Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Προσωπικότητα, δυσφήμιση, δημόσιες συναθροίσεις.

Περίληψη. Προσβολή προσωπικότητας. Θεμελίωση αξίωσης για άρση της προσβολής και για μη επανάληψή της στο μέλλον ανεξάρτητα από τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), καθώς και για αξίωση προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, εφόσον όμως συντρέχει στη περίπτωση αυτή και το στοιχείο της υπαιτιότητας. Άρση του άδικου χαρακτήρα των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης κατ’ άρθ. 367 παρ. 1 ΠΚ και στην περίπτωση των εκδηλώσεων που γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Επιτρεπτές οι εκδηλώσεις συμμετεχόντων σε υπαίθριες δημόσιες συναθροίσεις με σκοπό τη δημοσιοποίηση πεποιθήσεων και αιτημάτων σε ζητήματα που ενδιαφέρουν ευρύτερο κύκλο προσώπων (πολιτικά, κοινωνικά, εκκλησιαστικά κλπ.), συνοδευόμενες από οξεία κριτική και από δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος προβεβλημένων προσώπων, τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία ή λειτουργία ή άλλη δραστηριότητα, που ενδιαφέρει μερίδα του κοινωνικού συνόλου. Οι εξαιρέσεις κατ’ άρθ. 367 παρ. 2 ΠΚ. Ειδικός σκοπός εξύβρισης. Έννοια. Βάσιμη η σχετική αντένσταση του ενάγοντα. 

Άρειος Πάγος 1085/ 2014, Α1` Πολιτικό Τμήμα.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (ΟλΑΠ 8/2006). Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχον οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επί μέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας κλπ. Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξης είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 914 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι, επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, ο νόμος παρέχει στον θιγόμενο και σε βάρος εκείνου που προκαλεί την προσβολή, αξίωση για άρση της προσβολής και για μη επανάληψή της στο μέλλον ανεξάρτητα από τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη) και αξίωση για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας (βλ. ολΑΠ 13/99). 
Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α` και β` της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 53/1974) κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση των δημοσίων αρχών και ανεξάρτητα από σύνορα. 
Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελεύθερη ειρηνική συγκέντρωση - συνάθροιση και στην ελεύθερη σύσταση σωματείων - ενώσεων ..., ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς, εκτός από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν μέτρα αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το συνταγματικό δικαίωμα της συνάθροισης (ή του συνέρχεσθαι) περιλαμβάνει την ελευθερία οργάνωσης, διεξαγωγής, και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα. Φορείς του σχετικού δικαιώματος είναι τα πρόσωπα που διοργανώνουν και συμμετέχουν στη συνάθροιση, η δε παρεχόμενη σ` αυτά συνταγματική προστασία νοείται μόνο έναντι του κράτους και των λοιπών φορέων δημόσιας εξουσίας, και όχι έναντι άλλων ιδιωτών, ως προς τους οποίους ισχύει η κοινή νομοθεσία. Στην υπαίθρια συνάθροιση υπάγεται και η διαδήλωση ή η συνάθροιση διαμαρτυρίας, που αποσκοπεί στον επηρεασμό και άλλων προσώπων εκτός από εκείνα που μετέχουν σ` αυτή, η οποία προστατεύεται συνταγματικά, εφόσον είναι ήσυχη και άοπλη, δηλαδή δεν μετέρχεται βίαια μέσα και δεν κάνει χρήση όπλων για την επιβολή των σκοπών της. Η κατοχύρωση της ελευθερίας συναθροίσεων και διαδηλώσεων από το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος δεν υποβάλλεται σε επιφύλαξη νόμου, αλλά η άσκησή της υπάγεται στους γενικούς περιορισμούς της κειμένης νομοθεσίας, ώστε να μη θίγονται προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα αγαθά τρίτων (ζωή, τιμή, περιουσία κλπ.). Οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ αποτελούν ουσιαστικές διατάζεις και η παραβίασή τους ελέγχεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις ..., β) ..., γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή ... . Επίσης στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η προηγούμενη διάταξη (της παρ. l) δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ (συκοφαντικής δυσφήμησης) και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Ετσι είναι επιτρεπτές εκδηλώσεις συμμετεχόντων σε υπαίθριες δημόσιες συναθροίσεις με σκοπό τη δημοσιοποίηση πεποιθήσεων και αιτημάτων σε ζητήματα που ενδιαφέρουν ευρύτερο κύκλο προσώπων (πολιτικά, κοινωνικά, εκκλησιαστικά κλπ.), συνοδευόμενες από οξεία κριτική και από δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος προβεβλημένων προσώπων, τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία ή λειτουργία ή άλλη δραστηριότητα, που ενδιαφέρει μερίδα του κοινωνικού συνόλου. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται, και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο ή από τις περιστάσεις που αυτή έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής άλλου και ενέχει αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή περιφρόνηση αυτού. Τέτοιος ειδικός σκοπός εξύβρισης εμφαίνεται στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί για την άσκηση νομίμου δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος ωστόσο χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Επειδή δε η ύπαρξη του ειδικού σκοπού εξύβρισης συνιστά νομική έννοια που ελέγχεται αναιρετικά, το δικαστήριο της ουσίας, όταν δέχεται ότι προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης από τον τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς ή από τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης, πρέπει να διαλάβει, σαφώς και επαρκώς, στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν τις παραδοχές, ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του υπαιτίου δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για την αντικειμενική απόδοση της σκέψης του, ότι ο υπαίτιος γνώριζε τον ηπιότερο και αναγκαίο τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του και ότι χρησιμοποίησε συνειδητά τον συγκεκριμένο μη αντικειμενικά αναγκαίο, με τον ειδικό σκοπό να προσβάλει την τιμή άλλου. Σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, οι οποίες έχουν αναλογική εφαρμογή και στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, η δε παραβίαση αυτή στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2008, ΑΠ 1395/2005, ΑΠ 1499/1999).
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο (κατά σειρά διατύπωσης στο αναιρετήριο) λόγο αναίρεσης, επικαλούμενοι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένστασης τους για άρση του αδίκου των αγωγικών μειωτικών εκφράσεων και χαρακτηρισμών του αναιρεσίβλητου, λόγω συνδρομής στα πρόσωπά τους δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κατά το άρθρο 367 παρ. 1γ` ΠΚ, την οποία ένσταση αυτοί πρόβαλαν νόμιμα στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν νόμιμα με λόγο έφεσης και ως προς την παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής αντένστασης του αναιρεσίβλητου για ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης σε βάρος του κατά την παρ. 2β` του ίδιου άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά:
"Στην κρινόμενη υπόθεση από τι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ` επικλήσεως οι διάδικοι και τις υπ` αριθμ. ... έως ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα μετά από προηγούμενη κλήτευση του ενάγοντος στο πλαίσιο άλλης δίκης, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά: Ο ενάγων, με προεδρικό διάταγμα, που εκδόθηκε την 8-7-1996 (ΦΕΚ Α` 114/11-7-1996) αναγνωρίσθηκε και κατέστη Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως ... , κατόπιν εκλογής του σύμφωνα με τούς νόμους και τους Ιερούς Κανόνες, και χειροτονίας του το έτος 1994 σε Αρχιερέα, κατά την τάξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και παραγγέλθηκε στις αρχές του Κράτους να του απονέμουν τις τιμές που αρμόζουν στο αξίωμά του. Η εκλογή του όμως αυτή και η εγκατάστασή του στην ως άνω μητρόπολη θεωρήθηκε από τα μέλη της ομάδας των "Αγωνιζόμενων Χριστιανών", όπως αποκαλούνται, ως μη νόμιμη, επειδή η ενθρόνιση του έγινε το έτος 1994 χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση προεδρικού διατάγματος και ενόσω ζούσε ακόμη ο Μακαριστός Μητροπολίτης Θ., ο οποίος είχε προσφύγει στην Δικαιοσύνη για την ακύρωση των υπ` αριθμ. 4 και 7 Πράξεων, με τις οποίες είχε απομακρυνθεί από τον θρόνο της ως άνω Μητροπόλεως. Τα μέλη της παραπάνω ομάδας των "Αγωνιζόμενων Χριστιανών", στην οποία ανήκουν και οι εναγόμενοι, επεδίωκαν αρχικώς την αντικατάσταση του ενάγοντος από τον Μακαριστό .. και μετά τον θάνατο του τελευταίου επιδιώκουν την απομάκρυνση του ενάγοντος από την Μητρόπολη. Για να πετύχουν δε τον σκοπό τους αυτό συγκεντρώνονται όλα αυτά τα χρόνια ανελλιπώς τις απογευματινές ώρες κάθε Σαββάτου κατά την χρονική περίοδο από τον Σεπτέμβριο έως τον Μάιο και τις απογευματινές ώρες κάθε Πέμπτης κατά την χρονική περίοδο από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο έξωθεν της θύρας του Επισκοπείου, όπου στεγάζονται τα γραφεία της Μητροπόλεως και η κατοικία του ενάγοντος, και κατά την έξοδο ή είσοδο του τελευταίου φωνάζουν συνθήματα εναντίον του, μεταξύ των οποίων και τα συνθήματα. "Ανάξιος", "Έξω οι κλέφτες από την εκκλησία", "Νάτος, νάτος ο κλέφτης των Τεμπών", "Λ., τα χέρια σου στάζουν αίμα", "να φύγει ο Λ.ς να ησυχάσει η πόλη". Επίσης οι εναγόμενοι μαζί με τα λοιπά μέλη της ομάδας κατά την έξοδο του ενάγοντος από το Επισκοπείο με το αυτοκίνητο της Μητροπόλεως προσπαθούν να αποφράξουν με τα σώματά τους την πορεία του αυτοκίνητου και μερικές φορές εκτοξεύουν και πέτρες. Τα ίδια ως άνω συνθήματα απευθύνουν οι εναγόμενοι κρατώντας πινακίδες και έξωθεν του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αχίλλειου, όταν παρίσταται ο ενάγων, κατά τις επίσημες εορτές (28η Οκτωβρίου, 25η Μαρτίου, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνια, Αγίου Αχίλλειου κλπ) και καθ` ον χρόνο τελείται η Θεία Λειτουργία, ενώ κινούνται απειλητικώς εναντίον του κατά την αποχώρηση του από τον Ιερό Ναό, συγκρατούμενοι από αστυνομική δύναμη, που συνήθως μεταβαίνει προς αποφυγή εκτρόπων, επεισοδίων κλπ. Το ίδιο συνέβη και την 15-5-2005, εορτή του Πολιούχου Αγίου Αχίλλειου, και συγκεκριμένα την ώρα που ετοιμαζόταν ο ενάγων να εξέλθει του Ιερού μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αχίλλειου μαζί με άλλους προσκεκλημένους του για το πανηγύρι του Αγίου Αχίλλειου αρχιερείς, για την λιτάνευση των αποθησαυρισμένων στον εν λόγω Ναό λειψάνων του Αγίου, όταν οι εναγόμενοι συγκεντρώθηκαν για άλλη μια φορά φωνάζοντας "Ανάξιος" και "Ανάξιοι", απευθυνόμενοι τόσο στον ενάγοντα όσο και στους λοιπούς αρχιερείς. Ανάλογη συμπεριφορά επέδειξαν και κατά τις εορτές της 28ης Οκτωβρίου 2005 και της Πρωτοχρονιάς του έτους 2006, καθ` ον χρόνο ετελείτο η πανηγυρική δοξολογία για την Εθνική Εορτή και τον νέο ενιαυτό αντιστοίχως στον Ιερό Ναό Αγίου Αχίλλειου. Οι εναγόμενοι, που είχαν συγκεντρωθεί στο σημείο, ενόψει του ότι είχε εκδοθεί σχετική προσωρινή διαταγή την 26-10-2005 από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που τους απαγόρευε προσωρινώς κάθε προσβλητική της προσωπικότητας του ενάγοντος ενέργεια με ύβρεις, συκοφαντικές δυσφημίσεις, απειλές κλπ., απέφευγαν να φωνάζουν, όμως καθ` ον χρόνο ο ενάγων μαζί με τους άλλους επισήμους διέβαινε την οδό προς το μνημείο για την τέλεση της επιμνημόσυνης δεήσεως, γύρισαν εν σώματι την πλάτη τους και άρχισαν να βήχουν ομαδικώς. Την ίδια συμπεριφορά επανέλαβαν και κατά την εορτή των Θεοφανείων του έτους 2006, όταν συγκεντρώθηκαν απέναντι από την γέφυρα του Πηνειού ποταμού κατά την διάρκεια της ακολουθίας του αγιασμού των υδάτων. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, Αρχιμανδρίτη Τ. Κ., που ήταν αυτόπτης μάρτυρας όλων των ως άνω επεισοδίων εις βάρος του ενάγοντος, και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων, ο οποίος επιβεβαιώνει την παρουσία των εναγομένων έξωθεν του Επισκοπείου καθώς και την απεύθυνση προς τον ενάγοντα των παραπάνω συνθημάτων, ισχυριζόμενος, όπως και οι εναγόμενοι, ότι οι εν λόγω ενέργειες γίνονταν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Σημειωτέον, ότι ο μάρτυρας αυτός με προγενέστερη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που κατέστη ήδη αμετάκλητη (βλ. 77/09 απόφαση Εφετείου Λάρισας και 967/11 απόφαση ΑΠ), για τις αυτές ως άνω αιτίες, υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα για την χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 5.00 ευρώ, ενώ του απαγορεύθηκε να προσβάλει στο μέλλον την προσωπικότητα του ενάγοντος με ύβρεις, συκοφαντικές δυσφημίσεις, απειλές ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι τα ανωτέρω συνθήματα που χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι, τα οποία λαμβάνουν έκταση δημοσιότητας, αποτελούν κατά βάση έκφραση κρίσεως και χαρακτηρισμών που σχετίζονται με πραγματικά γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται ότι ήσαν ψευδή, αφού, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε διαπράξει την πράξη της κλοπής εις βάρος του Ιερού Προσκυνήματος της Αγίας Παρασκευής Τεμπών, για την οποία παραπέμφθηκαν και καταδικάστηκαν από το Τριμελές Εφετείο Λάρισας οι υπεύθυνοι σε κάθειρξη οκτώ ετών (ως προς το σύνθημα "νάτος- νάτος ο κλέφτης των Τεμπών"), ότι είχε διαπράξει οποιαδήποτε ποινικώς κολάσιμη πράξη βάρος της περιουσίας της εκκλησίας (ως προς το σύνθημα "έξω οι κλέφτες από την εκκλησία"), ότι σχετιζόταν με επεισόδια που έλαβαν χώρα κατά την ενθρόνισή του στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, όταν υπήρξαν αντιδράσεις από τους εναγομένους, καθώς και από άλλους πολίτες της πόλεως της Λάρισας και ορισμένοι απ` αυτούς τραυματίσθηκαν στην προσπάθεια των αστυνομικών δυνάμεων να επιβάλουν την τάξη (ως προς το σύνθημα "Λ. τα χέρια σου στάζουν αίμα"), ενώ, όπως προελέχθη, ο ενάγων αναγνωρίσθηκε και κατέστη νομίμως Μητροπολίτης με το ως άνω προεδρικό διάταγμα (ως προς το σύνθημα "ανάξιος"). Οι εναγόμενοι όμως δεν γνώριζαν το ψευδές των γεγονότων αυτών, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει τέτοια γνώση, και επομένως δεν έχει τελεστεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Αντιθέτως πίστευαν ότι τα παραπάνω γεγονότα, που συνδέονται με τους προσαπτομένους στον ενάγοντα χαρακτηρισμούς ήσαν αληθινά και συγκεκριμένα πίστευαν ότι ο ενάγων ενέχεται στο σκάνδαλο των Τεμπών, μάλιστα μετά την καταδίκη των υπαίτιων για την υπόθεση αυτή, έπαυσαν να απευθύνουν στον ενάγοντα το σύνθημα "νάτος-νάτος ο κλέφτης των Τεμπών", ότι επεδίωξε (ο ενάγων) μέσω της αστυνομίας τον τραυματισμό αυτών και των λοιπών διαμαρτυρομένων κατά την ενθρόνιση του, καθώς και ότι είχε εκλεγεί παρανόμως, αφού η ενθρόνισή του έγινε το έτος 1994 χωρίς να έχει εκδοθεί προεδρικό διάταγμα και ενόσω ζούσε ο Μακαριστός Θ., κατά τα προαναφερθέντα. Από το ύφος όμως και τον τρόπο με τον οποίο απηύθυναν τα συνθήματα προς τον ενάγοντα προκύπτει σαφώς σκοπός εξυβρίσεώς του. Από τις εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες πολλές φορές είναι οξείες (κλέπτης, ανάξιος κλπ), και τις απειλητικές εναντίον του κινήσεις κατά την είσοδο και έξοδό του από το Επισκοπείο προκύπτει κατά τρόπο σαφή η διάθεση προσβολής της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος και παρεμποδίσεώς του στην άσκηση των λειτουργικών και ποιμαντικών καθηκόντων, εκδηλώνοντας κατ` αυτόν τον τρόπο αμφισβήτηση ως προς την ηθική και κοινωνική του αξία ως ανθρώπου, Επισκόπου και δημοσίου προσώπου, προέβαιναν δε στις πράξεις αυτές εν γνώσει της υβριστικής τους σημασίας και με σαφή πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπολήψεώς του. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους στην πρωτοβάθμια δίκη, ισχυρισμό που επαναφέρουν νομίμως με σχετικό λόγο της εφέσεώς τους, ότι οι ανωτέρω εκδηλώσεις γίνονται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και συγκεκριμένα για να αποκαταστήσουν την τάξη στην εκκλησία, η οποία διασαλεύθηκε με την εκλογή του ενάγοντος ως Μητροπολίτη, και ότι ενεργούν στο πλαίσιο των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ελευθεριών του δικαιώματος εκφράσεως των στοχασμών τους και του συνέρχεσθαι, καθώς και των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από το κανονικό Δίκαιο ως ορθοδόξων Χριστιανών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, λόγος εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι οι προαναφερθέντες προσβλητικοί της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος χαρακτηρισμοί δεν αποτελούν το αναγκαίο μέτρο για την υποστήριξη των θέσεών τους και κατατείνουν μόνο στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα έξω από τα όρια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, το δε δικαίωμά τους να συναθροίζονται δεν δύναται σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την διάπραξη βιαιοπραγιών εις βάρος του ενάγοντος, όπως οι εναγόμενοι πράττουν με ρίψη λίθων στο αυτοκίνητο του και την εκδήλωση απειλητικών πράξεων εις βάρος του. Συνεπώς, εφόσον αποδείχθηκε ότι η παραπάνω συμπεριφορά των εναγομένων λαμβάνει χώραν με σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή, με σκοπό τη προσβολή της τιμής, της υπολήψεως και της εν γένει προσωπικότητας του, όπως ο ενάγων καθ` υποφοράν ισχυρίζεται με την αγωγή του, και οι εναγόμενοι ενεργούν χωρίς δικαίωμα παρανόμως και υπαιτίως, με σκοπό να τον μειώσουν και να τον παρεμποδίσουν στην άσκηση των καθηκόντων του, δικαιούται αυτός (ενάγων) εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη οπό την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων εις βάρος του. Λαμβάνοντας υπόψη την ένταση και την έκταση της προσβολής σε συνδυασμό με την δημοσιότητα που έλαβε χώρα, την συμπεριφορά των εναγομένων κατά και μετά την τέλεση των αδίκων πράξεων, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ για καθένα από τους εναγομένους ως χρηματική ικανοποίησή του για την ηθική βλάβη που υπέστη, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ` ουσίαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στο ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ καθένας απ` αυτούς, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να απαγορευθεί στους εναγομένους, ενόψει του ότι υφίσταται κίνδυνος επαναλήψεως της παράνομης προσβολής της προσωπικότητος του ενάγοντος κάθε μελλοντική προσβολή με απειλή προσωπικής κρατήσεως διαρκείας δύο (2) μηνών και χρηματικής ποινής χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ στον καθένα για κάθε προσβολή". 
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες ενήργησαν με ειδικό σκοπό εξύβρισης του αναιρεσίβλητου, ο οποίος ειδικός σκοπός προκύπτει από το ύφος και την οξύτητα των εξυβριστικών εκφράσεων και χαρακτηρισμών, οι οποίοι συνάπτονται αναπόσπαστα με τα αναφερόμενα στην εφετειακή απόφαση αναληθή μειωτικά γεγονότα (κλοπή εικόνων, υποκίνηση αστυνομικής βίας σε βάρος τους κλπ.) και τους οποίους αυτοί απηύθυναν εν γνώσει της μειωτικής σημασίας τους για την τιμή και υπόληψη του τελευταίου (ανάξιος, κλέφτης). Επίσης το Εφετείο δέχτηκε ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν εν γνώσει τους τις εν λόγω οξείες εκφράσεις, που δεν αποτελούν το αναγκαίο μέσο και υπερβαίνουν τα όρια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για προβολή και υποστήριξη των θέσεών τους και αποσκοπούσαν μόνο στην προσβολή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων από την παρ. 1γ` του άρθρου 367 ΠΚ, ότι ενήργησαν, ως μέλη συγκροτημένης ομάδας 5.000 περίπου ατόμων (αποκαλούμενοι ως "Αγωνιζόμενοι Λαρισαίοι Χριστιανοί") και ως εξέχοντα μέλη της τοπικής εκκλησίας με πνευματική σχέση και σύνδεσμο με τον αναιρεσίβλητο Μητροπολίτη .................. , κατά την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και της ελεύθερης δημόσιας εκφοράς κριτικής γνώμης και διαμαρτυρίας για ένα μείζονος τοπικού ενδιαφέροντος ζήτημα και για την αποκατάσταση της κανονικής ευταξίας στην τοπική εκκλησία, που διασαλεύτηκε με την αντικανονική και παράνομη εκλογή και ενθρόνιση του τελευταίου στην προαναφερόμενη μητρόπολη τον Ιούλιο 1994, ενώ υπήρχε ακόμη εν ενεργεία Μητροπολίτης αυτής ο Αρχιερέας κυρός Θ. Π.. Η απόρριψη της εν λόγω ένστασης και η παραδοχή της αντένστασης του άρθρο 367 παρ. 2β` ΠΚ, υπό τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και με την παραπάνω αιτιολογία, η οποία εμπεριέχει σαφώς και την παραδοχή ότι οι εναγόμενοι εν γνώσει και συνειδητά, επέλεξαν και χρησιμοποίησαν τις συγκεκριμένες οξείες μειωτικές εκφράσεις "κλέφτης" και "ανάξιος", που δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίες για την εκδήλωση του προβαλλόμενου ενδιαφέροντος τους και υπερέβαιναν τα όρια αυτού (μη αρκούμενοι και μη περιοριζόμενοι σε άλλες υπαρκτές ηπιότερες εκφράσεις του ελληνικού λεξιλογίου, αντικειμενικά ικανές και κατάλληλες για την εκδήλωση του ενδιαφέροντος τους), με τον ειδικό σκοπό να πλήξουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος και να εκδηλώσουν περιφρόνηση προς το πρόσωπο του, δεν συνιστά ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 367 παρ. Ιγ` και παρ. 2β ΠΚ, ούτε στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, αφού διαλαμβάνονται σε αυτή, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, όλες οι αναγκαίες ουσιαστικές παραδοχές που καθιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβεβλημένη την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 2β` και απέκλειαν την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1γ` του άρθρου 367 ΠΚ. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αρ, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα, και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο δεν προχώρησε σε ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς, ώστε να χρειασθεί να εκτιμήσει και να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό για λόγους που ανάγονται στο παραδεκτό ή τη νομική βασιμότητά τους (ΟλΑΠ 3/1997). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγο αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα: α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειζη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΟλΑΠ 1990/1982). Η επίκληση ή μη του αποδεικτικού μέσου ελέγχεται και κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (και όχι από αυτή), ο δε σχετικός αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ή από την επισκόπησή τους προκύπτει ότι δεν περιέχουν επίκληση του αποδεικτικού μέσου. Εξάλλου, ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ` αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της, προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη σειρά εγγράφων που αναφέρονται στις σελίδες 44 επ. του αναιρετηρίου, τα οποία αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, που περιέχονται στους λόγους τρίτο, έκτο και όγδοο της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης. Όμως από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης "... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ` επικλήσεως οι διάδικοι ..." και από όλο το περιεχόμενο και ιδίως τις αιτιολογίες αυτής, δεν προκύπτει καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα εν λόγω έγγραφα κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11 γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 ( και όχι και από τον ρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή από αυτό της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, μη αναφέροντας τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για την εξειδίκευση των αντικειμενικών κριτηρίων θεμελίωσης της ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου και καθορισμού της επιδικαστέας σε αυτόν εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ιδίως δε του κριτηρίου της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης των αναιρεσειόντων, καθώς και υπερβαίνοντας τα ανώτατα ακραία όρια της σχετικής διακριτικής ευχερείας του με την επιδίκαση σε βάρος καθενός αναιρεσείοντος και υπέρ του αναιρεσίβλητου χρηματικής ικανοποίησης ποσού 5.000 ευρώ. Από τις προαναφερόμενες σχετικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι περιέχονται επαρκώς σε αυτή τα αναγκαία περιστατικά για τη συναγωγή και θεμελίωση του στοιχείου της ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου από τη σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και για την εξειδίκευση των αντικειμενικών κριτηρίων καθορισμού της επιδικαστέας εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, μνημονεύοντας ρητά μεταξύ των κριτηρίων αυτών και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, η δε επιδίκαση σε βάρος καθενός αναιρεσείοντος και υπέρ του αναιρεσίβλητου ως εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του ποσού 5.000 ευρώ, δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακολούθως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού κρίθηκαν απορριπτέοι όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 420/2012 του Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

Σημείωση. Τι απομένει λοιπόν ως περιεχόμενο για το δικαίωμα των συναθροίσεων; Τι; Αυτό δεν μπαίνει στον κόπο το Ακυρωτικό μας να μας το καθορίσει! Ποιος είναι λοιπόν ο πυρήνας αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος; Ποιος; Ποινικοποιώντας ΟΛΕΣ τις εκδηλώσεις των πολιτών, τι περιεχόμενο έχει αυτό το κρίσιμο δικαίωμα;

Παρατήρηση. Θυμηθείτε τους πρόσφατους προβληματισμούς μου σχετικά με αυτό το κρίσιμο ατομικό δικαίωμα (ατομική ελευθερία) στις αναρτήσεις: 1. περί δημοσίων συναθροίσεων (Ι), 2. περί δημοσίων συναθροίσεων (και η παρακώλυση των συγκοινωνιών) ΙΙ, 3. περί δημοσίων συναθροίσεων (και η παρακώλυση των συγκοινωνιών) ΙΙΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...