπολογιστή του ταινίες (DVD) με πορνογραφικό περιεχόμενο. Στη συνέχεια το ξεγύμνωνε, προέβαινε σε εναγκαλισμούς μαζί του, το φιλούσε στο πρόσωπο, στο στόμα και σε διάφορα σημεία του σώματος του, μεταξύ των οποίων και στα γεννητικά του όργανα, σε ψαύσεις του σώματος του, σε μαλάξεις με τα χέρια του των γεννητικών του οργάνων, προκαλώντας διέγερση τους, καταλήγοντας σε οργασμό. Επίσης προέβαινε σε πεολειξία - πεοθηλασμό, έβαζε το δάκτυλό του στον πρωκτό του και ορισμένες φορές υποχρέωνε το ανήλικο ν' αυνανίζεται ενώπιόν του φτάνοντας μέχρι οργασμού. Ακόμη ζητούσε από το ανήλικο να κάνει μπάνιο στην μπανιέρα του δωματίου μαζί με τον ανήλικο...και να προστρίβει το πέος του στον πρωκτό του άλλου ανηλίκου καθώς και να ανέχεται την ίδια πράξη από τον δεύτερο ανήλικο. Επίσης υποχρέωνε και τους δύο ανηλίκους να χρησιμοποιούν ένα πλαστικό ομοίωμα γυναίκας (φουσκωτό) που είχε στο δωμάτιο του και να προσποιούνται ότι τελούν μαζί της ερωτική πράξη, την διαδικασία της οποίας τους είχε δείξει προηγουμένως. Τις παραπάνω ασελγείς πράξεις σε βάρος των ανηλίκων, είτε τις ενεργούσε ο ίδιος, είτε υποχρέωνε τους ανηλίκους να τις ενεργούν καταγράφοντας αυτές με φωτογραφική μηχανή και διατηρώντας αρχείο τους σε ηλεκτρονική μορφή στους υπολογιστές του στο οίκημα του εντός της κατασκήνωσης, αλλά και στην οικία του στην Αθήνα. Για να επιτύχει τον σκοπό του αυτόν προσέφερε στους ανήλικους χρήματα, δώρα μεταξύ των οποίων κινητά τηλέφωνα, ποδοσφαιρικά υποδήματα, δερμάτινες, επικαλαμίδες, ποδήλατα, ηλεκτρονικά παιχνίδια, γυαλιά ηλίου και γλυκίσματα. Ο πρώτος εναγόμενος για τις πράξεις: α) της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας από πρόσωπο διορισμένο σε παιδαγωγικό ίδρυμα κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και β) της ασέλγειας με ανηλίκους...καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 33 ετών...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος απασχολήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο Δήμο Αθηναίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διότι ναι μεν η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν είχε μόνιμο χαρακτήρα, εντούτοις όμως αφορούσε την φύλαξη παιδιών (ανηλίκων) για ορισμένη χρονική περίοδο (θερινή) υπό συγκεκριμένη οργάνωση, υπηρεσία δηλαδή που από τη φύση της, μπορεί να προσφερθεί μόνο υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας. Εφόσον υπήρχε σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των εναγομένων....υπήρχε και σχέση πρόστησης ιδιωτικού δικαίου, αφού ο πρώτος εναγόμενος εργάστηκε νόμιμα στην υπηρεσία του δευτέρου εναγομένου για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών συμφερόντων του και ειδικότερα για την στελέχωση των παιδικών κατασκηνώσεων.... Να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος με την ένδικη συμπεριφορά του εναντίον του ανηλίκου τέκνου των εναγόντων ενήργησε κατά προφανή κατάχρηση της υπηρεσίας στον εν λόγω εναγόμενο Δήμο, ήτοι κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που του είχαν δοθεί υπό την ιδιότητα του ως υπαρχηγού της κατασκήνωσης και καθ'υπέρβαση των εργασιακών καθηκόντων του....Περαιτέρω ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου ότι οι τελεσθείσες από τον πρώτο εναγόμενο ασελγείς πράξεις οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα αυτού, δηλαδή στη ροπή του για την τέλεση των ασελγών πράξεων, τον κίνδυνο των οποίων δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας Δήμος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι....η ευθύνη του τελευταίου (Δήμου Αθηναίων), ως προστήσαντος για τις πράξεις του προστηθέντος, είναι γνήσια αντικειμενική. Περαιτέρω, όσον αφορά τον προστήσαντα, δεύτερο εναγόμενο....αποδείχθηκαν ουσιώδεις παραλείψεις των οργάνων του, που ήταν επιφορτισμένα με την στελέχωση, την οργάνωση και την λειτουργία των παιδικών κατασκηνώσεων.... Οι παραλείψεις αυτές, που αναφέρονται στον προστηθέντα του πρώτο εναγόμενο συνέβαλαν αιτιωδώς στην οργάνωση και επίτευξη της εγκληματικής του δραστηριότητας, υπό τις δεδομένες συνθήκες και περιστάσεις εκτέλεσης της. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η πρόσληψη του πρώτου εναγομένου στην θέση του υπαρχηγού των παιδικών κατασκηνώσεων από τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο έγινε με νόμιμες διαδικασίες αφού αυτός (πρώτος εναγόμενος) πληρούσε τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο δεύτερος εναγόμενος, πλην όμως η πρόσληψη του έγινε μετά από προσωπική ανάμιξη και εισήγηση της αντιδημάρχου Αθηναίων Α. Κ., ως μέλους της Επιτροπής Αξιολόγησης του Δήμου Αθηναίων, η οποία μάλιστα είχε αποδώσει σ' αυτόν επιστημονική ιδιότητα, που δεν κατείχε (του παιδοψυχολόγου). Η πρόσληψη αυτή με προσωπική διαμεσολάβηση της ως άνω Αντιδημάρχου του δεύτερου εναγόμενου Δήμου για το λόγο ότι αυτός είχε τα προσόντα "παιδοψυχολόγου", που δεν αποδείχθηκαν, συνιστά ειδική μορφή παράβασης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που έπρεπε να τηρείται στο πλαίσιο της κοινωνικής δραστηριότητας του..". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914, 932 AK, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή: α) για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του αδικοπραγήσαντος, κατά την τέλεση της άδικης πράξης εκ μέρους αυτού σε βάρος του ανηλίκου, την κατάφαση της οποίας στήριξε στις συγκεκριμένες παραδοχές, β) για τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της άδικης πράξης του προστηθέντος και του επελθόντος στον ανήλικο ζημιογόνου αποτελέσματος, γ) για την εσωτερική συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας ενέργειας του προστηθέντος, που εκδηλώθηκε όχι μόνο επ' ευκαιρία, αλλά κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι η άνω άδικη πράξη και η εξαιτίας αυτής προκληθείσα στον ανήλικο βλάβη δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί χωρίς την πρόστηση, η οποία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της, και την συνεπεία αυτών θεμελίωση αντικειμενικής ευθύνης του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, επαρκής και χωρίς αντιφάσεις είναι η αιτιολογία ότι ο εναγόμενος Δήμος παραβίασε και το οφειλόμενο και απορρέον από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ. καθήκον λήψης των αναφερομένων ως άνω αναγκαίων μέτρων πρόνοιας για την αποτροπή ζημίας στον ανήλικο που φιλοξενούσε στις κατασκηνώσεις του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και δεύτερος από τον αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τους αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε τις υπ' αριθ. Δ 21/ 2008 και 596/ 2008 Διατάξεις των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών, αντίστοιχα, με τις οποίες κρίθηκε ότι ο τρόπος άσκησης των καθηκόντων των υπευθύνων των παιδικών κατασκηνώσεων ήταν ο ενδεδειγμένος και δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις ενοχής για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των προσώπων που προΐσταντο διοικητικά και επόπτευαν τη λειτουργία των κατασκηνώσεων του Δήμου, και έτσι δέχθηκε ότι υπήρχαν πλημμέλειες στην οργάνωση και λειτουργία των κατασκηνώσεων, που συνέβαλαν στην ανάπτυξη της εγκληματικής δραστηριότητας του Γ. Π., προβάλλεται απαραδέκτως, διότι πλήττει ευθέως τη μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2013 αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση της υπ' αριθ. 3672/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
...ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Απριλίου 2014. 
Παρατήρηση. Ι. Κατά την ΑΚ 922 «ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του». Κατά την Επιστήμη (βλ∙ Π. Ζέπο, Ενοχικόν Δίκαιον Ειδικόν Μέρος, 1965, § 31.ΙΙ.1 σελίδες 771-772), «δια της διατάξεως ταύτης καθιερούται ευρεία αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος εξ υπαιτίων αδίκων πράξεων του προστηθέντος, και τούτο εκ της αντιλήψεως ότι ο προστήσας όντως αντλεί οικονομικάς ή άλλας ωφελείας εκ της δραστηριότητος του προστηθέντος και κατ’  ακολουθίαν δίκαιον είναι να φέρη αυτός τον κίνδυνον εκ της δραστηριότητος του τελευταίου τούτου… καθιερώθη εν ΑΚ 922 η ανεξαρτήτως πάσης υπαιτιότητος περί την εκλογήν ή την εποπτείαν των προστηθέντων αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος εκ των αδικοπραξιών των προστηθέντων προς τρίτους. Ούτως ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικώς, ήτοι ανεξαρτήτως υπαιτιότητος του, έναντι τρίτων οίτινες εζημιώθησαν εξ αδίκου πράξεως των προστηθέντων. Η δε τοιαύτη αντικειμενική ευθύνη αυτού εξ αλλοτρίων αδίκων πράξεων εύρηται εν γένει εις εσωτερικήν συνάφειαν και προς τα εν ΑΚ 334 οριζόμενα εν σχέσει προς την ευθύνην του προστήσαντος εκ δικαιοπρακτικών ενεργειών του προστηθέντος». Με την ΑΚ 922 θεσπίζεται «μια από τις σημαντικότερες εξαιρέσεις της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης, αφού την υποχρέωση για αποζημίωση φέρει πρόσωπο ανυπαίτιο, πρόσωπο που δεν βαρύνεται με δικό του πταίσμα, σε αντίθεση με τον γενικό κανόνα της ΑΚ 914» (Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1999, § 62.ΙΙΙ.1, πλαγιάριθμος 26, σελ∙ 625) . Πέραν της προφανούς ωφέλειας για το θύμα της αδικοπραξίας όσον αφορά την αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος, απαλλασσομένου έτσι του θύματος από το βάρος της απόδειξης, αποκτά αυτό άλλο ένα όφελος, αυτό της ύπαρξης περισσοτέρων υπευθύνων προς αποζημίωση, δηλαδή πέραν του ζημιώσαντος προστηθέντος ευθύνεται και ο προστηθείς ο οποίος-κατά κανόνα-έχει και την μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια.
ΙΙ. Σχέση ΑΚ 334 και 922. Σύμφωνα με την ΑΚ 334 § 1 «ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα». Η ΑΚ 334 θεσπίζει και αυτή αντικειμενική ευθύνη, δηλαδή ανεξάρτητη από πταίσμα, ευθύνη του οφειλέτη προϋφισταμένης ενοχής απέναντι στον δανειστή του για πράξεις του προσώπου που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της (βοηθού εκπλήρωσης). Η κύρια διαφορά των δυο διατάξεων έγκειται δηλαδή στο ότι η μεν ΑΚ 334 προϋποθέτει ύπαρξη ενοχικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος (οφειλέτη) και ζημιωθέντος (δανειστή), ενώ η ΑΚ 922 εφαρμόζεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σχέση μεταξύ προστήσαντος και τρίτου, ο οποίος υφίσταται την ζημία (Απ. Γεωργιάδης, όπ. πάρ, πλαγιάριθμος 29, σελ∙ 626).
ΙΙΙ. Προϋποθέσεις της ευθύνης από την σχέση πρόστησης. α) σχέση πρόστησης. Πρόστηση είναι η ανάθεση από κάποιον (προστήσαντα) σε ένα τρίτο (προστηθέντα) ορισμένης υπηρεσίας που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των (επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων) συμφερόντων του προστήσανος (Απ. Γεωργιάδης, όπ. πάρ, πλαγιάριθμος 30, σελ∙ 626), ή κατ’ άλλη άποψη «η οικονομική σχέση ή η επαγγελματική εκπροσώπησις, διαστελλομένης σαφώς της δικαιοπρακτικής εκπροσωπήσεως εις ην αφορά ειδικώς ο θεσμός της αντιπροσωπείας» (Π. Ζέπος, όπ.πάρ, σελ∙ 772 υπό α’). Κατά την Επιστήμη (Π. Ζέπος, όπ.πάρ, σελίδες 772-773), «ο κύριος ή προστήσας εν τη εννοία της ΑΚ 922 είναι εν πάση περιπτώσει πρόσωπον παρέχον οδηγίας ή και διαταγάς προς τον προστηθέντα (Κατά το Ακυρωτικό μας «σχέση προστήσεως υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει εντολές και οδηγίες στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του» ΑΠ 534/ 13). Κατά το κρτήριον δε τούτο εν τέλει αποφασίζεται εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν, αν όντως υφίσταται έδαφος εφαρμογής της διατάξεως ΑΚ 922. Ούτω προκειμένης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας συνδεούσης τον εργοδότην προς τον υπάλληλον, τον εργάτην ή τον υπηρέτην ή έτι και συμβάσεως εντολής, υφίσταται ή δυνατόν να υφίσταται κατά κανόνα σχέσις προστήσεως εν τη εννοία της ΑΚ 922. Πρόστησις όμως δεν υφίσταται, τουλάχιστον κατά κανόνα λ.χ, επί συμβάσεως έργου (πλην αν ο αντισυμβαλλόμενος ενεργεί κατά τας οδηγίας του εργοδότου. Σύμφωνος ΑΠ 212/ 14, ΑΠ 102/ 1983), ως επίσης πρόστησις δεν υφίσταται επί συμβάσεως μισθώσεως ή έτι και διοικήσεως αλλοτρίων, οσάκις ο διοικητής ενεργεία κατά την ιδίαν αυτού πρωτοβουλίαν. Τουναντίον πρόστησις δύναται να υφίσταται επί οιασδήποτε συμβάσεως εις ωρισμένη στιγμήν της λειτουργίας αυτής, οσάκις συμβή ο έτερος των συμβαλλομένων να τεθή υπό τας οδηγίας ή τας διαταγάς του άλλου. Πρόστησις δε δύναται να υφίσταται και εκτός πάσης συμβάσεως συνδεούσης τον προστήσαντα προς τον ροστηθέντα, οσάκις ο τελευταίος ούτος (προστηθείς επ’  ευκαιρία) τίθεται εκουσίως εις την υπηρεσίαν άλλου, οίον επί προστήσεως κοινωνικής ευπρεπείας, λ.χ. συγγενούς ή φίλου, οσάκις το αυτοκίνητον του κυρίου οδηγεί συγγενής ή φίλος, όστις ούτω καθίσταται επ’  ευκαιρία προστηθείς του κυρίου του αυτοκινήτου. Η πρόστησις, κατά ταύτα, είναι σχέσις δυναμένη να αναπτύσσεται τόσον επί σχέσεων συμβατικών όσον και ανεξαρτήτως τοιούτων σχέσεων, αρκεί να υφίσταται η κατ’  ουσίαν διάφορος της αντιπροσωπείας οικονομική ή επαγγελματική ή άλλη κοινωνική εκπροσώπησις, καθ΄ην ο προστηθείς να ενεργή συμφώνως προς τας οδηγίας ή τας διαταγάς του προστήσαντος». Έχει κριθεί από το Ακυρωτικό μας ότι: σχέση πρόστησης μπορεί να υπάρξει και από σχέση φιλοφροσύνης (ΑΠ 959/ 99), από ιατρική σύμβαση (ΑΠ 1987/ 13) μεταξύ νοσηλευτικού ιδρύματος και ιατρού, παρ'  ότι βεβαίως είναι αστείο να υποστηριχθεί ότι ο κλινικάρχης θα δίδει οδηγίες κατά την διεξαγωγή μιας εγχείρησης στον ιατρό! Το Ακυρωτικό ξεπερνά αυτό το εμπόδιο με την δικαιολογία ότι ο κλινικάρχης παρέχει στον προστηθέντα ιατρό "γενικές μόνο οδηγίες ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του". Αν ο προστήσας έδωσε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιήσει τριτους (υποπροστιθέντες) για την διεκαπεραίωση της υπόθεσης, ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να απαιτείται η παροχή οδηγιών εκ μέρους τους προς αυτούς (ΑΠ 1826/ 13). β) αδικοπραξία του προστηθέντος. Ως αδικοπραξία νοείται η παράνομη και υπαίτια, όχι απλώς παράνομη πράξη ή και παράλειψη (επί τούτου ΑΠ 555/ 1999) του προστηθέντος [Απ. Γεωργιάδης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 35, σελ. 629, Π. Ζέπος, όπ. πάρ, σελ. 774]. Ως γνωστόν, άλλο αδικοπραξία και άλλο αδίκημα. Ως αδικοπραξία νοείται κάθε άδικη πράξη ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του δράστη, ενώ αδίκημα νοείται η παράνομη και υπαίτια ζημιογόνα πράξη [Αλ. Λιτζερόπουλος, Στοιχεία Ενοχικού Δικαίου, τ' Β, 1960, πργφ. 231, σελ. 334, Απ. Γεωργιάδης, όπ. παρ, πργφ. 59.Ι, πλαγιάριθμος 1, σελ. 581].  γ) συνάφεια της αδικοπραξίας με την ανατεθείσα υπηρεσία. Κατά την Επιστήμη, "η εξ ΑΚ 922 ευθύνη χωρεί όταν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του αδικήματος του προστηθέντος και της προς τον προστήσαντα σχέσης της προστήσεως αυτού, όταν δηλαδή, κατ’  εκτίμησιν της κρατούσης θεωρίας περί της αιτιώδους συναφείας, το αδίκημα δεν θα επήρχετο, εάν δεν υφίστατο η μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος λειτουργούσα σχέσις της προστήσεως. Υπό την έποψιν ταύτην, το όλον βάρος δια την αντιμετώπισιν των συγκεκριμένων προβλημάτων πίπτει επί την εκτίμησιν της αιτιώδους συναφείας ήτις υφίσταται μεταξύ διαπραχθέντος αδικήματος και προστήσεως λειτουργούσης κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος υπό του προστηθέντος. Ο προστήσας ούτως είναι υπεύθυνος εκ πάσης πράξεως του προστηθέντος, επιχειρηθείσης έστω και απλώς επ’  ευκαιρία ή εξ αφορμής της προστήσεως (ταύτης όμως λειτουργούσης και κατά την διάπραξιν του αδικήματος), και δη και εναντίον των οδηγιών του προστήσαντος, οσάκις δηλαδή ο προστηθείς ενήργησε καταχρώμενος της ανατεθείσης εις αυτόν υπηρεσίας (κατάχρησις εξουσίας). Εν τη τελευταία δε ταύτη περιπτώσει ο προστήσας κατ’  ορθοτέραν γνώμην, ευθύνεται, εφ’  όσον, κατ’  εκτίμησιν της αιτιώδους συναφείας, η ζημιογόνος πράξις αποτελεί το αιτιατόν, έστω και επ’  ευκαιρία, των εις τον προστηθέντα ανατεθέντων καθηκόντων, ενώ τουναντίον ο προστήσας δεν ευθύνεται εάν η ζημιογόνος πράξις απλώς διευκολύνθη εκ της εις τον προστηθέντα αναθέσεως των καθηκόντων τούτων" (Π. Ζέπος, όπ.πάρ, σελίδες 774-775). Ομοίως και ΑΠ 530/ 2014 καθώς και η αναρτώμενη ΑΠ 899/ 2014, και ΑΠ 631/ 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis