Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, δικονομικό απαράδεκτο

Περίληψη. Γραμμάτιο προκαταβολής δικηγορικής αμοιβής. Κατάθεση αίτησης χορήγησης άδειας στους ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου προς αποποίηση για λογαριασμό του ανηλίκου της επαχθείσας σε αυτό κληρονομίας. Απαράδεκτη η κατάθεση του δικογράφου της αίτησης λόγω της μη προσκόμισης από τον υπογράφοντα το δικόγραφο της αίτησης δικηγόρο του εκ του νόμου προβλεπόμενου γραμμάτιου προκαταβολής του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Προσκόμιση από τη πληρεξούσια δικηγόρο των αιτούντων του γραμματίου προκαταβολής στο οποίο συμπεριλαμβάνονται μόνο τα τέλη της παράστασης και των προτάσεών της, όχι όμως και το τέλος που αφορά την κατάθεση της αίτησης.

Μη συμπλήρωση της έλλειψης του γραμματίου προκαταβολής για την κατάθεση του υπό κρίση δικογράφου έστω και μεταγενεστέρως της καταθέσεως και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Η έλλειψη κατάθεσης γραμματίου προκαταβολής, ενόψει της ειδικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 61 του ν. 4194/2013, δεν εμπίπτει στις τυπικές παραλείψεις για τις οποίες παρέχεται δυνατότητα συμπλήρωσης και μετά τη συζήτηση, κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ. Ακυρότητα της κατάθεσης του δικογράφου της αίτησης και όλων των μεταγενεστέρως ενεργηθεισών διαδικαστικών πράξεων. Το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, καθώς και όλες τις διαδικαστικές πράξεις που μεσολάβησαν από την κατάθεσή του έως και τη συζήτηση στο ακροατήριο του.


                                        ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ  809/ 2013,
                                    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Σταύρο Ντην, Ειρηνοδίκη Χανίων.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 του ν. 4194/ 2013, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8α` του ν. 4205/ 2013 «Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράσταση του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, ενώπιον δικαστών με την ιδιότητα τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα III, οι οποίες προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/ 2001 (Α` 109), όπου ισχύει». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 4 εδ. α` του ν. 4194/2013, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8γ` του ν. 4205/ 2013 «Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράσταση του κατά τη συζήτηση των ανωτέρων ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη...»...

ΕΠΕΙΔΗ, με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα, η αίτηση αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 69 παρ. 1δ`, 739, 740 παρ. 1, 797 ΚΠολΔ, 1526 ΑΚ και 121 ΕισΝΑΚ), στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511 παρ. 2, 1526, 1527, 1623, 1625 αρ. 1, 1813 επ., 1847, 1848, 1856 ΑΚ και 812 ΚΠολΔ, πλην όμως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, το υπό κρίση δικόγραφο υπογράφεται από το δικηγόρο Χανίων ..., ο οποίος όμως δεν έχει προσκομίσει το εκ του νόμου προβλεπόμενο γραμμάτιο προκαταβολής του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων και επομένως η διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του υπό κρίση δικογράφου της αιτήσεως έγινε απαραδέκτως. Περαιτέρω, το με αριθμό 155327/19-11-2013 γραμμάτιο προκαταβολής του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων που προσκομίζει η πληρεξούσια δικηγόρος των αιτούντων, δεν συμπεριλαμβάνει το προβλεπόμενο τέλος που αφορά την κατάθεσης της κρινόμενης αιτήσεως, αλλά μόνο τα τέλη της παράστασης και των προτάσεων της και επομένως και η διαδικαστική της συζήτηση που ακολούθησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς να έχει προηγουμένως καταβληθεί το τέλος κατάθεσης του κρινόμενου δικογράφου της αιτήσεως, έλαβε χώρα απαραδέκτως. Δεδομένου ότι οι ως άνω δικηγόροι δε συμπλήρωσαν την ως άνω έλλειψη του γραμματίου προκαταβολής για την κατάθεση του υπό κρίση δικογράφου έστω και μεταγενεστέρως της καταθέσεως και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του, καθιδρύεται αντίστοιχη υποχρέωση του Δικαστηρίου να κηρύξει άκυρες, πέρα από την κατάθεση του κρινόμενου δικογράφου, και όλες τις μεταγενεστέρως ενεργηθείσες διαδικαστικές πράξεις και συγκεκριμένα την εγγραφή της στο πινάκιο, την παράσταση και την κατάθεση προτάσεων. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η έλλειψη κατάθεσης γραμματίου προκαταβολής, ενόψει της ειδικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 61 του ν. 4194/2013, δεν εμπίπτει στις τυπικές παραλείψεις για τις οποίες παρέχεται δυνατότητα συμπλήρωσης και μετά τη συζήτηση, κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ, γιατί αντίθετη εκδοχή θα κατέληγε ουσιαστικά στην κατάργηση του παραπάνω άρθρου 61 του ν. 4194/2013.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά ταύτα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του κρινόμενου δικογράφου της αιτήσεως στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου αλλά και όλες οι μεταγενεστέρως ενεργηθείσες διαδικαστικές πράξεις έως και τη συζήτηση που ακολούθησε στο ακροατήριο του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ παρόντων των αιτούντων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του κρινόμενου δικογράφου της αιτήσεως με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 138/24-07-2013 στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και όλες τις διαδικαστικές πράξεις που μεσολάβησαν από την κατάθεση του έως και τη συζήτηση που ακολούθησε στο ακροατήριο του.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στα Χανιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των αιτούντων και της πληρεξουσίας δικηγόρου τους και με τη παρουσία του γραμματέα της έδρας, στις 22 Νοεμβρίου 2013.

Παρατήρηση 1. Σύμφωνα με το άρθρο 100 § 4 του Συντάγματος (που προβλέπει για την λειτουργία του Α.Ε.Δ), "οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι αμετάκλητες. Διάταξη νόμου που κηρύσσεται αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη από την δημοσίευση της σχετικής απόφασης ή από τον χρόνο που ορίζεται με την απόφαση". Στο παρελθόν το Ακυρωτικό μας είχε αποφανθεί ότι ο διάδικος που δεν κατέβαλε την προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής δικαζόταν, στην μεν τακτική διαδικασία ερήμην, στην δε ειδική διαδικασία ωσεί παρών, μάλιστα το γραμμάτιο της προείσπραςξης έπρεπε να καταβληθεί ακόμη κι αν δεν πληρώθηκε ο δικηγόρος [βλ· Άρειο Πάγο 1766/ 1990 ΕλΔνη 33 (1992).130]!! Υπό την ισχύ του νέου κώδικα δικηγόρων (ν. 4194/ 2013), ο Άρειος Πάγος [ποινικά τμήματα] ερμηνεύοντας το άρθρο 61 ν. 4194/ 2013 δέχεται ότι «αν ο δικηγόρος που παρίσταται κατά τη συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως του εντολέα του, δεν έχει καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο, η παράστασή του δεν γίνεται δεκτή και ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν έχει εμφανιστεί και η αίτησή του απορρίπτεται κατ’ άρθρο 514 εδ. α` του ΚΠοινΔ, εφόσον έχει κλητευθεί νομότυπα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ` ΚΠοινΔ), σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα» [Άρειος Πάγος 622, 623, 624/ 2015, 811/ 2014]. Αλλά και το ΣτΕ συμφωνεί (κατά πλειοψηφία) με τον Άρειο Πάγο αποφαινόμενο ότι, «σκέψη υπ’  αριθμό 4. Επειδή, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (βλ. ΑΕΔ 27/2004, 33/1995, ΣτΕ Ολ. 777, 1375 - 76/2013, 601, 1619/2012, 3087 - 88/2011, κ.ά., πρβλ. ΑΕΔ 2/1999, ΣτΕ Ολ. 1852/2009, 3029/2008, 603/2002, κ.ά.). Περαιτέρω, οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων, με τις οποίες ορίζεται ότι εφόσον δεν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου γραμμάτιο προκαταβολής της προβλεπομένης από την παρ. 1 του ιδίου άρθρου εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, δεν προσκρούουν στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο. Υπό τα δεδομένα αυτά, μη νομίμως παρέστησαν με τον πρώτο αιτούντα δικηγόρο ο δεύτερος και η τρίτη αιτούσα, εφόσον δεν κατατέθηκε το κατά τα ανωτέρω γραμμάτιο προκαταβολής εισφοράς στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Περαιτέρω, όμως, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτώς ασκείται από τον δεύτερο και την τρίτη αιτούσα, δεδομένου ότι αυτοί με δήλωσή τους στο ακροατήριο ενέκριναν την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία υπογράφεται από τον πρώτο αιτούντα ως δικηγόρο. Κατά τη συγκλίνουσα, εξάλλου, γνώμη των Συμβούλων M. Bηλαρά και Γ. Τσιμέκα, η υποχρέωση προκαταβολής των επίμαχων εισφορών, αποβλέπουσα στην κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των δικηγορικών συλλόγων και, γενικότερα, στην ενίσχυση των δικηγόρων, συνάπτεται με την, υπό ευρεία έννοια, ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, στην οποία μετέχουν ενεργώς οι δικηγόροι, και από την άποψη αυτή παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, θεσπίζεται. Περαιτέρω δε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια ώστε να προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, εφόσον η μη προκαταβολή των επίμαχων εισφορών δεν συνεπάγεται, πάντως, το απαράδεκτο της υπό κρίση αιτήσεως, αλλά μόνον της παραστάσεως του δεύτερου και της τρίτης αιτούσας και, συνεπώς, δεν επάγεται κατάλυση του δικαιώματός τους προς παροχή έννομης δικαστικής προστασίας. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Σπ. Χρυσικοπούλου και Κ. Κουσούλη, οι ανωτέρω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή ως ερχόμενες σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, διότι, ενώ με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που μπορεί να θεωρηθούν ότι συνάπτονται με την απονομή της δικαιοσύνης (η κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, η διασφάλιση της είσπραξης πόρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης των δικηγόρων (ΤΕΑΚ, Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείου Αλληλοβοήθειας ή ΛΕΑΔ) και η οικονομική ενίσχυση των νέων δικηγόρων), η προβλεπόμενη, σε περίπτωση μη καταθέσεως του γραμματίου προκαταβολής των ανωτέρω δικηγορικών εισφορών, ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως πλήττει τον διάδικο και μάλιστα υπέρμετρα, δεδομένου ότι μπορεί να επιφέρει, σε περίπτωση που καθίσταται άκυρη η κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, ακόμη και την κατάλυση του δικαιώματός του προς παροχή δικαστικής προστασίας (πρβλ. ΑΕΔ 33/1995). Κατά δε τη γνώμη των Συμβούλων Χ. Ράμμου και Αικ. Σακελλαροπούλου, με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων επιδιώκεται η είσπραξη μέρους της δικηγορικής αμοιβής, η περιστολή της φοροδιαφυγής και η κάλυψη λειτουργικών δαπανών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, σκοποί δηλαδή που δεν συνδέονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης, ως εκ τούτου δε η προβλεπόμενη δυσμενής για το διάδικο συνέπεια συνιστά μη ανεκτό περιορισμό του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος (ΑΕΔ 33/1995)» [ΣτΕ Ολομ 1858/ 2015]. Οι επιτροπές αναστολών του ΣτΕ είχαν αποφανθεί αντιθέτως (ΣτΕ 125, 126/ 2015). Προκαλεί ΚΑΤΑΠΛΗΞΗ τα ανώτατα αυτά δικαστήρια να μην συμμορφώνονται προς την νμλγ του ΑΕΔ μόνο και μόνο γιατί αποφάνθηκε επί άλλου νόμου [προϊσχύσαντα δικηγορικό κώδικα] του οποίου όμως το περιεχόμενο και οι συνέπειες είναι σχεδόν ίδιο (-ες) με το καινούργιο άρθρο 61! Ένα δικαστήριο ουσίας βρίσκεται πλησιέστερα προς την Δικαιοσύνη. Πλέον συγκεκριμένα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θες/ κης αποφάνθηκε [απόφαση υπ’  αριθμό 3717/ 2015] ότι, «σκέψη υπ’  αριθμό ΙΙ. Με την ανωτέρω διάταξη σε περίπτωση μη τήρησης από τον δικηγόρο της υποχρέωσής του για προκαταβολή των αναλογουσών στην αμοιβή του εισφορών στην οικεία υπηρεσία του Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία αποδεικνύεται με την έκδοση σχετικού γραμματίου προείσπραξης, επιρρίπτονται δυσμενείς συνέπειες σε βάρος του διαδίκου, καθότι η παράστασή του ή η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη θεωρείται απαράδεκτη. Ειδικότερα, στην πολιτική δίκη (διεξαγόμενη κατά την τακτική διαδικασία) η συνέπεια του απαραδέκτου αυτού, ενόψει του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων με τα άρθρα 94 παρ.1 και 115 παρ.3 ΚΠολΔ (που καθιερώνουν αντίστοιχα την υποχρεωτική παράσταση με δικηγόρο και την υποχρεωτική κατάθεση προτάσεων) αλλά και με το άρθρο 272 παρ.1 ΚΠολΔ, θα είναι ο διάδικος να θεωρηθεί ως ερήμην δικαζόμενος και σε περίπτωση που είναι ενάγων να απορριφθεί η αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όπως όμως έχει κριθεί επί των διατάξεων του άρθρου 96 παρ.1 και 6 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), που είχαν αντίστοιχο περιεχόμενο με τις διατάξεις που ήδη αναφέρθηκαν (του άρθρου 61 παρ.1 και 4 του Ν 4194/ 2013), η θέσπιση κυρώσεων με το ανωτέρω περιεχόμενο σε βάρος του διαδίκου είναι ανίσχυρη, καθότι αντίκειται στο δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας, που θεσπίζεται με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, καθότι οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της είσπραξης των δικηγορικών αμοιβών και των πόρων των αντίστοιχων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αλλά και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής των δικηγόρων αλλά δεν συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων σύμφωνα με το Σύνταγμα και την απονομή από αυτά δικαιοσύνης ούτε με την έναντι των δικαστηρίων θέση των διαδίκων και όταν ακόμη η παράσταση των δικηγόρων στα δικαστήρια είναι υποχρεωτική χάριν της προστασία των ίδιων των διαδίκων και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (ΑΕΔ 33/1995 ΝοΒ 1995, 908)». Η απόφαση αυτή όμως στη συνέχεια δέχεται ότι είναι συνταγματική η διάταξη που επιβάλλει καταβολή αγωγόσημου και στις αναγνωριστικές αγωγές [σκέψη υπ’  αριθμό ΙΙΙ]!!
Παρατήρηση 2.  Δημοσιεύω και την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας για το κρίσιμο ζήτημα αυτό. Η θέση μου είναι: σαφώς θεωρώ ορθότερη την απόφαση του Α.Ε.Δ!

                                              Α.Ε.Δ. 33/ 1995, ΕλΔνη 36 [1995].571
                                           (Εισηγητής: Ν. Παραθύρας, Αρεοπαγίτης).

"Σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 Συντάγματος … Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα για το έγκυρο της άσκησης των ενδίκων μέσων και την πρόοδο της δίκης, για να είναι όμως συνταγματικώς ανεκτά τα θεσπιζόμενα αυτά μέτρα πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με κατάλυση άμεση ή έμμεση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται με την παραπάνω συνταγματική διάταξη. Η διάταξη του άρθρου 96 § 6 ν.δ. 3026/1954, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 1 Ν. 1649/1986, η οποία θεωρεί ερήμην δικαζόμενο το διάδικο που δεν κατέθεσε γραμμάτιο καταβολής της δικηγορικής αμοιβής, δεν συνάπτεται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων ούτε προς την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά. Αποσκοπεί στη διευκόλυνση και εξασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της αμοιβής του κατά κανόνα μέρους αυτής, στον περιορισμό της φοροδιαφυγής των δικηγόρων και στη διασφάλιση της είσπραξης πόρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης [ΚΕΑΔ και Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων], συνεπάγεται δε τις δυσμενείς συνέπειες που έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη γι' αυτούς που αξιώνουν δικαστική προστασία. Και ναι μεν οι δικηγόροι είναι, κατά το άρθρο 1 του Κώδικα Δικηγόρων [ν.δ. 3026/1954], άμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι, κατά δε το άρθρο 38 του ίδιου κώδικα, άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί, δικαιούμενοι σεβασμού και τιμής από τα Δικαστήρια και όλες τις Αρχές, έχουν δε ως έργο, κατά το άρθρο 39 § 1 του ίδιου κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 1366/1983, να αντιπροσωπεύουν και υπερασπίζονται τους εντολείς τους ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και οποιασδήποτε Αρχής, ελεύθερα και ανεμπόδιστα, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στον κώδικα αυτό, η είσπραξη όμως αμοιβής που δικαιούνται να λάβουν από τους εντολείς τους, η οποία μπορεί να επιδιωχθεί κατά τα άρθρα 180-192 του ίδιου κώδικα, δεν συνάπτεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων κατά την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το Σύνταγμα ούτε με την έναντι των δικαστηρίων θέση των διαδίκων και όταν ακόμη η παράσταση των δικηγόρων στα δικαστήρια είναι κατά νόμο υποχρεωτική χάριν της προστασίας των ίδιων των διαδίκων και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Εξάλλου δεν συνάπτεται με την κατά το Σύνταγμα λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης η είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλιστικών ταμείων των δικηγόρων ή η περιστολή της φοροδιαφυγής των δικηγόρων. Επομένως η διάταξη της § 6 του άρθρου 96 ν.δ. 3026/1954 αντίκειται στην § 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis