Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Συμμετοχή στα αποκτήματα. Εκτίμηση ανατροφής παιδιών και οικιακών υπηρεσιών ως συζυγική προσφορά.

Περίληψη. Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα - Υπολογισμός συμβολής - Υπηρεσίες στη συζυγική οικία -. Υπολογισμός χρηματικού ποσού στο οποίο ανέρχεται η συμβολή της συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης. Η αναιρεσίβλητη καθ' όλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στην συζυγική κατοικία, ασχολούμενη με την επιμέλεια και επίβλεψη των τεσσάρων τέκνων τους και διεκπεραιώνοντας τις πάσης φύσεως οικιακές εργασίες, ότι η προσφορά της αναιρεσίβλητης στην αντιμετώπιση των ποικίλων αναγκών της πολύτεκνης οικογένειάς της,  η ανάληψη από αυτή μόνη των φροντίδων  του

νοικοκυριού με την αντίστοιχη εξοικονόμηση του ποσού που θα απαιτείτο για την πρόσληψη οικιακών βοηθών υπερβαίνει την κατά νόμο οφειλόμενη συνεισφορά της στα κοινά οικογενειακά βάρη και ότι η σε χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών κατά το μέρος που υπερβαίνει την υποχρέωση συνεισφοράς της ανέρχεται στο ποσό των 230 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα σε 59.800 ευρώ.

Άρειος Πάγος 528/ 2015, Α1' Πολιτικό Τμήμα.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα-Εισηγητή, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από την ίδια επίσης διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετή διάσταση των συζύγων που απαιτείται να είναι συμπληρωμένη, γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος. Ως αύξηση όμως νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου που γεννήθηκε η αξίωση, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για το ορισμένο άρα της αγωγής πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μείωσης) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση, καθώς και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση. Περαιτέρω, η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών, είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΚ 1390). Το είδος της συμβολής μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε υλική παροχή, η οποία εξέρχεται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, μετά όμως την αποτίμηση της υποχρέωσης για συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (ΑΚ 1389). Επομένως, όταν ο ενάγων σύζυγος επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου δια παροχών, οι οποίες συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, όπως μεταξύ άλλων είναι και η παροχή χρημάτων προερχομένων από την εργασία του και από την επαγγελματική του δραστηριότητα τότε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητάει από τον εναγόμενο να του αποδώσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας του, δεν αρκεί μόνον η εις χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών, αλλά πρέπει να καθορίσει στο δικόγραφό της και το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολο τους. Τα παραπάνω ισχύουν όταν η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου, στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΑΠ 1173/ 2012, ΑΠ 486/ 2009). Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). 
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη στην από 7-5-2009 αγωγή της ιστορούσε, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής "ότι με τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 14-04-1977, ο οποίος λύθηκε με την υπ' αριθ. 3618/2008 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου που υπήρχε κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου με τον τρόπο που περιγράφει αναλυτικά στην αγωγή, πέραν της νόμιμης υποχρέωσής της για συνεισφορά στα οικογενειακά βάρη και ζήτησε, όπως το αίτημά της παραδεκτώς περιορίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 178.740,13 ευρώ και να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 117.333 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικώς το ποσό των 117.333 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ένα τρίτο της συμβολής της στην περιουσιακή του επαύξηση ...". Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος ο αναιρεσείων, αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι η αναιρεσίβλητη, με την αγωγή της, αποτίμησε τη μηνιαία συνεισφορά της στο ποσό των 1.200 ευρώ, ενώ το πέραν της οφειλόμενης συνεισφοράς της ποσό προσδιόρισε σε 500 ευρώ μηνιαίως, ανεξαρτήτως του ότι χαρακτηρίζει την αποτίμηση αυτή ως αυθαίρετη. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013, ΑΠ 253/2013). 
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, πρώτο (Α) για αμφοτέρους, στις 14-04- 1977 στον Ιερό Ναό Παναγίας Αγρυλιώτισας στα Χαβριάτα Παλικής Κεφαλληνίας, όταν ο εναγόμενος ήταν ηλικίας είκοσι πέντε (25) ετών, ως γεννηθείς στις 07-01-1952, και η ενάγουσα σύζυγος του δέκα επτά (17) ετών, ως γεννηθείσα στις 04-06-1960. Ο γάμος τους αυτός λύθηκε με την υπ' αριθ. 3618/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 23-12-2008. Από τον γάμο τους αυτόν οι διάδικοι απέκτησαν τέσσερα (4) τέκνα, την Κ., που γεννήθηκε στις 21-02-1978, ηλικίας κατά την ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την 1η Μαρτίου 2010, τριάντα δύο (32) ετών, τον Γ., που γεννήθηκε στις 22-12-1979, ηλικίας κατά τον προαναφερθέντα χρόνο τριάντα ενός (31) ετών, τον Χ., που γεννήθηκε στις 25-09-1986, ηλικίας κατά τον αυτόν, ως άνω, χρόνο είκοσι τεσσάρων (24) ετών και τον Π., που γεννήθηκε στις 20-09-1994, ηλικίας δέκα έξι (16) ετών, εισέτι ανήλικο. Κατά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι δεν διέθεταν ούτε κινητή, ούτε ακίνητη περιουσία παρά μόνον ο εναγόμενος είχε στη κυριότητά του ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου COROLLA, το οποίο είχε αγοράσει μεταχειρισμένο το έτος 1976, προ του γάμου του, και αποπλήρωνε τμηματικά. Κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων ο πατέρας της ενάγουσας Χ. Μ. κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 200.000 δραχμών ως προίκα. Από το ποσό αυτό 7.500 δραχμές χρησιμοποίησε ο εναγόμενος για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου του, ως η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί στην έβδομη σελίδα της από 07-05-2009 κρινομένης αγωγής της, και το υπόλοιπο, ύψους 192.500 δραχμών, κατέβαλε αυτός για την συνεισφορά του κατά τη σύσταση αφανούς εταιρίας μεταξύ αυτού και του Ε. Μ., η οποία συνεστήθη στις 18-04-1977, τέσσερις (4) ημέρες μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων. Ο εναγόμενος και η εξετασθείσα με δική του επιμέλεια μάρτυρας, η αδελφή του Α. Α., δεν ισχυρίστηκαν ότι διέθετε ο ίδιος οποιοδήποτε χρηματικό ποσό κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος αρνείται ότι έλαβε το ανωτέρω ποσό ως προίκα, πλην όμως αβάσιμα, διότι το ποσό αυτό συμπίπτει με το ποσό που διέθεσε αυτός για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου του και για την συμμετοχή του στη προαναφερθείσα αφανή εταιρία, όπως αυτό προκύπτει από το συμφωνητικό διάλυσης της αφανούς αυτής εταιρίας με ημερομηνία 10-08-1977 που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα. Μετά την λύση της ανωτέρω αφανούς εταιρίας ο εναγόμενος εισέπραξε τμηματικά από τον Ε. Μ. το ποσόν των 192.500 δραχμών που συνεισέφερε για τη σύστασή της και επέστρεψε στο επάγγελμα του ναυτικού που ήταν και το αρχικό του επάγγελμα. Με τα χρήματα αυτά και με τα χρήματα που εξοικονόμησε από την εργασία του στη θάλασσα ως καμαρότος (= θαλαμηπόλος) ο εναγόμενος απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του υπ αριθ. .../06-05-1980 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Γεωργίου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, ένα διαμέρισμα επιφανείας 43,90 τ.μ. στη περιοχή του Γκύζη, στην Αθήνα, επί της οδού Λουίζης Κάλκου αριθ. 6, αξίας οκτακοσίων χιλιάδων (800.000) δραχμών, που κατέβαλε αυτός τμηματικά μέχρι το έτος 1982. Το εν λόγω διαμέρισμα ο εναγόμενος πώλησε μετά από εννέα (9), περίπου, έτη από τον χρόνο αγοράς του, το έτος 1989, δυνάμει του υπ αριθ. .../31-01-1989 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κορομπέλη αντί του τιμήματος των 3.000.000 δραχμών, που αναγράφεται στο πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο είναι υπερδιπλάσιο της αντικειμενικής του αξίας, ύψους 1.451.440 δραχμών, που επίσης αναγράφεται στο αυτό συμβόλαιο. Την επομένη ημέρα, 1η Φεβρουάριου 1989, με το υπ αριθ. .../01- 02-1989 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Κάλλη - Μπενάρδου, νόμιμα μεταγεγραμμένο, οι διάδικοι σύζυγοι αγόρασαν, κατά το ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου έκαστος, το υπό στοιχεία Β-1 διαμέρισμα που καταλαμβάνει ολόκληρο τον δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο (οροφοδιαμέρισμα) μιας πολυκατοικίας, κειμένης στη θέση Τουρκοβούνια, πάλι στη περιοχή του Γκύζη, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αθηναίων και επί της οδού Αμφίκλειας αριθ. 35, επιφανείας 80 τ.μ., αντί πραγματικού τιμήματος ύψους 9.000.000 δραχμών, και όχι 6.289.920 δραχμών, ως αναγράφεται στο συμβόλαιο, που είναι η αντικειμενική του αξία, αφού κατά παγία πρακτική των συναλλασσόμενων στις περιοχές όπου υπάρχει αντικειμενική αξία των ακινήτων αναγράφεται αυτή ως ύψος του τιμήματος. Η αγοραία (εμπορική) αξία του διαμερίσματος αυτού κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, στις 23 Δεκεμβρίου 2008, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, στο ποσό των 190.000 ευρώ και επομένως το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου των διαδίκων στο ήμισυ της αξίας αυτής, ήτοι 95.000 ευρώ. Εκτός των ανωτέρω αγοραπωλησιών στην Αθήνα, ο εναγόμενος ανήγειρε σε ένα οικόπεδο που ευρίσκεται στον τόπο καταγωγής του, που είναι κοινός με αυτόν της ενάγουσας, στα Χαβριάτα του Δήμου Παλικής Κεφαλληνίας και συγκεκριμένα στη θέση Καρένια, το οποίο είχε αποκτήσει από κληρονομιά της γιαγιάς του Κ. Μ., που είχε νομίμως αποδεχθεί, μία διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, επιφανείας 60 τ.μ., ο οποίος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, και από τον πρώτο όροφο, επιφανείας 80 τ.μ., που είναι ολοκληρωμένος και χρησιμοποιείται ως κατοικία με καθιστικό, δύο (2) υπνοδωμάτια, μία κουζίνα και ένα λουτρό. Η ανωτέρω διώροφη κατοικία άρχισε να ανεγείρεται στις αρχές του έτους 1982 και αποπερατώθηκε σταδιακά τον Μάιο του έτους 1985. Η αξία αυτής κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, μετά την αφαίρεση της αξίας του οικοπέδου, καθ' όσον αυτό ως κληρονομιαίο δεν περιλαμβάνεται στα αποκτήματα, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, στο ποσό των 200.000 ευρώ, εν όψει του ότι βαρύνεται και με προσημείωση υποθήκης υπέρ της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", και με την προηγούμενη επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" ύψους 60.000 ευρώ (βλ. την από 28-06-2007 περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης). Επί πλέον ο εναγόμενος αγόρασε στις 19-01-1994 το υπ αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 190 Ε, 1.797 κυβικών εκατοστών, αντί του τιμήματος των 7.500.000 δραχμών, η αξία του οποίου κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων δέκα πέντε (15) έτη αργότερα, στις 23-12-2008, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, στο ποσό των 10.000 ευρώ, καθ' όσον πρόκειται περί γερμανικού αυτοκινήτου εγνωσμένης αξίας και φήμης. Συνεπώς η περιουσία του εναγομένου, κατά την διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, αυξήθηκε κατά το ποσό των : 95.000 + 200.000+ 10.000 = 305.000 ευρώ. Καθ' όλη την διάρκεια του γάμου του, από τις 14-04-1977 έως τις 23-12-2008, ο εναγόμενος είχε εισοδήματα από την εργασία του ως ναυτικός με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου και με συνεχή θαλάσσια υπηρεσία. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ίδιο δηλώσεις του φόρου εισοδήματος της εννεαετίας 1995 έως 2003 προκύπτει ότι το ετήσιο εισόδημά του από την ανωτέρω πηγή ήταν: 1) το ημερολογιακό έτος 1995, οικονομικό 1996, 7.998.092 δραχμές, που μετά την εισαγωγή του ευρώ ανέρχονται σε 23.472,02 ευρώ, 2) το ημερολογιακό έτος 1996, οικονομικό 1997, 10.034.617 δραχμές, που μετά την εισαγωγή του ευρώ ανέρχονται σε 29.448,61 ευρώ, 3) το ημερολογιακό έτος 1997, οικονομικό 1998, 5.372.078 δραχμές, που μετά την εισαγωγή του ευρώ ανέρχονται σε 15.765,45 ευρώ, 4) το ημερολογιακό έτος 1998, οικονομικό 1999, 13.382.922 δραχμές, που μετά την εισαγωγή του ευρώ ανέρχονται σε 39.274,89 ευρώ, 5) το ημερολογιακό έτος 1999, οικονομικό 2000, 13.183.795 δραχμές, που μετά την εισαγωγή του ευρώ ανέρχονται σε 38.690,52 ευρώ, 6) το ημερολογιακό έτος 2000, οικονομικό 2001, 14.304.482 δραχμές, που μετά την εισαγωγή του ευρώ ανέρχονται σε 41.979,40 ευρώ, 7) το ημερολογιακό έτος 2001, οικονομικό 2002 3.585.770 δραχμές, που μετά την εισαγωγή του ευρώ ανέρχονται σε 10.523,16 ευρώ, 8) το ημερολογιακό έτος 2002, οικονομικό 2003, 29.000,20 ευρώ, πλέον, που αντιστοιχούν σε 9.881.818,15 δραχμές, και 9) το ημερολογιακό έτος 2003, οικονομικό 2004, 8.251,42 ευρώ, που αντιστοιχούν σε 2.811.671,36 δραχμές. Αντιθέτως η ενάγουσα δεν εργάσθηκε εκτός οικίας καθ' όλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, ήτοι από της τελέσεως του γάμου τους μέχρι τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2003, οπότε η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε οριστικά, όπως έχει δεχθεί η υπ αριθ. 3618/2008 αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου των διαδίκων που εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι επί πέντε (5) έτη, από το έτος 1978 έως το έτος 1983, όταν κατοικούσε μαζί με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά τους στα Χαβριάτα Κεφαλληνίας, εργαζόταν, μαζί με τον πατέρα της και τον αδελφό της, καθημερινά και επί πολλές ώρες, σε γεωργικές εργασίες καθ' όσον ο αδελφός της διατηρούσε πάγκο σε λαϊκές αγορές, και με την εργασία της αυτή, την οποία αποτιμά στην αγωγή της σε χρήμα κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, συνολικού ποσού 48.000 ευρώ, συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, δεν απεδείχθη από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρα αδελφού της Ιωσήφ Μ.υ, του Χαραλάμπου, που εξετάστηκε με επιμέλειά της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι η κατάθεσή του κρίνεται ασαφής και μη πειστική. Η μη άσκηση οιουδήποτε επαγγέλματος από την ενάγουσα προκύπτει και από τις προρρηθείσες φορολογικές δηλώσεις που υπέβαλαν ως σύζυγοι οι διάδικοι, στις οποίες αυτή δηλώνει ως επάγγελμα "οικιακά".
Όπως προαναφέρθηκε, το πραγματικό τίμημα αγοράς του ευρισκομένου στη περιοχή του Γκύζη των Αθηνών, επί της οδού Αμφίκλειας αριθ. 35, διαμερίσματος ανήλθε στο ποσό των 9.000.000 δραχμών. Μέρος του τιμήματος αυτού, ύψους 3.000.000 δραχμών, ο εναγόμενος εξόφλησε με το ισόποσο τίμημα που εισέπραξε από την πώληση του προηγουμένου διαμερίσματος του επί της οδού Λουίζης Κάλκου αριθ. 6 και άλλες 4.000.000 δραχμές κατέβαλε από το ισόποσο προϊόν δανείου που έλαβε ο ίδιος από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Ε.Τ.Ε.), το οποίο εξόφλησε το έτος 2004 (βλ. το υπ αριθ. 37625/24-09-2004 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Αθηνών περί εξαλείψεως της εγγραφείσης υπέρ της ανωτέρω τράπεζας υποθήκης). Το υπόλοιπο τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος, ανερχόμενο σε 2.000.000 δραχμές καθώς και την τμηματική, σε δόσεις, εξόφληση του δανείου των 4.000.000 δραχμών ανέλαβε μόνον ο εναγόμενος εξ ιδίων χρημάτων, διότι, όπως προελέχθη, η ενάγουσα δεν διέθετε σταθερό και σε μηνιαία βάση εισόδημα, ώστε να αναλάβει την αποπληρωμή παγίων, κατά μήνα, δανειακών υποχρεώσεων. Όμως αυτή συνέβαλε στην απόκτηση του διαμερίσματος με την προίκα της των 200.000 δραχμών που έλαβε ο εναγόμενος το πρώτο δεκαπενθήμερο του έτους 1977, λόγω του τελεσθέντος στις 14-04-1977 γάμου τους, διότι με αυτήν αγόρασε ο τελευταίος το μερίδιο συμμετοχής του στην αφανή εταιρία εκμετάλλευσης του επί της οδού Πραξιτέλους αριθ. 109, στον Πειραιά, καφενείου, από την πώληση του οποίου (μεριδίου συμμετοχής) αγόρασε αυτός αρχικά το επί της οδού Λουίζης Κάλκου αριθ. 6 διαμέρισμα και κάλυψε στη συνέχεια, από την πώλησή του, μέρος του τιμήματος των 9.000.000 δραχμών για την αγορά του διαμερίσματος επί της οδού Αμφίκλειας αριθ. 35, στη περιοχή Γκύζη των Αθηνών. Σε εξόφληση της συμβολής της αυτής και της υποχρέωσης του εναγομένου για την απόδοση της προίκας που αυτός είχε λάβει, η ενάγουσα απέκτησε κατά την αγορά του διαμερίσματος, την 1η Φεβρουάριου 1989, το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του προρρηθέντος διαμερίσματος κατά πλήρη κυριότητα, χρηματικής αξίας κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου 95.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, που υπερκαλύπτει την συμβολή της στην απόκτηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου από τον εναγόμενο, ήδη εκκαλούντα. Εν όψει των προεκτεθέντων η απαίτηση της ενάγουσας κατά του εναγομένου για την απόδοση της προικώας παροχής έχει ήδη εκπληρωθεί, όπως προαναφέρθηκε, γενομένης δεκτής της προβαλλομένης από τον εναγόμενο ένστασης εξοφλήσεως ως βάσιμης και κατ' ουσίαν. Κατόπιν τούτου παρέλκει η εξέταση της άλλης ένστασης του εναγομένου περί συμψηφισμού της οφειλής του προς απόδοση της προίκας με την απαίτησή του λόγω της παραχώρησης χρήσης στην ενάγουσα του ποσοστού της συγκυριότητάς του (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί του ευρισκομένου στη περιοχή του Γκύζη, στην Αθήνα, διαμερίσματος επί της οδού Αμφίκλειας αριθ. 35, το οποίο η ενάγουσα χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα για κύρια κατοικία, της ιδίας και του ανήλικου υιού των διαδίκων Π., τελευταίου των τεσσάρων τέκνων των διαδίκων. Περαιτέρω απεδείχθη ότι το κόστος της ανέγερσης της οικίας του εναγομένου στα Χαβριάτα Κεφαλληνίας ανήλθε στο ποσό των 5.000.000 δραχμών περίπου, αφού μόνον ο πρώτος όροφος αυτής έχει αποπερατωθεί πλήρως. Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι το συνολικό κόστος της οικοδομής είχε ανέλθει στο ποσό των 16.000.000 δραχμών είναι αβάσιμος, έρχεται δε σε αντίθεση και με τα υποστηριζόμενα από την ίδια την ενάγουσα στην από 20-02-2006 αίτησή της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του εναγομένου, στην οποία προσδιορίζει το κόστος της οικοδομής στο ποσό των 21.000 ευρώ, που αντιστοιχούν σε 7.155.750 δραχμές. Μέρος του κόστους ανέγερσης της οικίας, ύψους 1.485.000 δραχμών, ο ενάγων κατέβαλε από το προϊόν ισοπόσου δανείου που έλαβε από την "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος" το έτος 1984, το οποίο εξόφλησε με την καταβολή μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων τον Ιανουάριο του έτους 2003 (βλ. το από 07-04-2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Ληξουρίου περί διαγραφής της εγγραφείσης υπέρ της ως άνω τράπεζας υποθήκης). Με το υπ αριθ. .../13-02-1982 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Ληξουρίου Παναγαγγέλου Καραβιώτη ο εναγόμενος έλαβε ως δωρεά από τον πατέρα του Γ. Μ. το ποσό των 200.000 δραχμών, το οποίο διέθεσε για την ανέγερση της διώροφης κατοικίας του. Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ή ο πατέρας της συνέβαλαν χρηματικά στην ανέγερση της ως άνω οικοδομής και για την αγορά του οικιακού εξοπλισμού αυτής, διότι οι καταβολές για την αιτία αυτή πραγματοποιήθηκαν με χρήματα του εναγομένου που απέστελνε στην ενάγουσα ή στον πατέρα της, αφού αυτός απουσίαζε ταξιδεύοντας ως ναυτικός, ανεξάρτητα από το όνομα στο οποίο εκδίδονταν οι αποδείξεις αυτές, αφού οι σχετικές καταβολές εγένοντο, ως προελέχθη, με χρήματα του εναγομένου. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας της ενάγουσας, του οποίου το επάγγελμα ήταν αγροφύλακας, προσέφερε την προσωπική του εργασία στην ως άνω οικοδομή, τούτο δε ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν εκθέτει σε τι συνίστατο η εργασία αυτή, σε ποιο χρόνο παρασχέθηκε και ποια η αποτίμησή της. Ενώ η διώροφη οικία στα Χαβριάτα Κεφαλληνίας είχε πλέον αποπερατωθεί ως προς τον πρώτο όροφο, ο πατέρας της ενάγουσας που ασκούσε το επάγγελμα του αγροφύλακα με τον αντίστοιχο μισθό του Ελληνικού Δημοσίου, απέστειλε στην ενάγουσα θυγατέρα του στην Αθήνα, όπου κατοικούσε, με χρηματικά εμβάσματα το ποσό των 90.000 δραχμών στις 26-05-1986 και μετά από τέσσερα έτη, στις 28-05-1990, το ποσό των 130.000 δραχμών. Τα ποσά αυτά η ενάγουσα συνεισέφερε προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας της, δεδομένου ότι στις 26-05-1986 ήταν έγκυος στο τρίτο τέκνο της τον Χ., που γεννήθηκε μετά από τέσσερις μήνες, στις 25-09-1986, και στις 28-05-1990 αυτός ήταν τεσσάρων ετών περίπου ενώ τα δύο πρώτα τέκνα της, η Κ. και ο Γ.ς, ήταν τότε ηλικίας δώδεκα (12) ετών και ένδεκα (11) ετών, αντίστοιχα. Αντίθετα, τα τραπεζικά εμβάσματα που της έστειλε ο πατέρας της το έτος 1999, και δη στις 21-04-1999 το ποσό των 2.000.000 δραχμών, την επομένη, 22-04- 1999, το ποσό των 700.000 δραχμών και στις 29-12-1999 το ποσό των 2.000.000 δραχμών, ήτοι συνολικό ποσό 4.700.000 δραχμών, η ενάγουσα θυγατέρα του διέθεσε προκειμένου να αγοράσει αποκλειστικά στο όνομά της και κατά πλήρη κυριότητα ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, τύπου 206, αντί τιμήματος 3.500.000 δραχμών, όπως και η ίδια συνομολογεί, καθώς και για να ενισχύσει οικονομικά με το υπόλοιπο ποσό, ύψους 1.200.000δραχμών, τον υιό τους Γ., ηλικίας τότε είκοσι (20) ετών, ο οποίος δυνάμει του υπ αριθ. .../27-07-1999 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη αγόρασε ένα διαμέρισμα, επιφανείας 72 τ.μ., στη περιοχή του Γκύζη των Αθηνών. Για τον σκοπό αυτό έλαβε και ο εναγόμενος, τον Μάιο του έτους 1999, τραπεζικό δάνειο ύψους 10.000.000 δραχμών από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού ο εικοσαετής υιός των διαδίκων δεν είχε την δυνατότητα να λάβει στο όνομά του δάνειο ίσο με το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, και δεν το έλαβε για την αποπεράτωση της διώροφης κατοικίας του στα Χαβριάτα Κεφαλληνίας, όπως διατείνεται αβάσιμα η ενάγουσα, διότι μετά το έτος 1985, όταν ηλεκτροδοτήθηκε η κατοικία αυτή του εναγομένου (βλ. την από 17-03-2006 βεβαίωση της Δ.Ε.Η.), ουδεμία εργασία απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην οικοδομή αυτή. Το δάνειο αυτό των 10.000.000 δραχμών ανέλαβε να αποπληρώσει ο υιός των διαδίκων Γ.ς, καταβάλλοντας τις μηνιαίες δόσεις μέσω του κοινού τραπεζικού λογαριασμού που τηρούσε μαζί με την ενάγουσα μητέρα του στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", με τα χρήματα που κέρδιζε από την εργασία του ως ναυτικός, καθ' όσον η ενάγουσα δεν διέθετε προσωπικό, σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Απόδειξη της αναλήθειας του σχετικού ισχυρισμού της ενάγουσας αποτελεί το γεγονός ότι κατά την εννεαετία, από την 1η Ιουνίου 1999 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2008, κατά την οποία διατείνεται ότι πλήρωνε τις δόσεις του δανείου από δικά της χρήματα, ήγειρε αγωγές εναντίον του εναγομένου για την καταβολή σε αυτήν διατροφής για τον λόγο ότι εστερείτο παντελώς εισοδημάτων (βλ. την από 29-03-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τις από 03-11-2004 και από 18-12-2006 αγωγές διατροφής ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου). Η ενάγουσα, καθ' όλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, από της τελέσεως του γάμου τους στις 14-04-1977, όταν αυτή ήταν ηλικίας μόλις δέκα επτά (17) ετών, μέχρι της διαστάσεώς τους κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2003, δηλαδή επί είκοσι έξι έτη και οκτώ μήνες περίπου, παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στην συζυγική κατοικία, διεκπεραιώνοντας τις πάσης φύσεως οικιακές εργασίες, που ανάγονται και στην προσωπική φροντίδα και περιποίηση του εναγομένου, κατά τα μικρά χρονικά διαστήματα που αυτός επέστρεφε από τα ταξίδια του στο σπίτι του, και την ομαλή διαβίωση της οικογενείας, καθώς και την επιμέλεια και επίβλεψη των τεσσάρων (4) τέκνων τους, χωρίς να απασχολεί οικιακή βοηθό. Την προαναφερθείσα πολύπλευρη προσωπική εργασία, ως σύζυγος, μητέρα τεσσάρων (4) τέκνων και οικιακή βοηθός, η ενάγουσα την προσέφερε μόνη, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και τον ρόλο του πατέρα, καθ όσον ο εναγόμενος ταξίδευε και ως εκ τούτου ήταν κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απών από την οικογενειακή εστία. Η πολύμορφη αυτή προσφορά της ενάγουσας στην αντιμετώπιση των ποικίλων αναγκών της πολύτεκνης οικογένειάς της, η ανάληψη από αυτή μόνη των φροντίδων του νοικοκυριού με την αντίστοιχη εξοικονόμηση του ποσού που θα δαπανούσε ο εναγόμενος για την πρόσληψη οικιακών βοηθών, η απαλλαγή αυτού από τα αναλογούντα σε αυτόν ως πατέρα εσωοικιακά βάρη, η τόνωση εκ μέρους της ενάγουσας της συζυγικής εστίας και των κοινών τεσσάρων (4) τέκνων τους για να αναπτυχθούν και να σπουδάσουν και η συνεπεία της ανάληψης όλων αυτών των εργασιών από την ενάγουσα ως σύζυγο, μητέρα και τροφό των τεσσάρων (4) τέκνων απερίσπαστη ενασχόληση του εναγομένου με το επάγγελμά του ως ναυτικού υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ... την κατά νόμον υποχρεωτική συνεισφορά της ενάγουσας στα κοινά οικογενειακά βάρη και, όπως εκθέτει αυτή (= ενάγουσα) κατά τρόπο ορισμένο στην αγωγή της, ούσα αποτιμητή σε χρήμα, εκτιμάται συνολικά στο ποσό των 930 ευρώ μηνιαίως, εκ των οποίων η υποχρεωτική, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες ανέρχεται σε 700 ευρώ μηνιαίως και η πέραν αυτής συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, τέως συζύγου της, ανέρχεται στο υπόλοιπο ποσό των 230 ευρώ μηνιαίως. Επομένως η αξία της πέραν της υποχρεωτικής συνεισφοράς της στα οικογενειακά βάρη πολλαπλής προσωπικής εργασίας της ενάγουσας, που συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων τριάντα (230,00) ευρώ μηνιαίως και ετησίως στο τοιούτο των δύο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα (2.760,00) ευρώ (230 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες ίσον 2.760 ευρώ ετησίως). Η συμβολή της αυτή διήρκεσε καθ' όλη την διάρκεια της κοινής, έγγαμης συμβίωσης, από της τελέσεως του γάμου τους στις 14 Απριλίου 1977 μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2003, δηλαδή επί είκοσι ένα έτη και οκτώ μήνες, ως αναφέρει η ενάγουσα στην πρώτη παράγραφο της δέκατης σελίδας της αγωγής της. Η κατά την διάρκεια των ετών αυτών συνεισφορά της ενάγουσας, αποτιμώμενη σε χρήμα, ανέρχεται σε : 21 έτη 2.760 ευρώ ετησίως = 57.960 ευρώ συν (230 ευρώ Χ 8 μήνες =)1.840=59.800 ευρώ συνολικά. Τέλος, δεν απεδείχθη η συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση εκ μέρους του εναγομένου του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κυριότητάς του το έτος 1994, διότι ούτε η ίδια επικαλείται κάποιου είδους συμμετοχή σε αυτήν, ο δε εναγόμενος είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει μόνος του Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της αξίας ενός MERCEDES, όπως προκύπτει και από την εκτίμηση των φορολογικών του δηλώσεων που επικαλείται και προσκομίζει". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την από 23-5-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 7693/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 59.800 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Πλέον συγκεκριμένα στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε, αφού έκρινε α) ότι η αναιρεσίβλητη καθ' όλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα, δηλαδή επί είκοσι έξι έτη και οκτώ μήνες περίπου, παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στην συζυγική κατοικία, ασχολούμενη με την επιμέλεια και επίβλεψη των τεσσάρων (4) τέκνων τους και διεκπεραιώνοντας τις πάσης φύσεως οικιακές εργασίες, β) ότι η προσφορά της αναιρεσίβλητης στην αντιμετώπιση των ποικίλων αναγκών της πολύτεκνης οικογένειάς της, η ανάληψη από αυτή μόνη των φροντίδων του νοικοκυριού με την αντίστοιχη εξοικονόμηση του ποσού που θα απαιτείτο για την πρόσληψη οικιακών βοηθών υπερβαίνει την κατά νόμο οφειλόμενη συνεισφορά της στα κοινά οικογενειακά βάρη και γ) ότι η σε χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών κατά το μέρος που υπερβαίνει την υποχρέωση συνεισφοράς της ανέρχεται στο ποσό των 230 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα σε 59.800 ευρώ. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο τέταρτος λόγος κατά το πρώτο και κατά το τρίτο σκέλος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος κατά το σκέλος του εκείνο, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1).
    Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007). Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με τις συγκεκριμένες παραδοχές του και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι η σε χρήμα αποτίμηση των παροχών της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που υπερβαίνει την υποχρέωση συνεισφοράς της ανερχόταν στο ποσό των 230 ευρώ μηνιαίως για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα, παρά τις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

    Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 89/2013). Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την προταθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος ένσταση συμψηφισμού σχετικά με ανταπαίτησή του κατά της αναιρεσίβλητης, ποσού 7.710 ευρώ, λόγω της χρήσης εκ μέρους της του ποσοστού της συγκυριότητάς του επί του διαμερίσματος της οδού Αμφίκλειας αριθμ. 35. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη είχε μηδενική συμβολή άλλως και επικουρικά συμβολή κάτω του 1/3 στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου. Τέλος, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από την ίδια ως άνω διάταξη αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη όχι μόνο δεν συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσία του, αλλά αντίθετα ωφελήθηκε, καθόσον απέκτησε κατά κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος διαμερίσματος, καθώς και ένα αυτοκίνητο Peugeot 306, 1.100 cc με χρήματα που κατέβαλε ο ίδιος, με αποτέλεσμα να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας 110.000 ευρώ, ενώ επί πλέον ωφελήθηκε και από τη χρήση του κοινού διαμερίσματος, στο οποίο κατοικεί μέχρι σήμερα. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τους συγκροτούν. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...