Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Λευκοί ποινικοί νόμοι. Αντισυνταγματικοί.

Άρειος Πάγος, 588/2004, Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Γεωργίλη Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Βούρβαχη-Εισηγητή, Ανδρέα Μοσχανδρέου, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Χρήστο Μαυρογένη, Αρεοπαγίτες.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 εδ΄α` του Συντάγματος και 1 του ΠΚ που ορίζουν η μεν πρώτη ότι έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και ορίζει τα στοιχεία της, κατά δε τη δεύτερη ότι ποινή δεν επιβάλλεται παρά μόνο για τις πράξεις εκείνες για τις οποίες ο νόμος την είχε ρητά ορίσει πριν από την τέλεσή τους, προκύπτει η βούληση του συνταγματικού και του κοινού νομοθέτη διπλής κατοχύρωσης του ποινικού φαινομένου χάριν της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών, επιβάλλεται δε στον κοινό νομοθέτη η υποχρέωση κατά τη θέσπιση των ποινικών νόμων να είναι σαφής και ακριβής, ώστε κάθε νέα πράξη-έγκλημα (άρθρο 14 ΠΚ) να περιέχει τα στοιχεία της γενικής δομής του εγκλήματος: α) πράξη, β) άδικη, γ) καταλογιστή, δ) τιμωρούμενη με ποινή.

 Επομένως οποιαδήποτε άλλη προσβολή που δεν έχει τυποποιηθεί δεν αναγνωρίζεται κατά νόμο, ως έγκλημα, χωρίς την ύπαρξη των στοιχείων, τα οποία ο νομοθέτης όρισε στη συγκεκριμένη πράξη. `Ετσι κάθε νέα πράξη πρέπει να περιέχει τα γενικά ελάχιστα δομικά στοιχεία του εγκλήματος, παράλληλα με τα ειδικότερα στοιχεία που προσιδιάζουν στη νέα πράξη, που περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια, με τιμωρία δε αυτής ο κοινός νομοθέτης θέλει να προστατεύσει ορισμένο έννομο αγαθό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 47 παρ.γ` του ν.δ.400/1970 «περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ.4 του Ν.2170/1993, με φυλάκιση και χρηματική ποινή μέχρι το σε δραχμές ισόποσο 4000 ΕCU τιμωρείται όποιος κλήθηκε με αιτιολογημένη πράξη της εποπτικής Αρχής να αποκαταστήσει την, κατά νόμο, τα προς εκτέλεση αυτού διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις, το καταστατικό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την κατά τις ασφαλιστικές αρχές τάξη και αρνήθηκε ή αμέλησε να συμμορφωθεί μέσα στην ταχθείσα σ`αυτόν τριακονθήμερη κατ΄ελάχιστον προθεσμία. Με την πιο πάνω διάταξη διαμορφώνεται έγκλημα γνήσιας παράλειψης και λευκός ποινικός νόμος, διότι οι προϋποθέσεις της ποινικής αξιόλογης αποκατάστασης της ασφαλιστικής τάξης της επιχείρησης ασφαλίσεως δεν περιγράφονται στον πιο πάνω κυρωτικό κανόνα του άρθρου 47 περ.γ` του Ν.Δ. 400/1970, αλλά στο νόμο, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, το καταστατικό της επιχείρησης και τις ασφαλιστικές αρχές. Η πιο πάνω όμως αναφορά που γίνεται σε μια συνθετική έννοια «ασφαλιστικής τάξης» που προσδιορίζεται από το εκάστοτε άθροισμα των νόμων, διαταγμάτων υπουργικών αποφάσεων, και ακόμη, με το περιεχόμενο του καταστατικού ή ασφαλιστικών αρχών που δεν προσδιορίζονται, προσκρούει στο δυσκαθόριστο της έκτασης και τη διαφορά σοβαρότητας ρυθμίσεων των στοιχείων στα οποία ο νόμος παρέχει συλλήβδην ποινική κατοχύρωση και έτσι καθίσταται ασαφής και αβέβαιη η ποινική πρόβλεψη των στοιχείων του εγκλήματος, την οποία απαιτούν οι διατάξεις του άρθρου 7 του Συντάγματος και 1 του Π.Κ. που απαιτούν ακρίβεια και βεβαιότητα της ποινικής πρόβλεψης. Επιπλέον η διάταξη αυτή παρέχει σε διοικητική αρχή διακριτική εξουσία να καθορίζει αυτή τις απείθειες και τις παραλείψεις που θα υποδειχθούν προς δίωξη στη δικαστική αρχή και τις οποίες ο νόμος καθιστά όλες τυπικά αδικήματα τιμωρούμενα με φυλάκιση και χρηματική ποινή ανεξαρτήτως βαθμού των ρυθμίσεων και κανονισμών στους οποίους αναφέρονται, Τέτοιας όμως έκτασης διακριτική εξουσία της διοίκησης και μέσω αυτής της δικαστικής αρχής δεν συμβιβάζεται προς τη συνταγματική απαίτηση της ασφάλειας των ποινικών ορισμών και τη βεβαιότητα των υποχρεώσεων των ατόμων κατά των οποίων απειλούν ποινικές κυρώσεις, όχι μικρής βαρύτητας, με τις περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες. Συνακόλουθα ο νομοθέτης του άρθρου 47 περ.γ` του ν.δ. 400/1970 θέλοντας να διασφαλίσει με την απειλή ποινικών κυρώσεων παραλείψεις που συνέλαβε με την άλλωστε υπέρμετρη γενικότητα διοικητικών ή πειθαρχικών παραβάσεων, κατέστρωσε διάταξη που αντιβαίνει στο Σύνταγμα και είναι ανεπίδεκτη εφαρμογής κατά το άρθρο 93 παρ.4 αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 7526/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες του ότι στις 31-7-1996 παρότι κλήθηκαν με την ιδιότητα των μελών του Δ.Σ. της ασφαλιστικής εταιρείας «....» με αιτιολογημένη πράξη της εποπτικής Αρχής να αποκαταστήσουν την, κατά νόμο, τα προς εκτέλεση αυτού διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις, το καταστατικό της ασφαλιστικής επιχείρησης και τις ασφαλιστικές αρχές, τάξη, αρνήθηκαν να συμμορφωθούν μέσα στην ταχθείσα προθεσμία. Ειδικότερα, παρότι επανειλλημένως κλήθηκαν από τη Διεύθυνση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων του Υπουργείου Εμπορίου με τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα να αποκαταστήσουν την κατά τις ασφαλιστικές αρχές τάξη, δηλαδή την άμεση καταβολή των συμφωνηθεισών ή επιδκασθεισών αποζημιώσεων αυτοί επιμόνως αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. `Ετσι όμως κρίνοντας το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκειμένη υπόθεση τη διάταξη του άρθρου 47 περ. γ`΄του ν.δ. 400/1970 «περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αντιβαίνει προς τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του Συντάγματος και είναι για τον λόγο αυτό ανεπίδεκτη εφαρμογής (93 παρ.4 του Συντάγματος). Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ σχετικός λόγος των συνεκδικαζόμενων, λόγω συναφείας, αιτήσεων αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, δεδομένου ότι δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη, να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι αθώοι της ως άνω παράβασης (αρ. 518 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 7526/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την καταδικαστική διάταξη που αφορά τους αναιρεσείοντες ...
Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ... αθώους του ότι στην Αθήνα, στις 31-7-1996, παρότι κλήθηκαν με την ιδιότητά τους, ως μελών του Δ.Σ. της ασφαλιστικής εταιρείας «............», με αιτιολογημένη πράξη της εποπτικής Αρχής να αποκαταστήσουν την κατά νόμο, τα προς εκτέλεση αυτού διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις, το καταστατικό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την κατά τις ασφαλιστικές αρχές τάξης αρνήθηκαν να συμμορφωθούν μέσα στην ταχθείσα προθεσμία. Ειδικότερα, παρότι επανειλημμένως κλήθηκαν από την Δνση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων του Υπουργείου Εμπορίου με τα Κ3-10545/2-1-96, Κε-10540/2-1-96, Κ3 946/29-1-96, Κ3-595/23-1- 96, Κ3-814/23-1-96, Κ3-712/23-1-96, Κ3-906/29-1-96, Κ3-1034/1-2-96, Κ3- 1123/8-2-96, Κ3-1263/12-2-96, Κ3-1427/19-2-96, Κ3-1567/20-2-96 έγγραφα να αποκαταστήσουν, την κατά τις ασφαλιστικές αρχές τάξη, δηλαδή την άμεση καταβολή των συμφωνηθεισών ή επιδικασθεισών αποζημιώσεων, αυτοί επιμόνως αρνήθηκαν να συμμορφωθούν.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2004.

Παρατήρηση. 1. Λευκός ποινικός νόμος είναι εκείνος στον οποίο καθορίζεται η επιβλητέα ποινή όμως η τυποποίηση του εγκλήματος γίνεται σε άλλους κανόνες δικαίου (νόμους)  [Ν. Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2006, § 6.4, σελ∙ 101]. Οι παραπεμπόμενοι νόμοι μπορεί να είναι είτε ομοειδείς με τον λευκό νόμο είτε ετεροειδείς, π.χ. προεδρικό διαταγμα, διατάξεις διοικητικής αρχής [Γ.Α. Μαγκάκης, Συστηματική ερμηνεία του ποινικού κώδικα, άρθρα 1-133,2005, άρθρο 1, πλαγιάριθμος 22, σελ∙ 21]. Παράδειγμα λευκού ποινικού νόμου αποτελεί το άρθρο 398 του ποινικού κώδικα το οποίο προβλέπει το έγκλημα της χρεοκοπίας, «με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο υπαίτιος δόλιας χρεοκοπίας, κατά τους όρους του εμπορικού νόμου και με φυλάκιση το πολύ δυο ετών ο υπαίτιος απλής χρεοκοπίας». Τι παρατηρούμε εδώ; Καθορίζεται μόνο η ποινή του εγκλήματος της χρεοκοπίας χωρίς να περιγράφεται (τυποποιείται) η ποινική υπόσταση του. Αυτή γίνεται σε άλλο νόμο, συγκεκριμένα στον (νυν) ισχύοντα πτωχευτικό κώδικα (ν. 3588/ 2007 άρθρο 171). Από αυτό το άρθρο (που είναι και αυστηρότερο αφού προβλέπει ελάχιστη ποινή τουλάχιστον δυο έτη) παραθέτω ένα μέρος από την σύνολη τυποποιημένη συμπεριφορά, «α) όποιος κατά την ύποπτη περίοδο… οποτεδήποτε …α) εξαφανίζει ή παρασιωπά περιουσιακά του στοιχεία που σε περίπτωση πτώχευσης εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία ή κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ματαιώνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τρίτων, βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία». Λευκός ποινικός νόμος εδώ είναι το άρθρο 398 του ποινικού κώδικα γιατί καθορίζει μόνο την ποινή ενώ την ποινική υπόσταση περιγράφει στον παραπεμπόμενο νόμο, εδώ στον πτωχευτικό κώδικα. Και μια αντίστροφη τάση παρατηρείται στους νόμους αυτούς, δηλαδή διατυπώνεται σε ένα ουσιαστικό νόμο μια απαγόρευση αλλά η κύρωση της απαγόρευσης αυτής αναφέρεται και εκτίθεται σε άλλο νόμο. Παράδειγμα: σύμφωνα με το άρθρο 8 της αστυνομικής διάταξης υπ’  αριθμό 6/ 1996 (ΦΕΚ Β 1028/ 12-11-1996), «οι παραβάτες της παρούσας διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 § 6 του ν. 1481/ 1984, εφόσον από άλλη διάταξη δεν τιμωρούνται βαρύτερα». Σύμφωνα με τον παραπεμπόμενο νόμο όπου καθορίζεται η ποινή «οι παραβάτες των αστυνομικών διατάξεων  τιμωρούνται με κράτηση ή πρόστιμο».
Όταν ο παραπεμπόμενος νόμος είναι προεδρικό διάταγμα ή διατάξεις της διοικητικής αρχής πρέπει να συντρέχουν δυο νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις: α) μια που να αναφέρεται στην έκδοση του υποδεέστερου συμπληρωματικού κανόνα και μια άλλη που να αφορά στην ποινικοποίηση της πράξης. Και οι δυο αυτές εξουσιοδοτήσεις πρέπει να είναι ρητές και ειδικές [Γ.Α. Μαγκάκης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 23, σελ∙ 22, Ν. Ανδρουλάκης, όπ.πάρ, σελ∙ 102]. Οι νόμοι αυτοί είναι, κατά μια έγκυρη επιστημονική άποψη, απολύτως αντισυνταγματικοί. Ειδικότερα, «οι νόμοι αυτοί που δεν περιέχουν με σαφήνεια την κολαζόμενη συμπεριφορά αλλά παραπέμπουν σε αόριστο πλήθος άλλων νομοθετημάτων που είτε έχουν εκδοθεί είτε πρόκειται να εκδοθούν, δεν βρίσκονται πια σε αρμονία με το άρθρο 7 § 1 Συντάγματος το οποίο αξιώνει την περιγραφή της αξιόποινης συμπεριφοράς στον ποινικό νόμο. Ο τύπος “κάθε παράβαση διατάξεων που αφορούν το α ή β αντικείμενο” ή “κάθε παράβαση διατάξεων σχετικών με το ά ή β΄ αντικείμενο, που δεν προβλέπεται ειδικά…” είναι απόλυτα ασυμβίβαστος με το Σύνταγμα. Οι ποινικοί νόμοι που περιέχουν αυτούς τους τυπους δεν πρέπει λοιπόν να εφαρμόζονται από τα δικαστήρια» [Ι. Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο, επιτομή γενικού μέρους 2005, επιμέλεια Μ. Καϊάφα-Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, πλαγιάριθμος 71, σελίδες 44-45, ο ίδιος στο συλλογικό έργο Γ. Κασιμάτη-Κ. Μαυριά, ερμηνεία του Συντάγματος, τόμος Ι, δεύτερη έκδοση, 2003, άρθρο 7, πλαγιάριθμος 38, σελ∙ 35]. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα με έγκυρη Κριτική για την θέσπιση στερητικών της ελευθερίας ποινών με ουσιαστικούς, απλώς, νόμους «de lege ferenda (από απόψεως θετέου δικαίου) θα ήταν ορθότερο η πρόβλεψη τους να γίνεται μόνο με τυπικούς νόμους. Είναι τουλάχιστον ανάρμοστο, το Σύνταγμα που επιτρέπει την επιβολή φορολογικών βαρών κατ’  αρχήν μόνο με τυπικό νόμο να αρκείται, εν αντιθέσει προς ξένα συντάγματα (βλ. άρθρο 104 § 1 εδάφιο 1 Γερμανικού συντάγματος), στον ουσιαστικό απλώς νόμο για την στέρηση της ελευθερίας» [Π. Δαγτόγλου, ατομικά δικαιώματα, τέταρτη έκδοση, 2012, πλαγιάριθμος 423, σελ∙ 269]. Για τους μη νομικούς, ουσιαστικός νομος είναι η αστυνομική διάταξη! 
 2. Αντί πολλών θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από την μελέτη του αείμνηστου Δασκάλου Ιωάννη Μανωλεδάκη με τίτλο "το άρθρο 7 πργφ 1 του Συντάγματος και οι ποινικοί νόμοι" [σε Μελέτες για εμβάθυνση στο ποινικό δίκαιο, τέταρτη έκδοση 2000, σελ. 102 επ, εδώ σελίδες 117-120].
"Οι νόμοι αυτοί (λευκοί) δεν έχουν αντικειμενική υπόσταση, αλλά και δεν παραπέμπουν σε συγκεκριμένη διάταξη της νομοθεσίας για τη συμπλήρωση ή έστω για τον προσδιορισμό της. Παραπέμπουν αόριστα σε ομάδα διατάξεων που πολλές φορές δεν έχουν εκδοθεί καν, αλλά πρόκειται να εκδοθούν στο μέλλον. Κατά κανόνα προσδιορίζεται βέβαια ο ευρύτερος χώρος του αντικειμένου της ρύθμισης των (π.χ. ο τομέας της υγείας, της ουδετερότητας του κράτους σε καιρό πολέμου, της εκλογικής διαδικασίας, της αγορανομίας κ.λ.π.) όμως αυτό δεν είναι καθόλου αρκετό για τον προσδιορισμό του άδικου χαρακτήρα της πράξης που θα αποτελέσει έγκλημα με βάση τον λευκό ποινικό νόμο. Η έννοια της αρχής nullum crimen sine lege certa είναι να γνωρίζει από πριν (δηλαδή πριν ενεργήσει) ο πολίτης την έκταση του αδίκου σε συγκεκριμένο χώρο κοινωνικών σχέσεων και όχι απλώς την ύπαρξη του αδίκου. Δεν αρκεί δηλαδή να ξέρει ότι «κάθε παράβαση διαταγών στον τομέα της υγείας είναι αξιόποινη, γιατί αποτελεί αφηρημένη έστω διακινδύνευση του εννόμου αγαθού της δημόσιας υγείας», αλλά πρέπει να ξέρει και το περιεχόμενο αυτών των διαταγών, δηλαδή την ακριβή έκταση των «επικίνδυνων» ενεργειών στον παραπάνω τομέα. Και αυτό δεν μπορεί να το ξέρει ο πολίτης, όταν η παραπομπή του αξιοποίνου γίνεται σε ένα πλήθος διατάξεων χωρίς συγκεκριμένη αναφορά, πολλές από τις οποίες αφορούν βέβαια το προστατευόμενο έννομο αγαθό, δεν έχουν όμως καμιά σχέση με την προσβολή ή τη διακινδύνευση του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα λευκού ποινικού νόμου αποτελεί λ.χ. το άρθρο 110 § 3 του π.δ. 650/2.10.1974 «περί κωδικοποιήσεως των ισχυουσών διατάξεων της Εκλογικής Νομοθεσίας» που ορίζει ότι «πάσα άλλη παράβασις των διατάξεων του παρόντος μη ειδικώς προβλεπομένη υπ' αυτού ή του Ποινικού Κωδικός ή ετέρου ποινικού νόμου τιμωρείται δια φυλακίσεως...». Η διάταξη αυτή αποτελεί πέρα για πέρα αόριστο ποινικό νόμο. Με τη διατύπωση: «κάθε άλλη παράβαση... μη ειδικά προβλεπόμενη σε νόμο... τιμωρείται...» παραμερίζεται εντελώς η αρχή n.c.n.p.s.l, αφού θεσπίζεται αξιόποινο, χωρίς να ορίζεται καν ούτε στην ίδια τη διάταξη ούτε -κατά παραπομπή -σε άλλο ουσιαστικό νόμο η πράξη που ανάγεται σε έγκλημα. Γενικά και αόριστα δηλώνεται πως πρόκειται για κάποια παράβαση διατάξεων ενός νομοθετήματος με 144 άρθρα και πως ο χώρος της απαξίας αναφέρεται γενικά στην εκλογική διαδικασία. Έτσι όμως η διάταξη του άρθρου 110 § 3 του π.δ. 650/1974 αντιβαίνει καθαρά στο άρθρο 7 § 1 του Συντάγματος και είναι συνεπώς ανίσχυρη.
Το ίδιο συμβαίνει με το άρθρο 30 § 15 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946) που ορίζει ότι «οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τας κατά τον παρόντα νόμον εκδιδόμενος αγορανομικός διατάξεις και άλλας αστυνομικάς διατάξεις ρυθμίζουσας αγορανομικά αντικείμενα» (τιμωρούνται...). Κι εδώ προσδιορίζεται μεν ο ευρύτερος χώρος της απαξίας, δεν ορίζεται όμως η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που έχει απαξία, ώστε να είναι δυνατή η γνώση του αδίκου, αλλά και να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του αδίκου. Πρόκειται και σ' αυτή την περίπτωση για αντισυνταγματικό και επομένως ανίσχυρο (λευκό) ποινικό νόμο.
Αλλά και στον Ποινικό Κώδικα υπάρχουν αντισυνταγματικοί, λευκοί ποινικοί νόμοι. [Όπως τα άρθρα 156, 291 § 3, 458, 459. Από αυτούς το άρθρο 458 σώζεται ίσως από τη ρήτρα «εφ' όσον η ειδική διάταξις αναφέρεται ως προς την ποινικήν κύρωσιν της παραβάσεως εις το παρόν άρθρον», αποβαίνει όμως έτσι εντελώς περιττή διάταξη, αλλά και άσκοπη, αφού εξισώνει ποινικά όλες τις παραβάσεις των διοικητικών νόμων]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το άρθρο 291 § 3: «Πάσα παράβασις των διαταγμάτων ή των διοικητικών κανονισμών των αφορώντων εις την αστυνομίαν, την ασφάλειαν, την εν γένει διοίκησιν και την χρήσιν των σιδηροδρόμων και της δι' ύδατος συγκοινωνίας και της αεροπλοΐας, μη προβλεπομένη υπό των §§ 1 και 2 τιμωρείται δια χρηματικής ποινής». Και εδώ έχουμε αξιόποινη πράξη «μη προβλεπομένη»! Από που όμως θα συναχθεί πως μια παράβαση διοικητικής διάταξης που αναφέρεται στη χρήση των σιδηροδρόμων έχει ουσιαστική απαξία, προσβάλλει δηλαδή κάποιο έννομο αγαθό και συγκεκριμένα το αγαθό της συγκοινωνίας;
Είναι φανερό από τα λίγα παραπάνω παραδείγματα  πως η λογική των λευκών ποινικών νόμων είναι εντελώς ασυμβίβαστη με τη λογική του άρθρου 7 § 1 του Συντάγματος και την καθιερωμένη σ' αυτό αρχή nullum crimen sine lege certa. Ο τύπος του λευκού ποινικού νόμου είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, «όποιος παραβαίνει τις διατάξεις που εκάστοτε εκδίδονται τιμωρείται». Η, έστω, πιο εξειδικευμένα: «όποιος παραβαίνει τις διατάξεις που εκάστοτε εκδίδονται για την εκλογική διαδικασία, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, εν γένει διοίκηση και χρήση των σιδηροδρόμων κλπ. τιμωρείται...». Φανταστείτε έναν Ποινικό Κώδικα που οι διατάξεις του θα είχαν τον τύπο: «όποιος παραβαίνει τους νόμους σχετικά με την προστασία της ανθρώπινης ζωής, ελευθερίας, ιδιοκτησίας, περιουσίας κλπ. τιμωρείται...». Ή έστω -επειδή ο Ποινικός Κώδικας περιέχει πρωταρχικούς και όχι δευτερεύοντες κυρωτικούς κανόνες -τον τύπο: «όποιος προσβάλλει την ανθρώπινη ζωή, ελευθερία, ιδιοκτησία, περιουσία κλπ. τιμωρείται...». Τι θα χρειαζόμασταν αλήθεια τους Ποινικούς Κώδικες σ' αυτή την περίπτωση;
Δεν χωρεί, νομίζω, αμφιβολία πως οι λευκοί ποινικοί νόμοι είναι «εκ κατασκευής» δευτερεύοντες κυρωτικοί κανόνες που αντιμετωπίζουν «παραβάσεις τάξεως» και όχι πρωταρχικοί κυρωτικοί κανόνες που τυποποιούν ουσιαστικά εγκλήματα. Ενόψει της αναγκαιότητας, που από πολλές πλευρές τονίζεται, να ξεκαθαρίσει η ποινική νομοθεσία από διοικητικές παραβάσεις και να δημιουργηθεί ένας «κώδικας παραβάσεων τάξεως», που δεν θα έχει βέβαια σχέση με το έγκλημα και την ποινή, είναι καιρός, νομίζω, να αρχίσει, πέρα από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της πολιτείας, και η ουσιαστική τήρηση του άρθρου 7 § 1 του Συντάγματος από τα δικαστήρια. Εκτός από την ελευθερία, και η αλήθεια και η πρόοδος «θέλουν αρετήν και τόλμην» [Η οποία θα οδηγήσει έμμεσα στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αποκάθαρση της ποινικής νομοθεσίας πρώτα-πρώτα από τις αόριστες ποινικές διατάξεις και, με τη συνειδητοποίηση του προβλήματος από τους νομικούς, νομοθετικά πια, στην αποκάθαρση της και από τις παραβάσεις τάξεως γενικά. Δεν υποτιμώ το γεγονός ότι η κήρυξη όλως των λευκών ποινικών νόμων ως αντισυνταγματικών στην αρχή τρομάζει. Εξάλλου είναι δεδομένη και η συντηρητική νοοτροπία των νομικών που μπροστά σε «πικρές» αλήθειες, που η παραδοχή τους πρόκειται να δημιουργήσει κάποια μικρή έστω αναστάτωση, κυριεύονται από «σοβαρούς ενδοιασμούς» και καταφεύγουν σε εμβαλωματικές λύσεις και τυποκρατικές κατασκευές. Θύμα αυτής της νοοτροπίας έπεσα κι εγώ ο ίδιος, όταν δεν ετόλμησα να υποστηρίξω ως το τέλος την αντισυνταγματικότητα των λευκών ποινικών νόμων δύο μόλις χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής του Συντάγματος του 1975! (Το κάνω τώρα με καθυστέρηση επτά ετών, η οποία ελπίζω να μου συγχωρεθεί). 

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Ο Άρειος Πάγος (940/ 1984, ΝοΒ 1984.1585)έκρινε την παρακάτω περίπτωση λευκού ποινικού νόμου ως μη έχουσα καμιά αντίθεση με το Σύνταγμα:
"Επειδή κατά το άρθρον 1 α.ν. 710/ 1945 «οι παραβάται των διατάξεων των νόμων περί προστασίας του εθνικού νομίσματος, ιδία δε του άρθρου 14 ν. 5422/ 32, του ν.δ. της 3-7-36, του α.ν. 362/ 45 και εν γένει των νόμων των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων τους ν. 5422 και 5426, διώκονται και τιμωρούνται κατά τας επομένας διατάξεις». Η εν λόγω ποινική διάταξις συνιστά περίπτωσιν λευκού ποπινικού νόμου, δοθέντος όι τα συμπληρούντα τον νόμον τούτον στοιχεία ευρίσκονται εις τας διατάξεις των σχετικών περί προστασίας του εθνικού νομίσματος, νόμων. Η εν λόγω ποινική διάταξις συνιστά περίπτωσιν λευκού ποινικού νόμου, δοθέντος ότι τα συμπληρούντα τον νόμον τούτον στοιχεία ευρίσκονται εις τας διατάξεις των σχετικών περί προστασίας του εθνικού νομίσματος, νόμων. Εκ της διατάξεως δε ταύτης σαφώς συνάγεται ότι δια των υπό των διατάξεων αυτού (νόμου) οριζομένων ποινών τιμωρούνται οι παραβάται ου μόνον των ενδεικτικώς εν τη διατέξει ταύτη αναφερομένων νόμων, αλλά και παντός εκάστοτε ισχύοντος νόμου, αφορώντος την προστασίαν του Εθνικού νομίσματος. Δεν αντίκειται δε ο ως άνω νόμος προς τα άρθρα 7 § 1 Συντάγματος 1975 και 1 του ΠΚ διότι ούτος ως κυρωτικός νόμος είναι δευτερεύων και ομού μετά του πρωτεύοντος, όστις διαλαμβάνει τα στοιχεία της αξιοποίνου πράξεως, αποτελούν εν οργανικόν σύνολον, έστω και αν είναι διατυπωμένοι εις διάφορα νομοθετικά κείμενα".

Addthis