Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Κακή χρήση διακριτικής ευχέρειας. Παράβαση καθήκοντος νομάρχη. Non bis in idem.

I). Περίληψη. Καταδικαστική απόφαση νομάρχη για παράβαση καθήκοντος (υπέρβαση ακραίων ορίων διακριτικής εξουσίας). Στοιχεία εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών για πραγματική πλάνη, νομική πλάνη και σύγκρουση καθηκόντων που αποκλείει τον καταλογισμό. Δυνατός ο μη καταλογισμός της πράξεως στο δράστη, όταν αυτός παραβαίνει νομικό καθήκον υπό το κράτος αβάσταχτης ψυχικής πιέσεως. Ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem δεν ήταν νόμιμος και ορθώς δεν απαντήθηκε. Ορθώς, για την ενοχή του κατηγορουμένου, λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, εφόσον το περιεχόμενο τους προέκυπτε από άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν προσβάλλεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη από δημοσιεύματα δια του Τύπου κατά τη διάρκεια της δίκης, εφόσον αυτά δεν συνάπτονται με κάποια παράλειψη του δικαστηρίου. Απόρριψη λόγων για απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.

Άρειος Πάγος 1495/ 2012, Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.


Κατά το άρθρο 259 ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, και τέτοιος είναι και ο Νομάρχης, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Εάν δε κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοικήσεως, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοικήσεως, της ισότητας και της εξυπηρετήσεως του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που, αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε ο νόμος, όταν, δηλαδή, είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου. Τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας του υπαλλήλου δεν προκαθορίζονται γενικώς, αλλά κρίνονται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο αναλόγως των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης πράξεως του υπαλλήλου
Περαιτέρω, το άρθρο 57 α του Αγορανομικού Κώδικα (Ν.Δ. 136/1946), όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των επίμαχων αγορανομικών παραβάσεων (6-3-2000 μέχρι 5-4-2001), ορίζει ότι: "1 Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του νόμου αυτού και των διατάξεων που εκδίδονται σε εκτέλεση του και που αναφέρονται: α) ... β) σε νόθευση τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 4 και 5 του νόμου αυτού και του άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα και γ) ... ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης, να επιβάλλει στο φορέα της επιχείρησης πρόστιμο από 50.000 - έως 10.000.000 δραχμές. 2. Η απόφαση εκδίδεται μετά σύμφωνη γνώμη, για την ύπαρξη παράβασης των διατάξεων της παρ. 1, της αρμόδιας Αγορανομικής Επιτροπής, η οποία συνέρχεται και γνωμοδοτεί υποχρεωτικά μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο Υπουργός σε κάθε περίπτωση και αφού προηγούμενα η Επιτροπή καλέσει εγγράφως προ σαράντα οκτώ ωρών τον ενδιαφερόμενο να εκθέσει τις απόψεις του. 3. Για τα κέντρα ή επιχειρήσεις που λειτουργούν εκτός της περιφέρειας του Νομού Αττικής την αρμοδιότητα αυτή, των παραγράφων 1 και 2 έχουν οι κατά τόπους αρμόδιοι κατά περίπτωση Νομάρχες και οι οικείες Αγορανομικές Επιτροπές. 4. Σε περίπτωση νέας παράβασης των διατάξεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την προηγούμενη παράβαση, τα όρια των κυρώσεων της παραγράφου 1 διπλασιάζονται". Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 57 α του Ν.Δ. 136/1946, πλην άλλων, προκύπτουν και τα εξής: α) Τα όρια του προστίμου, που προβλέπεται για την περίπτωση παραβάσεως, η οποία αναφέρεται σε νόθευση τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες, όπως αυτά (όρια) αναπροσαρμόστηκαν με την Α2 3422/9/25-4-1991 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, ήταν, κατά το χρονικό διάστημα τελέσεως των επίμαχων παραβάσεων του Χ. Κ., το μεν ελάχιστο 50.000 δραχμές (δηλαδή 146,74 ευρώ), το δε ανώτατο 10.000.000 δραχμές (δηλαδή 29.347,03 ευρώ). Σε περίπτωση δε νέας όμοιας παραβάσεως μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την προηγουμένη παράβαση, τα όρια του πιο πάνω προστίμου διπλασιάζονται, δηλαδή το ελάχιστο όριο των 146,74 ευρώ γίνεται 293,48 ευρώ και το ανώτατο όριο των 29.347,03 ευρώ γίνεται 58.694,06 ευρώ και β) στην περίπτωση επιχειρήσεων που λειτουργούν εκτός της περιφέρειας του Νομού Αττικής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αρμοδιότητα επιβολής και καθορισμού του ύψους του προστίμου έχει ο οικείος Νομάρχης και οι οικείες Αγορανομικές Επιτροπές.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα. Η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στη Θεσσαλονίκη την 11-1-2005, ενώ ήταν υπάλληλος με πρόθεση παραβίασε τα καθήκοντα της υπηρεσίας έχοντας σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, ενώ με τις αποφάσεις υπ' αριθ. 16/737/31-1-2002, 16/1544/28-2-2002, 16/1545/28-2-2002, 16/750/28-2-2002, 16/7321/10-9-2002 του προηγούμενου Νομάρχη Θεσσαλονίκης μετά από τη σύμφωνη γνώμη της Νομαρχιακής Επιτροπής Εμπορίου Θεσσαλονίκης κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57α παρ 1 β, 2, 3, 4 ΝΔ 136/1946 επιβλήθηκαν πρόστιμα ύψους 20.000, 29.000, 20.000, 10.000, 10.000 ευρώ αντιστοίχως, συνολικά ανερχόμενα σε 89.000 ευρώ, στον Χ. Κ. του Γ., ο οποίος στη ... διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων επί της οδού ..., δεδομένου ότι σε ελέγχους που από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης διενεργήθηκαν στην ανωτέρω επιχείρηση την 6-3-2000, την 13-10-2000, την 9-12-2000 και την 5-4-2001 διαπιστώθηκαν παραβάσεις που συνιστούν νοθεία των διατιθέμενων στην κατανάλωση υγρών καυσίμων και ιδίως του πετρελαίου κίνησης, ενώ επιπλέον αυτές οι παραβάσεις είχαν τελεστεί εντός διαστήματος 12 μηνών με συνέπεια τα προβλεπόμενα όρια του επιβαλλόμενου στον παραβάτη προστίμου να καθορίζονται πλέον αυξημένα στο διπλάσιο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρου 57α παρ.1 και 4 ΝΔ 136/1946, ενώ από το Χ. Κ. του Γ. εναντίον των υπ' αριθμ. 16/750/28-2-2002, 16/1544/28-2-2002, 16/1545/28-2-2002 αποφάσεων είχε ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, επιπλέον δε ο προαναφερόμενος εναντίον όλων των ανωτέρω αποφάσεων είχε ασκήσει προσφυγές ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου και οι σχετικές υποθέσεις τελούσαν υπό δικαστική διερεύνηση, παρά την πληροφόρηση που προερχόταν από το υπ' αριθμ. 31124/9-12-2003 έγγραφο του αρμοδίου νομικού συμβούλου της νομικής υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης που διαλαμβάνει το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 1 Ν 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας), σύμφωνα με το οποίο η προβλεπόμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδική διοικητική ή ενδικοφανής προσφυγή αποκλείει την υποβολή αιτήσεως θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής, ενώ επιπροσθέτως στο ίδιο έγγραφο της νομικής υπηρεσίας αναφέρεται επί λέξει "... Επομένως, η από 3-10-2003 "αίτηση θεραπείας-ιεραρχική προσφυγή" του κ. Χ. Κ. είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη, υπό την έννοια ότι η Διοίκηση δεν έχει νομική υποχρέωση να την εξετάσει και μάλιστα εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας ...", ενώ εκ μέρους της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης συντάχθηκε αρχικώς το υπ' αριθμ. 16710542/26-11-2003 και ακολούθως το υπ' αριθμ. 16/270/26-1-2004 έγγραφο του διευθυντή της υπηρεσίας αυτής που απευθυνόταν στον Χ. Κ. του Γ. και μέσω αυτών διατυπωνόταν η άποψη ότι αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής λόγω προβλέψεως ειδικής διοικητικής ή ενδικοφανούς προσφυγής και ενώ με την υπ' αριθμ. 2841/30-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η προσφυγή του Χ. Κ. του Γ. κατά της υπ' αριθμ. 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του προηγούμενου Νομάρχη Θεσσαλονίκης ο ως άνω κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως Νομάρχη Θεσσαλονίκης, παρότι γνώριζε όλα τα ανωτέρω, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 18/168/11-1-2005 απόφασή του μέσω της οποίας μεταρρύθμισε τις αναφερόμενες παραπάνω πέντε αποφάσεις επιβολής προστίμων στον Χ. Κ. του Γ. μειώνοντας τα σχετικά ποσά και καθορίζοντας αυτά στο ύψος των 1.000 ευρώ για κάθε μία από τις αποφάσεις αυτές κατά τρόπο ώστε το ποσό των 89.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στο συνολικό ύψος των προστίμων που είχαν επιβληθεί με τις συγκεκριμένες πέντε αποφάσεις του προηγούμενου Νομάρχη Θεσσαλονίκης μέσω της ανωτέρω μεταγενέστερης αποφάσεως του Νομάρχη Θεσσαλονίκης να διαμορφωθεί στο ύψος των 5.000 ευρώ με συνέπεια με τον προσδιορισμό των προστίμων πλέον εγγύτερα προς το ελάχιστο νόμιμο όριο να μην προάγεται, αλλά να αναιρείται ο σκοπός των κυρωτικών διατάξεων του άρθρου του άρθρου 57α παρ. 1 και 4 ΝΔ 136/1946, και επομένως η παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του ανωτέρου κατηγορουμένου να έχει τη μορφή της υπερβάσεως των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας με σκοπό να ωφεληθεί ο Χ. Κ. του Γ. χωρίς το σχετικό όφελος να αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως αυτού, δεδομένου ότι ο τελευταίος ενώ ήταν υποχρεωμένος αρχικά να καταβάλει συνολικό ποσό ύψους 89.000 ευρώ μετά την έκδοση της αποφάσεως υπ' αριθμ. 18/168/11-1-2005 του Νομάρχη Θεσσαλονίκης όφειλε πλέον ποσό συνολικού ύψους 5.000 ευρώ, ωφελούμενος ως προς τη διαφορά των ανωτέρω προστίμων (αρχικών και περιορισθέντων)".
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 30 § 1 εδ. α του ΠΚ ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Η δε παρ. 2 του άρθρου 31 του ΠΚ με τον τίτλο "νομική πλάνη" ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986). Τέλος, σύγκρουση καθηκόντων υπάρχει όταν, εξαιτίας των πραγματικών συνθηκών, είναι ανέφικτη η ταυτόχρονη εκπλήρωση του καθήκοντος και η προστασία του έννομου αγαθού ή τα περισσότερα καθήκοντα του ίδιου προσώπου δεν μπορούν να συνεκπληρωθούν. Εννοιολογική προϋπόθεση της συγκρούσεως είναι η κατά χρόνο σύμπτωσή τους, δηλ. τα δύο καθήκοντα πρέπει να εκπληρωθούν ταυτοχρόνως, αλλά υπό τις συγκεκριμένες εξαιρετικές πραγματικές συνθήκες η εκπλήρωση του ενός έχει ως αναγκαία συνέπεια την προσβολή του άλλου. Τα συγκρουόμενα καθήκοντα, κατ' αρχήν, πρέπει να είναι νομικά, αφού ο νομοθέτης στο γενικό μέρος του ΠΚ δεν προέβλεψε ρητή διάταξη (ανάλογη προς αυτές των άρθρων 20 περ. β' και 32 παρ. 1), με την οποία να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως ή ο καταλογισμός αυτής στο δράστη, σε περίπτωση συγγνωστής αδυναμίας συμμορφώσεως προς το νόμο. Δεν αποκλείει, ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό (βλ. άρθρα 231 παρ. 2 και 232 παρ. 2 ΠΚ) και, τουλάχιστον, δεν το αποδοκιμάζει. Επομένως, αν ο δράστης, κατά την παράβαση νόμιμου καθήκοντός του, λειτουργεί συνεπεία αβάσταχτης ψυχικής πιέσεως (μη φευκτό υπαιτιότητας), είναι δυνατόν, κατά τις περιστάσεις, η πράξη να μην καταλογισθεί σ' αυτόν.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί πραγματικής πλάνης, συγγνωστής νομικής πλάνης και συγκρούσεως καθηκόντων, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην απαλλαγή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/ 2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, μετά την εξέταση των μαρτύρων και πριν από την απολογία του κατηγορουμένου, πρόβαλαν εγγράφως, ανέπτυξαν δε και προφορικώς, τέσσερις αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι, κατά λέξη, έχουν ως εξής:
"1) Έλλειψη δόλου (πρόθεσης) με αποτέλεσμα να αποκλείεται ο καταλογισμός, κατ' άρθρ. 30 παρ. 1 ΠΚ (πραγματική πλάνη). Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί, ..., ότι πραγματώθηκε η αντικειμενική υπόσταση της παράβασης καθήκοντος, δεν είχα πρόθεση (δόλο) να παραβώ τα καθήκοντα της υπηρεσίας μου, αποκλειόμενης, έτσι, της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και εφαρμοζόμενης της διατάξεως του αρθρ. 30 παρ. ΠΚ: Διότι, στο αρχικό στάδιο υποβολής της αιτήσεως δεν ασχολήθηκα ο ίδιος με το αίτημα του φορολογουμένου, ... Διότι ασχολήθηκα με το αίτημα του φορολογουμένου, χωρίς να το επιδιώξω, αλλά μόνον εν συνεχεία της γνωμοδότησης αυτής της νομικής υπηρεσίας της Νομαρχίας, ... Στο στάδιο εκείνο μου γνωστοποιήθηκε, ότι πρόκειται για μία μικρή ατομική επιχείρηση, που λειτουργεί ο φορολογούμενος Χ. Κ., ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης (νοσηλεία στη Γενική Κλινική, λόγω ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, νοσηλεία στην Κλινική Άγιος Λουκάς κ.λπ.), με συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις (τοποθέτηση μοσχεύματος, σιγμοειδεκτομή, παρά φύσιν έδρα) και ότι ευρίσκεται σε τελικό στάδιο διάσπαρτου καρκίνου. ... Διότι, προέβην στη μείωση των ενδίκων προστίμων εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας, που μου παρείχε ο νόμος, αφού, κατά την επιταγή του νόμου, το ελάχιστο όριο των σχετικών προστίμων είναι αυτό των 50.000 δραχμών (και με αναπροσαρμογή σε ευρώ 148,74 ευρώ). Δηλαδή το επιβληθέν, μετά τη μείωση, πρόστιμο των 1000 ευρώ ήτο περίπου επταπλάσιο του κατωτέρου. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να έχω και δεν είχα δόλο παράβασης των καθηκόντων μου, όταν παρέμενα εντός των επιτρεπτών πλαισίων, μεταξύ του ανωτάτου και κατωτάτου ορίου που όριζε ο νόμος. Διότι η επιλογή μου αυτή υπαγορεύτηκε μόνο από ανάγκη να αποτρέψω μία εξοντωτική και ανεπιεική κατάσταση για τον φορολογούμενο, ... Διότι ... Διότι .. ... Διότι η πρόθεσή μου κατευθυνόταν και στην αποτροπή της ολοσχερούς ματαίωσης της πληρωμής του προστίμου. Πράγματι, ενώ τα ένδικα πρόστιμα βεβαιώθηκαν από το έτος 2002, εν τούτοις, μέχρι το 2005 δεν είχε καταστεί δυνατή η είσπραξη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, και αυτό λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου και της κάκιστης κατάστασης της υγείας του. Καθίστατο δε αυτό προφανές βάσει της κοινής πείρας και λογικής, και ακόμη ότι τυχόν εμμονή της διοίκησης στα αρχήθεν επιβληθέντα πρόστιμα, όχι μόνον παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και της επιείκειας, αλλά καθιστούσε την είσπραξή τους αδύνατη, ενώ αντιθέτως με τη μείωση θα καθίστατο ίσως εφικτή η είσπραξη ενός έστω μικρότερου ποσού. Δηλ. προέκρινα μεταξύ του να μην εισπράξει η Διοίκηση απολύτως τίποτε και του να εισπράξει ολίγα, το δεύτερο. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η βούλησή μου κατευθυνόταν στο να ικανοποιηθεί η αξίωση της διοίκησης, ενώ η μη μείωση των προστίμων θα σήμαινε ολοσχερή ματαίωση της αξίωσης. Πώς λοιπόν μπορούσα να έχω δόλο, και που ασφαλώς δεν είχα, και για τον λόγο αυτό δεν συγκροτείται το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, όπως αδίκως και αβασίμως κατηγορούμαι
2) Συγγνωστή νομική πλάνη (άρθρ. 32 παρ. 2 ΠΚ). ...Στην προκειμένη περίπτωση, έπραξα κατά συνείδηση, βάσει των εισηγήσεων και των οδηγιών του Αντινομάρχη μου και μετά από γνωμοδότηση του Νομικού μου συμβούλου, μέσα στο νόμιμα πλαίσια (...). Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στους υπηρεσιακούς παράγοντες, στη νομική υπηρεσία της Νομαρχίας και στον Αντινομάρχη μου. Εγώ τελείωσα μόνο το γυμνάσιο, διότι οι γονείς μου ήταν φτωχοί και δεν μπόρεσαν να με στείλουν στο Πανεπιστήμιο. Σημειωτέον ότι δεν έχω νομικές γνώσεις. Εφόσον, λοιπόν, είχα και τη γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου, θεώρησα ότι, εν όψει και των πολλών προβλημάτων υγεία, από τα οποία τελικώς απεβίωσε, είχα δικαίωμα να επιβάλω πρόστιμο από 150 ευρώ έως τα ανώτατα όρια που προέβλεπε ο νόμος. Το πρόστιμο που τελικά επέβαλα ήταν 7 φορές μεγαλύτερο από το ελάχιστο. Αν γνώριζα από πριν τα πλήρη στοιχεία, όπως η απόρριψη της προσφυγής, ίσως να ενεργούσα διαφορετικά. Ειδικότερα: Εν πρώτοις μου τέθηκε υπόψη η υπ' αριθμ. 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε ότι η αίτηση του φορολογουμένου είναι μεν απαράδεκτη ως αίτηση θεραπείας, πλην όμως η διοίκηση μπορεί να ανακαλεί τις προηγούμενες πράξεις της, ακόμη και αυτεπαγγέλτως (δηλ χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα του ενδιαφερόμενου) και καθόσον αφορά στην συγκεκριμένη περίπτωση δέχεται αυτολεξεί "...". Εν συνεχεία της γνωμοδότησης αυτής, που απευθύνεται στο βοηθό Νομάρχη και όχι σε μένα και αφού διευκρινίστηκε, ότι πρέπει το αίτημα του φορολογουμένου να αντιμετωπισθεί από τον ίδιο τον Νομάρχη, ζήτησα για πρώτη φορά να ενημερωθώ από την αρμόδια υπηρεσία για τις πραγματικές συνθήκες της υποθέσεως. Ζήτησα δηλ. να πληροφορηθώ για το "πραγματικό της υπόθεσης", όπως έλεγε η Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου, ώστε να κρίνω, "αν οι επίμαχες πράξεις είναι παράνομες ή υπερβολικές", όπως επίσης έθετε, ως προϋπόθεση της μεταρρύθμισης, ο Νομικός Σύμβουλος. Ενήργησα δηλ. σύμφωνα με τις υποδείξεις του Νομικού Συμβούλου και αυτό είχα υποχρέωση να πράξω!!! Στο στάδιο εκείνο μου γνωστοποιήθηκαν, για πρώτη φορά, οι εξής ειδικότερες περιστάσεις, στις οποίες στήριξα την κρίση μου, περί του υπερβολικού των προστίμων και συγκεκριμένα: Ότι πρόκειται για μία μικρή ατομική επιχείρηση, που λειτουργεί ο φορολογούμενος Χ. Κ.. Ότι ο αιτών - φορολογούμενος αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα υγείας (ήδη έχει αποβιώσει) με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης (νοσηλεία στη Γενική Κλινική, λόγω ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, νοσηλεία στην Κλινική Άγιος Λουκάς), με συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις (τοποθέτηση μοσχεύματος, σιγμοειδεκτομή, παρά φύσιν έδρα) και ότι ευρίσκεται σε τελικό στάδιο διάσπαρτου καρκίνου. Ότι η παραπάνω κατάσταση της υγείας του συνεκτιμήθηκε ιδιαιτέρως και από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο προσέφυγε ο φορολογούμενος, το οποίο με την υπ' αριθμ. 201/2003 απόφασή του (...) ανέστειλε την εκτέλεση μιας από τις ένδικες πράξεις επιβολής προστίμου, με το σκεπτικό ότι η άμεση εκτέλεση αυτής απειλεί υλική βλάβη του αιτούντος (ουσιώδη περιορισμό των μέσων βιοπορισμού του) της οποίας η επανόρθωση θα είναι ιδιαίτερα δυσχερής σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής του. Πώς, λοιπόν, να κρίνω διαφορετικά από ό,τι το παραπάνω Διοικητικό Δικαστήριο; Έπαιξε και η απόφαση αυτή καθοριστικό ρόλο στην τελική απόφασή μου. Ότι ο φορολογούμενος αντιμετώπιζε πλέον, ενόψει της κατάστασης της υγείας του και της διακοπής λειτουργίας της επιχειρήσεως του, πρόβλημα επιβιώσεως. Άλλωστε από 12.3.2003 επήλθε και διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, ο δε υιός του αιτούντος μετά το θάνατο αυτού απεποιήθη την κληρονομιά (...). Ο νόμος δεν διευκρινίζει ποία είναι τα επιτρεπτά ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας. Πέραν των ανωτέρω η νομοθεσία μας θέτει ως ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας τα ανώτατα και κατώτατα όρια του προστίμου και δεν διευκρινίζει από ποίου σημείου η μείωση του προστίμου είναι αδικαιολόγητη, ώστε να δύναται να κριθεί με βάση άλλα κριτήρια, αν η μεταρρύθμιση των προστίμων στα οποία προέβην ήταν όντως πέραν του επιτρεπτού ή όχι. Πότε δηλ. η μείωση του προστίμου, που πάντως ευρίσκεται εντός των επιτρεπτών ορίων, είναι υπερβολική, δηλ. αποτελεί υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής μου ευχέρειας και επομένως είναι ανεπίτρεπτη και πότε όχι. Με άλλα λόγια, όταν η νομοθεσία μας δεν διευκρινίζει ούτε αριθμητικώς ούτε κατ' άλλο τρόπο, ποία είναι τα επιτρεπτά ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας, ώστε να δύνομαι να κρίνω, αν με την μεταρρύθμιση των προστίμων τα υπερέβην ή όχι, δηλ. δεν προσδιορίζει ποίο είναι εκείνο το ποσό, εκείθεν του οποίου παραβιάζονται τα ακραία όρια της διακριτικής μου ευχέρειας και εντεύθεν του οποίου η μείωση του προστίμου, είναι επιτρεπτή και κινείται σε "λογικά όρια", πώς είναι δυνατόν να έχω συνείδηση του αδίκου; Είναι προφανές, ότι δεν μπορούσα να το έχω και βεβαίως δεν το είχα. Υπήρξαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων και εγώ συμμορφώθηκα προς τις επιεικέστερες. Καίτοι σε ορισμένες περιπτώσεις τα διοικητικά δικαστήρια απέρριψαν την προσφυγή του φορολογουμένου, όπως η 2841/2004 απόφαση, που όμως μας επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή στις 15.4.2005, δηλ. μετά τις επίδικες αποφάσεις μου για μείωση, και επομένως δεν μπορούσε να είναι σε γνώση μας, σε πολλές άλλες έγινε δεκτή αίτηση αναστολής, όπως στις αποφάσεις προστίμων 16/1545/28.2.2002 και 16/750/28.2.2002. Δηλ., ...στην ουσία η δικαστική κρίση και στάθμιση για τα ίδια περιστατικά και γεγονότα που πρόβαλε ο ιδιώτης ήταν κατά περίπτωση διαφορετική. Όταν, όμως, τα ίδια τα διοικητικά δικαστήρια αδυνατούν να έχουν ενιαία και κοινή άποψη για τη νομιμότητα της μείωσης των προστίμων, πώς είναι δυνατόν, να αξιωθεί από το όργανο της διοίκησης, που ελέγχεται από τα δικαστήρια αυτά, ακριβώς ως προς την νομιμότητα των πράξεων του, να υπερβεί τα εμπόδια που τα διοικητικά δικαστήρια δεν υπερέβησαν, και, αιρόμενος υπεράνω αυτών να επιλύσει το πρόβλημα και να αποκαταστήσει την ανακύψασα ασάφεια και αβεβαιότητα; Πώς μπορεί να αξιωθεί από το Νομάρχη (ελεγχόμενο) να πετύχει αυτός εκεί όπου τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν καταλήξει σε τελική και ομοιόμορφη κρίση; ... Κατά συνέπεια, ενήργησα, τελών εν τη ακραδάντω πεποιθήσει, ότι εδικαιούμην και ότι είχα υποχρέωση να προβώ στην πράξη. Η πεποίθησή μου αυτή υπήρξε απολύτως δικαιολογημένη, ενόψει και των προσωπικών μου ιδιοτήτων (τυγχάνω απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου) οπότε στερούμενος νομικών γνώσεων, δεν είχα την δυνατότητα να αντιληφθώ κάτι διαφορετικό, σχετικά με τον τυχόν άδικο χαρακτήρα της πράξης, αλλά τελούσα με την καλόπιστη πεποίθηση, ότι ενεργώ στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης, που επιτάσσει την αποφυγή ανεπιεικών και εξουθενωτικών κυρώσεων σε βάρος των φορολογουμένων και μάλιστα κατά ενός καρκινοπαθούς και στα πρόθυρα του θανάτου του. Οι προσωπικές μου ιδιότητες, η μόρφωση και το επάγγελμά μου δεν μου παρείχαν την δυνατότητα να αντιληφθώ κάτι διαφορετικό, αλλά ενήργησα πιστεύοντας απολύτως δικαιολογημένα ότι δικαιούμαι να προβώ στην πράξη, για την οποία αδίκως κατηγορούμαι. Η πλάνη μου δε αυτή ήταν συγγνωστή, εφόσον προέβην στην πράξη μείωσης των προστίμων, με τη μεταρρύθμιση των σχετικών διοικητικών πράξεων, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Νομαρχίας, από την οποία μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση, ότι μπορούσα να προβώ σ' αυτήν, αφού λάβω υπόψη μου τα λοιπά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης, τα οποία (στοιχεία που αφορούσαν την οικογενειακή, και επαγγελματική κατάσταση του πολίτη στον οποίο είχαν επιβληθεί τα πρόστιμα, καθώς και την κατάσταση της υγείας του) και τα οποία πράγματι έλαβα, αφού είχα εξαντλήσει καλοπίστως κάθε προσπάθεια, προκειμένου να ενημερωθώ για τη νομική δυνατότητά μου να μεταρρυθμίσω τις πράξεις επιβολής προστίμων, έλαβα δε ενημέρωση από την πλέον έγκυρη και θεσμικώς έγκυρη πηγή, ήτοι τον Νομικό Σύμβουλο της Νομαρχίας, τον οποίο όχι μόνον εμπιστευόμουν, αφού είναι έγκριτος νομικός με άρτια εξειδίκευση στο Διοικητικό Δίκαιο, χειριζόμενος με επιτυχία τα ζητήματα της Νομαρχίας, αλλά και δεν είχα κανένα λόγο να υποψιάζομαι, ότι υπήρχε το ενδεχόμενο η συμβουλή του να μην ήταν σύννομη και ορθή. Άλλωστε, ούτε δυνατότητα είχα να ελέγξω την ορθότητα της συμβουλής του, ούτε κανένα λόγο να την αμφισβητήσω. 
3) Αδυναμία συμμορφώσεως λόγω σφοδρής ψυχικής πίεσης. Τα περιστατικά, που διαπίστωσα, ότι παρεμπόδιζαν τον φορολογούμενο, να καταβάλει τα αρχικώς επιβληθέντα πρόστιμα, τα οποία μου είχαν προκαλέσει, τόσο σφοδρή ψυχική πίεση, ώστε να αποκλείεται το "δύνασθαι άλλως πράττειν", ήτοι η δυνατότητα μου συμμόρφωσης προς τον κανόνα δικαίου. Ειδικότερα, όπως προανέφερα, μου γνωστοποιήθηκε, ότι ο φορολογούμενος Χ. Κ., αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα υγείας με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης (...) με συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις (...) και ότι ευρίσκεται σε τελικό στάδιο διάσπαρτου καρκίνου. Περαιτέρω, διαπίστωσα, ότι υπήρχε αδήριτη ανάγκη να αποτρέψω μια εξοντωτική και ανεπιεική κατάσταση για το φορολογούμενο ο οποίος αντιμετώπιζε, πλέον, ενόψει της κατάστασης της υγείας του και της διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης του, και πρόβλημα επιβίωσης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα περιστατικά αυτά, ... μου είχαν προκαλέσει τόσο σφοδρή ψυχική πίεση και με είχαν περιάγει σε τόσον ακραίο και οριακό ηθικό δίλημμα, ώστε, ακόμη, και αν ήθελε υποτεθεί ότι έπραξα αδίκως, πράγμα που αρνούμαι διαρρήδην και μετ' επιτάσεως, δεν είχα τη δυνατότητα, ανθρωπίνως, να συμμορφωθώ προς την περί δικαίου αντίληψή μου, κατ' άλλη διατύπωση. Η τυχόν απόρριψη του αιτήματος προϋπέθετε την εκ μέρους μου επίδειξη πρωτοφανούς σκληρότητας και ηθικής αναλγησίας, την οποία ούτε εγώ προσωπικώς ηδυνάμην να επιδείξω, αλλά ούτε και το δίκαιο αξιώνει από τον πολίτη αποδέκτη των ποινικών κανόνων του. Γι' αυτό άλλωστε, σε περίπτωση σφοδρής ψυχικής πίεσης πέραν των αναφερομένων στα άρθρα 32, 23 κλπ ΠΚ, ο καταλογισμός εις ενοχήν αποκλείεται βάσει της συνταγματικώς καθιερωμένης αρχής της ενοχής και της αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος). Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί, ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΠΚ (άρθρ. 32, 23 κ.λπ.), που προσδιορίζουν πότε αποκλείεται το "άλλως δύνασθαι πράττειν" (δυνατότητα συμμόρφωσης), δεν επιδιώκουν, να αποκλείσουν την παροχή συγγνώμης σε άλλες περιπτώσεις ανυπέρβλητου ψυχικού αδιεξόδου, αλλά έχουν το νόημα ότι ο νομοθέτης από όλες τις περιπτώσεις αδυναμίας συμμόρφωσης, έχει επιλέξει εκείνες, ως προς τις οποίες καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ανυπέρβλητης ψυχικής πίεσης, που οδηγεί κατά αυθεντική απόφανση του νόμου σε αδυναμία του δράστη να συμμορφωθεί προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Όταν, επομένως, η ψυχική πίεση υπάρχει σε άλλες, πέραν των τυποποιημένων, περιπτώσεις, η βουλητική αδυναμία συμμόρφωσης δεν αποκλείεται εκ των προτέρων. Απλώς εναπόκειται στο δικαστήριο να αποφανθεί αν in concreto μπορούσε να αξιωθεί από τον υπό κρίση δράστη να υπερνικήσει την εσωτερική του σύγκρουση και να συμμορφωθεί προς την περί αδίκου αντίληψη του. Πράγματι, ο λόγος για τον οποίο οι ανωτέρω διατάξεις αποκλείουν τον καταλογισμό δια του αποκλεισμού της δυνατότητας συμμόρφωσης είναι η σφοδρή ψυχική πίεση υπό την οποία τελεί ο δράστης. Στις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν, η ακαταμάχητη ψυχική πίεση, αλλά και το γεγονός, ότι αυτή προκάλεσε αιτιωδώς την αδυναμία του δράστη, να αποφασίσει διαφορετικά, τεκμαίρονται και μάλιστα αμάχητα. Στις λοιπές περιπτώσεις ψυχικής πίεσης, ωστόσο, ούτε ο ανωτέρω λόγος εκλείπει, εκ του γεγονότος, ότι δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε η αιτιότητα μπορεί να αποκλειστεί. Εκείνο που αποκλείεται είναι το τεκμήριο. Σ' αυτές, λοιπόν, τις πέραν του θετικού δικαίου περιπτώσεις σφοδρής ψυχικής πίεσης, ανάλογης προς τις ανωτέρω ρυθμισμένες, δεν απαγορεύεται ο αποκλεισμός του καταλογισμού, αλλά απλώς δεν τεκμαίρεται. Κατά συνέπεια στις περιπτώσεις αυτές η βουλητική αδυναμία συμμόρφωσης θα πρέπει ν' αποδειχθεί. Τούτο δε διότι, το να δεχτούμε, ότι η πράξη μπορεί να καταλογιστεί στο δράστη μόνον και μόνον επειδή η συγκεκριμένη αδυναμία συμμόρφωσης δεν περιλαμβάνεται, στον κατάλογο των περιοριστικώς απαριθμούμενων περιπτώσεων του ΠΚ, καίτοι το δικαστήριο διαπίστωσε, ότι αυτός, σύμφωνα με τα ανθρώπινα μέτρα, δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά, λόγω της σφοδρής ψυχικής πίεσης, θα σήμαινε ευθεία παραβίαση της αρχής της ενοχής και, συνεπώς, της αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρ. 2 παρ. 1 Συντ.). 
4) Σύγκρουση καθηκόντων, διότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω ο σκοπός του νόμου. ... Στην υπό κρίση περίπτωση, σκοπός της μεταρρύθμισης, εκ μέρους μου, των προηγουμένως επιβληθέντων προστίμων στον προσφυγόντα, ήταν να αποτραπεί "μία εξοντωτική και ανεπιεικής κατάσταση για τον φορολογούμενο", δηλαδή μία ανατροπή της υπερβολικής κύρωσης η οποία εν όψει της άθλιας κατάστασης της υγείας του διοικούμενου, εμφανιζόταν όχι μόνον άκρως ανεπιεικής, δυσανάλογη και εξοντωτική αλλά επί πλέον και άχρηστη, μη σκόπιμη, αφού, λόγω του καρκίνου που τον κατέτρωγε, δεν υπήρχε περιθώριο ειδικής πρόληψης γι' αυτόν. Έτσι, η τυχόν εμμονή της Διοίκησης (εμού ως Νομάρχη) στην αρχικώς επιβληθείσα διοικητική κύρωση είχε χαρακτήρα ανταπόδοσης, αντεκδίκησης αλλά, επί πλέον, και χρησιμοποίησης ενός διοικούμενου, που δεν ηδύνατο λογικώς και εκ των πραγμάτων να συμμορφωθεί, αφού βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου, ως μέσου προς παραδειγματισμό του κοινωνικού συνόλου, ήτοι ως "πράγματος" κατά την διατύπωση του Kant προς επίτευξη αποκλειστικώς και μόνον των σκοπών της γενικής πρόληψης, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται καίρια οι συνταγματικές επιταγές προς σεβασμό της αξίας του ανθρώπου (αρθρ. 2 παρ.1 Συντ.) και η αρχή της αναλογικότητας (αρθρ.25 παρ.1 Συντ.), οι οποίες άλλωστε προβλέπονται. και από την αυξημένης τυπικής ισχύος Συνθήκη της Λισαβόνας (...), ... . Κατά συνέπεια, εφόσον η πραγμάτωση του σκοπού του νόμου ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, αδύνατη, λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης και της κάκιστης υγείας του φορολογούμενου, ο οποίος μετ' ολίγον απεβίωσε, η άρνηση μεταρρύθμισης ουδένα σκοπό του νόμου εξυπηρετούσε και παραβίαζε, αντιθέτως, τις ανωτέρω καίριες και σημαντικές θεμελιώδεις διατάξεις της νομοθεσίας μας. Τελούσα, επομένως, σε κατάσταση σύγκρουσης καθηκόντων, αφού από τη μία πλευρά εκαλούμην να διατηρήσω ένα βαρύ και προδήλως αδύνατο να πληρωθεί πρόστιμο, με "όφελος" μια εξ ίσου αβέβαιη συμμόρφωση του διοικούμενου (αφού εντός ολίγου απεβίωσε) και από την άλλη να συμμορφωθώ προς τις θεμελιώδεις αρχές της αναλογικότητας και του σεβασμού στην αξία του ανθρώπου, προτίμησα δε σαφώς το δεύτερο, κάτι που θεωρούσα υποχρέωσή μου και ότι αυτό συνιστούσε χρηστή και δίκαιη διοίκηση, βάσει όλων των ανωτέρω". 
Το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: 
"... αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά (...): Ο Χ. Κ., κάτοικος ..., λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν δύο πρατήρια πώλησης υγρών καυσίμων, που βρισκόταν το ένα στην οδό ... της Θεσσαλονίκης και το άλλο στο 17,5 χιλιόμετρο της οδού ... - Θεσσαλονίκης. Στις 8-3-2000 έγινε δειγματοληπτικός έλεγχος από τα αρμόδια όργανα στο πρατήριο υγρών καυσίμων της οδού .... Από αυτόν (έλεγχο) διαπιστώθηκε ότι δείγμα πετρελαίου κίνησης, που λήφθηκε από την αντλία του πρατηρίου, ήταν νοθευμένο με πετρέλαιο θέρμανσης. Ακολούθως, ύστερα και από τη σύμφωνη γνώμη της Νομαρχιακής επιτροπής Εμπορίου Θεσσαλονίκης, που γνωμοδότησε για την ύπαρξη παράβασης ..., ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης, ..., με την υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 απόφασή του επέβαλε στον ιδιοκτήτη του πρατηρίου Χ. Κ. πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Επτά μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 13-10-2000 έγινε και πάλι δειγματοληπτικός έλεγχος στο παραπάνω πρατήριο του Χ. Κ. και το δείγμα πετρελαίου που λήφθηκε ... βρέθηκε νοθευμένο ... . Για την παράβαση αυτή ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης, ... επέβαλε στον άνω πρατηριούχο πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Πενήντα έξι (56) ημέρες μετά τον πιο πάνω δεύτερο έλεγχο (13-10-2000) και συγκεκριμένα στις 9-12-2000 έγινε και πάλι δειγματοληπτικός έλεγχος στο ίδιο πρατήριο καυσίμων του Χ. Κ. και το δείγμα πετρελαίου κίνησης που λήφθηκε ... ήταν νοθευμένο, ... . Για την παράβαση αυτή ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ..., λόγω και της καθ' υποτροπήν τέλεσης της αυτής παράβασης, όπως αναφέρεται στην απόφαση, επέβαλε στον άνω πρατηριούχο Χ. Κ. πρόστιμο είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ. Την ίδια πιο πάνω ημέρα του τρίτου ελέγχου (9-12-2000), έγινε δειγματοληπτικός έλεγχος, εκτός από το περιεχόμενο της αντλίας κατά τα ανωτέρω, και στο πετρέλαιο που περιείχε το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... βυτιοφόρο αυτοκίνητο του Χ. Κ., που ήταν σταθμευμένο στο χώρο του πρατηρίου της οδού ... και το ληφθέν δείγμα πετρελαίου κίνησης βρέθηκε νοθευμένο ... Για την εν λόγω παράβαση ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ... επέβαλε πρόστιμο στον μεν πρατηριούχο Χ. Κ. δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, στο δε οδηγό του βυτιοφόρου Δ. Γ. τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Τέσσερις μήνες μετά τον ως άνω τέταρτο έλεγχο και συγκεκριμένα στις 5-4-2001 έγινε πέμπτος κατά σειρά έλεγχος, αυτή τη φορά, στο πρατήριο υγρών καυσίμων του Χ. Κ. που βρίσκεται στο 17,5 χιλιομ. ... - Θεσσαλονίκης και το δείγμα βενζίνης σούπερ που λήφθηκε από αντλία του πρατηρίου βρέθηκε νοθευμένο με ανώτερα κλάσματα πετρελαίου. Για την παράβαση αυτή ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ... επέβαλε ανωτέρω πρατηριούχο, Χ. Κ., πρόστιμο ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Κατά της πρώτης από τις πιο πάνω αποφάσεις του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (...), με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 20.000 ευρώ στον Χ. Κ., ο τελευταίος άσκησε, όπως εδικαιούτο, την από 14-5-2002 προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Με την 25789/26-8-2002 απόφασή του ο ως άνω Γενικός Γραμματέας απέρριψε την πιο πάνω προσφυγή του Χ. Κ.. Στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής κατά λέξη : "...". Συγχρόνως και κατά της τρίτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (...), με την οποία επιβλήθηκε στον Χ. Κ. πρόστιμο ύψους είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ, ο τελευταίος άσκησε την από 14-5-2002 προσφυγή ενώπιον του ιδίου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Αυτός, με την υπ' αριθμ. 25791/5-9-2002 απόφασή του, απέρριψε την εν λόγω προσφυγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη,... Κατά της τελευταίας πιο πάνω απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (...), με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο των 29.000 ευρώ, ο ως άνω πρατηριούχος Χ. Κ., πλην της ανωτέρω προσφυγής ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, υπέβαλε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 2-9-2002 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της εν λόγω απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της από 28-5-2002 προσφυγής εναντίον της ίδιας απόφασης του Νομάρχη που άσκησε αυτός ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με την μεν 124/2003 απόφαση του, που δημοσιεύθηκε στις 20-3-2002, απέρριψε την αίτηση αναστολής, δεχόμενο ότι ο επικαλούμενος από τον αιτούντα - προσφεύγοντα λόγος ανεπανόρθωτης βλάβης δεν αποδείχθηκε, με την δε 2841/2004 απόφαση του, που δημοσιεύθηκε στις 30-11-2004 , απέρριψε την προσφυγή αυτού ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, και τα εξής, κατά λέξη: "...". Στη συνέχεια ο ως άνω πρατηριούχος Χ. Κ. υπέβαλε ενώπιον του διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τις από 23-1-2003 δύο αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως των ως άνω υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 και 16/750/28-2-2002 αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, επιβλήθηκε σ' αυτόν πρόστιμο 20.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες (αιτήσεις αναστολής) έγιναν δεκτές με τις, ερήμην του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, εκδοθείσες υπ αριθμ. 200 και 201/2003 αποφάσεις του πιο πάνω δικαστηρίου, αντίστοιχα, και ανεστάλη η εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι από την άμεση εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων απειλείται υλική βλάβη του αιτούντος. Ακολούθως ο ίδιος (Χ. Κ.) υπέβαλε προς το Νομάρχη Θεσσαλονίκης την από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή (...), με την οποία ζητούσε την ανάκληση, άλλως την μεταρρύθμιση στο προσήκον μέτρο, των προστίμων, που του επεβλήθησαν με τις επίμαχες αποφάσεις εκείνου (Νομάρχη). Στην αίτηση αυτή θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή απήντησε η αρμόδια Διεύθυνση Εμπορίου της Ν.Α. Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμ. 16/10542/26-1.1-2003 έγγραφό της, .... Στο έγγραφο αυτό, που απευθύνεται προς τον αιτούντα Χ. Κ., αναφέρονται, κατά λέξη, τα εξής: "..., δεν προβλέπεται η άσκηση αίτησης θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής ...". Μετά την ως άνω αρνητική (κατ' ουσίαν απορριπτική) απάντηση της Διεύθυνσης Εμπορίου Ν.Α. Θεσσαλονίκης στην ανωτέρω αίτηση θεραπείας του Χ. Κ. ο βοηθός Νομάρχη Δ. Ψ., αδελφός του κατηγορουμένου, με το 565/3-12-2003 έγγραφό του ζήτησε την επί του θέματος αυτού γνώμη της νομικής υπηρεσίας της Ν.Α. Θεσσαλονίκης. Επί του σχετικού ερωτήματος απήντησε ο νομικός σύμβουλος της Ν. Αυτοδιοίκησης Μ. Ρ. με το υπ' αριθμ. 31124/9-12-2003 έγγραφό του, ... στο οποίο αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "....Στο άρ. 24 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (...) ορίζεται ότι "...". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αίτηση θεραπείας είναι απαράδεκτη, όταν κατά της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης προβλέπεται η άσκηση ειδικής διοικητικής ή ενδικοφανούς προσφυγής. ... Επομένως, η από 3-10-2003 "αίτηση θεραπείας - ιεραρχική, προσφυγή του κ. Χ. Κ. είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη, υπό την έννοια ότι η Διοίκηση δεν έχει νομική υποχρέωση να την εξετάσει (...), ... . Σύμφωνα όμως με πάγια αρχή του Διοικητικού Δικαίου, η διοίκηση μπορεί να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της ακόμη και αυτεπαγγέλτως (...). Στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορείτε να ικανοποιήσετε το αίτημα του αιτούντος (δηλ. να ανακαλέσετε ή να μεταρρυθμίσετε τις πράξεις επιβολής προστίμου) εάν κρίνετε ότι οι επίμαχες πράξεις είναι παράνομες ή υπερβολικές ή αναιτιολόγητες κ.λπ. ... Αλλά, ως προς το ερώτημά σας, η απάντησή μας είναι ότι έχετε τη διακριτική ευχέρεια να ανακαλέσετε ή να μεταρρυθμίσετε τις πράξεις επιβολής προστίμου για τις οποίες παραπονείται ο αιτών ...". Το έγγραφο αυτό (γνωμοδότηση) της Νομικής Υπηρεσίας, παρότι ζητήθηκε από το Δ. Ψ. (...), υπηρεσιακά, δεν διαβιβάστηκε στην αρμόδια να αποφανθεί υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Διεύθυνση Εμπορίου), όπως έπρεπε (...), αλλά παρατύπως βρέθηκε στα χέρια του πρατηριούχου Χ. Κ.. Ο τελευταίος (Κ.) έχοντας στα χέρια του αυτό το έγγραφο (γνωμοδότηση) απευθύνθηκε και πάλι προς τη Διεύθυνση Εμπορίου της Ν. Α. Θεσσαλονίκης. Έτσι, με χειρόγραφο έγγραφό του που δεν έχει ημερομηνία σύνταξης, επικαλούμενος και επισυνάπτοντας σ' αυτό το προαναφερόμενο έγγραφο της νομικής υπηρεσίας της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, ισχυρίζεται ότι η απορριπτική απάντηση της Διεύθυνσης Εμπορίου Ν. Α. Θεσσαλονίκης στην προηγηθείσα αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του, είναι εσφαλμένη και ζητεί την αναθεώρηση της απαντήσεως αυτής. ... Το ακριβές δε περιεχόμενο αυτού έχει, κατά λέξη, ως εξής: "....". Στο έγγραφο αυτό του Χ. Κ., η Διεύθυνση Εμπορίου Ν. Α. Θεσσαλονίκης, λαμβάνοντας υπόψη και την επισυναφθείσα σ' αυτό από τον αιτούντα Χ. Κ. γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας, απήντησε, με το υπ' αριθμ. 18/270/26-1-2004 έγγραφό της, ... Το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού έχει ως εξής: "... η αίτηση θεραπείας που υποβάλατε είναι απαράδεκτη ... Οι διοικητικές πράξεις με τις οποίες επεβλήθησαν τα ανωτέρω πρόστιμα είναι νόμιμες και αιτιολογημένες, το δε ύφος των προστίμων είναι το προσήκον σε σχέση με την σοβαρότητα και τη συχνότητα των παραβάσεων. Επομένως δεν υφίσταται περίπτωση οποιασδήποτε νόμιμης και αιτιολογημένης διαφοροποίησης όλων των παραπάνω αποφάσεων από την υπηρεσία μας". Με το έγγραφο αυτό η Ν.Α. Θεσσαλονίκης, της οποίας προΐστατο τότε ο κατηγορούμενος, έδωσε, δια της αρμόδιας υπηρεσίας της (Διεύθυνσης Εμπορίου), οριστική αρνητική απάντηση στον αιτούντα Χ. Κ., αιτιολογώντας πλήρως την άποψή της, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και μνημονεύοντας την προαναφερθείσα, γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας αυτής (Ν. Αυτοδιοίκησης). Μετά την οριστική αυτή απόρριψη της από 3-10-2003 (...) αίτησης θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής του Χ. Κ.... ο προσφεύγων Χ. Κ. αδράνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα (δεν αποδείχθηκε κάποια σχετική ενέργεια αυτού επί ένα έτος τουλάχιστον). Και μόνο λίγες ημέρες μετά την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 2841/2004 οριστικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στις 30-11-2004 και απέρριψε την προσφυγή αυτού (Χ. Κ.) κατά της επίμαχης υπ' αριθμ. 16/1544/28-2-2002 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, αυτός, άγνωστο ποια ακριβώς ημερομηνία, αλλά πάντως πριν την 11-1-2005, που ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίμαχη υπ' αριθμ. 16-168/11-1-2005 απόφασή του, υπέβαλε εκ νέου απευθείας στον κατηγορούμενο Νομάρχη, φωτοτυπημένο αντίγραφο του προαναφερθέντος, χειρογράφου εγγράφου του, με το οποίο ζητούσε αναθεώρηση της προηγηθείσας (16/10542/26-11-2003) απορριπτικής αποφάσεως της διεύθυνσης Εμπορίου της Ν.Α. Θεσσαλονίκης. ... Στο φωτοτυπημένο αυτό αντίγραφο του χειρογράφου εγγράφου του Χ. Κ., που ... έφθασε στα χέρια του κατηγορουμένου Νομάρχη Θεσσαλονίκης, αυτός, με την παραπάνω ιδιότητά του, σημείωσε χειρόγραφα και συνοπτικά και υπέγραψε απόφασή του, χωρίς ημερομηνία σύνταξης αυτής, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Δεκτό το αίτημα. Να συνταχθεί από τη Διεύθυνση Εμπορίου απόφαση μείωσης των προστίμων Ν. 1401/33. Ο Νομάρχης Π. Ψ.". Με βάση δε αυτή τη συνοπτική ... απόφαση συντάχθηκε ακολούθως και υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο η υπ' αριθμ. 16-168/11-1-2005 απόφασή του ... . Με τα ανωτέρω δεδομένα, ο κατηγορούμενος Π. Ψ., ... με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον ανωτέρω πρατηριούχο Χ. Κ., ... εξέδωσε, ... Έτσι, ενώ, με βάση 1) τις προαναφερθείσες διατάξεις που καθορίζουν τα όρια των προστίμων στην περίπτωση νόθευσης καυσίμων και 2) τις συνθήκες τέλεσης αυτής της παράβασης από τον πρατηριούχο Χ. Κ. (κραταιά εμμονή αυτού στην επανειλημμένη τέλεση της ίδιας σοβαρής παράβασης της νόθευσης καυσίμων, που έφθασε μέχρι και 40% σε μία περίπτωση, με περιφρόνηση εκ μέρους του των κανόνων της έννομης τάξης και των αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων αυτής) ήταν επιτακτικό όπως το ύψος του σχετικού προστίμου, που έπρεπε να επιβληθεί σ' αυτόν από τον αρμόδιο Νομάρχη να κινηθεί στο προβλεπόμενο ανώτατο ή έστω κοντά στο ανώτατο όριο αυτού των 29.347,03 ευρώ, για την πρώτη παράβαση και μετά το διπλασιασμό του, σ' αυτό των 58.694,08 ευρώ, λόγω υποτροπής, για τις λοιπές παραβάσεις, εν τούτοις, ο κατηγορούμενος, χωρίς κανένα αντικειμενικό κριτήριο και χωρίς κανένα μέτρο, (όπως το είδος και το μέγεθος της νόθευσης, το ύψος του αρχικού προστίμου, την τέλεση παράβασης σε δεύτερη, τρίτη και τέταρτη υποτροπή κ.λπ.), με μόνο προφανή σκοπό το όφελος του παραβάτη Χ. Κ., όχι μόνο δεν έκρινε ότι τα πρόστιμα αυτά δεν ήταν υπερβολικά, όπως πράγματι δεν ήταν, ενόψει της βαρύτητας της παράβασης και της καθ' υποτροπήν τέλεσης αυτής, ώστε η επιβολή αυτών (προστίμων) να λειτουργήσει αποτρεπτικά και να αποφευχθεί η επανάληψη της ίδιας σοβαρής παράβασης, αλλά αντιθέτως, χωρίς καμία αιτιολογία ότι τα πρόστιμα είναι υπερβολικά, για ποιο λόγο και ως προς ποίο ποσό, σχεδόν εκμηδένισε αυτά (πρόστιμα) περιορίζοντας όλα ανεξαιρέτως, στο ασήμαντο ποσό των 1000 ευρώ, αν ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω αναφερθέντα όρια των προβλεπόμενων προστίμων. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά ..., το δικαστήριο κρίνει, ότι ο κατηγορούμενος Π. Ψ., ... έκανε αναμφίβολα κακή χρήση της διακριτικής του εξουσίας και συγκεκριμένα υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, τα οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση επέβαλαν οι αρχές του δημοσίου συμφέροντος (προστασία των καταναλωτών και του Ελληνικού Δημοσίου), της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και της εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου, που εν προκειμένω είναι η αποτροπή τέλεσης ομοίων παραβάσεων (νόθευσης καυσίμων) και ο οποίος (σκοπός του νόμου) όχι μόνο δεν εξυπηρετήθηκε με την επίμαχη απόφαση του κατηγορουμένου Νομάρχη, αλλά σαφώς εξουδετερώθηκε, αφού το ελάχιστο ύψος του επιβληθέντος απ' αυτόν προστίμου των 1.000 ευρώ δεν μπορούσε, προφανώς, να λειτουργήσει αποτρεπτικά σε έναν πρατηριούχο καυσίμων, ο οποίος, διαθέτοντας στην αγορά νοθευμένα καύσιμα, κέρδιζε πολύ περισσότερα (από καταβολή μειωμένων δασμών κ.λπ.) από όσα υποχρεούνταν να καταβάλει με την επιβολή προστίμων αυτού του ύψους (1000 ευρώ). Τα ακραία δε όρια της διακριτικής ευχέρειας του Νομάρχη στην προκειμένη περίπτωση ήταν αυτά που είχε εξαντλήσει ο προκάτοχός του με την επιβολή των επίμαχων προστίμων. ... H κρίση του δικαστηρίου ότι ... Οι υπόλοιποι μάρτυρες ... υποστηρίζουν ότι ο κατηγορούμενος Νομάρχης δεν παρέβη το καθήκον του, αλλά, ενεργώντας σε ανθρωπιστικά πλαίσια, λόγω της ασθένειας και της κακής οικονομικής κατάστασης του πρατηριούχου, καλώς έκρινε υπερβολικά τα αρχικά πρόστιμα και τα μείωσε στο προσήκον για τις περιστάσεις μέτρο, καθορίζοντας αυτό στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, για κάθε μία παράβαση. Η άποψη αυτή των μαρτύρων δεν είναι καθόλου πειστική γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όλα τα προαναφερθέντα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι οι σαφείς και τεκμηριωμένες ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω δύο μαρτύρων (Τ. και Μ.) που έχουν ιδία αντίληψη των όσων καταθέτουν, καθώς (και κυρίως) η σωρεία των αναγνωσθέντων δημοσίων εγγράφων από το περιεχόμενο των οποίων, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτουν τα εντελώς αντίθετα απ' αυτά που καταθέτουν οι εν λόγω οκτώ μάρτυρες (...), ότι δηλαδή, ενόψει των ειδικών επιβαρυντικών για τον έμπορο καυσίμων περιστάσεων, ούτε τα αρχικά πρόστιμα ήταν υπερβολικά, ούτε η μείωση αυτών από τον κατηγορούμενο Νομάρχη στο ποσό των 1000 ευρώ ήταν δικαιολογημένη, αλλά ότι, αντίθετα, αυτή έγινε καθ' υπέρβαση της διακριτικής του ευχέρειας και με σκοπό να ωφεληθεί ο καθ' υποτροπή παραβάτης πρατηριούχος Χ. Κ., του οποίου όλες οι μέχρι τότε προσφυγές στη Διοίκηση (Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας) και στα Διοικητικά Δικαστήρια είχαν απορριφθεί, ... 
1) Πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός: ... Ο ισχυρισμός αυτός ... είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος για τους εξής λόγους: α) Το ότι αυτός (κατηγορούμενος) στο αρχικό στάδιο της υποβολής της αιτήσεως του παραβάτη φορολογούμενου πρατηριούχου δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με το αίτημά του, αλλά το επεξεργάσθηκαν άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες και ο ίδιος ασχολήθηκε αργότερα, οπότε και ενημερώθηκε για την υπόθεση, δεν αποδεικνύει έλλειψη δόλου αυτού να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο. Αντιθέτως μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Το ότι δηλαδή όταν οι άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες, που ήταν αρμόδιοι για εξέταση της αιτήσεως θεραπείας του παραβάτη, δηλαδή η αρμόδια Διεύθυνση Εμπορίου της Ν. Α. Θεσσαλονίκης και ο Γενικός γραμματέας της περιφέρειας Μακεδονίας απέρριψαν με πλήρεις αιτιολογίες και μάλιστα κατ' επανάληψη το αίτημα του πρατηριούχου παραβάτη, αυτός (κατηγορούμενος), με σκοπό ακριβώς να τον ωφελήσει, επελήφθη εκ νέου, ως μη όφειλε, της υποθέσεως, με πρόθεση να αποτρέψει τις πιο πάνω απορριπτικές του αιτήματος του πρατηριούχου νόμιμες και αιτιολογημένες αποφάσεις των αρμοδίων υπηρεσιών και να μειώσει με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω και θα εκτεθεί και παρακάτω τα πρόστιμα που επεβλήθησαν σ' αυτόν και να τον ωφελήσει έτσι παράνομα με τον τρόπο αυτό. β) Ότι αυτός ενήργησε χωρίς δόλο, αλλά ανθρώπινα, και μόνο από ανάγκη να αποτρέψει μία εξοντωτική και ανεπιεική κατάσταση για τον φορολογούμενο, αφού έλαβε υπόψη του την κακή οικονομική κατάσταση και τον κίνδυνο διακοπής της επιχείρησης του Χ. Κ., που του ήταν άγνωστος και την επισφαλή υγεία του τελευταίου, με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης. Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αληθινός να είναι ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, ως προς την οικονομική κατάσταση και την υγεία του πρατηριούχου Χ. Κ., αυτό δεν δικαιολογεί την εκ μέρους του εκμηδένιση των προστίμων, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι ένας έμπορος καυσίμων μπορεί να αισχροκερδεί εις βάρος του Δημοσίου και του καταναλωτικού κοινού ατιμωρητί, επειδή έχει κλονισμένη υγεία ή κακή οικονομική κατάσταση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος έμπορος, παρά την κλονισμένη υγεία του, εξακολουθεί να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα παρά την πρώτη διαπίστωση της νόθευσης αυτών και την επιβολή προστίμου και να συνεχίζει απτόητος την επανειλημμένη νόθευση των καυσίμων. Ούτε η κακή οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης σημαίνει ότι αυτή απαλλάσσεται από τα πρόστιμα που επεβλήθησαν σ' αυτήν κατά το χρόνο της λειτουργίας της. Για την κλονισμένη υγεία του Χ. Κ. ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προσκόμισε βεβαιώσεις και εξιτήρια της Κλινικής "Άγιος Λουκάς" και "Γενικής Κλινικής" από τα οποία προκύπτει ότι αυτός έπασχε από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής και περιτονίτιδα από ρήξη εκκολπώματος του σιγμοειδούς και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (τοποθέτηση μοσχεύματος), σε σιγμοειδή παρά φύσιν έδρα και σε χειρουργική επέμβαση (κολεκτομή - χαμηλή πρόσθια τελικοτελική αναστόμωση - σύγκλιση κολοστομίας) και νοσηλεύθηκε στην Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης από 25-2-2000 έως 3-3-2000, στην κλινική "Άγιος Λουκάς" από 3-5-2001 έως 9-5-2001, από 9-7-2002 έως 22-7-2002, από 31-7-2002 μέχρι 9-8-2002 και από 13-1-2003 μέχρι 23-1-2003, δηλαδή σε χρονικά διαστήματα 2-5 χρόνια πριν από το χρόνο έκδοσης της επίμαχης απόφασης του κατηγορουμένου (11-1-2005). Η κατάσταση αυτή της υγείας του Χ. Κ., όπως προαναφέρθηκε, όπως και να ήταν δεν μπορούσε να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στην χαριστική απόφαση ελαχιστοποίησης των προστίμων, αν δεν υπήρχε άλλο κίνητρο, όπως ήταν, η, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα, πρόθεση του κατηγορουμένου να ωφελήσει τον Χ. Κ.. Το ότι η κακή οικονομική κατάσταση της επιχείρησης του Χ. Κ. και η κλονισμένη υγεία αυτού δεν ήταν τα κίνητρα για την ελαχιστοποίηση των προστίμων εκ μέρους του κατηγορουμένου, όπως με την απολογία του ισχυρίζεται ο τελευταίος, προκύπτει αναμφίβολα και από το γεγονός ότι στην επίμαχη απόφαση μείωσης των προστίμων ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει ούτε μία λέξη για ύπαρξη τέτοιων λόγων και μόνο μετά την άσκηση της εναντίον του ποινικής δίωξης και κατά τις απολογίες του προβάλλει για πρώτη φορά τη συνδρομή αυτών των λόγων. Είναι φανερό πως αν αυτοί ήταν πράγματι οι λόγοι που τον οδήγησαν να ανατρέψει πέντε (5) αποφάσεις του προκατόχου του Νομάρχη, τρία περίπου χρόνια μετά την έκδοσή τους και παρά τις αντίθετες εισηγήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας υπηρεσίας (Διεύθυνσης Εμπορίου), της Νομικής υπηρεσίας, του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αυτός (κατηγορούμενος) θα είχε τη στοιχειώδη πρόνοια να περιλάβει, έστω και με απλή μνεία, στην απόφασή του τους παραπάνω ανθρωπιστικούς λόγους, τους οποίους επικαλείται μόνο εκ των υστέρων με τις απολογίες του. γ) Ο επί μέρους ισχυρισμός του ότι αυτός (κατηγορούμενος) προέβη στη μείωση των ενδίκων προστίμων εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που του παρείχε ο νόμος, αφού το πρόστιμο που επέβαλε ήταν περίπου επταπλάσιο του κατωτέρω και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να είχε δόλο παραβίασης των καθηκόντων του, δεν αποδεικνύεται βάσιμος στην ουσία του ως προς μεν το πρώτο σκέλος του (ότι ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας) για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε προηγούμενη σχετική με την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος σκέψη, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του (επιβολή επταπλάσιου του κατώτερου) για τον εξής λόγο: Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, ακόμη και αληθής να ήταν, το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, στο οποίο περιόρισε ο κατηγορούμενος τα αρχικά πρόστιμα, εξακολουθεί να συνιστά εκμηδένιση σχεδόν του αρχικού προστίμου, αν ληφθούν υπόψη το ανώτατο προβλεπόμενο όριο και οι προεκτεθείσες ειδικές συνθήκες καθ' υποτροπή τέλεσης των παραβάσεων από τον πρατηριούχο Χ. Κ.. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι καν βάσιμος, αφού ενώ ο κατηγορούμενος γνωρίζει το κατά νόμο ελάχιστο όριο του προστίμου κατά τον κρίσιμο χρόνο, που σε περίπτωση υποτροπής διπλασιάζεται, αναφέρει στην απολογία του ότι τα πρόστιμα που επέβαλε αυτός, μετά τη μείωση των αρχικών, ήταν επτά (7) φορές μεγαλύτερα από το ελάχιστο όριο, ενώ το αληθές είναι ότι, εκτός από την πρώτη παράβαση (8-3-2000), σε όλες τις άλλες παραβάσεις το πρόστιμο που επέβαλε αυτός (1000 ευρώ), μειώνοντας τα αρχικά επιβληθέντα (20.000, 29.000, 10.000 και. 10.000 ευρώ) ήταν μόλις τρεισήμισι φορές μεγαλύτερο από το ελάχιστο που, διπλασιαζόμενο λόγω της υποτροπής, ανερχόταν σε 293,48ευρώ (148,74 Χ 2 = 293,48), ενώ αυτός (κατηγορούμενος) αποφεύγει να αναφέρει ότι τα επιβληθέντα από τον ίδιο πρόστιμα των χιλίων (1000) ευρώ ήταν πενήντα οκτώ (58) φορές μικρότερα από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο (58.694 ευρώ), που μπορούσε και έπρεπε ο Νομάρχης να επιβάλει, λόγω της καθ' υποτροπή τέλεσης της παράβασης επί τέσσερις μάλιστα συνεχόμενες φορές. δ) Ο τελευταίος λόγος του κατηγορουμένου περί ελλείψεως δόλου (πρόθεσή του ήταν η αποτροπή της ολοσχερούς ματαίωσης της πληρωμής του προστίμου) είναι αβάσιμος, για τους εξής λόγους: αα) γιατί το ότι τα πρόστιμα που βεβαιώθηκαν το 2002 δεν εισπράχθηκαν μέχρι το 2005 δεν σήμαινε ότι αυτά δεν επρόκειτο να εισπραχθούν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αφού στο διάστημα αυτό συνεχιζόταν οι δίκες ενώπιον των διοικητικών οργάνων και δικαστηρίων, στα οποία είχε προσφύγει ο πρατηριούχος Χ. Κ., ζητώντας ακόμη και αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων του Νομάρχη περί επιβολής των προστίμων. Τίποτε δεν απέκλειε την είσπραξη των προστίμων μετά την έκδοση των οριστικών αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες όμως αποφάσεις, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν ανέμενε, όπως όφειλε να κάνει, αλλά αντίθετα τις αχρήστευσε με την απαράδεκτη μείωση των προστίμων και ββ) Με την επίμαχη μείωση των προστίμων, που ισοδυναμούσε με εκμηδενισμό τους, αφού ο παραβάτης Χ. Κ. αντί 89.000 ευρώ καλείτο να πληρώσει μόνο 5.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος δεν φρόντισε για την είσπραξη των προστίμων, όπως ισχυρίζεται, αλλά κατ' ουσία για τη διαγραφή τους γιατί η μείωση ενός προστίμου από 89.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ δεν διαφέρει και πολύ από την κατά 100% διαγραφή του. Τέλος το ότι ο κατηγορούμενος σε άλλη περίπτωση επέβαλε, ως νομάρχης, στον ίδιο πρατηριούχο πρόστιμο ύψους 9.000 ευρώ, το οποίο μάλιστα όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει, μεταρρύθμισε αυτός, δεν αποτελεί ένδειξη ότι δεν είχε δόλο στην δικαζόμενη υπόθεση, αφού ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς του (ως Νομάρχη), είχε υποχρέωση να επιβάλει πρόστιμα σε παραβάτες. Είναι μάλιστα άγνωστο αν το παραπάνω πρόστιμο που επέβαλε ο κατηγορούμενος στον παραβάτη για την άλλη υπόθεση ήταν το ελάχιστο του προβλεπόμενου, αφού δεν εκθέτει ο ίδιος ποιο ήταν το ελάχιστο και ποιο το μέγιστο που προβλεπόταν στην περίπτωση εκείνη και ποια ήταν η παράβαση για την οποία επέβαλε αυτό το πρόστιμο των 9.000 ευρώ και ποιο το οριστικό ποσό του προστίμου μετά την μεταρρύθμιση που επικαλείται ο ίδιος. Περαιτέρω ο δόλος του κατηγορουμένου, τον οποίο αρνείται με τον κρινόμενο ισχυρισμό του, που περιέχει (ο δόλος) τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας, καθώς και ο σκοπός του να προσπορίσει στον Χ. Κ. το πιο πάνω περιουσιακό όφελος, προκύπτουν από τα προαναφερόμενα στις ανωτέρω σκέψεις I και ΙΙ περιστατικά. Συγκεκριμένα: 1) Από το ότι ο κατηγορούμενος, Νομάρχης προΐστατο όλων των υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Εμπορίου, πριν οπό το χρόνο λήψης της επίδικης αποφάσεώς του (16/168/11-1-2005) γνώριζε καλά ότι ο πρατηριούχος καυσίμων Χ. Κ. τέλεσε κατ' επανάληψη σοβαρές αγορανομικές και ποινικές παραβάσεις νόθευσης καυσίμων και ότι όλοι ανεξαιρέτως οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν νομότυπα στα πρατήρια του, διαπίστωσαν σοβαρές νοθεύσεις καυσίμων, για τις οποίες του επιβάλλονταν πρόστιμα, που όμως δεν τον απέτρεπαν από την τέλεση νέων παραβάσεων. 2) Γνώριζε τις σχετικές διατάξεις (άρθρ. 57 α του Ν.Δ. 136/1948 κ.λπ.) και το ύψος του προστίμου που προέβλεπαν αυτές, καθώς και ότι το ύφος των ως άνω προστίμων που επεβλήθησαν από τον προκάτοχό του Νομάρχη Θεσσαλονίκης απείχε πολύ από τα ανώτατα όρια, παρά την κατ' εξακολούθηση παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου Χ. Κ.. 3) Γνώριζε ότι ο εν λόγω πρατηριούχος είχε ήδη ασκήσει προσφυγές κατά των αποφάσεων του Νομάρχη που του επέβαλαν τα σχετικά πρόστιμα τόσο ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όσο και ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και παρά ταύτα δεν ανέμενε, όπως όφειλε να κάνει από υπηρεσιακό καθήκον, να αποφανθούν τα κατά νόμον αρμόδια όργανα του Κράτους, στα οποία προσέφυγε ο παραβάτης έμπορος καυσίμων, αλλά έσπευσε, με τον προαναφερόμενο τρόπο, να ελαχιστοποιήσει τα πρόστιμα και να καταστήσει έτσι άνευ αντικειμένου τις εκκρεμείς αυτές προσφυγές και τις επ' αυτών δίκες. 4) Γνώριζε, πολύ πριν λάβει την χαριστική για τον παραβάτη πρατηριούχο απόφασή του (11-1-005), ότι είχαν εκδοθεί οι προαναφερθείσες δύο αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (25789/28-8-2002 και 25792/5-9-2002) με τις οποίες είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες ισάριθμες προσφυγές του Χ. Κ. κατά των αναφερομένων σ' αυτές αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Παρότι δε οι αποφάσεις αυτές έκριναν επί της ουσίας και με πλήρεις αιτιολογίες απέρριψαν τις προσφυγές, ο κατηγορούμενος τις αγνόησε και ουσιαστικά τις αχρήστευσε με την ως άνω επίμαχη απόφαση του. Ο σκοπός του κατηγορουμένου να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο Χ. Κ. γίνεται φανερός και από αυτό το γεγονός, το ότι δηλαδή αυτός αγνόησε τις ανωτέρω δυο αποφάσεις που προέρχονταν μάλιστα από την προϊσταμένη του Αρχή (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), στην οποία, κατά νόμο (άρθρο 69 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης) υπόκεινται, ύστερα από προσφυγή, όλες οι εκτελεστές αποφάσεις του ιδίου (Νομάρχη Θεσσαλονίκης), πράγμα που οπωσδήποτε, ως εκ της ιδιότητάς του, γνώριζε αυτός. 5) Γνώριζε ότι η από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του ιδίου πρατηριούχου Χ. Κ. εναντίον και των πέντε (5) ως άνω αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, είχε ήδη απορριφθεί στις 26-11-2003 με την 16/10542/26-11-2003 απόφαση της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης. Έτσι δύο χρόνια μετά την απόρριψη της εν λόγω αίτησης θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής του Χ. Κ. από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που ο κατηγορούμενος προΐστατο, ο τελευταίος, χωρίς ποτέ αυτός αλλά και όλοι οι προκάτοχοί του Νομάρχες, να αμφισβητήσουν την επί των θεμάτων αυτών (νόθευσης καυσίμων) αρμοδιότητα της οικείας Διεύθυνσης Εμπορίου, χωρίς καν να κάνει μνεία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, έκρινε με τον ως άνω παράτυπο τρόπο, εκ νέου την ίδια αίτηση θεραπείας και κατά παραδοχή της, περιόρισε τα πρόστιμα στο σχεδόν μηδαμινό ποσό των 1000 ευρώ, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. 6) Γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι η ίδια πιο πάνω αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Διεύθυνση Εμπορίου) απέρριψε το νέο αίτημα του Χ. Κ. γα αναθεώρηση της ως άνω προηγηθείσης απορριπτικής αποφάσεως, αίτημα το οποίο αυτός (κατηγορούμενος), σε αντίθεση με όλες τις παραπάνω αποφάσεις, έκανε δεκτό με την επίμαχη απόφαση του και μάλιστα ένα χρόνο μετά την τελευταία ως άνω απόρριψη του εν λόγω αιτήματος και 7) Γνώριζε επίσης ο κατηγορούμενος ότι ύστερα από ερώτημα του βοηθού Νομάρχη Δ. Ψ., που είναι αδελφός του, η Νομική Υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, της οποίας αυτός προΐστατο, γνωμοδότησε με την 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της ότι η αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ. ήταν κατ' αρχήν απαράδεκτη, λόγω ασκήσεως των προσφυγών και ότι ο κατηγορούμενος Νομάρχης μπορούσε να ανακαλέσει ή μεταρρυθμίσει τις σχετικές αποφάσεις του προκατόχου του μόνο αν αυτές ήταν παράνομες ή αναιτιολόγητες ή υπερβολικές, προϋποθέσεις που εμφανώς δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση και ούτε ο ίδιος (κατηγορούμενος) με την επίδικη απόφασή του δέχθηκε ότι συντρέχουν αυτές. Το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα παραπάνω περιστατικά κατά το χρόνο που εξέδωσε την επίμαχη απόφασή του (11-1-2005) είναι αυτονόητο και προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός για να εκδώσει την επίμαχη απόφαση του είχε οπωσδήποτε υπόψη του κάποια στοιχεία (που μνημονεύει και στην απόφαση) όπως: α) τις πέντε αποφάσεις του προκατόχου του Νομάρχη Θεσσαλονίκης με τις αναλυτικά αναφερόμενες σ' αυτές παραβάσεις και τα επιβληθέντα πρόστιμα, β) τα όρια του ύψους του προβλεπόμενου για κάθε παράβαση προστίμου με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ν .Δ. 138/1948, τις οποίες ρητά αναφέρει στην απόφαση του, γ) την υπ' αριθμ. 31124/2003 γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, την οποία, ρητά επίσης αναφέρει στην απόφασή του, δ) την άσκηση των προσφυγών και της αίτησης θεραπείας και τις απορρίψεις αυτών, από τα αρμόδια όργανα, τις οποίες πληροφορήθηκε τόσο από το σχετικό φάκελο της υπόθεσης και την αλληλογραφία των αρμοδίων υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, όσο και από το συνεργάτη του Αντινομάρχη τότε Γ. Τ. ο οποίος, όπως και ο ίδιος (κατηγορούμενος) δέχεται τον ενημέρωνε και για όλα τα ζητήματα της υπόθεσης αυτής, αφού όπως ο ίδιος αυτός μάρτυρας (Τ.), αλλά και ο μάρτυρας Η. Τ., αναφέρουν στις ένορκες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού καταθέσεις τους ο πρατηριούχος Χ. Κ. απευθύνονταν για την συγκεκριμένη υπόθεση κυρίως στον εν λόγω Αντινομάρχη Γ. Τ. και εκείνος ενημέρωνε το Διευθυντή της Διεύθυνσης Εμπορίου Η. Τ. και τον Νομάρχη, τον οποίο είναι βέβαιο ότι επισκέφθηκε και ενημέρωσε και ο ίδιος ο πρατηριούχος, άλλοτε μόνος και άλλοτε μαζί με τον ανωτέρω Αντινομάρχη. 2) Δεύτερος αυτοτελής ισχυρισμός: ... Ο ισχυρισμός αυτός ... δεν είναι κατ' ουσία βάσιμος για τους εξής λόγους: α) από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Αντινομάρχης Γ. Τ. έκανε γραπτή εισήγηση προς τον κατηγορούμενο με την οποία εισηγούνταν τον τρόπο αντιμετώπισης της υπόθεσης, τον οποίο και ακολούθησε ο τελευταίος. Ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται ότι υπήρξε τέτοια γραπτή εισήγηση, η οποία αν πράγματι γινόταν, έπρεπε να ήταν πλήρως αιτιολογημένη, ενόψει του ότι η Διοίκηση (εν προκειμένω ο κατηγορούμενος Νομάρχης) μεταρρύθμισε δραστικά προγενέστερες δικές της διοικητικές πράξεις (αποφάσεις του προηγούμενου Νομάρχη) τρία περίπου χρόνια μετά την έκδοσή τους και αφού οι εναντίον τους προσφυγές είχαν απορριφθεί, είτε από προϊσταμένη Αρχή (Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας) είτε από Διοικητικά Δικαστήρια. Ανεξάρτητα, όμως, απ' αυτά, ακόμη και αν υπήρχε τέτοια εισήγηση (ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται ότι τον ενημέρωσε προφορικά ο Αντινομάρχης) ο κατηγορούμενος Νομάρχης, εν γνώσει όλων των ανωτέρω αναφερθέντων περιστατικών που ετέθησαν υπόψη του, όφειλε να μη την ακολουθήσει (την εισήγηση), αν ήθελε η απόφασή του να είναι δίκαιη, αντικειμενική, αμερόληπτη και στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης. Είναι φανερό ότι την άγραφη αυτή εισήγηση την επικαλείται για να δικαιολογήσει την μεροληπτική υπέρ του Χ. Κ. απόφαση του, τον οποίο ήθελε, οπωσδήποτε να ωφελήσει. Άλλωστε, αρμόδια κατά νόμο υπηρεσία για να κάνει εισήγηση για το ζήτημα αυτό (νόθευση καυσίμων) προς το Νομάρχη αλλά και προς τον Αντινομάρχη ήταν η Διεύθυνση Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, η οποία, όμως, όπως προαναφέρθηκε, ήδη πριν από αρκετό καιρό είχε ρητά και αιτιολογημένα διατυπώσει την αρνητική για την αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου Χ. Κ. γνώμη της με δύο αποφάσεις της, τις οποίες αυτός αχρήστευσε αναιτιολόγητα, β) ο κατηγορούμενος, παρότι επικαλείται την ως άνω 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, η οποία, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, νομιμοποιεί την απόφαση του, στην πραγματικότητα αυτός δεν συμμορφώθηκε μ' αυτήν. Συγκεκριμένα: αα) ενώ η γνωμοδότηση αυτή με το πρώτο (κύριο) μέρος της ρητά και κατηγορηματικά αναφέρει ότι η σχετική αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ. "είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη και η Διοίκηση δεν υποχρεούται να την εξετάσει", ο κατηγορούμενος δεν ακολούθησε την ανενδοίαστη και ασφαλή αυτή εκδοχή, όπως όφειλε να κάνει στα πλαίσια της χρηστής Διοίκησης, της καλής πίστης και της αμερόληπτης εξουσίας και να απορρίψει την αίτηση θεραπείας ως απαράδεκτη. Αλλά ούτε και την δεύτερη εκδοχή της γνωμοδότησης, τη δυνατότητα, δηλαδή, της αυτεπάγγελτης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης οποιασδήποτε Διοικητικής πράξης (εν προκειμένω των αποφάσεων του Νομάρχη), σε περίπτωση μόνο παράνομης, αναιτιολόγητης ή υπερβολικής πράξης, εφάρμοσε ο κατηγορούμενος, αφού ενώ δεν συνέτρεχε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ούτε και ο ίδιος δέχεται με την απόφαση του συνδρομή τέτοιας περιπτώσεως με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, περιόρισε τα πρόστιμα στα ποσά που προαναφέρθηκαν. Στην πραγματικότητα, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω, τα πρόστιμα δεν ήταν καθόλου υπερβολικά (μάλλον ήταν υπερβολικά χαμηλά ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών τελέσεως των παραβάσεων) και ίσως γι' αυτό ο κατηγορούμενος, για να μη γίνει αντιληπτή η πρόθεσή του να ωφελήσει παράνομα τον παραβάτη πρατηριούχο, στην επίμαχη απόφασή του δεν περιέχει καμία αιτιολογία ως προς το ποσό και το υπερβολικό του ύψους των προστίμων πλην της φράσεως "είναι υπερβολικά" και ως προς το μέγεθος της μειώσεως με βάση κάποια κριτήρια που έπρεπε να λάβει, αλλά δεν έλαβε υπόψη του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απόφασή του ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει καν το ύψος του αρχικού προστίμου, αλλά μόνο τον αριθμό της σχετικής απόφασης του Νομάρχη και το ποσό του προστίμου που επιβάλει αυτός (κατηγορούμενος), με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει σύγκριση των δύο προστίμων (αρχικού και περιορισμένου), ώστε να υπολογιστεί το ποσοστό της μείωσης σε κάθε περίπτωση και να διαπιστωθεί ότι, παρόλο που τα αρχικά πρόστιμα ήταν διαφορετικού ύψους (από 10.000 έως 29.000 ευρώ) και οι παραβάσεις διαφορετικές, η μείωση όλων των προστίμων έγινε στο ίδιο (ελάχιστο) ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, πράγμα που φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν αποφασισμένος να μειώσει στο ελάχιστο δυνατό τα πρόστιμα για τον προφανή σκοπό να ωφελήσει τον παραβάτη έμπορο καυσίμων Χ. Κ. και όχι γιατί αυτά ήταν υπερβολικά, γιατί δεν είναι λογικό και δεν μπορεί να το υποστηρίξει κανείς πειστικά και άδολα ότι δύο πρόστιμα με το ίδιο ελάχιστο και ανώτατο προβλεπόμενο εκ του νόμου όριο, ύψους το ένα 10.000 ευρώ (τέταρτη και πέμπτη παραβάσεις) και το άλλο 29.000 ευρώ (τρίτη παράβαση) και με την αύτη αγορανομική παράβαση (νόθευση καυσίμων) να είναι υπερβολικά το μεν πρώτο κατά 9.000 ευρώ (10.000 - 1000 = 9.000) το δε δεύτερο κατά 28.000 ευρώ (29.000 - 1000 =28.000) και ββ) ενώ η γνωμοδότηση αυτή, ως προς την ουσιαστική κρίση για το υπερβολικό ή μη ύψος των προστίμων, προτρέπει τον κατηγορούμενο να απευθυνθεί στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που είναι η Διεύθυνση Εμπορίου, ("... Εξυπακούεται ότι η υπηρεσία μας δεν γνωρίζει το πραγματικό της υπόθεσης και γι' αυτό δεν μπορεί να λάβει θέση επί της ουσίας. Για το θέμα αυτό πρέπει να απευθυνθείτε στην αρμόδια υπηρεσία ..."), ο κατηγορούμενος, ενώ γνωρίζει ότι η αρμόδια αυτή υπηρεσία, στην οποία τον παραπέμπει η Νομική του Υπηρεσία, απέρριψε οριστικά την αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ., όχι μόνο δεν απευθύνεται σ' αυτήν, αλλά, αδιαφορώντας τελείως για τις αποφάσεις της, τις οποίες ενώ γνώριζε, δεν αναφέρει καν στην, ανύπαρκτη άλλωστε, αιτιολογία της απόφασής του, τις ανατρέπει και κάνει δεκτή την, μετά ένα έτος επαναφερθείσα με τον προαναφερόμενο παράτυπο τρόπο, αίτηση θεραπείας και ελαχιστοποιεί τα αρχικώς επιβληθέντα πρόστιμα, με προφανή σκοπό να ωφελήσει τον πρατηριούχο Χ. Κ.. γ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για την κατάσταση της υγείας του πρατηριούχου παραβάτη, που επικαλείται αυτός (κατηγορούμενος) και για τη θεμελίωση του προηγουμένου ισχυρισμού του για έλλειψη δόλου απορρίφθηκε με προηγηθείσα σκέψη της παρούσας στην οποία και παραπέμπει το δικαστήριο, δ) αν ο νόμος διευκρίνιζε τα επιτρεπτά ακραία όρια της ευχέρειας του Νομάρχη να μειώσει τα επιβληθέντα πρόστιμα (παράλειψη που επικαλείται ο κατηγορούμενος για τη θεμελίωση νομικής πλάνης) τότε δεν θα ετίθετο θέμα παράβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του υπαλλήλου (εν προκειμένω του Νομάρχη) γιατί τότε δεν θα στήριζαν σαφή εκ του νόμου όρια και δεν θα υπήρχε θέμα διακριτικής ευχέρειας του υπαλλήλου και υπέρβαση αυτής. Ακριβώς επειδή ο νόμος δεν θέτει όρια στην διακριτική ευχέρεια του υπαλλήλου, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όπως αναφέρθηκε και στην αρχική νομική σκέψη και με πολύ πρόσφατες αποφάσεις του δέχεται ότι εάν κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση καθήκοντος μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και εξυπηρέτησης που σκοπού του νόμου (...). Στην προκειμένη περίπτωση, ..., είναι φανερό ότι αυτός γνώριζε καλά ότι με την επίδικη απόφασή του, μειώνοντας ένα συνολικό πρόστιμο 89.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ, παρά την βαρύτητα και τη συχνότητα των ουσιωδών παραβάσεων νοθεύσεως καυσίμων, υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας και το έκανε αυτό εν γνώσει του για να ωφελήσει τον παραβάτη Χ. Κ. ... ε) Ο ισχυρισμός ότι υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων και ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε προς τις επιεικέστερες δεν είναι βάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι, ..., δεν υπήρξαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του βασικού ζητήματος εάν τα επιβληθέντα πρόστιμα ήταν υπερβολικά. Η μόνη απόφαση που, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται, που είχε εκδοθεί επί των προσφυγών του Χ. Κ. για το ζήτημα αυτό (τη νομιμότητα και το υπερβολικό ή όχι των προστίμων) πριν από την έκδοση της δικής του απόφασης (επίδικης) για την μείωση των προστίμων, ήταν η υπ' αριθμ. 2841/30-11-2004 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία η από 28-6-2002 προσφυγή του Χ. Κ. κατά της 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί στις 30-11-2004, δηλαδή σαράντα μία (41) ημέρες πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της επίδικης απόφασης του κατηγορουμένου (11-1-2005) το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο έκρινε ότι το πρόστιμο των 29.000 ευρώ, που ήταν και το μεγαλύτερο από όλα τα επιβληθέντα πρόστιμα, ήταν το προσήκον και δεν ήταν υπερβολικό (...). Καμία οριστική απόφαση Διοικητικού δικαστηρίου δεν είχε εκδοθεί μέχρι τότε για το ζήτημα του υπερβολικού ή όχι ύψους του προστίμου. Όλες οι επί της ουσία αποφάσεις των Διοικητικών δικαστηρίων και των άλλων αρχών και υπηρεσιών (Διεύθυνσης Εμπορίου, Γενικού Γραμματέα Κεντρικής Μακεδονίας) ήταν απορριπτικές για τα αιτήματα και τις προσφυγές του πρατηριούχου Χ. Κ.. Και μόνο σε αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν επί αιτήσεων αναστολής καταβολής του προστίμου λόγω συνδρομής ανεπανόρθωτης βλάβης, εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις (απέρριψαν ή έκαναν δεκτή την αίτηση αναστολής), οι οποίες όμως δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το ύψος του προστίμου και κυρίως με το υπερβολικό ή όχι αυτού, αλλά εξέτασαν άλλες περιστάσεις για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης για την αναστολή και μόνο της εκτέλεσης.
Συνεπώς δεν υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του επιμάχου ζητήματος, που οδήγησαν τον κατηγορούμενο να ακολουθήσει την επιεικέστερη εκδοχή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Ενόψει όλων των ανωτέρω και του ότι ο κατηγορούμενος, που, όπως ο ίδιος δέχεται, έχει γραμματικές γνώσεις Γυμνασίου, και ο οποίος διετέλεσε επί πολλά χρόνια δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης, βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου και τελευταία και Νομάρχης του δεύτερου νομού της χώρας του Νομού Θεσσαλονίκης αντιμετωπίζοντας με την ιδιότητα αυτή, κατά τη μακρά θητεία του πολύ σοβαρότερα και ακανθώδη θέματα, ο ισχυρισμός του για ύπαρξη νομικής πλάνης στο πρόσωπό του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, γιατί με βάση όσα εκτέθηκαν παραπάνω η πλάνη που επικαλείται δεν ήταν συγγνωστή, καθόσον, αν είχε καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε άνθρωπος οφείλει, λαμβανομένων υπόψη και των ως άνω πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, μπορούσε να διαγνώσει την υποχρέωσή του να μην μειώσει μέχρι εκμηδενισμού μάλιστα τα ήδη χαμηλά πρόστιμα που είχαν επιβληθεί από τον προκάτοχό του Νομάρχη Θεσσαλονίκης εις βάρος του πρατηριούχου Χ. Κ. για τις συνεχόμενες σοβαρές παραβάσεις της νόθευσης καυσίμων. Πολύ περισσότερο μάλιστα που ο νομικός του παραστάτης και οι άλλες αρμόδιες υπηρεσίες (Διεύθυνση Εμπορίου, Γενικός Γραμματέας Κεντρικής Μακεδονίας) του υπέδειξαν με τις αποφάσεις τους το άδικο και παράνομο των ενεργειών του
3) Τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός ... Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, περί άρσεως του καταλογισμού του, λόγω σφοδρής ψυχικής πίεσης, πέραν του ότι δεν προβλέπεται από το νόμο, που προβλέπει μόνο την κατάσταση ανάγκης (άρθρο 32 ΠΚ) και την υπέρβαση της άμυνας (άρθρο 23 ΠΚ), για τις οποίες δεν πρόκειται εν προκειμένω, ούτε και τις επικαλείται αυτός (κατηγορούμενος), είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος αφού με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ... καμία σφοδρή ψυχική πίεση δεν επέστη αυτός, ώστε να μην μπορεί να συμμορφωθεί με τις περί δικαίου αντιλήψεις του. Αντίθετα η προεκτεθείσα αμετανόητη, συνεχής και αδίστακτη παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου Χ. Κ., που με την σοβαρή νόθευση καυσίμων κερδοφορούσε εις βάρος του καταναλωτικού κοινού και του Ελληνικού Δημοσίου, εξωθούσε κάθε αρμόδιο φορέα να είναι μάλλον αυστηρός και να επιβάλει τις προβλεπόμενες διοικητικές ποινές (πρόστιμα κλπ) προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και όχι να χαρίζεται στον παραβάτη χωρίς ιδιαίτερο και προβλεπόμενο από το νόμο λόγο, όπως έκανε στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, σε αντίθεση με όλους τους άλλους φορείς που επελήφθησαν του ζητήματος (Διεύθυνση Εμπορίου, Γενικός Γραμματέας Κεντρικής Μακεδονίας, Διοικητικά Δικαστήρια). Και 
4) τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός. ... Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι ένας έμπορος καυσίμων μπορεί να αισχροκερδεί εις βάρος του Δημοσίου και του καταναλωτικού κοινού ατιμωρητί, επειδή έχει κλονισμένη υγεία ή κακή οικονομική κατάσταση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος έμπορος, παρά την κλονισμένη υγεία του, εξακολουθεί να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα παρά την πρώτη διαπίστωση της νόθευσης αυτών και την επιβολή προστίμου και να συνεχίζει απτόητος την επανειλημμένη νόθευση των καυσίμων. Ούτε άλλωστε, όπως λέχθηκε, το κλείσιμο μιας επιχείρησης σημαίνει ότι αυτή απαλλάσσεται από τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σ' αυτήν κατά το χρόνο της λειτουργίας της, γιατί τότε θα είχε αχρηστευθεί ο σκοπός του νόμου για γενική πρόληψη, αφού όλοι οι παραβάτες θα ήξεραν ότι μετά το κλείσιμο της επιχείρησής τους θα απαλλάσσονταν από κάθε διοικητική ποινή που είχε επιβληθεί σ' αυτούς κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επιχείρησής τους για οποιαδήποτε παράβαση, όπως συνέβη με τον παραβάτη πρατηριούχο Χ. Κ., ο οποίος δεν πέθανε λίγο μετά την επίμαχη απόφαση του κατηγορουμένου, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος ("... ο οποίος μετ' ολίγον απεβίωσε ...,"), αλλά τέσσερα χρόνια μετά την απόφαση αυτή του Νομάρχη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμους τους εν λόγω ισχυρισμούς, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 1 και 31 παρ. 2 του ΠΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 14 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η πράξη, για να είναι έγκλημα, πρέπει να είναι όχι μόνο άδικη, αλλά και καταλογιστή στο δράστη, και δεν παραβίασε αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Α) Ως προς τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης: α) Επαρκώς αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων, κατά την τέλεση της ένδικης αξιόποινης πράξεως, είχε δόλο, ότι, δηλαδή, γνώριζε αυτός τα περιστατικά που τη συνιστούσαν, με τις παραδοχές ότι 1) παρά το ότι κατ' επανάληψη είχε απορριφθεί το αίτημα του πρατηριούχου για εξέταση της αιτήσεως θεραπείας του, ο αναιρεσείων επιλήφθηκε εκ νέου με σκοπό να τον ωφελήσει, μειώνοντας κατά πολύ τα πρόστιμα που του είχαν επιβληθεί με προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις, 2) ως εκ της ιδιότητας του Νομάρχη, που προΐστατο όλων των Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, γνώριζε ότι ο πρατηριούχος είχε τελέσει κατ' επανάληψη σοβαρές παραβάσεις νοθεύσεως καυσίμων, ότι δε η επιβολή προστίμων δεν τον απέτρεπε από την τέλεση και νέων παραβάσεων, 3) γνώριζε τις νομικές διατάξεις που προέβλεπαν το ύψος του προστίμου που έπρεπε να επιβληθεί, καθώς και εκείνο που επιβλήθηκε στον παραβάτη, το οποίο ήταν πολύ κατώτερο των ανωτάτων ορίων, παρά την κατ' εξακολούθηση παραβατική συμπεριφορά αυτού, 4) γνώριζε ότι ο πρατηριούχος είχε ασκήσει προσφυγές τόσο ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας της Κεντρικής Μακεδονίας όσο και ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και ότι είχαν ήδη εκδοθεί δύο αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα, με τις οποίες είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες ισάριθμες προσφυγές, 5) γνώριζε ότι η από 3.10.2003 αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου είχε ήδη απορριφθεί με απόφαση της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, καθώς και ότι η ίδια Διεύθυνση απέρριψε αίτημα του πρατηριούχου για αναθεώρηση της απορριπτικής αποφάσεως και 6) όλα τα ως άνω στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη του αναιρεσείοντος και είχαν ληφθεί από αυτόν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεώς του. β) Αιτιολογείται ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, με τη μείωση του προστίμου, είχε πρόθεση να αποτρέψει την ολοσχερή ματαίωση της εισπράξεως αυτού λόγω του ύψους του με την παραδοχή, μεταξύ άλλων, ότι δεν φρόντισε αυτός για την είσπραξη των προστίμων, η οποία δεν αποκλειόταν μετά την έκδοση οριστικών αποφάσεων από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, τις οποίες, πάντως, δεν ανέμεινε, αλλά προχώρησε στη δραστική μείωση των προστίμων. γ) Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο αναιρεσείων είχε εναργή εικόνα του ποσού της μειώσεως με τις παραδοχές, πέραν των ανωτέρω (γνώση νομικών διατάξεων, αποφάσεων, κ.λπ.), ότι ο τότε Αντινομάρχης Γ. Τ. τον ενημέρωνε για όλα τα ζητήματα της υποθέσεως και ότι ο πρατηριούχος Χ. Κ. απευθυνόταν, για τη συγκεκριμένη υπόθεση, κυρίως στον Αντινομάρχη, ο οποίος ενημέρωνε τον Διευθυντή της Διευθύνσεως Εμπορίου Η. Τ. και το Νομάρχη, τον οποίο είχε επισκεφθεί και ενημέρωσε και ο ίδιος ο πρατηριούχος άλλοτε μόνος και άλλοτε μαζί με τον Αντινομάρχη. Β) Ως προς τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης: α) Σαφώς και με βεβαιότητα το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Αντινομάρχης Γ. Τ. έκανε γραπτή εισήγηση προς τον αναιρεσείοντα ως προς τον τρόπο αντιμετωπίσεως της υποθέσεως, η οποία, αν γινόταν, έπρεπε να είναι πλήρως αιτιολογημένη, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων θα μεταρρύθμιζε δραστικά προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις. Προς ενίσχυση της παραδοχής του αυτής, δέχεται ότι, και αν υπήρχε προφορική εισήγηση, την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται (όχι γιατί υπήρχε πράγματι, αλλά) για να δικαιολογήσει τη μεροληπτική υπέρ του πρατηριούχου απόφασή του, ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων (απόρριψη προσφυγών, κ.λπ.), δεν έπρεπε να την ακολουθήσει. Ουσιαστικά, λοιπόν, δεν δέχεται την ύπαρξη ούτε προφορικής εισηγήσεως και δεν πρόκειται για ενδοιαστική αιτιολογία. β) Ορθώς δέχθηκε το Δικαστήριο ότι μόνη αρμόδια να κάνει εισήγηση για το ζήτημα της νοθεύσεως καυσίμων προς το Νομάρχη, αλλά και προς τον Αντινομάρχη, ήταν η Διεύθυνση Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, η οποία, άλλωστε, με δύο αποφάσεις της, είχε ήδη διατυπώσει, αιτιολογημένα, την αρνητική για την αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου γνώμη της. γ) Ορθώς και αιτιολογημένα δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να συμμορφωθεί με το πρώτο μέρος της γνωμοδοτήσεως της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, κατά το οποίο η αίτηση θεραπείας - προσφυγή του πρατηριούχου ήταν απαράδεκτη, και όχι προς το δεύτερο (επικουρικό) περί δυνατότητας της Διοικήσεως να ανακαλέσει ή να μεταρρυθμίσει αυτεπαγγέλτως οποιαδήποτε πράξη της σε περίπτωση παράνομης, αναιτιολόγητης ή υπερβολικής πράξεως, με τις παραδοχές ότι αφενός, κατά το αυτό δεύτερο μέρος της γνωμοδοτήσεως, η εν λόγω Υπηρεσία δεν γνώριζε το πραγματικό της υποθέσεως και δεν μπορούσε να λάβει θέση επί της ουσίας, ο δε Νομάρχης έπρεπε να απευθυνθεί στην αρμόδια Υπηρεσία, στην οποία, όμως, δεν απευθύνθηκε, και αφετέρου τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με τις προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις δεν ήταν υπερβολικά, η δε επίμαχη απόφαση, την οποία εξέδωσε ο αναιρεσείων, δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ως προς λόγο, για τον οποίο έκρινε ότι τα προηγούμενα πρόστιμα, το ύψος των οποίων επίσης δεν αναφέρεται, ήταν υπερβολικά και έπρεπε να μειωθούν στο ίδιο ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση. δ) Αιτιολογημένα κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του βασικού ζητήματος του αν τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί ήταν υπερβολικά με την παραδοχή ότι εκδόθηκε μόνο η υπ' αριθ. 2841/2004 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη μία προσφυγή του πρατηριούχου με την αιτιολογία ότι το πρόστιμο των 29.000 ευρώ (που ήταν και το μεγαλύτερο από τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί) ήταν προσήκον και εύλογο, ενώ αντίθετες αποφάσεις εκδόθηκαν μόνο επί αιτήσεων αναστολής καταβολής του προστίμου λόγω ανεπανόρθωτης βλάβης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ύψος του προστίμου και το ζήτημα αν αυτό ήταν υπερβολικό ή όχι. ε) Ορθώς αιτιολογείται ότι η επικαλούμενη πλάνη του αναιρεσείοντος δεν ήταν συγγνωστή, γιατί αυτός, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των σχετικών υποδείξεων του νομικού του παραστάτη και των άλλων αρμοδίων Υπηρεσιών, μπορούσε να διαγνώσει την υποχρέωσή του να μη μειώσει τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί από τον προκάτοχό του σε βάρος του πρατηριούχου. Η παραδοχή "αν είχε καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε άνθρωπος οφείλει" δεν έχει την έννοια ότι ο αναιρεσείων παρέβη το καθήκον του από αμέλεια, αλλά, αντιθέτως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των ως άνω υποδείξεων από τους αρμοδίους, των ατομικών του, δηλαδή, συνθηκών, όφειλε να διαγνώσει το άδικο της πράξεώς του και ότι, επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση η επικαλουμένη από αυτόν πλάνη δεν ήταν συγγνωστή. Στ) Ορθώς δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αν ο νόμος διευκρίνιζε ποια ήταν τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας, τα οποία δεν μπορούσε να υπερβεί ο αναιρεσείων, δεν θα ετίθετο ζήτημα παραβάσεως καθήκοντος, εφόσον αυτός δεν θα τα είχε υπερβεί. Όμως, ακριβώς γιατί δεν προσδιορίζονται αυτά, τίθεται ζήτημα κακής χρήσεως της διακριτικής του εξουσίας, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μείωσε αυτός το κάθε πρόστιμο στο ποσό των 1.000 ευρώ, εγγύτερα, δηλαδή, στο ελάχιστο προβλεπόμενο όριο, με σκοπό να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο. Γ) Επί των ισχυρισμών περί αδυναμίας συμμορφώσεως λόγω σφοδρής ψυχικής πιέσεως και συγκρούσεως καθηκόντων: α) Σαφώς ο ισχυρισμός περί άρσεως του καταλογισμού λόγω σφοδρής ψυχικής πιέσεως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ενώ η (μη ορθή) παραδοχή ότι αυτός δεν προβλέπεται από το νόμο έχει τεθεί μόνο ως επάλληλη αιτιολογία και δεν στηρίχθηκε σ' αυτήν η απορριπτική κρίση. β) Σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν προέβη στην πράξη του εξαιτίας σφοδρής ψυχικής πιέσεως λόγω της αθλίας καταστάσεως της υγείας του πρατηριούχου και της κακής οικονομικής καταστάσεως αυτού, με την παραδοχή ότι αφενός στην απόφασή του δεν περιέλαβε καμιά σχετική αιτιολογία και αφετέρου ότι δεν μπορούσε να αισθανθεί τέτοια πίεση, καθόσον, η συνεχής παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου, που με τη σοβαρή νόθευση καυσίμων κερδοφορούσε σε βάρος του καταναλωτικού κοινού και του Ελληνικού Δημοσίου, εξωθούσε κάθε αρμόδιο φορέα να είναι μάλλον αυστηρός και να επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές ποινές. Δέχεται, δηλαδή, το Δικαστήριο ότι η όποια κατάσταση του πρατηριούχου δεν μπορούσε να προκαλέσει στον αναιρεσείοντα (και σε κάθε αρμόδιο) ψυχική πίεση, ώστε να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια, λόγω της σοβαρότητας των παραβάσεων, για τις οποίες είχαν επιβληθεί τα πρόστιμα, στη μείωση των οποίων προέβη ο αναιρεσείων. γ) Με την παραδοχή ότι ο πρατηριούχος, παρά την κλονισμένη υγεία του και παρά την πρώτη διαπίστωση της νοθείας των καυσίμων και την επιβολή του πρώτου προστίμου, συνέχιζε να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα αντικρούει, εμμέσως αλλά σαφώς, τον ισχυρισμό περί συγκρούσεως του νομικού καθήκοντος του αναιρεσείοντος να μη μειώσει τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με αυτό της συμμορφώσεώς του με την αρχή της αξίας του ανθρώπου. Με τις παραδοχές δε ότι τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις ήταν ανάλογα με τις πράξεις του πρατηριούχου και με την επίκληση της ως άνω υπ' αριθ. 2841/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντικρούει τον ισχυρισμό περί συγκρούσεως του νομικού του καθήκοντος με αυτό της συμμορφώσεώς του με την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 21.9.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 και 14 του ΠΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσεως όσον αφορά την απορριπτική επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών κρίση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σύμφωνα με τον κανόνα "non bis in idem", ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 ΚΠοινΔ αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Δηλαδή, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται όταν ο υπαίτιος παράνομης πράξεως τιμωρείται ποινικώς από το αρμόδιο δικαστήριο, αλλά και πειθαρχικώς ή διοικητικώς από το αρμόδιο Όργανο. 
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο πρώτος συνήγορος του κατηγορουμένου (Χρ. Μυλωνόπουλος) προσέθεσε και ότι "παραβιάζεται η αρχή της ενότητας της εννόμου τάξεως, η αρχή του "ne bis in idem", καθώς η ποινική και διοικητική δίκη τελούν σε σχέση αμοιβαίας δέσμευσης και παραβιάζονται και τα άρθρα 5 και 6 της ΕΣΔΑ καθώς η επιβολή από την διοίκηση προστίμου ποσού 89.000 ευρώ είναι κρυπτοποινή". Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προτάθηκε ότι ο υπαίτιος πρατηριούχος καταδικάσθηκε για τις ίδιες πράξεις από ποινικό δικαστήριο και σε ποιες ποινές, δεν ήταν νόμιμος, δεδομένου ότι ο ως άνω κανόνας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εφαρμόζεται όταν συντρέχει ποινή και διοικητική κύρωση για την ίδια πράξη, το δε ποινικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει αν το πρόστιμο που επιβλήθηκε διοικητικώς είναι ανάλογο με την πράξη. Επομένως, ορθώς το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε τίποτε στον ισχυρισμό αυτό και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη απάντηση στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, έβδομο λόγο αναιρέσεως, προβάλει ότι κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου υφίστατο εξακολουθητικώς βαρύτατες και δριμείες επιθέσεις από μερίδα του Τύπου, από τις οποίες προσβλήθηκε καίρια το τεκμήριο αθωότητάς του και το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και προκλήθηκε, έτσι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επικαλείται δε και 13 δημοσιεύματα, τα οποία τον εμφάνιζαν, εμμέσως πλην σαφώς, με βεβαιότητα ένοχο της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί δεν συνάπτεται με κάποια παράλειψη του Δικαστηρίου, η οποία να επιφέρει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καμιά δε έννομη επιρροή δεν ασκούν ενδεχόμενες δημοσιεύσεις στον Τύπο πριν από την έκδοση της αποφάσεως, οι οποίες και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση της δίκης, η οποία διεξάγεται από δικαστές που υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους. Αντίθετη εκδοχή θα είχε ως συνέπεια να μη μπορεί να διεξαχθεί, λόγω απόλυτης ακυρότητας, καμιά σοβαρή δίκη, για την έκβαση της οποίας σε βάρος του εκάστοτε κατηγορουμένου θα είχαν λάβει, εκ των προτέρων, θέση ο Τύπος ή τα Μέσα μαζικής Ενημερώσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. 
Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και α) το υπ' αριθ. 16/10542/26.11.2003 έγγραφο της Διευθύνσεως Εμπορίου της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, β) η υπ' αριθμ. 200/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γ) το υπ' αριθμ. 565/3-12-2003 έγγραφο του βοηθού Νομάρχη Θεσσαλονίκης, δ) η από 14/5/2002 προσφυγή του Χ. Κ. ενώπιον του Γ. Γ. Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας κατά της υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 απόφασης του τότε Νομάρχη Θεσ/κης, ε) η από 2/9/2002 αίτηση αναστολής εκτελέσεως του Χ. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του τότε Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία του επεβλήθη πρόστιμο 29.000 ευρώ, στ) οι από 23/1/2003 δύο αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως του Χ. Κ. κατά των υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 και 16/750/28-2-2002 αποφάσεων του Νομάρχη Θεσ/κης, με τις οποίες του επεβλήθησαν πρόστιμα 20.000 € και 10.000 € αντιστοίχως και ζ) η από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του Χ. Κ. προς το Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε την ανάκληση, άλλως τη μεταρρύθμιση στο προσήκον μέτρο των προστίμων που του είχαν επιβληθεί. Τα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που αναγνώσθηκαν στην πρωτόδικη ή στην κατ' έφεση δίκη. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που, κατά τα πρακτικά, αναγνώσθηκαν, το περιεχόμενο των ανωτέρω μη αναγνωσθέντων εγγράφων προκύπτει, πέραν των μαρτυρικών καταθέσεων, από άλλα έγγραφα και, συγκεκριμένα, του πρώτου (γνωστοποιήσεως προς τον Χ. Κ. ότι δεν προβλέπεται άσκηση αιτήσεως θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής) από το υπ' αριθ. πρωτ. 16/270/26.1.2004 έγγραφο της Διευθύνσεως Εμπορίου Θεσσαλονίκης προς τον Χ. Κ. (με αύξ. αριθ. 13), του δευτέρου από το υπ' αριθ. οικ. 18969/28.7.2003 έγγραφο Νομικής Υπηρεσίας ΝΑΘ προς Διεύθυνση Εμπορίου (με αύξ. αριθ. 23), του τρίτου από το υπ' αριθ. πρωτ. 31124/9.12.2003 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης προς το βοηθό του Νομάρχη (με αύξ. αριθ. 12), του τετάρτου από την υπ' αριθ. πρωτ. 25789/26.8.2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (με αύξ. αριθ. 42), του πέμπτου από την υπ' αριθ. 124/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξ. αριθ. 3), των έκτων, της μιας αιτήσεως αναστολής από την υπ' αριθ. 201/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξ. αριθ. 6) και της άλλης από την υπ' αριθ. 200/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (το περιεχόμενο της οποίας προέκυπτε ως άνω) και του εβδόμου από την υπ' αριθ. πρωτ. 16/168/11.1.2005 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (με αύξ. αριθ. 11). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, όγδοος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι, για την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω έγγραφα χωρίς να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Ιουλίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 5075/2012) αίτηση του Π. Ψ. του Χ., μετά των από 20/21 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1045-1046/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και 
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Παρατήρηση. Σπουδαία υπερασπιστική γραμμή από τον καθηγητή κ. Χρήστο Μυλωνόπουλο με τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς που προέβαλλε. Δεν γίνεται όμως αντιληπτός-πέραν του ότι προσβάλλει και την κρίση των δικαστών ως προς το ενδεχόμενο επηρεασμού τους από τον Τύπο ως ατόμων ευεπηρέαστων και ευάλωτων- ο λόγος περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, εξ αιτίας δυσμενών δημοσιευμάτων του Τύπου για τον κατ/ νο. Αν γινόταν δεκτός αυτός ο επικίνδυνος ισχυρισμός θα καταργούνταν η ελευθεροτυπία [δικαίωμα κριτικής] ιδίως επί δημοσίων προσώπων [απόλυτης και σχετικής επικαιρότητας, στην προκείμενη περίπτωση απόλυτης επικαιρότητας]! Συγχαρητήρια ανήκουν και στον Πρόεδρο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/ κης για την άκρως εμπεριστατωμένη, εξαντλητική! αιτιολογία που παρέθεσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Δείχνει την υψηλή επιστημονική κατάρτιση και Παιδεία του. Ο κατ/νος και οι συνήγοροι του δεν δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι ο συγκεκριμένος Πρόεδρος δεν περιέλαβε σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην εκδοθείσα απόφαση.

1 σχόλιο:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Για την αρχή ne bis in idem βλ. και ΑΠ 132/ 2013,
"όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, την δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι στον εντολέα του είχε ήδη επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο για την εγκατάσταση των ενδίκων κεραιών κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια, η επιβολή δε, για την ίδια πράξη, και ποινικής κυρώσεως παραβιάζει την αρχή "ne bis in idem", όπως αυτή έχει κατοχυρωθεί από την Ε.Σ.Δ.Α., λόγω του τιμωρητικού χαρακτήρα, τον οποίο έχει το διοικητικό πρόστιμο. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, δεδομένου ότι ο ως άνω κανόνας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εφαρμόζεται όταν συντρέχει ποινή και διοικητική κύρωση για την ίδια πράξη, και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, ως εκ περισσού, απάντησε και τον απέρριψε με την (ορθή) αιτιολογία ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου για την ίδια παράνομη πράξη δεν αποκλείει την παράλληλη ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος".
Κατόπιν και της ανωτέρω απόφασης δικαιούμαστε να ομιλούμε για πάγια νμλγ του Ακυρωτικού μας.

Addthis