Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Επίκαιρα ζητήματα μεταναστευτικού δικαίου [Ι].

Η ανάλυση της Πρωτοδίκου Δ.Δ κ. Σίμου έχει περιεχόμενο 48 σελίδων σε μορφή word με πλούσιες παραπομπές σε υποσημειώσεις. Γι'  αυτό θα αναρτηθεί σε τρεις αναρτήσεις, όχι απαραιτήτως συνεχείς. Ευχής έργο είναι να ακολουθήσουν και οι ιστότοποι άλλων δικαστικών ενώσεων το παράδειγμα της Ε.Δ.Δ όπου φιλοξενούνται εξαιρετικές αναλύσεις των μελών της για κρίσιμα επίκαιρα ζητήματα της κοινωνικής πραγματικότητας.


Γράφει η κ. Μαρία Ασπασία Σίμου, Πρωτοδίκης Δ.Δ., Μ.Δ.Ε. Αστικού Δικαίου Ε.Κ.Π.Α., Master 2 de Droit Public, Paris 1 Panthéon-Sorbonne. ΠΗΓΗ. Θυμηθείτε και την ανάλυση του Προέδρου Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων κ. Β. Φαϊτά στην ανάρτηση "κράτηση μεταναστών και αντιρρήσεις".

Ακυρωτικές υποθέσεις κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών. Νομολογιακή πρακτική.

Όλες οι ακυρωτικές διαφορές που αναφύονται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, εν γένει, υπάγονται στην αρμοδιότητα του οικείου τριμελούς πρωτοδικείου, με πρόβλεψη άσκησης έφεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.  Πρόκειται, ενδεικτικά, για αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής, ανακλητικές αποφάσεις, αποφάσεις επιστροφής, αλλά και πράξεις επιβολής προστίμου σε βάρος αλλοδαπών  και εργοδοτών, εφόσον αποσκοπούν στη διασφάλιση της τήρησης των οικείων ρυθμίσεων.  Εξαιρούνται οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή διοικητικών πράξεων που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα και την κτήση και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου, με πρόβλεψη άσκησης έφεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.  
Α. Η προσωρινή δικαστική προστασία. Προνομιακό πεδίο στάθμισης αντικρουόμενων συμφερόντων. 
Όλες οι ακυρωτικές διαφορές που αναφύονται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, εν γένει, υπάγονται στην αρμοδιότητα του οικείου τριμελούς πρωτοδικείου, με πρόβλεψη άσκησης έφεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.  Πρόκειται, ενδεικτικά, για αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής, ανακλητικές αποφάσεις, αποφάσεις επιστροφής, αλλά και πράξεις επιβολής προστίμου σε βάρος αλλοδαπών  και εργοδοτών, εφόσον αποσκοπούν στη διασφάλιση της τήρησης των οικείων ρυθμίσεων.  Εξαιρούνται οι ακυρωτικές διαφορές που γεννώνται από την προσβολή διοικητικών πράξεων που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα και την κτήση και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου, με πρόβλεψη άσκησης έφεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.  

Α. Η προσωρινή δικαστική προστασία. Προνομιακό πεδίο στάθμισης αντικρουόμενων συμφερόντων. 

Ενόψει του ότι η άσκηση αίτησης ακύρωσης ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου δεν συνεπάγεται την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενδιαφερόμενος, πρέπει, με χωριστό δικόγραφο να αιτηθεί την αναστολή της εκτέλεσής της. Περαιτέρω, σύμφωνα με το εφαρμοστέο, ενόψει του ακυρωτικού χαρακτήρα των διαφορών, άρθρο 52 παρ. 5 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄8), ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης, όχι μόνο με το δικόγραφο της αίτησης αναστολής, αλλά και αυτοτελώς με χωριστή αίτηση. Η αίτηση αναστολής έχει χαρακτήρα παρακολουθηματικό του κύριου ενδίκου βοηθήματος και, επομένως, σε περίπτωση αναρμοδιότητας του δικαστηρίου για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης, θα πρέπει με απόφαση εν συμβουλίω (άρθρο 34 Α π.δ/τος 18/1989) να παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο η αίτηση αναστολής και η αίτηση ακύρωσης, χωρίς να αποκλείεται, στην περίπτωση αυτή, να χορηγηθεί και προσωρινή διαταγή, εωσότου η υπόθεση περιέλθει στο αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου να μη στερηθεί ο αιτών έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ενόψει, δε, του ότι με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται και η προσωρινή δικαστική προστασία έναντι των εκτελεστών διοικητικών πράξεων, η Διοίκηση οφείλει, όταν της κοινοποιηθεί αντίγραφο αίτησης αναστολής, με την οποία ζητείται, μάλιστα, να εκδοθεί και προσωρινή διαταγή, να απόσχει από κάθε ενέργεια, η οποία θα ήταν ικανή να ματαιώσει την επιδιωκόμενη από τον αιτούντα παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Στην περίπτωση, όμως, που η Διοίκηση, κατά παράβαση της υποχρέωσης αναμονής, προβεί στην εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, η αίτηση αναστολής είναι απορριπτέα, ανεξαρτήτως των τυχόν άλλων ευθυνών που υπέχουν τα αρμόδια όργανα.

Ι. Προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης υπό το φως μιας πραγματιστικής προσέγγισης του ακυρωτικού δικαστή.

Το Δικαστήριο, που κρίνει εν συμβουλίω την αίτηση αναστολής, μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον αποδεικνύεται, βάσει επίκαιρων αποδεικτικών στοιχείων, ότι η άμεση εκτέλεσής της θα προκαλέσει στον αιτούντα αλλοδαπό βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακύρωσης, συνιστάμενη στην ανατροπή των οικογενειακών, οικονομικών, κοινωνικών, επαγγελματικών και εν γένει βιοτικών δεσμών που έχει δημιουργήσει στη χώρα , ενόψει, ιδίως, της νόμιμης εισόδου και παραμονής του στη χώρα και της διακοπής του κύκλου των σχέσεων που έχει αναπτύξει στην πατρίδα του , αλλά και του κινδύνου ματαίωσης της διαδικασίας νομιμοποίησής του . Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η διάρκεια και η σταθερότητα των βιοτικών σχέσεων που έχουν δημιουργηθεί στη χώρα, αλλά και το αν αυτές δημιουργήθηκαν με νόμιμα δικαιολογητικά και όχι κατόπιν χρήσης πλαστών εγγράφων, οπότε δεν υφίσταται πραγματική κατάσταση χρήζουσα νομικής προστασίας.  Η ανωτέρω, όμως, βλάβη του αιτούντος αλλοδαπού σταθμίζεται, σε κάθε περίπτωση, με το δημόσιο συμφέρον, το οποίο μπορεί να παρουσιάζει τόσο επιτακτικό χαρακτήρα που να επιβάλλει την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως συμβαίνει, ιδίως, σε περιπτώσεις ποινικής καταδίκης του αιτούντος αλλοδαπού. Ενόψει, δε, των οριζόμενων στα άρθρα 9 του Συντάγματος και 8 της Ε.Σ.Δ.Α., κατά τη στάθμιση αυτή λαμβάνονται υπόψη κριτήρια όπως η φύση και σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο αλλοδαπός, αλλά και ο τρόπος, οι συνθήκες και ο χρόνος τέλεσής του, το ύψος της επιβληθείσας ποινής, το αν η καταδικαστική απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, αλλά και τα ελαφρυντικά που τυχόν αναγνώρισε το ποινικό δικαστήριο, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την τέλεση του αδικήματος και η συμπεριφορά του αλλοδαπού κατά το διάστημα αυτό, η διάρκεια της παραμονής του αλλοδαπού στη χώρα και η σταθερότητα των κοινωνικών, πολιτιστικών και οικογενειακών δεσμών που έχει αναπτύξει, η οικογενειακή του κατάσταση και, αν υπάρχουν τέκνα, η ηλικία και το βέλτιστο συμφέρον τους, η σοβαρότητα των δυσχερειών που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν η σύζυγος και τα τέκνα του αλλοδαπού στη χώρα στην οποία πρόκειται να απελαθεί, τα προβλήματα υγείας που ενδεχομένως αντιμετωπίζει ο ίδιος ή μέλη της οικογένειάς του  και, τέλος, τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά κάθε περίπτωσης. Για παράδειγμα, είναι διαφορετική η περίπτωση του αλλοδαπού που έχει καταδικαστεί για κλοπή ειδών πρώτης ανάγκης από σουπερμάρκετ, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενα ιδιαιτέρως μικρής αξίας  ή για κλοπή μοτοποδηλάτου σε ηλικία 19 ετών, μετά από δεκαεξαετή διαβίωση στην Ελλάδα. Ομοίως, διαφορετικά αντιμετωπίζεται ο αλλοδαπός ο οποίος καταδικάστηκε για άμεση συνέργεια σε παράνομη μεταφορά 98 υπηκόων τρίτης χώρας, από αυτόν που καταδικάστηκε για παράνομη μεταφορά μεταναστών, μεταξύ των οποίων ήταν συγγενείς του  ή όταν το ποινικό δικαστήριο δέχθηκε ότι τέλεσε το εν λόγω αδίκημα χωρίς σκοπό παράνομου κέρδους . Αλλά και στην περίπτωση παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών, είναι διαφορετική η περίπτωση του αλλοδαπού που καταδικάστηκε για συνέργεια σε απόπειρα πώλησης ναρκωτικών, από τον αλλοδαπό που καταδικάζεται για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών για ίδια αποκλειστικά χρήση. Περαιτέρω, έχει κριθεί, ενόψει, ιδίως, της φύσης του αδικήματος, αλλά πάντα σε στάθμιση με τις υπάρχουσες βιοτικές σχέσεις, ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση της απόφασης επιστροφής, σε περίπτωση καταδίκης του αλλοδαπού για επικίνδυνη σωματική βλάβη, για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, για χρήση πλαστού διαβατηρίου άλλου ευρωπαϊκού κράτους, ενόψει και του ότι το εν λόγω αδίκημα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, ή σε περίπτωση καταδίκης για σωρεία αδικημάτων και, συγκεκριμένα, για «κακόβουλη βλασφημία», «απειλή», «εξύβριση», «φθορά ξένης ιδιοκτησίας», «απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης» και παράβαση του ν. 2168/1993 «περί όπλων». Αντιθέτως, δεν ισχύει το ίδιο σε περίπτωση καταδίκης του αλλοδαπού για παράνομη είσοδο και διαμονή στη χώρα  ή για παράβαση του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας και απάτη (κατοχή με σκοπό την πώληση κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων)  ή για κατοχή πλαστού διαβατηρίου  ή για απείθεια, εξύβριση και παράβαση του Κ.Ο.Κ.  ή για παράβαση του νόμου περί εκδιδόμενων επ’ αμοιβή προσώπων. Εξάλλου, δεν θα πρέπει να κρίνεται ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, που αποκλείουν την αιτούμενη αναστολή, σε περιπτώσεις που απλώς βεβαιώνεται εκ μέρους των αρμόδιων αρχών η μη γνησιότητα συγκεκριμένων δικαιολογητικών ή μη έκδοσή τους από το αρμόδιο όργανο, όπως, για παράδειγμα, σε περίπτωση που σχηματίζεται σε βάρος του αλλοδαπού δικογραφία για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για πλαστογραφία μετά χρήσης, για υποβολή πλαστών δικαιολογητικών  ή για κατοχή και χρήση γνήσιου διαβατηρίου εκδοθέντος υπέρ άλλου προσώπου , εφόσον δεν προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα συνδεόμενο με τη γνησιότητα των εγγράφων , ούτε έχει απαγγελθεί σε βάρος του ποινική κατηγορία. Στα πλαίσια, πάντως, της στάθμισης αυτής, οι αρνητικές συνέπειες, είτε από την αποδοχή είτε από την απόρριψη της αίτησης αναστολής, μπορούν να «μετριαστούν» με την εισαγωγή κατάλληλου όρου στην απόφαση  ή με το χρονικό περιορισμό του ανασταλτικού αποτελέσματος, προκειμένου, για παράδειγμα, να ολοκληρωθεί η φοίτηση ανήλικου τέκνου σε ελληνικό σχολείο ή εωσότου εκδικασθεί η ποινική υπόθεση.  Περαιτέρω, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, εφόσον εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως βάσιμη, π.χ. σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας από τη Διοίκηση των διατάξεων του άρθρου 91 παρ. 11 του ν.3386/2005 περί περιοριστικής απαρίθμησης των αποδεικτικών στοιχείων διαμονής στη χώρα έως 31.12.2004  ή σε περίπτωση που η απόφαση επιστροφής κατέστη επιγενομένως μη νόμιμη, λόγω της αναδρομικής παράτασης της ισχύος της προσωρινής άδειας διαμονής του αιτούντος αλλοδαπού  ή σε περίπτωση μη τήρησης του τύπου της προηγούμενης ακρόασης πριν από την έκδοση απόφασης επιστροφής , χωρίς να αποκλείεται η πρόδηλη βασιμότητα να λειτουργεί ως επάλληλη αιτιολογία σε συνδυασμό με την προκύπτουσα βλάβη του αλλοδαπού.  Αντιθέτως, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αίτηση ακύρωσης είναι προδήλως αβάσιμη ή απαράδεκτη, π.χ. όταν ασκείται δεύτερη αίτηση ακύρωσης κατά της ίδιας πράξης  ή όταν ασκείται αίτηση ακύρωσης κατά μη εκτελεστής πράξης, Ομοίως, και σε περίπτωση άσκησης έφεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση αναστολής μπορεί να γίνει δεκτή, ανεξαρτήτως βλάβης, σε περίπτωση που η ασκηθείσα έφεση είναι προδήλως απαράδεκτη  ή προδήλως αβάσιμη

ΙΙ. Η έκταση της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας. Η χορήγηση της αναστολής ως μέσο προστασίας υφιστάμενης νομικής και πραγματικής κατάστασης.  

Η αίτηση αναστολής αποσκοπεί κυρίως στην προστασία μίας υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης, γι’ αυτό χωρεί, καταρχήν, κατά θετικών ατομικών διοικητικών πράξεων και όχι κατά πράξεων αρνητικού περιεχομένου. Και τούτο, διότι η αναστολή εκτέλεσης μίας αρνητικής πράξης, όπως είναι αυτή, για παράδειγμα, με την οποία απορρίπτεται αίτημα περί χορήγησης άδειας διαμονής, θα ισοδυναμούσε με την έκδοση πράξης θετικού περιεχομένου και δημιουργία νέας πραγματικής κατάστασης, κατ’ ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του Δικαστηρίου στα έργα της Διοίκησης. Στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, κατά περίπτωση, κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 8 του άρθρου 52 του π.δ/τος 18/1989 -η οποία προστέθηκε με το άρθρο 35 του ν.2721/1999 (ΦΕΚ Α΄112)- κάθε άλλο, πλην της αναστολής εκτέλεσης, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Ειδικότερα, ο διοικητικός δικαστής διατάσσει κατά κανόνα τη Διοίκηση να απέχει από τη λήψη μέτρων ερειδόμενων αποκλειστικά επί της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφερόμενων, ιδίως, στην εξαναγκασμένη απομάκρυνση του αιτούντος από τη χώρα, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη θετική ή αρνητική πράξη ή ενέργεια που θα είχε, για παράδειγμα, ως συνέπεια την αδυναμία πρόσβασης του αιτούντος στην άσκηση βιοποριστικής δραστηριότητας (π.χ. άρνηση επικόλλησης ενσήμων, άρνηση αποδοχής αναγγελίας πρόσληψης, αφαίρεση ή μη ανανέωση του βιβλιαρίου υγείας κλπ.). Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, σε περιπτώσεις αμιγώς αρνητικών πράξεων, όπως είναι η πράξη με την οποία απορρίπτεται το αίτημα του αλλοδαπού για χορήγηση διαβατηρίου, δεν είναι δυνατόν να διαταχθούν άλλα, πλην της αναστολής εκτέλεσης, μέτρα, διότι τα διατασσόμενα μέτρα δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή στη Διοίκηση της υποχρέωσης έκδοσης του διαβατηρίου, δηλαδή την πλήρη ικανοποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου, καθ’ υποκατάσταση της Διοίκησης, του υποβληθέντος και απορριφθέντος αιτήματος. Ομοίως, σε περίπτωση πράξης, με την οποία απορρίπτεται αίτημα χορήγησης θεώρησης εισόδου ή διαγραφής από τον Ε.Κ.ΑΝ.Α., τα διατασσόμενα μέτρα δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πραγματικής κατάστασης μη υφισταμένης κατά το χρόνο έκδοσης της ζημιογόνου για τον αιτούντα πράξης, ιδίως, όταν κατά το χρόνο έκδοσής της, ο αλλοδαπός βρίσκεται εκτός της ελληνικής επικράτειας, δίχως ουδέποτε να έχει εισέλθει σε αυτή, με αποτέλεσμα να μην προϋφίσταται πραγματική κατάσταση (δημιουργία κύκλου βιοτικών σχέσεων στην Ελλάδα) η οποία θα μπορούσε να προστατευθεί. Εξάλλου, ενόψει, ακριβώς, του ότι η χορήγηση της αναστολής αποσκοπεί μόνο στη διατήρηση υφιστάμενης νομικής και πραγματικής κατάστασης και όχι στη δημιουργία νέας, αν, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής, η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκτελεστεί, η αίτηση αναστολής εκτέλεσης είναι απορριπτέα . Στην περίπτωση, όμως, αυτή δεν αποκλείεται να εξετάσει το Δικαστήριο το αίτημα του αλλοδαπού για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής, κατά το μέρος που με αυτή διατάσσεται η εγγραφή του στον Ε.Κ.ΑΝ.Α., ώστε να είναι δυνατή η επανείσοδος και η παραμονή του στη χώρα, έως την εκδίκαση της εκκρεμούς αίτησης ακύρωσης.  Αλλά και σε περίπτωση που με την προσβαλλόμενη απόφαση ανακαλείται άδεια διαμονής, η ισχύς της οποίας έληξε πριν από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης, η αίτηση αναστολής στερείται αντικειμένου. 
Σε κάθε περίπτωση, κατά τα νομολογηθέντα , η χορηγούμενη αναστολή εκτέλεσης αναφέρεται στην αδυναμία εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης διά της διοικητικής οδού και δεν αφορά την ισχύ και το κύρος της. Επομένως, απόφαση διοικητικού δικαστηρίου χορηγούσα αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι επεκτείνεται και στις λοιπές προβλεπόμενες έννομες συνέπειες, τις συνδεόμενες με την ύπαρξη της προσβαλλόμενης πράξης, διότι, άλλως, η αναστολή εκτέλεσης θα οπλίζονταν, ανεπίτρεπτα κατά νόμο, με προσωρινό ακυρωτικό αποτέλεσμα.  Η χορήγηση, δηλαδή, της αναστολής εκτέλεσης μίας απόφασης (πχ. απορριπτικής του αιτήματος χορήγησης άδειας διαμονής) δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα μεταγενέστερης πράξης (π.χ. απόφασης απέλασης) που ερείδεται σε αυτή, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται το φαινόμενο έκδοσης ακόμη και αντιφατικών αποφάσεων, ιδίως, στις περιπτώσεις των αλλοδαπών που είναι συνήθως αποδέκτες περισσότερων δυσμενών πράξεων. Ενόψει αυτού, είναι ευτυχές, ότι, βάσει των νεότερων διατάξεων του ν.3907/2011 «Ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ "σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη - μέλη  για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών" και λοιπές διατάξεις.» (ΦΕΚ Α΄7), σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, η αρμόδια αρχή εκδίδει απόφαση επιστροφής του υπηκόου τρίτης χώρας, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης απόρριψης του αιτήματος διαμονής ή ανάκλησης του τίτλου διαμονής (άρθρο 21 παρ. 1), ενώ ορίζεται ρητώς ότι «5….δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης επιστροφής για υπήκοο τρίτης χώρας για τον οποίο έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή ή απόφαση διοικητικού πρωτοδικείου για την αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης, που αφορά την απόρριψη αιτήματος έκδοσης ή ανανέωσης άδειας διαμονής ή την ανάκληση άδειας διαμονής, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.» (άρθρο 21 παρ. 5).
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 9 και 10 του άρθρου 52 του π.δ/τος 18/1989, «αίτηση ανάκλησης» χωρεί μόνο κατά απόφασης, με την οποία γίνεται δεκτή η αίτηση αναστολής , ενώ, εάν έχει απορριφθεί η αίτηση αναστολής, είναι δυνατή η υποβολή «νέας αίτησης».  Σε κάθε περίπτωση, τόσο η αίτηση ανάκλησης, όσο και η νέα αίτηση ασκούνται παραδεκτώς, εφόσον είτε προσκομισθούν νεότερα, ενόψει του χρόνου έκδοσής τους, κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά το χρόνο εκδίκασης της αρχικής αίτησης αναστολής, είτε μεταβληθούν τα δεδομένα, βάσει των οποίων εκδόθηκε η αρχική απόφαση του Δικαστηρίου.  Αντιθέτως, δεν δικαιολογεί την επάνοδο του Δικαστηρίου προς νέα κρίση μόνη η επίκληση πλημμελειών της αρχικής απόφασης , ακόμη και αν πρόκειται για νομικές πλημμέλειες που προβάλλονται με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ακύρωσης, μεταγενέστερο της δεύτερης αίτησης αναστολής, διότι διαφορετική λύση θα καθιστούσε κενή περιεχομένου την προσωρινή δεσμευτικότητα των αποφάσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...