Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Επίορκος και καραγκιόζης Δικαστής = αξιολογική κρίση.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ∆ΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΤΡΑΜΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ
(Προσφυγή υπ’ αριθ. 19331/05)
ΑΠΟΦΑΣΗ 
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ 
6 ∆εκεµβρίου 2007

 Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική υπό τις οριζόµενες στο άρθρο 44 παρ. 2 της Συµβάσεως προϋποθέσεις. Ενδέχεται να τύχει βελτιώσεων ως προς τη µορφή. ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Στρασβούργο, 6 ∆εκεµβρίου 2007 - υπογραφή - S. NIELSEN Γραµµατέας του Τµήµατος 

Στην υπόθεση Κατράµη κατά της Ελλάδος.

Το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων (Πρώτο Τµήµα), συνεδριάζον σε τµήµα συντιθέµενο από τους δικαστές:

Λ. ΛΟΥΚΑΪ∆Η, Πρόεδρο, Χ.Λ. ΡΟΖΑΚΗ, N. VAJIĆ, A. KOVLER, E. STEINER, K. HAJIYEV, G. MALINVERNI, και τον Γραµµατέα του Τµήµατος, S. NIELSEN. 
Αφού διασκέφτηκε σε συµβούλιο στις 15 Νοεµβρίου 2007. Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε κατά την ως άνω ηµεροµηνία: 
∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ - 2 
- 1. Η υπόθεση εισήχθη δυνάµει της (υπ’ αριθ. 19331/05) προσφυγής, την οποία κατέθεσε κατά της Ελληνικής ∆ηµοκρατίας η Ελληνίδα υπήκοος Αλεξάνδρα Κατράµη («η προσφεύγουσα»), η οποία προσέφυγε ενώπιον του ∆ικαστηρίου στις 24 Μαΐου 2005 δυνάµει του άρθρου 34 της Συµβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων και των Θεµελιωδών Ελευθεριών («η Σύµβαση»). 
2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από τη ∆ικηγόρο Χαλκίδος ∆. Παπαστάµου. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους εξουσιοδοτηµένους εκπροσώπους του πληρεξουσίου της, Κ. Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, και Σ. Τρεκλή, ∆ικαστική Αντιπρόσωπο του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους. 
3. Η προσφεύγουσα διετύπωνε, ειδικότερα, παράπονα όσον αφορά παραβίαση του δικαιώµατός της στην ελευθερία εκφράσεως
4. Στις 14 Σεπτεµβρίου 2006, το ∆ικαστήριο απεφάσισε να κοινοποιήσει στην Κυβέρνηση τη σχετική προς το άρθρο 10 της Συµβάσεως αιτίαση της προσφευγούσης. ∆υνάµει των διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 3, το ∆ικαστήριο απεφάσισε να αποφανθεί ταυτοχρόνως επί του παραδεκτού και της ουσίας της υποθέσεως. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΟΙ Ι∆ΙΑΙΤΕΡΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ 
5. Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1966 και διαµένει στα Λουτρά Αιδηψού. 
6. Η προσφεύγουσα είναι επαγγελµατίας δηµοσιογράφος και εκδότης µη κερδοσκοπικού µηνιαίου περιοδικού, στο οποίο δηµοσιεύονται τα τοπικά νέα της Ιστιαίας Ευβοίας. 
7. Τον Μάιο του έτους 1999, η αδελφή της προσφευγούσης, ∆.Κ., ενεπλάκη σε αυτοκινητιστικό ατύχηµα και κατηγορήθηκε για τραυµατισµό εξ αµελείας και άρνηση συµµορφώσεως προς εκ του νόµου υποχρέωση. 
8. Τον Απρίλιο του έτους 2001, σε άρθρο το οποίο δηµοσιεύθηκε στο ως άνω περιοδικό, η προσφεύγουσα κατήγγειλε παρατυπίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής των ερευνών στην υπόθεση αυτή και ανεφέρθη σε παράνοµες κατά τους ισχυρισµούς της πράξεις του ∆ηµάρχου Ιστιαίας και του επιληφθέντος της υποθέσεως Ανακριτού. Στο δηµοσίευµα αυτό, η προσφεύγουσα ανέφερε ότι ο Ανακριτής Λ.Π. - 3 - δεν είχε κοινοποιήσει την κλήση στη γνωστή διεύθυνση της αδελφής της, δικονοµική προϋπόθεση η οποία προβλέπεται από την οικεία νοµοθεσία. Αντιθέτως, κατά την προσφεύγουσα, ο Ανακριτής είχε δεχθεί και συµπεριλάβει στον φάκελο της δικογραφίας µία ψευδή βεβαίωση του Π.Μ., ∆ηµάρχου Ιστιαίας. Συµφώνως προς τη βεβαίωση αυτή, η Ε.Κ., και όχι η ∆.Κ., διέµενε, εκείνη τη χρονική περίοδο, στη Γερµανία και, εποµένως, δεν ευρισκόταν στα Λουτρά Αιδηψού. Κατά την προσφεύγουσα, ο Ανακριτής έκρινε, στη συνέχεια, ότι η ∆.Κ. δεν ευρισκόταν στην Ελλάδα και, συνεπώς, δεν την κλήτευσε στη συνέχεια. Η προσφεύγουσα ισχυριζόταν ότι, λόγω αυτού του δικονοµικού ελαττώµατος, η αδελφή της δεν ηδυνήθη να ασκήσει τα υπερασπιστικά της δικαιώµατα. 
9. Ειδικότερα, στο επίδικο άρθρο, η προσφεύγουσα χαρακτήρισε τον Ανακριτή Ιστιαίας Λ.Π. επίορκο, αφού παρανόµως δέχθηκε την ψευδή βεβαίωση του επίορκου ∆ηµάρχου Π.Μ., στην οποία αναφερόταν το όνοµα ενός ανύπαρκτου προσώπου. Ο Λ.Π. συµπεριέλαβε τη βεβαίωση αυτή στον φάκελο της δικογραφίας, ως εάν η βεβαίωση αυτή αφορούσε την κατηγορουµένη. Πάντως, την παραµονή της υπογραφής αυτής της ψευδούς βεβαιώσεως, το θύµα ∆.Κ. είχε συναντήσει τον «καραγκιόζη» δήµαρχο για να συζητήσουν σχετικά µε την περιφερειακή οδό. Την εποµένη, αυτός βεβαιώνει ότι η ∆.Κ. απουσίαζε ! Την στέλνει, λοιπόν, στα χέρια του «καραγκιόζη» ανακριτή Λ.Π., ως πρόβατο επί σφαγή. 
10. Ο «Καραγκιόζης» είναι µία µαριονέτα, ένας φανταστικός ήρωας προερχόµενος από την τουρκική κουλτούρα. Είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του ελληνικού λαϊκού θεάτρου σκιών. Ο όρος «καραγκιόζης» χρησιµοποιείται, µεταφορικά, µε την αρνητική έννοια και αναφέρεται σε αυτόν που προκαλεί γελοία εντύπωση. 
11. Το 2001, ο Πρόεδρος του ∆ικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας ζήτησε από το Υπουργείο ∆ικαιοσύνης να µεταθέσει τον Λ.Π. λόγω ελλείψεως ηθικής. Το Υπουργείο ∆ικαιοσύνης ικανοποίησε το αίτηµα αυτό και ο Λ.Π. µετατέθηκε στη Σκιάθο
12. Στις 20 Ιουνίου 2001, ο Λ.Π. κατέθεσε µήνυση κατά της προσφευγούσης για συκοφαντική δυσφήµιση. Στις 28 Νοεµβρίου 2001, η προσφεύγουσα παρουσιάσθηκε ενώπιον του Ανακριτού, στο Ειρηνοδικείο Λίµνης Ευβοίας, και επικαλέσθηκε, µεταξύ άλλων, ότι η καταδίκη της θα συνιστούσε - 4 - παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Συµβάσεως. Σε µη διευκρινισθείσα ηµεροµηνία, η προσφεύγουσα παρεπέµφθη σε δίκη. 
13. Στις 9 Απριλίου 2002, η προσφεύγουσα κατεδικάσθη από το Πληµµελειοδικείο Χαλκίδος για συκοφαντική δυσφήµιση σε ποινή φυλακίσεως είκοσι µηνών µε αναστολή (απόφαση 2234/2002). 14. Σε µη διευκρινισθείσα ηµεροµηνία, η προσφεύγουσα κατέθεσε έφεση. Στις 14 Μαΐου 2003, το Εφετείο Αθηνών επεκύρωσε την απόφαση 2234/2002 (απόφαση 4764/2003). 
15. Στις 6 Ιουνίου 2003, η προσφεύγουσα κατέθεσε αίτηση αναιρέσεως. 
16. Στις 20 Απριλίου 2004, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την προσβαλλόµενη απόφαση ως αναιτιολόγητη. Ειδικότερα, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το Εφετείο δεν είχε αναφέρει συγκεκριµένα στοιχεία, ούτε για να θεµελιώσει ότι τα γεγονότα τα οποία περιέγραφε η προσφεύγουσα ήταν αληθή, ούτε για να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα είχε συνείδηση αυτών. Η υπόθεση ανεπέµφθη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (απόφαση 781/2004). 
17. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζονταν οι ισχυρισµοί της, ήταν αληθή, και ότι είχε υποχρέωση, ως δηµοσιογράφος, να ενηµερώσει το κοινό για τις παραλείψεις δικαστικών λειτουργών. Προσέθεσε δε ότι οι επίδικες εκφράσεις αποτελούσαν αξιολογικές κρίσεις, µε τις οποίες επιθυµούσε να ασκήσει κριτική κατά των παραλείψεων του ανακριτού Λ.Π. σε µία υπόθεση στην οποία ενεπλέκετο η αδελφή της
18. Στις 14 Ιουλίου 2004, το Εφετείο Αθηνών ανεγνώρισε, κατ’ αρχάς, ότι τα γεγονότα στα οποία ανεφέρετο το εν λόγω δηµοσίευµα, δεν ήταν ψευδή, και έκρινε ότι, εν προκειµένω, δεν θεµελιωνόταν το αδίκηµα της δυσφηµίσεως. Το Εφετείο προέβη, εν συνεχεία, σε επαναχαρακτηρισµό των εν λόγω γεγονότων και κατεδίκασε την προσφεύγουσα για εξύβριση, αφού δέχθηκε ότι οι εκφράσεις «επίορκος» και «καραγκιόζης» ήταν άκρως προσβλητικές και εκδήλωναν περιφρόνηση και αµφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και επαγγελµατικής αξίας του µηνυτή, για να καταλήξει ότι στόχος της προσφευγούσης ήταν να προσβάλει την τιµή και την υπόληψη του ενάγοντος, στόχος ο οποίος επετεύχθη. Η προσφεύγουσα κατεδικάσθη σε φυλάκιση ενός έτους, ποινή µε ανασταλτικό χαρακτήρα (απόφαση - 5 - 7092/2004). 
19. Στις 7 Σεπτεµβρίου 2004, η προσφεύγουσα κατέθεσε αίτηση αναιρέσεως. Στις 22 Οκτωβρίου 2004, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το σκεπτικό της προσβαλλόµενης αποφάσεως ήταν επαρκές και εµπεριστατωµένο (απόφαση 1843/2004). Η απόφαση αυτή καθαρογράφηκε και θεωρήθηκε στις 13 ∆εκεµβρίου 2004. 
20. Εν τω µεταξύ, στις 10 Σεπτεµβρίου 2003, ο Λ.Π. ήγειρε ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος αγωγή αποζηµιώσεως κατά της προσφευγούσης. Ο ενάγων ζητούσε 150.000 ευρώ για την ηθική ζηµία την οποία υπέστη, κατά τους ισχυρισµούς του, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του µε τη δηµοσίευση του επίµαχου άρθρου. Οι διάδικοι δεν παρέχουν στοιχεία όσον αφορά την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας. 

                                                           ΙΙ. ΟΙΚΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ∆ΙΚΑΙΟ 

21. Το άρθρο 361 του Ποινικού Κώδικα ορίζει τα εξής : «Εξύβριση 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήµησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιµή άλλου µε λόγο ή µε έργο ή µε οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιµωρείται µε φυλάκιση µέχρι ενός έτους ή µε χρηµατική ποινή. Η χρηµατική ποινή µπορεί να επιβληθεί και µαζί µε την ποινή της φυλάκισης. (…)» ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ 
22. Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι ο Άρειος Πάγος προέβη, δια της υπ’ αριθ. 1843/2004 αποφάσεώς του, σε ένα «δικαστικό putsch», ερµηνεύοντας εσφαλµένως και αυθαιρέτως την οικεία νοµοθεσία, µε αποτέλεσµα την απόρριψη της αιτήσεώς της, την προσβολή της τιµής και της προσωπικότητάς της και την υποχρέωση καταβολής των σχετικών προς τη διαδικασία εξόδων και αµοιβών. Περαιτέρω, επικαλούµενη την αυτή διάταξη, η προσφεύγουσα παραπονείται ότι ο Άρειος Πάγος δεν διεπίστωσε ex officio, ως όφειλε, την παραγραφή του εν λόγω αδικήµατος. Επικαλείται δε το άρθρο 6 παρ. 1 της Συµβάσεως, το οποίο ορίζει τα εξής σχετικά : - 6 - «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωµα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια (…) από (…) δικαστήριο, το οποίο (…) θα αποφασίσει (…) επί των αµφισβητήσεων επί των δικαιωµάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (…)» Επί του παραδεκτού 
23. Το ∆ικαστήριο υποµιµνήσκει ότι, αν και το άρθρο 6 παρ. 1 θέτει τα δικαστήρια υπό την υποχρέωση να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους, η υποχρέωση αυτή δεν δύναται να εκλαµβάνεται ως απαίτηση λεπτοµερούς απαντήσεως σε κάθε επιχείρηµα (García Ruiz κατά της Ισπανίας [GC], αριθ. προσφυγής 30544/96, παρ. 26, Ε∆Α∆ 1999-Ι). Οµοίως, το ∆ικαστήριο δεν καλείται να διερευνήσει εάν τα επιχειρήµατα έτυχαν ενδελεχούς ελέγχου. Έγκειται στα δικαστήρια να απαντούν στα βασικά υπερασπιστικά µέσα, γνωρίζοντας ότι η έκταση του καθήκοντος αυτού δύναται να διαφέρει, αναλόγως της φύσεως της αποφάσεως, και πρέπει, εποµένως, να αναλύεται υπό το φως των ιδιαιτέρων περιστάσεων της υποθέσεως (Burg κ.λ.π. κατά της Γαλλίας (déc.), αριθ. προσφυγής 34763/02, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2003). Στην παρούσα υπόθεση, το ∆ικαστήριο δεν διακρίνει ένδειξη αυθαιρεσίας κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, κατά την οποία τηρήθηκε η αρχή της αντιµωλίας και η προσφεύγουσα ηδυνήθη να εκθέσει όλα τα επιχειρήµατά της προς υπεράσπιση της υποθέσεώς της. Περαιτέρω, το ∆ικαστήριο σηµειώνει ότι η απόφαση 1843/2004 του Αρείου Πάγου ήταν ευρέως αιτιολογηµένη όσον αφορά τόσο τα νοµικά όσο και τα πραγµατικά ζητήµατα. Από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το εν λόγω αδίκηµα είχε παραγραφεί, ούτε ότι ο Άρειος Πάγος δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να διαπιστώσει ex officio τυχόν παραγραφή. Τέλος, η υποχρέωση καταβολής των εξόδων της διαδικασίας και της αµοιβής του εκπροσώπου της είναι µία συνήθης συνέπεια της απορρίψεως αιτήσεως αναιρέσεως και των υποχρεώσεων του διαδίκου προς τον δικηγόρο του. Εποµένως, η προσφυγή είναι κατά το µέρος αυτό προδήλως αβάσιµη και πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρµογή του άρθρου 35 παρ. 3 και 4 της Συµβάσεως.

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ 

24. Η προσφεύγουσα καταγγέλλει παραβίαση του δικαιώµατός της στην ελευθερία της εκφράσεως, επειδή καταδικάσθηκε για εξύβριση, στο πλαίσιο της επίδικης διαδικασίας. Η προσφεύγουσα επικαλείται το άρθρο 10 της Συµβάσεως, το οποίο έχει ως εξής: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωµα στην ελευθερία της εκφράσεως. Το δικαίωµα αυτό περιλαµβάνει την ελευθερία γνώµης ως και την ελευθερία λήψεως ή µεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεµβάσεως δηµοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρο δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηµατογράφου ή τηλεοράσεως σε κανονισµούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας. 2. Η άσκηση των ελευθεριών αυτών, συνεπαγοµένων καθήκοντα και ευθύνες δύναται να υπαχθεί σε ορισµένες διατυπώσεις, όρους, περιορισµούς ή κυρώσεις, προβλεποµένους υπό του νόµου και αποτελούντες αναγκαία µέτρα, σε µία δηµοκρατική κοινωνία, για τη δηµόσια ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή δηµόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δηµοσίας τάξεως και πρόληψη του εγκλήµατος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωµάτων των τρίτων, την παρεµπόδιση της κοινολογήσεως εµπιστευτικών πληροφοριών ή τη διασφάλιση του κύρους και αµεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»
Α. Επί του παραδεκτού. 
25. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η προσφεύγουσα δεν εξήντλησε εγκύρως τα εσωτερικά ένδικα µέσα. Ειδικότερα, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε επικαλέσθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων παραβίαση του δικαιώµατός της στην ελευθερία της εκφράσεως. 
26. Η προσφεύγουσα αµφισβητεί τη θέση αυτή. 
27. Το ∆ικαστήριο υποµιµνήσκει ότι το θεµέλιο του κανόνα της εξαντλήσεως των εσωτερικών ενδίκων µέσων, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 35 παρ. 1 της Συµβάσεως, έγκειται στο ότι πριν από την προσφυγή ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου, ο προσφεύγων οφείλει να έχει παράσχει στο διάδικο Κράτος τη δυνατότητα να εξαλείψει τις καταγγελλόµενες παραβιάσεις µε εσωτερικά µέσα, κάνοντας χρήση των ενδίκων βοηθηµάτων τα οποία προσφέρει η εθνική νοµοθεσία, εφόσον αποδεικνύονται αποτελεσµατικά και επαρκή (βλ., µεταξύ άλλων, Fressoz και Roire κατά της Γαλλίας [GC], αριθ. προσφυγής 29183/95, παρ. 37, Ε∆Α∆ 1999-I). Εξ άλλου, πρέπει ο κανόνας της εξαντλήσεως των εσωτερικών ενδίκων µέσων να εφαρµόζεται «µε µεγαλύτερη ευελιξία και χωρίς υπερβολικό φορµαλισµό». Παράλληλα, δεν απαιτείται µόνον η προσφυγή ενώπιον των αρµοδίων εθνικών δικαστηρίων και κατά αποφάσεως ήδη εκδοθείσας, αλλά και η προηγούµενη έκθεση ενώπιον των καταλλήλων εθνικών δικαστηρίων, τουλάχιστον κατ’ ουσία, νοµοτύπως και εντός των προβλεποµένων από το εσωτερικό δίκαιο προθεσµιών, των αιτιάσεων οι οποίες στη συνέχεια προβάλλονται σε διεθνές επίπεδο (βλ., µεταξύ πολλών άλλων, Sejdovic κατά της Ιταλίας [GC], αριθ. προσφυγής 56581/00, παρ. 44, Ε∆Α∆ 2006-…). 
28. Στην παρούσα υπόθεση, το ∆ικαστήριο σηµειώνει ότι η επίδικη διαδικασία αφορούσε την ποινική ευθύνη της προσφευγούσης όσον αφορά τα αδικήµατα της δυσφηµίσεως και της εξυβρίσεως και, a fortiori, τον τρόπο µε τον οποίο η προσφεύγουσα ήσκησε το δικαίωµα στην ελευθερία της εκφράσεως. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση της δικογραφίας, η προσφεύγουσα ανέπτυξε ενώπιον του Αρείου Πάγου µία επιχειρηµατολογία βασισµένη στη σχετική προς το άρθρο 10 της Συµβάσεως νοµολογία του ∆ικαστηρίου. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα ισχυρίσθηκε ότι οι επίµαχες εκφράσεις συνιστούσαν αξιολογικές κρίσεις, βασίζονταν σε πραγµατικά γεγονότα, και ότι είχε την υποχρέωση, ως δηµοσιογράφος, να ενηµερώσει το κοινό σχετικώς προς τις παραλείψεις δικαστικών λειτουργών. Επιπροσθέτως, εµφανισθείσα ενώπιον του ανακριτού του Πληµµελειοδικείου Λίµνης Ευβοίας, η προσφεύγουσα επικαλέσθηκε ρητώς το άρθρο 10 της Συµβάσεως
29. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλέσθηκε, σιωπηρώς ή ρητώς, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, το δικαίωµα στην ελευθερία της εκφράσεως. Αρµόζει, εποµένως, να απορριφθεί η ένσταση της Κυβερνήσεως περί µη εξαντλήσεως των εσωτερικών ενδίκων µέσων
30. Το ∆ικαστήριο διαπιστώνει, εξ άλλου, ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιµη κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 3 της Συµβάσεως. Περαιτέρω, το ∆ικαστήριο επισηµαίνει ότι η αιτίαση αυτή δεν προσκρούει σε κάποιον άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει, εποµένως, να γίνει δεκτή ως παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας. 
1. Επιχειρήµατα των διαδίκων 
31. Η προσφεύγουσα υπογραµµίζει ότι ουδέποτε επεδίωξε να προσβάλει τον Λ.Π. ως άτοµο, αλλά ότι απλώς εξεφράσθη αρνητικώς για την ποιότητα της εργασίας του. Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι, σε κάθε περίπτωση, το αληθές των ισχυρισµών της απεδείχθη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά την προσφεύγουσα, η καταδίκη της δεν ήταν αναγκαία σε µία δηµοκρατική κοινωνία, αφού δεν εξυπηρετούσε µία «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» και δεν ήταν ανάλογη του επιδιωκόµενου νόµιµου σκοπού. 
32. Η Κυβέρνηση εκτιµά ότι δεν θα πρέπει το άρθρο 10 να καλύπτει προσβλητικές εκφράσεις οι οποίες δεν εξυπηρετούν τον σκοπό της ενηµερώσεως του κοινού επί ζητήµατος γενικού συµφέροντος. Επισηµαίνει δε ότι οι δύο εκφράσεις, τις οποίες χρησιµοποίησε η προσφεύγουσα σε βάρος του Λ.Π., ήταν ιδιαιτέρως βαριές και προσέβαλαν την επαγγελµατική και ηθική ακεραιότητά του. Κατά την Κυβέρνηση, θα αρκούσε για την πλήρη ενηµέρωση του κοινού µία απλή αναφορά στα γεγονότα τα οποία αφορούσαν τον Λ.Π. όσον αφορά τον χειρισµό της υποθέσεως στην οποία ενεπλέκετο η αδελφή της προσφευγούσης. Εξ άλλου, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ποινή η οποία επεβλήθη στην προσφεύγουσα, δεν ήταν αυστηρή, αφού επρόκειτο για ποινή µε ανασταλτικό χαρακτήρα, ούτε δυσανάλογη του επιδιωκοµένου νοµίµου σκοπού. 2. Εκτίµηση του ∆ικαστηρίου α) Γενικές Αρχές 
33. Το ∆ικαστήριο υποµιµνήσκει ότι ο ρόλος του συνίσταται να αποφαίνεται σε τελευταίο βαθµό επί του ζητήµατος εάν ένας «περιορισµός» της ελευθερίας εκφράσεως συµβιβάζεται µε το άρθρο 10 της Συµβάσεως. Προς τον σκοπό αυτό, το ∆ικαστήριο εξετάζει την επίδικη επέµβαση υπό το φως του συνόλου των στοιχείων της υποθέσεως προκειµένου να καθορίσει εάν η επέµβαση ήταν «ανάλογη προς τον επιδιωκόµενο θεµιτό σκοπό» και εάν οι λόγοι που επικαλέσθηκαν οι εθνικές αρχές για να την δικαιολογήσουν, είναι «προσήκοντες και επαρκείς». Τούτο πράττοντας, το ∆ικαστήριο, πρέπει να πεισθεί ότι οι εθνικές αρχές εφήρµοσαν κανόνες σύµφωνους προς τις καθιερωθείσες από το άρθρο 10 αρχές, και τούτο, επιπλέον, βάσει µιας αποδεκτής εκτιµήσεως των σχετικών πραγµατικών περιστατικών (βλ., µεταξύ άλλων, Steel και Morris κατά του Ηνωµένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 68416/01, παρ. 87, Ε∆Α∆ 2005-II). 
34. Το ∆ικαστήριο υπογραµµίζει, πρωτίστως, τον εξέχοντα ρόλο του Τύπου ως θεµατοφύλακα µιας δηµοκρατικής κοινωνίας (βλ. Bladet Tromsø και Stensaas κατά της Νορβηγίας [GC], αριθ. προσφυγής 21980/93, παρ. 62, Ε∆Α∆ 1999- - 10 - III). Λόγω αυτής της λειτουργίας του Τύπου, η δηµοσιογραφική ελευθερία συνεπάγεται και τη δυνατότητα κάποιας δόσεως υπερβολής, ακόµα και προκλήσεως (Gawęda κατά της Πολωνίας, αριθ. προσφυγής 26229/95, παρ. 34, Ε∆Α∆ 2002-II). 
35. Προκειµένου περί της φύσεως εκφράσεων ικανών να βλάψουν την υπόληψη ενός ατόµου, το ∆ικαστήριο προβαίνει, κατά παράδοση, στον διαχωρισµό µεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων. Εάν η υπόσταση των πρώτων δύναται να αποδειχθεί, οι δεύτερες δεν προσφέρονται για επίδειξη της ακριβείας τους. Όταν µία δήλωση ερµηνεύεται ως αξιολογική κρίση, η αναλογικότητα της επεµβάσεως δύναται να είναι συνάρτηση της υπάρξεως µιας επαρκούς πραγµατικής βάσεως, διότι, ελλείψει τέτοιας βάσεως, µία αξιολογική κρίση δύναται, και αυτή, να αποδειχθεί υπερβολική (βλ., π.χ., Feldek κατά της Σλοβακίας, αριθ. προσφυγής 29032/95, παρ. 75-76, Ε∆Α∆ 2001-VIII). 36. Στο πλαίσιο µιας διαδικασίας για δυσφήµηση ή εξύβριση, το ∆ικαστήριο οφείλει εξ άλλου να ελέγξει εάν οι εθνικές αρχές τήρησαν µία δίκαιη ισορροπία µεταξύ, αφενός, της προστασίας της ελευθερίας της εκφράσεως, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 10, και, αφετέρου, εκείνης του δικαιώµατος της υπολήψεως των θιγέντων ατόµων, η οποία, ως στοιχείο της ιδιωτικής ζωής, προστατεύεται από το άρθρο 8 της Συµβάσεως (Chauvy κ.λ.π. κατά της Γαλλίας, αριθ. προσφυγής 64915/01, παρ. 70 in fine, Ε∆Α∆ 2004-VI). Αυτή η τελευταία διάταξη δύναται να απαιτήσει τη θέσπιση θετικών µέτρων ικανών να εγγυηθούν τον πραγµατικό σεβασµό της ιδιωτικής ζωής µέχρι και τις σχέσεις των ατόµων µεταξύ τους (Von Hannover κατά της Γερµανίας, αριθ. προσφυγής 59320/00, παρ. 57, Ε∆Α∆ 2004-VI, Stubbings κ.λ.π. κατά του Ηνωµένου Βασιλείου, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1996, Συλλογή 1996-IV, σελ. 1505, παρ. 61-62). 
37. Ειδικότερα, προκειµένου περί εκφράσεων οι οποίες αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς, το ∆ικαστήριο σηµειώνει ότι στα ζητήµατα γενικού ενδιαφέροντος, περί των οποίων ο Τύπος δικαιούται, ως εκ των καθηκόντων και ευθυνών του, να δηµοσιοποιεί στοιχεία και ιδέες, περιλαµβάνονται και εκείνα τα οποία αφορούν τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας. Ωστόσο, η δράση των δικαστηρίων, τα οποία είναι εγγυητές της δικαιοσύνης και των οποίων η αποστολή είναι θεµελιώδους αξίας σε ένα κράτος δικαίου, έχει ανάγκη της εµπιστοσύνης των πολιτών. Έτσι, πρέπει να τυγχάνει προστασίας από αβάσιµες επιθέσεις, όταν µάλιστα το καθήκον για συγκράτηση απαγορεύει στους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι αποτελούν στόχο των επιθέσεων αυτών, να αντιδράσουν (Perna κατά της Ιταλίας [GC], αριθ. προσφυγής 48898/99, παρ. 38, Ε∆Α∆ 2003-V και Ρίζος και ντάσκας κατά της Ελλάδος, αριθ. προσφυγής 65545/01, παρ. 43, απόφαση της 27ης Μαΐου 2004). 38. Τέλος, το ∆ικαστήριο υπενθυµίζει ότι η φύση και η βαρύτητα των επιβληθεισών ποινών είναι στοιχεία τα οποία πρέπει να λαµβάνονται υπόψη όταν πρόκειται να αξιολογηθεί η αναλογικότητα µιας προσβολής του δικαιώµατος στην ελευθερία της εκφράσεως (Cumpǎnǎ και Mazǎre κατά της Ρουµανίας [GC], αριθ. προσφυγής 33348/96, παρ. 111, Ε∆Α∆ 2004-ΧΙ). Το ∆ικαστήριο πρέπει επίσης να επιδεικνύει την µεγαλύτερη προσοχή, όταν τα µέτρα ή οι κυρώσεις που ελήφθησαν από τις εθνικές αρχές είναι ικανά να αποθαρρύνουν τον Τύπο από το να συµµετέχει στη συζήτηση ζητηµάτων τα οποία παρουσιάζουν θεµιτό γενικό ενδιαφέρον (Jersild κατά της ∆ανίας, απόφαση της 23ης Σεπτεµβρίου 1994, série A no. 298, σελ. 25-26, παρ. 35). 
β) Εφαρµογή των ως άνω αρχών στην παρούσα υπόθεση 
39. Το ∆ικαστήριο επισηµαίνει, πρωτίστως, ότι, στην παρούσα υπόθεση, επεβλήθη στην προσφεύγουσα ποινή φυλακίσεως ενός έτους µε αναστολή, ποινή η οποία συνιστά ποινική κύρωση. Το ∆ικαστήριο εκτιµά ότι µία ποινή φυλακίσεως η οποία επιβάλλεται για αδίκηµα το οποίο ετελέσθη στον τοµέα του Τύπου, είναι συµβατή µε την ελευθερία της δηµοσιογραφικής εκφράσεως, την οποία εγγυάται το άρθρο 10 της Συµβάσεως, µόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις, και ειδικότερα όταν έχουν βάναυσα θιγεί άλλα θεµελιώδη δικαιώµατα, όπως, π.χ., στην περίπτωση λόγου ο οποίος προωθεί το µίσος ή τη βία (βλ., mutatis mutandis, Sürek και Özdemir κατά της Τουρκίας [GC], αριθ. προσφυγών 23927/94 και 24277/94, παρ. 63, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999). Στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο δηµοσίευµα περιείχε προκλητικές εκφράσεις οι οποίες εµπεριείχαν µία δόση υπερβολής, κυρίως εάν ληφθεί υπόψη ότι στόχο είχαν έναν δικαστικό λειτουργό, δυνάµενες, έτσι, να έχουν αρνητικές συνέπειες όσον αφορά την επαγγελµατική εικόνα του αλλά και την εµπιστοσύνη των πολιτών στην εύρυθµη λειτουργία της δικαιοσύνης. Ωστόσο, το ∆ικαστήριο δεν δύναται να δεχθεί ότι το προφανές συµφέρον να προστατευθεί η υπόληψη του Λ.Π. και να διασφαλισθεί η απρόσκοπτη λειτουργία της δικαιοσύνης, συµφέρον που αφορά η υπόθεση αυτή, αρκούσε για να δικαιολογηθεί η ποινική καταδίκη της προσφευγούσης. Το ∆ικαστήριο εκτιµά ότι, όσο άδικο και αν είχε η προσφεύγουσα, η προστασία της υπολήψεως του εν λόγω δικαστικού λειτουργού ηδύνατο να εξασφαλισθεί µε τα µέσα τα οποία προσφέρει το αστικό δίκαιο, πολλώ µάλλον όταν, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ήδη εκκρεµεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αστική διαδικασία αποζηµιώσεως
40. Επιπροσθέτως, το ∆ικαστήριο δεν παραβλέπει το γεγονός ότι το περιοριστικό µέτρο το οποίο επεβλήθη στην προσφεύγουσα, συνιστά, στο πλαίσιο του άρθρου 10, κύρωση ικανή να λειτουργήσει αποτρεπτικά κατά την άσκηση του δικαιώµατος στην ελευθερία της εκφράσεως (Cumpǎnǎ και Mazǎre κατά της Ρουµανίας [GC], αριθ. προσφυγής 33348/96, παρ. 114, Ε∆Α∆ 2004-ΧΙ). Κατά το ∆ικαστήριο, η επιβολή στην προσφεύγουσα µιας στερητικής της ελευθερίας ποινής, έστω και µε αναστολή, συνιστά, στο πλαίσιο του άρθρου 10, κύρωση δυσανάλογη του επιδιωκοµένου σκοπού
41. Τέλος, το ∆ικαστήριο φρονεί ότι οι εκφράσεις «επίορκος» και «καραγκιόζης» είναι, µάλλον, αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες δεν επιδέχονται απόδειξη και δεν εµπίπτουν στην κατηγορία γεγονότων δυναµένων να αποδειχθούν. Στο σηµείο αυτό, το ∆ικαστήριο σηµειώνει ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν στον διαχωρισµό µεταξύ «πραγµατικών γεγονότων» και «αξιολογικών κρίσεων», αλλά εξήτασαν µόνον εάν οι χρησιµοποιηθείσες από την προσφεύγουσα εκφράσεις ήταν ικανές να προσβάλουν την τιµή και την υπόληψη του µηνυτή. Ειδικότερα, µε την απόφαση 7092/2004, το Εφετείο Αθηνών ανεγνώρισε µεν ότι τα αναφερόµενα στο εν λόγω δηµοσίευµα γεγονότα, στα οποία βασίσθηκαν οι επίµαχες εκφράσεις, δεν ήταν ψευδή και δεν συνιστούσαν συκοφαντική δυσφήµιση. Αφ’ ετέρου, το Εφετείο έκρινε ότι οι εκφράσεις «επίορκος» και «καραγκιόζης» ήταν άκρως προσβλητικές και εκδήλωναν περιφρόνηση και αµφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και επαγγελµατικής αξίας του µηνυτή, για να καταλήξει ότι στόχος της προσφευγούσης ήταν να προσβάλει την τιµή και την υπόληψη του ενάγοντος, στόχος ο οποίος επετεύχθη. Ωστόσο, ένα τέτοιο σκεπτικό, το οποίο επεκύρωσε, στη συνέχεια, ο Άρειος Πάγος, αποσυνδέει πλήρως τον προδήλως υπερβολικό τόνο των επιδίκων εκφράσεων από το πλαίσιο της υποθέσεως, δηλαδή από τα αληθή γεγονότα τα οποία αναφέρονταν στο δηµοσίευµα και έθεταν υπό αµφισβήτηση την ηθική και τις επαγγελµατικές ικανότητες του µηνυτή.
42. Εν όψει των ανωτέρω, το ∆ικαστήριο εκτιµά ότι δεν υπήρχε σχέση ευλόγου αναλογικότητας ανάµεσα στον περιορισµό του δικαιώµατος της προσφευγούσης στην ελευθερία της εκφράσεως και στον επιδιωκόµενο θεµιτό σκοπό. Εποµένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Συµβάσεως

IΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ

43. Το άρθρο 41 της Συµβάσεως ορίζει ότι: «Εάν το ∆ικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Συµβάσεως ή των Πρωτοκόλλων αυτής, και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συµβαλλοµένου Μέρους δεν επιτρέπει ειµή την ατελή επανόρθωση των συνεπειών της παραβιάσεως αυτής, το ∆ικαστήριο χορηγεί, εν ανάγκη, στο αδικηθέν µέρος δικαία ικανοποίηση.» 
Α. Ζηµία 
44. Η προσφεύγουσα ζητά 150.000 ευρώ για την ηθική ζηµία, την οποία, όπως ισχυρίζεται, υπέστη. Αναφέρεται στην αγωνία και την απόγνωσή της κατά την επίδικη διαδικασία η οποία κατέληξε στην ποινική καταδίκη της και είχε ως αποτέλεσµα τον διασυρµό της στον κλειστό κύκλο της τοπικής κοινωνίας στην οποία ζει. Επιπροσθέτως, η προσφεύγουσα αναφέρεται στην αγωνία της εν όψει της αστικής αγωγής την οποία ήγειρε σε βάρος της ο Λ.Π., παρά το γεγονός ότι τα εισοδήµατά της είναι µέτρια και το µηνιαίο περιοδικό του οποίου είναι εκδότης, δεν είναι κερδοσκοπικό
45. Η Κυβέρνηση καλεί το ∆ικαστήριο να απορρίψει το αίτηµα περί υλικής ζηµίας και υποστηρίζει ότι το ποσό το οποίο ήθελε επιδικασθεί, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 2.000 ευρώ. 
46. Το ∆ικαστήριο εκτιµά ότι η προσφεύγουσα υπέστη βεβαία ηθική ζηµία, την οποία δεν αντισταθµίζουν επαρκώς οι διαπιστώσεις παραβιάσεως της Συµβάσεως. Αποφαινόµενο κατά δικαία κρίση, το ∆ικαστήριο επιδικάζει στην προσφεύγουσα 7.000 ευρώ για τον λόγο αυτό, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος. 
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη 
47. Ο προσφεύγων ζητά, συνολικώς, 15.965,28 ευρώ, ποσό το οποίο αναλύεται ως εξής : - 14 - i. 460 ευρώ για έξοδα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (προσκοµίζεται τιµολόγιο). ii. 2.280 ευρώ για έξοδα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (προσκοµίζεται τιµολόγιο). iii. 225,28 ευρώ για έξοδα εγγραφής της καταδίκης της στο ποινικό µητρώο (προσκοµίζεται τιµολόγιο). iv. 11.500 ευρώ για αµοιβή καταβληθείσα στους δικηγόρους της στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και του ∆ικαστηρίου του Στρασβούργου (δεν προσκοµίζονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών). 
48. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα αιτούµενα ποσά είναι υπερβολικά και ότι το ποσό το οποίο ήθελε επιδικασθεί, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. 
49. Το ∆ικαστήριο υποµιµνήσκει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης, συµφώνως προς το άρθρο 41, προϋποθέτει ότι αποδεικνύονται πραγµατικά, αναγκαία και, επίσης, εύλογα (Ιατρίδης κατά της Ελλάδος (δικαία ικανοποίηση) [GC], αριθµ. προσφυγής 31107/96, παρ. 54, Ε∆Α∆ 2000-XI). Εν προκειµένω, βάσει των προσκοµισθέντων δικαιολογητικών και των ως άνω κριτηρίων, το ∆ικαστήριο κρίνει ότι είναι εύλογο να επιδικασθεί στην προσφεύγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος. 
Γ. Τόκοι υπερηµερίας 
50. Το ∆ικαστήριο κρίνει ότι αρµόζει να υπολογισθούν οι τόκοι υπερηµερίας βάσει του επιτοκίου της διευκολύνσεως οριακού δανεισµού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξανόµενου κατά τρεις ποσοστιαίες µονάδες. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ,

ΤΟ ∆ΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΩΣ, 

1. Κάνει δεκτή την προσφυγή ως παραδεκτή όσον αφορά την αιτίαση τη σχετική προς το άρθρο 10 της Συµβάσεως, και την απορρίπτει κατά τα λοιπά ως απαράδεκτη. 
2. Κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Συµβάσεως
3. Κρίνει ότι α) το διάδικο Κράτος υποχρεούται να καταβάλει στην προσφεύγουσα, εντός τριών µηνών από της ηµεροµηνίας κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί οριστική συµφώνως προς το άρθρο 44 παρ. 2 της Συµβάσεως, 7.000 (επτά χιλιάδες) ευρώ για ηθική ζηµία και 3.000 (τρεις χιλιάδες) ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος, β) από της εκπνοής της προθεσµίας αυτής και µέχρι της καταβολής του, τα ποσά αυτά θα προσαυξάνονται µε απλό τόκο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστηµα επιτόκιο της διευκολύνσεως οριακού δανεισµού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξανόµενο κατά τρεις ποσοστιαίες µονάδες. 
4. Απορρίπτει το αίτηµα περί δικαίας ικανοποιήσεως κατά τα λοιπά. Συντάχθηκε στη Γαλλική γλώσσα, εν συνεχεία κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 6 ∆εκεµβρίου 2007 κατ’ εφαρµογή του άρθρου 77 παρ. 2 και 3 του Κανονισµού.
 - υπογραφή - - υπογραφή - Søren NIELSEN Λουκής ΛΟΥΚΑΪ∆ΗΣ Γραµµατέας Πρόεδρος 
Ακριβής µετάφραση από το συνηµµένο υπηρεσιακό έγγραφο στη Γαλλική γλώσσα. Η Μεταφράστρια Μαρία Παν. Παπαδοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...