Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

ελευθερία έκφρασης, εξύβριση, άρδη αδίκου.

Περίληψη. Αστική ευθύνη του Τύπου. Η συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του Τύπου. Περιεχόμενο αυτής. Προσβολή της προσωπικότητας από δημοσίευμα εφημερίδας. Αδικοπραξία. Εξύβριση. Απλή και συκοφαντική δυσφήμιση. Αρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης κατ’ άρθ. 367 παρ. 1 ΠΚ. Η εξαίρεση κατ’ άρθ. 367 παρ. 2 ΠΚ. Εννοια «ειδικού σκοπού εξύβρισης». Το επίμαχο δημοσίευμα είχε μεν δριμύ δημοσιογραφικό ύφος με έντονες και υπερβολικές αναφορές, οι οποίες όμως δεν συνιστούσαν δυσφημιστικά γεγονότα προσβλητικά της προσωπικότητας του ενάγοντα και δεν υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο προς πραγμάτωση του σκοπού της άσκησης του δικαιώματος των εναγομένων, οι οποίοι ενήργησαν καλόπιστα κατά την ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός τους, ως δημοσιογράφοι, στο πλαίσιο του δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος της μετάδοσης πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ.

                                             Άρειος Πάγος 632/ 2015, Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ.ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ετσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της, από άλλον γενομένης, ανακοινώσεως. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ. Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’ -δ’ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής (ΑΠ 1976/2014). Ομως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ, η όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. (ΑΠ 1455/14). 
Εξάλλου κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 14 Συντάγματος "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους" κατά δε την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "ο τύπος είναι ελεύθερος και ότι η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίστανται στην πληροφόρηση και στη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται χωρίς άλλο τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι’ αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι αποτελούν και το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος. Επομένως, με νόμο μπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί αυτοί οι περιορισμοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Αλλωστε, από το άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρο 25 παρ. 3 Συντάγματος και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι, το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας υπόκειται σε περιορισμούς και ασκείται εντός των ορίων που χαράσσουν οι νόμοι του κράτους, οι οποίοι επιδιώκουν όχι την, με οποιονδήποτε τρόπο, παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά την προστασία των πολιτών και του κοινωνικού συνόλου από την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της, με τον τύπο, ελεύθερης έκφρασης γνώμης ή διάδοσης πληροφοριών ή άσκησης κριτικής. Τα δυσδιάκριτα όρια του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας από την εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων προσδιορίζονται από το ημεδαπό δίκαιο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρο 367 ΠΚ. Επίσης, το άρθρο 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (ΝΔ 53/74), καθιερώνει με την παρ. 1 αυτού την ελευθερία της γνώμης και της μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, όμως με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (ΑΠ 1565/2012). Από το πλέγμα των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας που αποτελεί το πεδίο δράσεως του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς ειδήσεως, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γ’ αυτό δεν τίθεται θέμα άρσεως του παρανόμου της προσβολής κατ’ άρθρο 367 ΠΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 2 β, ε και 7 παρ. 2 ζ του ν. 2472/1997 προκύπτει ότι, η επεξεργασία είτε δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είτε ευαισθήτων δεδομένων επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, στην μεν πρώτη περίπτωση εάν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπευθύνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο ή για την ικανοποίηση του επιδιωκομένου απ’ αυτού εννόμου συμφέροντος, στη δε δεύτερη εάν αυτή (επεξεργασία) αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).
Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ 361, 362, 363, 367 ΠΚ, 5 και 7 παρ. 2 περ. ζ ν.2472/97, απέρριψε, κατ’ αποδοχή της ασκηθείσας από τους αναιρεσιβλήτους κατά της αντιθέτως αποφαινομένης πρωτοδίκου αποφάσεως (7303/2010 ΠΠρΑθ) εφέσεως, ως ουσιαστικά βάσιμη την κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα (από 6-5-09) αγωγή του, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) ζήτησε την επιδίκαση χαρακτηριστικά ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του διαπραχθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), δεχθείσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αφενός την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από τους αναιρεσιβλήτους (εναγομένους), από το άρθρο 367 παρ. 1 εδαφ. γ ΠΚ ενστάσεως (ύπαρξη δικαιολογημένου συμφέροντος), και αφετέρου την αβασιμότητα των, προς κατάλυση της τελευταίας (ενστάσεως), από τα άρθρα 367 παρ. 2α ΠΚ και 7 παρ. 2 ν.2472/1997 προταθεισών απ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) αντενστάσεων (ύπαρξη σκοπού εξυβρίσεως επεξεργασία προσωπικών δεδομένων καθ’ υπέρβαση του αναγκαίου για την πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού μέτρου) παρόλο που τα ως, αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλλαν την αντίθετη τόσο επί της ενστάσεως όσο και επί της αντενστάσεως κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τ’ ακόλουθα αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα: 
"Ο ενάγων (αναιρεσείων) είναι ομότιμος Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία αρχικά, από το έτος 1966 δίδαξε ως ειδικός δάσκαλος, ακολούθως ως βοηθός επιμελητής και τέλος κατέλαβε ως μόνιμος καθηγητής, επίκουρος από το έτος 1974 και τακτικός από το έτος 1982, την έκτακτη αυτοτελή έδρα της Βυζαντινής Φιλολογίας και Λαογραφίας. Στο φύλλο της ενταύθα εκδιδόμενης ημερήσιας εφημερίδας "...........", που κυκλοφόρησε με ημερομηνία 7-3-2009, ημέρα Σάββατο, της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..................", δημοσιεύθηκε στη μόνιμη εβδομαδιαία στήλη "............." ένα κείμενο, συντάκτες του οποίου είναι οι λοιποί εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι) ήτοι ο Τ. Κ., ο Δ. Τ., η Α. Ψ. και ο Δ. Ψ., στο οποίο έγιναν αναφορές στο πρόσωπο του ενάγοντος με ευκαιρία το γεγονός του διορισμού του, το έτος 2007, στην Προεδρία της Εφορίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, της οποίας (Εφορίας) αρμοδιότητες είναι (και) η αγορά αρχείων και αρχειακού υλικού, η χορήγηση άδειας μελέτης σε ερευνητές, η απόφαση για τα δημοσιεύματα και τις πάσης φύσεως εκδόσεις των ΓΑΚ, καθώς και η παροχή οδηγιών για το πως πρέπει να οργανώνονται και να τηρούνται τα δημόσια αρχεία (άρθρο 36 ν. 1946/1991), τα οποία σε όλο τον κόσμο συνιστούν τη βάση της ιστορικής έρευνας. Ειδικότερα, το κείμενο το οποίο δημοσιεύθηκε στη σελίδα 44 της ανωτέρω εφημερίδας, του οποίου ο τίτλος, γραμμένος με μεγάλα μαύρα γράμματα, είναι "Φαιά "επανίδρυση" στο ΓΑΚ" έχει το εξής περιεχόμενο: "Τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, είναι δυνατόν τα επίσημα κρατικά αρχεία - η θεσμική δηλαδή αποτύπωση της συλλογικής μνήμης - να υπαχθούν στον έλεγχο ενός ανθρώπου που ταυτίστηκε με την πιο σκοτεινή κι ανελεύθερη περίοδο της χώρας; Στις μέρες της καραμανλικής "επανίδρυσης του κράτους", συνέβη ακόμη κι αυτό. Στις 22 Νοεμβρίου 2007, ο (νεοδιορισμένος τότε) υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων ....... προχώρησε, ως είθισται, στο διορισμό της νέας Εφορίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) του επίσημου φορέα που είναι αρμόδιος για τη διαφύλαξη, ταξινόμηση και διάθεση στο ερευνητικό κοινό των κάθε λογής κρατικών αρχείων. Ως πρόεδρο του οργάνου, που σύμφωνα με το Ν 1946/1991 είναι αρμόδιο για "τον καθορισμό των βασικών αξόνων της πολιτικής των ΓΑΚ" και τη χορήγηση αδειών για τη "μελέτη, μεταγραφή, φωτογράφηση κλπ" του αρχειακού υλικού, ο κ. .... διόρισε τον επίτιμο καθηγητή Φιλοσοφικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Μ. Ως βυζαντινολόγος, ο νέος πρόεδρος έχει μάλλον περιορισμένη επαγγελματική σχέση με τις πηγές της νεότερης Ιστορίας. Όχι όμως και με τη νεότερη Ιστορία αυτή καθεαυτή, αφού συνέβαλε με τον τρόπο του στο γράψιμο μιας από τις πιο μαύρες σελίδες της: την άνοιξη του 1974 είχε διοριστεί από τη δικτατορία ...... πρόεδρος του ..........του κεντρικού δηλαδή προπαγανδιστικού μηχανισμού της χούντας! Δημοσιευμένη στο ΦΕΚ 1974/Β/461 της 2.5.1974, η σχετική απόφαση φέρει την υπογραφή του "πρωθυπουργού" ...... . Αντιπρόεδρος διορίστηκε με την ίδια απόφαση κάποιος συνταξιούχος γυμνασιάρχης ... Τι ακριβώς σήμαινε πρόεδρος του ......... , είναι κάτι παραπάνω από προφανές. Η κρατική ραδιοτηλεόραση αποτελούσε το βασικό προπαγανδιστικό μηχανισμό της δικτατορίας, σε μια περίοδο που η στοιχειωδέστερη απόκλιση από τα δόγματα του καθεστώτος οδηγούσε είτε στην ΕΣΑ είτε σε αναγκαστική σιωπή. Λίγο πριν από το διορισμό του κ. Μ., η χούντα είχε κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες την (άκρως εθνικόφρονα αλλά όχι ευθυγραμμισμένη μαζί του) εφημερίδα "......", χωρίς να τηρήσει καν τις τυπικές διαδικασίες: ως και η σχετική διαταγή του στρατιωτικού διοικητή Αθηνών εκδόθηκε σαράντα ολόκληρες μέρες μετά την πρακτική εφαρμογή της απαγόρευσης! Το ..... ήταν ο επίσημος κήρυκας της χούντας, τόσο για την άγρια καταστολή του "εσωτερικού εχθρού" μετά τη σφαγή του Πολυτεχνείου όσο και για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, που άνοιξε τις πόρτες στην τουρκική εισβολή. Πρόκειται για μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της μεταπολεμικής ιστορίας του τόπου, η συγγραφή της οποίας με βάση (και) τα κρατικά αρχεία αναμένει ακόμη τον ιστορικό της. Μεταξύ άλλων, αδιευκρίνιστος παραμένει ο βαθμός διαπλοκής της εγχώριας "εθνικιστικής" στρατοκρατίας με τις ξένες υπηρεσίες και ο ρόλος της στην εθνική τραγωδία (ή προδοσία) της Κύπρου. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ο κ. Μ. πέρασε, όπως ήταν φυσικό, από τη διαδικασία της "αποχουντοποίησης" αλλά την έβγαλε αρκετά φτηνά (όπως και τόσοι άλλοι άλλωστε). Η περίπτωσή του εξετάστηκε από Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο στις 17 Ιουνίου 1975 με πρόεδρο τον τότε πρόεδρο του ΣτΕ ..... και μέλη 8 ανώτατους δικαστικούς ή πανεπιστημιακούς. Μεταξύ των τελευταίων διακρίνουμε και το όνομα του καθηγητή ............. . Το συμβούλιο αποφάνθηκε πως "η θέσις του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ... είναι θέσις καιρία από απόψεως πολιτικής", ιδίως "υπό καθεστώς ανελεύθερον, το οποίον προσεπάθει δια των μέσων μαζικής επικοινωνίας να παραποιή την αλήθειαν και να αποπροσανατολίζη το λαόν". Η επιλογή του Μ. σ’ αυτό το πόστο, όπως και η εκ μέρους του αποδοχή του διορισμού, διαβάζουμε στο κείμενο της απόφασης, "αποδεικνύει την μεταξύ αυτού και παραγόντων της δικτατορίας ύπαρξιν αμοιβαίων δεσμών εμπιστοσύνης". Κρίθηκε έτσι ότι "η υπό του εγκαλουμένου αποδοχή της ρηθείσης θέσεως, ης τα καθήκοντα εξήρχοντο, ως εκ του αντικειμένου των, του κύκλου των συνήθων και κατά κοινήν πείραν νομίμων, εκτός του πανεπιστημίου, καθηκόντων του, στοιχειοθετεί το κατά το άρθρον 10 παρ. 2 της συντακτικής πράξεως της 3.9.74 πειθαρχικόν παράπτωμα της συνεργασίας μετά του δικτατορικού καθεστώτος "(ΦΕΚ 1975/ Παράρτημα σ. 1131)". Παράλληλα, στη σελίδα 45 της ανωτέρω εφημερίδας έχει δημοσιευθεί μια φωτογραφία, που απεικονίζει τον ..... με άλλους στρατιωτικούς, κάτωθι της οποίας υπάρχει το σχόλιο : "ο ... και τα πρωτοπαλίκαρά του την εποχή της παντοδυναμίας τους". Κάτω από τη φωτογραφία έχει δημοσιευθεί η συνέχεια του επίμαχου δημοσιεύματος, η οποία έχει, μεταξύ άλλων, το εξής περιεχόμενο: "Αν η συνεργασία του σημερινού προέδρου ΓΑΚ με τη χούντα ήταν αδιαμφισβήτητη, η τελική μεταχείρισή του υπήρξε ωστόσο εξαιρετικά ήπια: τρίμηνη μόλις προσωρινή απόλυση και καταβολή των εξόδων της πειθαρχικής διαδικασίας. Ως ελαφρυντικά, το συμβούλιο δέχτηκε "αφ’ ενός το μικρόν χρονικόν διάστημα καθ’ ο παρέσχεν ούτος τας υπηρεσίας του ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της .." και αφ’ ετέρου την "πολιτικώς άχροον" θεματολογία των (επίσημων) πρακτικών του Δ.Σ. κατά την εποχή της προεδρίας του. Με άλλα λόγια, τη γλίτωσε επειδή η χούντα του ..... πρόφτασε να καταρρεύσει πριν αυτός εκτεθεί υπερβολικά από την επίσημη σχέση του μαζί της! Θα μπορούσε φυσικά να υποστηρίξει κανείς ότι αυτά αποτελούν παρελθόν. Τρεισήμισι δεκαετίες είναι πάρα πολύς καιρός, για να αποτελεί η συνεργασία του με τη χούντα λόγο αποκλεισμού κάποιου από τα δημόσια αξιώματα. Ακόμη και σ’ αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, κάποια ασυμβίβαστα είναι νομίζουμε προφανή. Οπως δεν θα μπορούσε ο Μ. να διοριστεί εκπαιδευτής της ΕΛ.ΑΣ., έτσι κι ένα επιτελικό στέλεχος της χουντικής προπαγάνδας δεν μπορεί να κρατά τα κλειδιά της θεσμικής μνήμης της χώρας. Απ’ τη στιγμή μάλιστα που στα (κλειστά ακόμη) κρατικά αρχεία της ... περιόδου θ’ αναζητήσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος τα κλειδιά για την ερμηνεία μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους του πρόσφατου παρελθόντος. Ο πρόεδρος της Εφορίας των ΓΑΚ δεν είναι, ωστόσο, ο αποκλειστικός διαχειριστής αυτής της θεσμικής μνήμης. Εξίσου καθοριστικό ρόλο παίζει, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, ο διευθυντής των Αρχείων. Αυτός είναι π.χ. που, βάσει του άρθρου 42 του Ν 1946/91, αποφασίζει "κατά την κρίση του" αν η πρόσβαση των ερευνητών σε κάποια ντοκουμέντα "βλάπτει το εθνικό συμφέρον" και ζητά απ’ την Εφορία την απόσυρσή τους ... ". Αναφορικά με το παραπάνω δημοσίευμα στην εφημερίδα, για το οποίο ο ενάγων Κ. Μ. αιτιάται ότι λόγω του περιεχομένου του συγκροτείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης που τελέστηκαν σε βάρος του και είναι προσβλητικό για την προσωπικότητά του για την τιμή και την υπόληψή του, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι αυτός, στις 2 Μαΐου 1974, διορίστηκε από το δικτατορικό καθεστώς που κυβερνούσε τότε την Ελλάδα και συγκεκριμένα από τον επικεφαλής Διοικητή της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, .......... με απόφαση του ίδιου του τότε Πρωθυπουργού ............... (ΦΕΚ τεύχος Β, φύλλο 461 της 2-5-1974), ως Πρόεδρος του επταμελούς Διοικητικού Συμβουλίου του ............. με τριετή θητεία, θέση που βρισκόταν εκτός των πανεπιστημιακών του καθηκόντων. Ο ανωτέρω ανέλαβε τη θέση αυτή οικειοθελώς και με τον σημαντικό για τα δεδομένα της εποχή εκείνης μισθό των 5.000 δραχμών, καθορισμένο από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό (ΦΕΚ τεύχος Β, φύλλο 642/1974, βλ. το προσαγόμενο φύλλο της 30-6-1974 της εφημερίδος..). Λόγω της θέσης, που το ως άνω δικτατορικό καθεστώς του εμπιστεύθηκε, ως επικεφαλής της κρατικής ραδιοτηλεόρασης, του μοναδικού τότε ηλεκτρονικού φορέα που αποτελούσε τον επίσημο κήρυκα της δικτατορίας και το βασικό προπαγανδιστικό μηχανισμό, αφού μπορούσε να ασκήσει και να μεταφέρει την προπαγάνδα του καθεστώτος στο τελευταίο χωριό και σπίτι της ελληνικής επικράτειας, συνέβαλε και αυτός στη λειτουργία και στον προπαγανδιστικό μηχανισμό του καθεστώτος, αφού και μόνο η ανάληψή της καίριας και ηγετικής, από απόψεως πολιτικής, αυτής θέσης, συνιστούσε υποβοήθηση του καθεστώτος στην εφαρμογή της πολιτικής του και αποδείκνυε τους δεσμούς εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Ακόμη και το εκδιδόμενο από την ..... εβδομαδιαίο περιοδικό "................" αντί να ασχολείται με τα προγράμματα ή με σχετικά θέματα, αποτελούσε ευθέως προπαγανδιστικό έντυπο του καθεστώτος (βλ. προσαγόμενο αντίτυπο του ως άνω περιοδικού τεύχος 219/1247 της 21-27 Απριλίου 1974, με εξώφυλλο το έμβλημα της δικτατορίας). Η θητεία του ενάγοντος ως προέδρου του ... τερματίστηκε στις 23 Ιουλίου 1974, όχι λόγω υποβολής εκ μέρους του παραίτησης ή επίκλησης κάποιου προσωπικού λόγου, όπως γίνεται συχνά όταν αναζητείται ένας εύσχημος τρόπος για να υποβάλει κάποιος την παραίτησή του, αλλά λόγω της κατάρρευσης του στρατιωτικού καθεστώτος μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την τραγωδία που επακολούθησε. Στη συνέχεια τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του ..........., η οποία εξέδωσε την 3/3-9-1974 Συντακτική Πράξη "περί αποκαταστάσεως της νομιμότητας εις τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα". Βάσει του άρθρου 10 της πράξης αυτής, συνεστήθη ειδικό πειθαρχικό συμβούλιο για να εξεταστούν περιπτώσεις ακαδημαϊκών, οι οποίοι συνεργάστηκαν με τη δικτατορία με τέτοιο τρόπο, που δεν δικαιολογούνταν από τα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα, προκειμένου, και εφόσον διαπιστωνόταν τέτοιου είδους δραστηριότητα, να τους επιβληθεί η ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης. Μεταξύ των υποθέσεων που παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση ενώπιον του Ειδικού Πειθαρχικού Συμβουλίου, με υπ’ αριθμ. 524/15-2-1975 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Παιδείας, παραπέμφθηκε και η υπόθεση του ενάγοντος προκειμένου να ερευνηθεί η δράση αυτού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του ..... Το Συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση της 17 Ιουνίου 1975, μετά από εξέταση της υπόθεσης, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 53/1975 απόφαση δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 156/6-9-1975, τεύχος Παραρτήματος (σελ. 1130 - 1132), με βάση την οποία επεβλήθη στον ενάγοντα κατά πλειοψηφία η πειθαρχική ποινή της "επί τρίμηνον προσωρινής απολύσεως". Στην απόφασή του αυτή οδηγήθηκε το Συμβούλιο κρίνοντας ότι "η θέσις του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ... είναι θέσις καιρία από απόψεως πολιτικής, μάλιστα δε υπό καθεστώς ανελεύθερον, το οποίον προσεπάθει δια των μέσων μαζικής επικοινωνίας να παραποιή την αλήθειαν και να αποπροσανατολίζη τον λαόν από το πολιτικόν πρόβλημα της Χώρας" ότι "η δικτατορική κυβέρνησις κινούμενη εντός του γενικώτερου πλαισίου της επιδιώξεως όπως, προς παραπλάνησιν της κοινής γνώμης περί της επιδοκιμασίας του κρατούντος καθεστώτος υπό του λαού και ιδία των πνευματικών ηγητόρων αυτού, τοποθετή εις καιρίας και νευραλγικός δημόσιας κ.λ.π. θέσεις ανθρώπους του πνεύματος και των επιστημών, μάλιστα δε πανεπιστημιακούς δασκάλους, επέλεξε δια την θέσιν ταύτην τον εγκαλούμενον, ούτινος ετέρωθεν η επιλογή, ως και η εκ μέρους του αποδοχή της θέσεως ταύτης αποδεικνύει τη μεταξύ αυτού και παραγόντων της δικτατορίας ύπαρξιν αμοιβαίων δεσμών εμπιστοσύνης" και κατέληγε (Συμβούλιο) ότι "...η υπό του εγκαλουμένου αποδοχή της ρηθείσης θέσεως, ής τα καθήκοντα εξήρχοντο, ως εκ του αντικειμένου των, του κύκλου των συνήθων και κατά κοινήν πείραν νομίμων, εκτός του πανεπιστημίου, καθηκόντων του, στοιχειοθετεί το κατά το άρθρο 10 παρ. 2 της συντακτικής πράξεως της 3.9.74 πειθαρχικόν παράπτωμα της συνεργασίας μετά του δικτατορικού καθεστώτος". Ο ενάγων επιχειρώντας να ανατρέψει την ως άνω σε βάρος του απόφαση, προσέφυγε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και άσκησε αίτηση ακυρώσεως που συζητήθηκε στην Ολομέλεια, εξεδόθη δε η υπ’ αριθμ. 3154/1976 απόφαση, η οποία απέρριψε την παραπάνω αίτηση του ενάγοντος, καταλογίζοντας μάλιστα στον ενάγοντα ότι η εκ μέρους του αποδοχή αυτής της θέσεως, του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του ... συνιστούσε το πειθαρχικό παράπτωμα της πολιτικής συνεργασίας μετά του δικτατορικού καθεστώτος και υποβοήθησης των επιδιώξεών του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων όταν εκλέχθηκε και ανέλαβε την παραπάνω εξόχως πολιτική και σημαντική θέση, ήταν τότε μόλις ηλικίας 36 ετών, στην αρχή της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας, ως καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας, και ως εκ τούτου το έργο του, δεν ήταν ακόμη τόσο σημαντικό, ώστε να δικαιολογείται η επιλογή του για τη θέση αυτή, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι οι σπουδές του δεν σχετίζονταν επαγγελματικά με την ενημέρωση και επικοινωνία που αποτελούν το θεμέλιο λίθο της ως άνω θέσης που κατέλαβε. Η εξαιτίας της αποδοχής της ως άνω θέσεως, καταδίκη του ενάγοντος για την πολιτική του συνεργασία με το δικτατορικό καθεστώς και την υποβοήθηση αυτού στην εφαρμογή της πολιτικής του και συμβολή στην μετά κύρους προβολή αυτού ανεξαρτήτως αν παρέσχε ή μη συγκεκριμένες υπηρεσίες προς το καθεστώς τούτο, ενώ ως ακαδημαϊκός δάσκαλος είχε την ηθική υποχρέωση να αποφύγει οποιαδήποτε ενέργεια παρέχουσα υποστήριξη στη δικτατορία (βλ. σκεπτικό απόφασης ΣΤΕ), υπήρξε ένα από τα βασικά στοιχεία που ακολουθούσαν τη δημόσια εικόνα του. Μάλιστα, αντιδράσεις υπήρξαν όταν φημολογείτο ο διορισμός του σε ανώτατη θέση στο κέντρο Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμορφώσεως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (βλ. προσαγόμενα από 10-8-1979 φύλλα των εφημερίδων "..." και τα "...."). Επίσης και το 1985 σε συνεδρίαση του εκλεκτορικού σώματος του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, και κατά την αποχώρηση του ενάγοντος αναφέρθηκε η τιμωρία αυτού "για συνεργασία του με τη χούντα" (βλ. προσαγόμενο από 19-12-1985 φύλλο της εφημερίδας "...."). Και ουδείς βέβαια μπορεί να αμφισβητήσει την πορεία του ενάγοντος στα μετά τη δικτατορία χρόνια, την ευδόκιμη πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία καθώς και τις δημόσιες και εθνικοθρησκευτικού περιεχομένου δραστηριότητές του (συμμετοχή σε συνέδρια και σεμινάρια, μέλος επιτροπών, βλ. προσαγόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα). Πλην όμως, ο ενάγων αναλαμβάνοντας μία δημόσια και επ’ αμοιβή θέση, ήτοι αυτή του Προέδρου της Εφορίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ άρθρα 8 και 35 ν. 1946/1991), του κατά νόμο όργανου διοίκησης, καθίσταται εξ ορισμού δημόσιο πρόσωπο, εκτιθέμενο στο δημόσιο έλεγχο, πολύ δε περισσότερο στη δημόσια κριτική, που είναι υποχρεωμένος να υπομένει ακόμη και όταν είναι αυστηρή, όχι μόνο για τις πράξεις και τις παραλείψεις του αλλά και για το παρελθόν του. Η πρώτη δε εκκαλούσα λόγω της ιδιότητάς της ως επιχείρησης ΜΜΕ έχει δικαίωμα και καθήκον να πληροφορεί και να ενημερώνει το κοινό για τις πράξεις και παραλείψεις δημοσίων προσώπων καθώς και για τα θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος της κοινωνικής ζωής του τόπου. Αλλωστε το επίδικο άρθρο δεν αποτελεί μια βιογραφία του ενάγοντος, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην προσωπική του ζωή ή στην επιστημονική του πορεία, πολύ δε περισσότερο ότι με το επίμαχο αρθογράφημα δεν προσδίδονται στον ενάγοντα στοιχεία επαγγελματικής ανεπάρκειας και ήσσονος ικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατέθηκαν, αλλά γίνεται μία ιστορική αναδρομή για την περίοδο εκείνη και τίθεται το ερώτημα αν είναι δυνατόν ένα άτομο το οποίο συνεργάστηκε με τη δικτατορία, να μπορεί να αναλάβει τα κλειδιά της θεσμικής συλλογικής μνήμης της χώρας και μάλιστα όταν ακόμη παραμένει ανοικτή η ιστοριογραφική διαπραγμάτευση της περιόδου εκείνης. Η κριτική δηλαδή στο ως άνω δημοσίευμα εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο στη συμπεριφορά και παρουσία του ενάγοντος ως δημόσιου προσώπου κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα της διακυβέρνησης της χώρας από το δικτατορικό καθεστώς και προ της κατάρρευσης αυτού, έχοντας την άποψη οι συντάκτες του δημοσιεύματος ότι η δημόσια θέση που κατείχε ο ενάγων επί δικτατορίας τον καθιστούσε ακατάλληλο για το νέο αξίωμά του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η φράση "Όπως δεν θα μπορούσε ο Μ. να διοριστεί εκπαιδευτής της ΕΛ.ΑΣ, έτσι κι ένα επιτελικό στέλεχος της χουντικής προπαγάνδας δεν μπορεί να κρατά τα κλειδιά της θεσμικής μνήμης της χώρας" είναι μία άποψη (αξιολογική κρίση) και χρησιμοποιήθηκε στο δημοσίευμα ως πολιτικός χαρακτηρισμός που διαλαμβάνει απλώς και μόνο κρίσεις, ως προς τη συνόλη κοσμοθεωρητική και οντολογική αντίληψη και θεώρηση των συντακτών του, προκειμένου δηλαδή να αποδοθεί στο δημοσίευμα ορισμένη ιδεολογία, που αρμόζει κατά την κρίση του συντάκτη στις απόψεις που προβάλλει. Η υπάρχουσα δε φωτογραφία του δικτάτορα ......., περιβαλλόμενο μόνο από στρατιωτικούς, αναφέρεται στην περίοδο εκείνη, αφού το όλο ζήτημα που το επίδικο άρθρο πραγματεύεται αφορά την ανάληψη από τον ενάγοντα των καθηκόντων του επί της εποχής της στρατιωτικής δικτατορίας του ......, ενώ η λεζάντα που συνοδεύει τη φωτογραφία δεν αναφέρει κάποιο ισχυρισμό, αλλά αναφέρεται ακριβώς στη φωτογραφία που απεικονίζεται. Έτσι δεν είναι δυνατή η, από τον αναγνώστη, ταύτιση του ενάγοντα με τη φωτογραφία αυτή. Άλλωστε, είναι σύνηθες να εικονογραφείται ένα δημοσιογραφικό κείμενο με τη φωτογραφία του βασικού πρωταγωνιστή της ιστορικής περιόδου στην οποία το δημοσίευμα αναφέρεται. Με βάση τα ως άνω, οι εναγόμενοι συντάκτες του επίδικου δημοσιεύματος, έχοντες επωμισθεί την ευθύνη της επιλογής του περιεχομένου του συγκεκριμένου εντύπου, μετά από επισταμένη και λεπτομερή δημοσιογραφική έρευνα σκοπεύοντας στην ανάδειξη του γεγονότος της ανάμιξης του ενάγοντος στα προαναφερόμενα πολιτικά και ιστορικά συμβάντα, διέθεσαν στοιχεία και πληροφορίες για τον πολιτικό χαρακτήρα του διορισμού του και για την ως εκ τούτου πολιτική του συνεργασία και ανάμιξη με το δικτατορικό καθεστώς, ανεξαρτήτως αν αυτή αξιολογείται σοβαρή ή όχι και αν τα θέματα στη λήψη των αποφάσεων των οποίων συμμετείχε ο ενάγων ήταν, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, καθαρώς υπηρεσιακής φύσεως και πολιτικώς άχροα (βλ. περί αυτού και την κατάθεση του μάρτυρος ενάγοντος Μ. Σ. ότι οι αρμοδιότητες του ενάγοντος, ως Προέδρου του ....., ήταν κυρίως οικονομικής διαχειριστικής και υπηρεσιακής φύσεως). Μη υπάρχοντος λοιπόν, ισχυρισμού ή διάδοσης ψευδούς γεγονότος σε βάρος του ενάγοντος ή έκφρασης γνώμης κρίσης και χαρακτηρισμού που να σχετίζεται με τέτοιο γεγονός (ψευδές) και πολύ περισσότερο μη έχοντες οι συντάκτες του δημοσιεύματος την παραμικρή αμφιβολία για την ακρίβεια των στοιχείων αυτών και κατά μείζονα λόγο γνώση της αναλήθειάς τους, ώστε να τίθεται ζήτημα ύπαρξης πρόθεσης μέσω της δημοσίευσής τους να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και να προσβάλλουν παράνομα την προσωπικότητά του δεν στοιχειοθετείται εξ υποκειμένου και αντικειμένου η άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ). Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό και με τον τρόπο διατύπωσης του επίδικου δημοσιεύματος δεν προκύπτει ούτε σκοπός δυσφήμησης του ενάγοντος, αφού με τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου από μέρους των εναγομένων επιδιώχθηκε η ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, με αφορμή το διορισμό του ενάγοντος στην πιο πάνω δημόσια θέση. Προς τούτο επέλεξαν κατ’ απόλυτη κρίση το θέμα που δεοντολογικώς έπρεπε να δημοσιευθεί στην εφημερίδα για την προσήκουσα ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού και τον τρόπο παρουσιάσεώς του για γεγονός που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, ήτοι την τοποθέτηση του ενάγοντος στην κορυφή της πυραμίδας μίας αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας. Και μπορεί μεν το επίμαχο δημοσίευμα να έχει δριμύ δημοσιογραφικό ύφος και οι πιο πάνω αναφορές σε ορισμένα σημεία να είναι έντονες ίσως και υπερβολικές, πλην όμως δεν συνιστούν δυσφημηστικά γεγονότα προσβλητικά της προσωπικότητας του ενάγοντος και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο προς πραγμάτωση του σκοπού της άσκησης του δικαιώματος των εναγομένων, οι δε τελευταίοι ενήργησαν καλόπιστα κατά την ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός των, ως δημοσιογράφοι, στο πλαίσιο του δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος της μετάδοσης πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος, που πηγάζει από το άρθρο 14 παρ. 2 του Συντάγματος, και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και τους νόμους περί ελευθερίας του τύπου, τηρώντας το καθήκον αλήθειας και έρευνας των ειδήσεων που πρέπει να διέπει τη λειτουργία των ΜΜΕ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία η προβληθείσα από τους εναγομένους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση, την οποία επαναφέρουν και στην παρούσα δίκη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, στην άρνηση της οποίας, ως προς την αλήθεια των επίδικων ισχυρισμών στο δημοσίευμα, περιορίστηκε ο ενάγων. Ενώ, τέλος, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε και σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος μέσω του πιο πάνω δημοσιεύματος. Περαιτέρω, δεν παραβιάσθηκε ο νόμος περί προσωπικών δεδομένων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αφού επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από δημοσιογράφους (άρθρο 7 παρ. 2 περ. Ζ του ν. 2472/ 1997), όταν η αναφορά γίνεται σε πρόσωπα στα οποία έχει αποδοθεί δημόσια εξουσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος εκλέχθηκε για τη θέση του Προέδρου του φορέα συλλογής και διαφύλαξης της εθνικής μνήμης των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Με το παραπάνω λοιπόν δημοσίευμα δεν προσεβλήθη η προσωπικότητα του ενάγοντος και δεν παραβιάστηκε κάποια από τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας απόφασης, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της ασκηθείσας αγωγής του και η επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη, την οποία δήθεν υπέστη από το δημοσίευμα αυτό, το οποίο αντιθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγινε με αποκλειστικό σκοπό την πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, με δυσμενείς έστω για τον ενάγοντα εκφράσεις, αλλά χωρίς παραμόρφωση του υλικού που συνιστούσε την είδηση".
Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ, 361, 362, 363, 367 ΠΚ και 7 παρ. 2 ν.2472/97, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα α) της καταφάσεως της προβληθείσας (κατ’ ένσταση) από τους αναιρεσιβλήτους περιπτώσεως άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της επιδειχθείσας συμπεριφοράς τους, η οποία κρίθηκε αφενός ότι δεν φέρει το χαρακτήρα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, και αφετέρου ότι εγένετο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον β) της μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της περί υπάρξεως σκοπού εξυβρίσεως ....ενστάσεως του άρθρου 367 παρ. 2β ΠΚ και γ) της ουσιαστικής αβασιμότητας της, από τον αναιρεσείοντα προταθείσας και επί των διατάξεων του άρθρου 5 και 7 παρ. 2 εδαφ.. ζ ν. 2472/1997 θεμελιωθείσας, αντενστάσεως (επεξεργασία προσωπικών δεδομένων αναιρεσείοντος καθ’ υπέρβαση του αναγκαίου για την πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού σκοπού) δεχθείσα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, Ι) ως προς μεν το πρώτο (ζήτημα) αφενός ότι τα διαλαμβανόμενα στο επίδικο δημοσίευμα "δεν θεμελιώνουν εξ υποκειμένου και αντικειμένου την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρθ. 363 ΠΚ)", η οποία θα καθιστούσε ανεπίτρεπτη την ευδοκίμηση (προβολή) της προταθείσας από τους αναιρεσιβλήτους προς άρση του αδίκου χαρακτήρα της επιδειχθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, από το άρθρο 367 παρ. 1 εδαφ. γ ΠΚ ενστάσεως, και αφετέρου ότι συντρέχει η επικληθείσα προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως περίπτωση, συνισταμένη στην ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) για την καταχώρηση του επίδικου δημοσιεύματος με τις υποστηρίζουσες τις παραδοχές αυτές αιτιολογίες ότι "Μη υπάρχοντος ισχυρισμού ή διάδοσης ψευδούς γεγονότος σε βάρος του ενάγοντος ή έκφρασης γνώμης κρίσης και χαρακτηρισμού που να σχετίζεται με τέτοιο γεγονός (ψευδές) και πολύ περισσότερο μη έχοντες οι συντάκτες του δημοσιεύματος την παραμικρή αμφιβολία για την ακρίβεια των στοιχείων αυτών και κατά μείζονα λόγο γνώση της αναλήθειάς τους, ώστε να τίθεται ζήτημα ύπαρξης πρόθεσης μέσω της δημοσίευσής τους να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και να προσβάλλουν παράνομα την προσωπικότητά του δεν στοιχειοθετείται εξ υποκειμένου και αντικειμένου η άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ) ... Περαιτέρω (αποδείχθηκε) ότι η πρώτη εκκαλούσα (αναγομένη-αναιρεσίβλητη) λόγω της ιδιότητάς της ως επιχείρησης ΜΜΕ, έχει δικαίωμα και καθήκον να πληροφορεί και να ενημερώνει το κοινό για τις πράξεις και παραλείψεις δημοσίων προσώπων καθώς και για τα θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος της κοινωνικής ζωής του τόπου... ενώ οι λοιποί εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) συντάκτες του επίδικου δημοσιεύματος, έχοντες επωμισθεί την ευθύνη της επιλογής του περιεχομένου του συγκεκριμένου εντύπου, μετά από επισταμένη και λεπτομερή δημοσιογραφική έρευνα, σκοπεύοντας στην ανάδειξη του γεγονότος της ανάμιξης του ενάγοντος στα προαναφερόμενα πολιτικά και ιστορικά συμβάντα, διέθεσαν στοιχεία και πληροφορίες για τον πολιτικό χαρακτήρα του διορισμού του και για την ως εκ τούτου πολιτική του συνεργασία και ανάμιξη με το δικτατορικό καθεστώς, ανεξαρτήτως αν αυτή αξιολογείται σοβαρή ή όχι και αν τα θέματα στη λήψη των αποφάσεων των οποίων συμμετείχε ο ενάγων ήταν, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, καθαρώς υπηρεσιακής φύσεως και πολιτικώς άχροα".
ΙΙ) ως προς δε το δεύτερο ζήτημα (δεχθείσα) τη μη συνδρομή της, κατ’ αντένσταση, από τον αναιρεσείοντα προταθείσας περιπτώσεως αποκλεισμού της προβληθείσας ως άνω ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό και με τον τρόπο διατύπωσης του επίδικου δημοσιεύματος δεν προκύπτει ούτε σκοπός δυσφήμησης του ενάγοντος, αφού με τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου από μέρους των εναγομένων επιδιώχθηκε η ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, με αφορμή το διορισμό του ενάγοντος στην πιο πάνω δημόσια θέση ούτε και σκοπός εξύβρισης αυτού (ενάγοντος) αφού οι πιο πάνω αναφορές που διαλαμβάνονται σ’ αυτό δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο προς πραγμάτωση του σκοπού της άσκησης του δικαιώματος των εναγομένων, οι δε τελευταίοι ενήργησαν καλόπιστα κατά την ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός των, ως δημοσιογράφοι, στο πλαίσιο του δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος της μετάδοσης πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος, που πηγάζει από το άρθρο 14 παρ. 2 του Συντάγματος, και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και τους νόμους περί ελευθερίας του τύπου, τηρώντας το καθήκον αλήθειας και έρευνας των ειδήσεων που πρέπει να διέπει τη λειτουργία των ΜΜΕ".
ΙΙΙ) ως προς δε το τρίτο, τέλος, ζήτημα (δεχθείσα) τη μη συνδρομή περιπτώσεως παραβάσεως του ν. 2472/97 με την παραδοχή αφενός ότι είναι επιτρεπτή η από δημοσιογράφους, κατά την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, επεξεργασία των προσωπικών και ευαίσθητων δεδομένων προσώπων τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων "ο οποίος, αναλαμβάνοντας μία δημόσια και επί αμοιβή θέση, ήτοι αυτή του Προέδρου της Εφορίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (αρθ. 8 και 35 ν. 1946/1991), καθίσταται εξορισμού δημόσιο πρόσωπο, εκτιθέμενο στο δημόσιο έλεγχο, πολύ δε περισσότερο στη δημόσια κριτική, όχι μόνο για τις πράξεις και τις παραλείψεις του αλλά και για το παρελθόν του και αφετέρου ότι η εν λόγω επεξεργασία ήταν απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος αφού η καταχώρηση του επιδίκου δημοσιεύματος "έγινε με αποκλειστικό σκοπό την πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, με δυσμενείς έστω για τον ενάγοντα εκφράσεις αλλά χωρίς παραμόρφωση του υλικού που συνιστούσε την είδηση". Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες (από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού λόγου) προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-9-2014 και με αριθμ.καταθ.700/2014 αίτηση αναιρέσεως της 3676/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...