Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Αποπλάνηση παιδιών (ΠΚ 339). Παιδοφιλία.

Γράφει ο blogger.
Λόγω της επίκαιρης και πρόσφατης συχνότητας των κρουσμάτων προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας σε βάρος ανηλίκων είναι προφανής, νομίζω, η σκοπιμότητα της παρούσας ανάλυσης και ανάρτησης. Καταβλήθηκε προσπάθεια να είναι όσο το δυνατόν σύντομη παρ'  ότι απαιτείται η συγγραφή ολόκληρης μονογραφίας. 
i. Τυποποίηση του εγκλήματος. Άρθρο 339 Ποινικού Κώδικα (όπως ισχύει τώρα): «§ 1. Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα (12) έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα και μέχρι τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών.

§ 2. Οι ασελγείς πράξεις μεταξύ ανηλίκων κάτω των δεκαπέντε ετών δεν τιμωρούνται, εκτός αν η μεταξύ τους διαφορά ηλικίας είναι μεγαλύτερη των τριών ετών, οπότε επιβάλλονται μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.
§ 3. Αν μεταξύ του υπαιτίου και του παθόντος τελέστηκε γάμος, δεν ασκείται ποινική δίωξη, και αν τυχόν είχε ασκηθεί δεν συνεχίζεται, αλλά κηρύσσεται απαράδεκτη. Η ποινική δίωξη ασκείται ή συνεχίζεται μετά την ακύρωση του γάμου.
§ 4. Όποιος εξωθεί ή παρασύρει ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, να παρίσταται σε ασελγή μεταξύ άλλων πράξη, έστω και αν δεν συμμετέχει σε αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών».
ii. Η τυποποίηση αυτού του εγκλήματος περιλαμβάνεται, τοποθετείται στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ισχύοντος ποινικού κώδικα που φέρει τον τίτλο «Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής». Παλαιότερα, πριν την τροποποίηση με τον ν. 1419/ 1984 (άρθρο 8) έφερε τον τίτλο «Εγκλήματα κατά των ηθών». Η αναφορά αυτή δεν είναι άνευ σημασίας. Σύμφωνα με την Επιστήμη (βλ· Ν. Παρασκευόπουλο–Ευτ. Φυτράκη, αξιόποινες σεξουαλικές πράξεις, έκδοση 2011, § 1, σελίδες 1-3, πλαγιάριθμοι 3-5), «με τον ν. 1419/ 1984 επήλθε μια ριζική μεταρρύθμιση των σχετικών εγκλημάτων και των όρων τους: μέχρι τότε ο τίτλος του 19 ου κεφαλαίου του ΠΚ μνημόνευε τα “ήθη” ως προστατευόμενο αγαθό. Η έννοια των ηθών διαπότιζε αναγκαία και την ερμηνεία των αξιολογικών όρων των σχετικών εγκλημάτων (π.χ. ασέλγεια, ακόλαστη πράξη, αιδώς). Η επέμβαση του νομοθέτη με τον ν. 1491 αναμόρφωσε όχι μόνο τις αντικειμενικές υποστάσεις αλλά και τον τίτλο του αντίστοιχου κεφαλαίου. Ο τελευταίος αναφέρεται, τουλάχιστον εν μέρει, σε ένα σαφές και κοινής αποδοχής έννομο αγαθό: στην γενετήσια ελευθερία ως ειδική μορφή ελευθερίας. Πρόκειται πραγματικά για στροφή ιστορικής σημασίας. Δεν υπάρχει άλλη κατηγορία εγκλημάτων όπου οι μεταβολές να ανατρέπουν τύπους και αντιλήψεις αξιοποίνου ή απαγορευμένου με ηλικία χιλιετιών. Για παράδειγμα, στους πλείστους από τους γνωστούς πολιτισμούς της αρχαιότητας, η παρθενοφθορία αποτελούσε πράξη που τιμωρούνταν με θάνατο. Όπως είναι φανερό, ο όρος δεν αναφερόταν στην σωματική διάσταση της παρθενίας, αλλά γενικά σε εξώγαμες ερωτικές σχέσεις με ενήλικες άγαμες γυναίκες. Αντίστοιχες ρυθμίσεις ισχύουν αδιαλείπτως και επιβιώνουν στις δυτικές και στις ανατολικές νομοθεσίες μέχρι το πρώτο μισό του 20 ου αιώνα. Ο ΠΚ που ίσχυσε στην χώρα μας μέχρι το έτος 1950 τιμωρούσε (άρθρο 274 Α) ως έγκλημα την «φθορά κόρης αμέμπτων ηθών». Τα προς απόδειξη θέματα σε αντίστοιχες δίκες της περιόδου του μεσοπολέμου φαντάζουν κωμικά σε όσους αναδιφούν νομικά περιοδικά με ποινικές αποφάσεις της εποχής εκείνης. Ήταν ή δεν ήταν “κόρη αμέμπτων ηθών” μια δεσποινίς που είχε γίνει αντιληπτή να εξέρχεται μόνο από ξενοδοχείο; Ριζοσπαστική είναι ιδίως, μέσα στην διαδρομή του ιστορικού χρόνου, η αποσύνδεση της νομοθεσίας από την έννοια των “ηθών” ή της “ηθικότητας”. Ο συνειρμός των αξιών της ερωτικής ζωής με την ηθικότητα (την αιδώ, την σεμνοπρέπεια κλπ) είναι επίσης αρχαίος και διάχυτος στους δικαιικούς κλάδους και τις διάφορες προεθνικές ή εθνικές δικαιοπραξίες. Διαχρονικά, η διάκριση του εγκλήματος από την αμαρτία και από την ανηθικότητα γίνεται δύσκολη, ακριβώς επειδή οι έννοιες που χρησιμοποιήθηκαν για να περιγράψουν τις σεξουαλικές σχέσεις μας ανάγουν ρητά στην εκάστοτε ηθική τάξη».
iii. Από το βασικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αναλυόμενου εγκλήματος, την «ασέλγεια» καθίσταται σαφές ότι γίνεται άκρως απαραίτητος ο καθορισμός του περιεχομένου της και ο βαθμός δυσκολίας της.
Α) Θέση της Επιστήμης. 1. Θεωρώ–στην απόπειρα μου αυτή-την προσφυγή στην βοήθεια του αείμνηστου Δασκάλου μου (και επιφανούς αγωνιστή της Δημοκρατίας, διωχθέντος και βασανισθέντος από την εφταετή Σκοταετία) Γεωργίου–Αλέξανδου Μαγκάκη, ως πρώτο βήμα. Σύμφωνα με την διδασκαλία του στο περίφημο Έργο του “τα εγκλήματα περί τη γενετήσιον και την οικογενειακήν ζωήν” (έκδοση 1967, § 3, σελίδες 12-18), «Η ασέλγεια δεν τιμωρείται καθ’ εαυτήν. Δεν προβλέπεται δηλαδή ως έγκλημα η τέλεσις απλώς και άνευ ετέρου ασελγείας, αλλ’ αύτη αποτελεί στοιχείον της εννοίας διαφόρων εγκλημάτων κατά των ηθών. Ούτω ως τοιαύτα εγκλήματα προβλέπονται μόνον πράξεις, συνιστάμεναι είτε εις την τέλεσιν ασελγείας υφ’ ωρισμένας, ειδικάς περιστάσεις, είτε εις την ανάπτυξιν ωρισμένης δραστηριότητος εν σχέσει προς αυτήν. Η ασέλγεια αποτελεί συνεπώς, έστω και υπό ειδικοτέρας τινάς μορφάς της ως η της συνουσίας και η της παρά φύσιν ασελγείας, ή υπό την παραλλάσσουσα απόδοσιν αυτής ως ακολασίας, κοινόν, βασικόν στοιχείον της εννοίας των διαφόρων εγκλημάτων κατά των ηθών… Ο νόμος δεν καθορίζει την έννοιαν της ασελγείας. Η ασέλγεια συνιστά συνεπώς αξιολογικόν στοιχείον της υποστάσεως διαφόρων εγκλημάτων κατά των ηθών, ήτοι στοιχείον του οποίου το περιεχόμενον αφίεται υπό του νόμου να καθορισθή εκτιμητικώς υπό του εφαρμοστού του Δικαίου. Η ασέλγεια κατά τα κύρια αυτής χαρακτηριστικά συνίσταται εις ενέργειαν (ως εκ της φύσεως της, η ασέλγεια δύναται να συνίσταται μόνον εις θετικήν συμπεριφοράν, δηλαδή εις ενέργειαν και ουχί εις παράλειψιν), αποτελούσαν κατά τα εξωτερικά αυτής γνωρίσματα εκδήλωσιν της γενετησίου ζωής, η οποία θίγει σοβαρώς την γενετήσιον ευπρέπειαν του μέσου ανθρώπου και ήτις αποβλέπει εις ηδονισμόν, ήτοι εις την διέγερσιν ή ικανοποίησιν της γενετησίου ορμής. Η έννοια της ασελγείας συγκροτείται συνεπώς εκ τριών στοιχείων, δυο αντικειμενικών και ενός υποκειμενικού… Το πρώτον αντικειμενικόν στοιχείον συνίσταται εις το ότι η ενέργεια αποτελεί, κατά τα εξωτερικά αυτής γνωρίσματα, εκδήλωσιν της γενετησίου ζωής. Δια της ρητής μνείας αυτού του στοιχείου οριοθετείται κατά σαφέστερον τρόπον η έννοια της αελγείας έναντι ενεργειών αι οποίαι, κατά τας συγχρόνους ψυχολογικάς διαπιστώσεις, πηγάζουν μεν από το γενετήσιον ένστικτον, δεν συνιστούν όμως κατά τα εξωτερικά αυτών γνωρίσματα εκδηλώσεις της γενετησίου ζωής και δι’ αυτό δεν δύνανται και δεν πρέπει να χαρακτηρισθούν νομικώς ως ασελγείς πράξεις.Ούτω π.χ. φετιχιστικαί, μαζωχιστικαί και σαδιστικαί τινες πράξεις. Επίσης αποκλείονται της εννοίας της ασελγούς πράξεως προφορικαί εκφράσεις, αι οποίαι αναφέρονται μεν κατά το περιεχόμενον των εις θέματα της γενετησίου ζωής, δεν συνιστούν όμως, αντικειμενικώς κρινόμεναι, εκδηλώσεις αυτής, ως π.χ. αι συνήθεις αισχρολογίαια, έστω και αν εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν επήγασαν εξ ηδονιστικής τινος τάσεως και ήσαν τοιαύται, ώστε να θίγουν την γενετήσιον ευπρέπειαν. Το δεύτερον αντικειμενικόν στοιχείον της ασελγούς πράξεως συνίσταται ότι η επιχειρούμενη ενέργεια πρέπει να είναι τοιαύτη, ώστε δι’ αυτής να θίγεται η γενετήσιος ευπρέπεια του μέσου ανθρώπου. Ως γενετήσιος ευπρέπεια του μέσου ανθρώπου νοείται το συναίσθημα της αιδούς το οποίον διαμορφούται βάσει των κοινωνικοηθικών κανόνων, οι οποίοι δέον να διέπουν τας γενετησίους εκδηλώσεις, συμφώνως προς τας αντιλήψεις ούτε υπερβολικώς ηθικολογούντων, ούτε πάλιν και υπερβολικώς ελευθέρων περί τα ήθη κύκλων, αλλά του μέσου, του συνήθους εν ωρισμένω τόπω και χρόνω ανθρώπου. Δια του στοιχείου τούτου δεν επιβάλλεται προς ύπαρξιν ασελγούς πράξεως και η συνδρομή του παράγοντος να έχει θιγή πράγματι η γενετήσιος ευπρέπεια συγκεκριμένου τινός ανθρώπου, αλλ’ αρκεί ότι η πράξις ήτο τοιαύτη, ώστε να θίγεται δι’ αυτής in abstracto η ευπρέπεια αύτη του μέσου ανθρώπου. Δια να χαρακτηρισθεί γενετήσιος τις εκδήλωσις ως ασέλγεια εν τω πλαισίω των ποινικών διατάξεων περί εγκλημάτων κατά των ηθών, πρέπει αύτη να έχει βαρύτητα τινα και σοβαρότητα. Πρέπει δηλαδή αύτη να προσβάλλη σοβαρώςτην γενετήσιον ευπρέπειαν του μέσου ανθρώπου. Διότι κατά βασικήν αρχήν του ποινικού δικαίου μόνον πράξεις ενέχουσαι σοβαρότητατινά και βαρύτητα δύνανται να χαρακτηρισθούν ως εγκλήματα. Ούτω π.χ. απλοί ερωτικοί εναγκαλισμοί εντός πάρκου, και αν ακόμη ήθελον θεωρηθεί κατά τας περιστάσεις ότι θίγουν την γενετήσιον ευπρέπειαν του μέσου ανθρώπου, δυσχερώς δύνανται να χαρακτηρισθούν ως ασελγείς πράξεις και να κριθούν συνεπώς ως πρόσκλησις σκανδάλου δι’ ασέμνων πράξεων, διότι κατά κανόνα δεν εμφανίζουν την προς τούτο απαιτουμένην σοβαρότητα εν τη προσβολή της γενετησίου ευπρεπείας του μέσου ανθρώπου … Το τρίτον στοιχείον είναι υποκειμενικόν εν τη εννοία ότι αφορά εις τον εσωτερικόν, τον ψυχικόν κόσμον του ανθρώπου και συνίσταται εις το ότι η ενέργεια πρέπει να αποβλέπη εις ηδονισμόν, ήτοι εις την διέγερσιν ή ικανοποίησιν της γενετησίου ορμής. Ο ηδονισμός δεν απαιτείται αναγκαίως να αφορά εις αμφότερα τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων επιχειρείται η ασελγής πράξις (διότι τότε θα παρέμενον ατιμώρητοι βαρύταται περιπτώσεις, ως π.χ. αι περιπτώσεις τελέσεως ασελγείας μετ’ ανηλίκου μη ενηβωθέντος και συνεπώς μη δυναμένου να ηδονισθή), ή πάντως εις τον δράστην (διότι και τότε θα καθίσταντο ατιμώρητοι διάφοροι περιπτώσεις, καθ’ ας ο δράστης ενεργεί την ασελγήν πράξιν εξ άλλων λόγων, ως π.χ. χάριν ανταλλαγμάτων χωρίς να συμμετέχει ηδονιστικώς), αλλά δύναται να αναφέρεται και εις μόνον το πρόσωπον μετά του οποίου ο δράστης προβαίνει εις ακολασίαν (Δεν δύναται όμως να αφορά εις τρίτον πρόσωπον. Ούτω π.χ. ο φωτογράφος ο λαμβάνων γυμνάς φωτογραφίας ανηλίκων δια να τας πωλήση δεν τελεί μετά των ανηλίκων τούτων ασελγή πράξιν, εφ’ όσον η λήψις των φωτογραφιών δεν αποβλέπει εις ηδονισμόν του φωτογράφου ή των φωτογραφιζομένων ανηλίκων) … Υπό την έννοιαν της ασελγείας περιλαμβάνεται βεβαίως και μάλιστα κατ’ εξοχήν και η συνουσία. Ως συνουσία νοείται η σαρκική ομιλία δυο προσώπων διαφόρου φύλου, αλλ’ υπό την διασταλτικήν αυτής έννοιαν. Προς ύπαρξιν δηλαδή συνουσίας αρκεί ένωσις (ουχί όμως και η απλή επαφή) των γεννητικών μορίων, ήτοι η είσοδος του ανδρικού μέλους εις τον γυναικείον κόλπον, χωρίς να απαιτείται να εγένετο και εκσπερμάτωσις. Η διασταλτική αύτη ερμηνεία επιβάλλεται, διότι το αν εγένετο ή όχι εκσπερμάτωσις είναι τι το επουσιώδες από της σκοπιάς της ποινικής αξιολογήσεως, βάσει των υπό των σχετικών διατάξεων προστατευομένων εννόμων αγαθών. Μόνον αν ο νόμος απέβλεπε πρωταρχικώς δια των διατάξεων τούτων να προστατεύση την γυναίκα από το ενδεχόμενον μιας ανεπιθυμήτου εις αυτήν συλλήψεως, μόνον τότε η έννοια της συνουσίας θα έπρεπε να περιλαμβάνη και την εκσπερμάτωσιν εντός του γυναικείου κόλπου». 2. Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι απόψεις του καθηγητή- σημερινού Υπουργού Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλου στο κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού του περιεχομένου της κρίσιμης έννοιας της ασέλγειας. Στο παραπάνω εκτεθέν συλλογικό έργο υποστηρίζεται [βλ· § 4, σελ· 38 επ, πλαγιάριθμοι 1, 3, 4, 5, 15, 16, 17, 18, 21] ότι, «Πλγ/ μος 1. η σαφήνεια των ποινικών ρυθμίσεων αποτελεί αναγκαίο όρο για την αποτελεσματικότητα και των δυο βασικών λειτουργιών του ποινικού δικαίου. Εξυπηρετεί καθοριστικά την αντεγκληματική λειτουργία και ιδίως την πρόληψη: χάρη στην σαφήνεια των κανόνων οι πολίτες αντιλαμβάνονται τι είναι αξιόποινο και επομένως αποφεύγουν τις αντίστοιχες συμπεριφορές. Η ίδια, από την άλλη πλευρά, εξυπηρετεί την δικαιοκρατική λειτουργία του ποινικού δικαίου, εγγυώμενη το ατιμώρητο (την ελευθερία) εκείνων που δεν θίγουν τις αξίες της έννομης τάξης. Αυτή η θεμελιακή αξία της σαφήνειας στην περιγραφή των εγκλημάτων κατοχυρώνεται άλλωστε πλέον και στο άρθρο 7 § 1 Συντάγματος (nullum crimen sine lege certa). Έχει επίσης αναχθεί ως αρχή της ασφάλειας του δικαίου (άρθρο 7 § 1 ΕΣΔΑ) … Πλαγ/ μος 3. Η ίδια η έννοια “ήθη” εμφανιζόταν στον τίτλο του 19 ου κεφαλαίου του ΠΚ μέχρι την μεταρρύθμιση του με τον ν. 1419/ 84. Αυτή η επικεφαλής θέση της ώθησε την ερμηνεία να την συσχετίζει με άλλες επίσης ηθικολογικές έννοιες που συναντώνται στις σχετικές αντικειμενικές υποστάσεις. Κεντρική ανάμεσα στις τελευταίες ήταν και παραμένει η έννοια της ασέλγειας, με διάφορες παραλλαγές της: ασελγής πράξη, ασελγής χειρονομία, ασελγής πρόταση, παρά φύση ασέλγεια. Ως συνεχόμενη με την έννοια της ασελγούς πράξης εμφανίζεται η “ακόλαστη” πράξη. Άλλες επιμέρους ηθικολογικές έννοιες είναι η “αιδώς” (ΠΚ 353 § 2), το πορνογραφικό υλικό (ΠΚ 348 Α), τα “ανήθικα κέρδη” (ΠΚ 350) και το “σκάνδαλο” (ΠΚ 353 § 1)… Πλαγ/ μος 4. Η δυσκολία να οριστούν και να εξειδικευτούν οι ελαστικές αυτές έννοιες είναι φανερή. Κανείς π.χ. δεν αμφισβητεί ότι μια πράξη πεολειχίας μπορεί να χαρακτηρίζεται ασελγής. Τι ισχύει όμως σε σχέση με ένα άλλο αριθμό πράξεων, με μεγάλη ποικιλία και διαβαθμίσεις βαρύτητας; Είναι ασελγές ένα φιλί; Μάλλον η απάντηση εξαρτάται από το σημείο του σώματος που θα φιληθεί. Μήπως αλλάζει ο χαρακτηρισμός αν αυτοί που θα φιληθούν είναι ομόφυλοι; Η καταφατική απάντηση φαίνεται να προσκρούει σε επιχειρήματα περί σεβασμού της ετερότητας και της διαφοράς στους τρόπους της ερωτικής ζωής… Πλαγ/ μος 5. Ανάλογα ερωτήματα ποινικής αξιολόγησης τίθενται με πράξεις θωπείας, π.χ. στους μηρούς, ή στο στήθος. Ας σκεφτούμε την εικόνα ενός ενήλικα που παίρνει στα γόνατα του ένα κοριτσάκι. Αρχικά η σκηνή φαίνεται αθώα. Μήπως όμως η αξιολόγηση αλλάζει, αν π.χ. ο ενήλικας είναι ένας παιδεραστής με “παρελθόν”, ή αν κάνει πονηρές σκέψεις; Εδώ η καταφατική απάντηση θα δημιουργούσε δικαιοκρατικές επιπλοκές. Ενδιαφέρεται άραγε το “ποινικό δίκαιο της πράξης” για παρελθούσες συμπεριφορές και στίγματα; Μπορεί η σκέψη να γεννά ευθύνη, αν η ίδια η πράξη δείχνει εξωτερικά αθώα και δεν ενοχλεί; Πλαγ/ μος 15. Τα ποινικά συστήματα ελέγχου της σεξουαλικής ζωής διακρίνονται σε αυστηρά, που θεωρούν κανονικές μόνο τις σεξουαλικές πράξεις που τελούνται μεταξύ εγγάμων, και σε φιλελεύθερα, που θεωρούν οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη κανονική, αρκεί να μην προσβάλλει αυτή κάποιο αισθητό αγαθό, ατομικό ή κοινωνικό … Πλαγ/ μος 16. Η στροφή προς το φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο πραγματοποιήθηκε με τον ν. 1419/ 84 ο οποίος μεταξύ άλλων όρισε νέο έννομο αγαθό ως αντικείμενο προστασίας, μεταβάλλοντας τον τίτλο του σχετικού κεφαλαίου από “εγκλήματα κατά των ηθών” σε “εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής”. Ο ρητός ανακαθορισμός του εννόμου αγαθού τονίστηκε στην ίδια την από 12-9-83 εισηγητική έκθεση του ν. 1419/ 84. Πλαγ/ μος 17. Παρά την νομοθετική μεταβολή του προστατευόμενου αγαθού, πάντως η έννοια της ασέλγειας διατηρήθηκε στις αντικειμενικές υποστάσεις των αντίστοιχων εγκλημάτων. Θα περίμενε, βέβαια, κανείς την εναρμόνιση του περιεχομένου της με την νέα προστατευόμενη αξία. Πλαγ/ μος 18. Ο Άρειος Πάγος πό το 1951 έως σήμερα, με κάποια διαλείμματα δέχεται ότι «ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικώς μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας». Προσθήκη blogger: σύμφωνα με εντελώς πρόσφατη νμλγ του (985/ 2015) ο ΑΠ δέχεται ότι, «Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος, δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η χρησιμοποίηση των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων» … Πλαγ/ μος 21. Χαρακτηριστικό είναι ότι με τον νομολογιακό ορισμό μια ασαφής έννοια (ασέλγεια) ορίζεται με τρεις άλλες ασαφέστερες (κοινό αίσθημα, αιδώς, ήθη) και με ένα υποκειμενικό στοιχείο. Δεν ήταν απρόσμενο επομένως το γεγονός ότι ως τώρα έχουν εμφανιστεί αντιφατικές μεταξύ τους περιπτώσεις νομολογιακής εφαρμογής. Παράδειγμα: ο ΑΠ έχει δεχτεί αφενός ότι ο δράστης που χορεύοντας με νεαρή και χαϊδεύοντας απόκρυφα μέρη της τοποθετεί το χέρι της στο ερεθισμένο γεννητικό όργανο του διαπράττει αποπλάνηση που καταδικάζεται για κακουργηματική αποπλάνηση (ΑΠ 833/ 1979 σε ΠοινΧ 1980.56)· αφετέρου, ότι ο δράστης που με απειλή μαχαιριού αναγκάζει νεαρή να του το θωπεύσει είναι ένοχος των πλημ/ των της παράνομης βίας (ΠΚ 330) και της προσβολής της αιδούς [ΠΚ 353 § 2] (ΑΠ 1977/ 1981 σε ΠοινΧ 1982.677). Ασελγείς χειρονομίες. Ο Ποινικός Κώδικας φαίνεται να διακρίνει τρία είδη γενετήσιων πράξεων (Ν. Παρασκευόπουλος-Ευτ. Φυτράκης, όπ.πάρ § 4.2, πλαγιάριθμοι 39-40, σελ· 50): α) Την συνουσία και τις ανάλογες ισοδύναμης έντασης σεξουαλικές πράξεις (διείσδυση στο σώμα, πεολειχία κλπ) που υπάγονται σταθερά στα άρθρα 336, 338, 339 ΠΚ. β) τις ελαφρότερες σεξουαλικές πράξεις που πάντως τελούνται με σωματική επαφή, οι οποίες υπάγονται στα άρθρα 337, 338 § 2, 342 § 3 ΠΚ ως ασελγείς χειρονομίες. Εδώ θα πρέπει να υπαχθούν πράξεις που δεν ενέχουν διείσδυση εντός του σώματος, γ) τις πράξεις που έχουν γενετήσιο χαρακτήρα και τελούνται ενώπιον τρίτου αλλά χωρίς σωματική επαφή μαζί του. Στις πράξεις αυτές αναφέρεται η ΠΚ 353 (πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις), οι προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις (ΠΚ 337, 338 § 2, 342 § 3). Συνοψίζοντας, ασελγείς λέγονται οι ανάλογης προς την συνουσία βαρύτητας πράξεις που κατά τα εξωτερικά τους γνωρίσματα ανάγονται στην σεξουαλική ζωή. Οι πράξεις αυτές αρκεί να καλύπτονται από δόλο (ΠΚ 26). Ασελγείς χειρονομίες είναι οι ελαφρύτερες σεξουαλικές πράξεις (φιλιά, θωπείες) που τελούνται χωρίς διείσδυση. Κατά τη νμλγ μας (ΑΠ 922/ 2013, ΑΠ 560, 2010), ασελγείς χειρονομίες είναι “ελαφρότερες ερωτικές πράξεις, που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις, ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.λπ. του παθόντος. Οι προτάσεις μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή” ή κατά την νμλγ των δικαστηρίων ουσίας (ΕφΚέρκυρας 95/ 2013 ακολουθούσα την ΑΠ 560/ 2010), “αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ` όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία και ιδίως γνώση της ηλικίας του παθόντος, δηλ. θεμελιώνεται ενδεχόμενος δόλος αν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί συνάμα περί της ηλικίας του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ` αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ, "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές, κατά τρόπο βάναυσο, της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, οι "ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις, ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.λπ. του παθόντος. Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξεως. Όταν η πράξη του δράστη δεν είναι μια ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη (ως στιγμιαίος εναγκαλισμός και ασπασμός), αλλά είναι μια πράξη με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτεινε στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη του παθόντος, τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337τουΠΚ (ΑΠ 931/2012, 560/2010, 266/2010 ΤΝΠ NOMOΣ), ή περισσότερο, η πλημμεληματική μορφή της προπαρατιθέμενης παραγράφου 3 του άρθρου 342ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 24 Ν.3500/2006 (κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια), γιατί εκεί αποφεύγεται από το νομοθέτη η χρήση όπως στο άρθρ. 337 του όρου "ασελγείς χειρονομίες" και γίνεται απλά λόγος για "χειρονομίες" ώστε να μπορούν προφανώς να ενταχθούν στην ευαίσθητη αυτή περίπτωση και υποδεέστερες ακόμα εκδηλώσεις που αφορούν την γενετήσια ζωή και προσβάλλουν την αγνότητα της νεαρής ηλικίας και την αιδώ του ανηλίκου, τον οποίον έχουν εμπιστευθεί στο δράστη για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά”.  Παραπάνω όμως, με την ΑΠ 291/ 2015 έγινε-σωστά-δεκτό ότι και οι πράξεις αυτές υπάγονται στην έννοια της ασελγούς πράξης. Η διαφορά έγκειται στον σκοπό για τον οποίο γίνονται αυτές οι πράξεις, δηλαδή αν αποβλέπουν στον ηδονισμό του δράστη, σκοπός που είναι αυτονόητος. Γιατί να θωπεύεις το στήθος (από τις πλέον ερωτικές περιοχές του γυναικείου σώματος) αν δεν έχεις ηδονιστικό σκοπό; Το θώπευμα του στήθους ή των οπισθίων του θύματος δεν προσβάλλει άραγε την αιδώ του; Θα πρέπει δηλαδή να δεχθούμε ότι μπορεί κάποιος να θωπεύει το στήθος μιας ανήλικης ή τους γλουτούς της χωρίς να θεωρούνται ασελγείς πράξεις;! Και πως μπορούμε να διακρίνουμε το ”ελαφρό” από το “βαρύ” του θωπεύματος ενός στήθους ώστε να καταλήξουμε στην πλημμεληματική προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (ΠΚ 337) και στην έργω εξύβριση (ΠΚ 361);  Ουσιαστικά δεν υπάρχουν ασελγείς χειρονομίες μονάχα ασελγείς πράξεις! Νομίζω πως έχουν δίκιο οι Παρασκευόπουλος- Φυτράκης όταν διαπιστώνουν “το νομολογιακό κριτήριο φαίνεται να ακολουθεί εάν απλό σχήμα: αν συνολικά η υπόθεση κρίνεται σοβαρή, επιχειρείται η υπαγωγή της στην ΠΚ 339 και αναγκαστικά διευρύνεται η έννοια της ασέλγειας. Αν, αντίθετα, κρίνεται ως ήσσονος σημασίας, μπορεί να υπαχθεί στην ΠΚ 337 (όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 29, σελίδες 234-235)”. Διάκριση” της αποπλάνησης ανηλίκου από την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Σύμφωνα με την πάγια νμλγ μας (ενδεικτικά βλ. ΑΠ 762/ 2013), «Η πράξη του άρθρου 339 Π.Κ. διαστέλλεται από εκείνη του άρθρου 337 Π.Κ. της προσβολής ήτοι της γενετήσιας αξιοπρέπειας, διότι στην πρώτη απαιτείται να ενεργηθεί η ασελγής πράξη "με" το θύμα ή "από" το θύμα, ενώ στη δεύτερη ο νομοθέτης αρκείται σε ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις "που αφορούν ασελγείς πράξεις». B) Η θέση της Νομολογίας μας. Παρατέθηκε ανωτέρω η άποψη της ΑΠ 985/ 2015. Σε άλλη νμλγ του (291/ 2015) νομολογεί ότι, «Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος, δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η χρησιμοποίηση των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων». Έχουν κριθεί από την νμλγ μας ότι αποτελούν ασελγείς πράξεις και όχι απλές σεξουαλικές χειρονομίες: το φιλί στο στόμα της ανήλικης από τον βρισκόμενο σε στύση πατέρα της [ΕφΔωδ/ σου 11/ 2014], η τριβή στο αιδοίο τριετούς κορασίδας (ΑΠ 762/ 2013, ΑΠ 1932/ 2008, ΑΠ 291/ 2015), φιλιά στο στόμα και στα μάγουλα και θωπείες σε διάφορα μέρη του σώματος από δάσκαλο (ΕφΚέρκυρας 95/ 2013), κρίθηκε όμως ότι η με βία ψαύση του στήθους ανήλικης, η τοποθέτηση του χεριού της ανήλικης στα γεννητικά όργανα του δράστη ήταν μικρής έντασης και βαρύτητας!! (ΠλημΡόδου 65/ 2012), θωπείες στο στήθος ανήλικης εγγονής, ψαύσεις γεννητικών οργάνων, εισαγωγή δακτύλων στον πρωκτό και τους πέους στο στόμα, τριβή ανδρικού μορίου στον πρωκτό μέχρι εκσπερμάτωσης, δράστης παππούς, συνεργοί γιαγιά και μητέρα!!! (ΕφΔωδ 39/ 2011), εκσπερμάτωση ενώπιον ανήλικης (ΑΠ 894/ 2009, ΑΠ 1932/ 2008), προστριβή του πέους στους γλουτούς (ΑΠ 1531/ 1984), θωπείες και φιλιά στο πρόσωπο (ΑΠ 1819/ 2008) κλπ.
iv. Ποινική υπόσταση του εγκλήματος της αποπλάνησης ανηλίκων
Προστατευόμενο έννομο αγαθό από την ΠΚ 339 είναι-σύμφωνα με την νμλγ μας, “η γενετήσια ελευθερία, η αγνότητα της παιδικής ηλικίας και  ειδικότερα η προφύλαξη του παιδιού από πρόωρες σεξουαλικές εμπειρίες ώστε να προφυλαχθεί η αδιατάρακτη εξέλιξη του φύλου του. Ενεργητικό υποκείμενο μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ, ομοίως και παθητικό, χωρίς να είναι ανάγκη το παιδί να έχει συνείδηση των πραττομένων, ούτε να έχει συνείδηση της σημασίας της πράξεως” (ΑΠ 762/ 2013) ενώ κατά την Επιστήμη (βλ. Γ-Αλ. Μαγκάκη, όπ.πάρ, § 8.Ι, σελ· 61-62, Γ. Κρίππα, η προστασία των ανηλίκων εν τω ποινικώ δικαίω, 1979, σελ· 67-68) πριν την τροποποίηση του 1984, «η ποινική πρόβλεψις της αποπλανήσεως παίδων σκοπεί εις την προστασίαν της ηθικής καθαρότητος και ψυχικής υγείας των ανηλίκων των νεωτέρων των δεκαπέντε ετών. Η αποπλάνησις ανηλίκων είναι συνεπώς πράξις στρεφομένη κατά του ατόμου. Ο νόμος ορθώς θεωρεί ότι η ψυχική αύτη υγεία και ηθική καθαρότης θίγεται και όταν ο ανήλικος έχει πείραν τινα, έστω και σχετικώς μεγάλην, περί τα θέματα της γενετησίου ζωής και ούτω ουδόλως αποδίδει σημασίαν εν τη στοιχειοθετήσει της εννοίας του εγκλήματος τούτου εις το γεγονός ότι ο ανήλικος είχε τυχόν πείραν γενετησίων σχέσεων ή ότι ούτος είχεν τυχόν πρωτοβουλίαν της τελέσεως της ασελγούς πράξεως. Είναι δε η διάταξις της ΠΚ 339 κατά τοιούτον τρόπον διατετυπωμένη ώστε να περιλαμβάνωνται εντός των ορίων της πάσαι αι δυναταί μορφαία γενετησίου επιδράσεως επί του ανηλίκου, αι εμφανίζουσαι ποιαν τινα βαρύτητα, ήτις τας καθιστά επικινδύνους δια την ψυχικήν υγείαν και την ηθική καθαρότητα αυτού. Ούτω δύναται να παρατηρηθεί ότι ο νόμος δια της διατάξεως ταύτης καθιστά τον ανήλικον πρόσωπον το οποίον πρέπει να είναι δια τους τρίτους απολύτως εκτός γενετησίου ζωής, εξαιρουμένης της εν γάμω τοιαύτης… Η ηθική ποιότης του θύματος δεν ενδιαφέρει. Το έγκλημα δηλαδή της αποπλανήσεως παιδός διαπράττεται και εις βάρος ανηλίκου επιμέμπτων ηθών (ως προς το τελευταίο αυτό στοιχείο σύμφωνοι και Παρασκευόπουλος-Φυτράκης, όπ. πάρ, § 10, πλαγ. 16, σελ· 232, ΕισΑΠ Αθ. Κονταξής, ερμηνεία ΠΚ, τόμος Β’, 2000, σελ. 2807 με πλούσιες παραπομπές στην νμλγ του Αρείου Πάγου)». 
Α) Αντικειμενική υπόσταση
1).  Ενέργεια ασελγούς πράξης. Η ασελγής πράξη πρέπει να ενεργηθεί με τον ανήλικο και όχι ενώπιον του. Δηλαδή ο δράστης έχει ενεργητικό ρόλο και το θύμα παθητικό (βλ. όμως την περίπτωση της εκδιδόμενης που ενεργεί ασελγή πράξη με ανήλικο, αμέσως παρακάτω), μπορεί να τελεστεί με βία οποιασδήποτε μορφής (οπότε έχουμε αληθινή συρροή με τον βιασμό) είτε και χωρίς βία, ακόμη και με πρωτοβουλία του ανήλικου θύματος, αδιάφορο αν έχει συναίσθηση της πράξης οπότε μπορεί να τελεσθεί το έγκλημα αυτό ακόμη και κατά κοιμώμενου, ακόμη και κατά βρέφους Υποστηρίζεται στην Επιστήμη (βλ. Γ. Κρίππα, όπ. πάρ, σελίδες 70 –71 υπό στοιχείο γ, Γ-Αλ. Μαγκάκη, όπ. πάρ, σελ. 63, Παρασκευόπουλο-Φυτράκη, πλαγιάριθμος 26, σελ. 232, Μιχ. Μαργαρίτη-Α. Μαργαριτη, ερμηνεία ΠΚ, 2014, άρθρο 2014 § 2.Β.α, σελ. 1931, Αθ. Κονταξή, όπ.πάρ, σελ. 2807 κλπ) και γίνεται δεκτό και από την νμλγ του Αρείου Πάγου (560/ 210 … ΑΠ 159/ 1978) ότι, “απαραίτητον στοιχείον του παρόντος εγκλήματος είναι το γενετήσιον κίνητρον. Τούτο βεβαίως δεν είναι απαραίτητον να υπάρη εις αμφότερα τα πρόσωπα του εγκλήματος, δυνατόν να υπάρχη μόνον παρ’  εκατέρω τούτων. Ούτω δύναται να υπάρχη μόνον παρά τω θύματι και ουχί παρά τω δράστη. Δηλονότι τυγχάνει αξιόποινος εν προκειμένω και η πόρνη η δεχομένη να συνουσιασθή επί χρήμασι μετ’  ανηλίκου άρρενος. Τούτο προκύπτει ευθέως εκ του σκοπού του νομοθέτου, όστις είναι όπως ο ανήλικος παραμείνη οπωσδήποτε εκτός της σεξουαλικής ζωής, εξαιρουμένης της εν γάμω τοιαύτης. Ορθώς δε παρετηρήθη ότι εάν εδεχόμεθα την αντίθετον άποψιν, θα κατελήγομεν εις το άτοπον, να παραμείνη ατιμώρητος η ως άνω περίπτωσης της πόρνης και να τιμωρήται η ασυγκρίτως ελαφροτέρα εξ υπάρξεως αληθούς αισθηματικού δεσμού παρ’  αμφοτέροις. Ούτω ευθέως εκ του νόμου προκύπτει ότι η πόρνη ήτις συνουσιάζεται μετ΄ ανηλίκου άρρενος τυγχάνει υπαίτιος διαπράξεως του εγκλήματος της αποπλανήσεως παίδων. Κατ’  επέκτασιν δε αξιόποινος τυγχάνει η διενέργεια ασελγούς πράξεως μετά του ως άνω ανηλίκου, εφ’  όσον ο ηδονιστικός ερεθισμός υφίσταται μόνον παρ’  αυτή και ουχί παρά τω δράστη. Βεβαίως το έγκλημα διαπράττεαι και εάν συμβαίνει το αντίθετο, ήτοι εάν ο ηδονιστικός ερεθισμός απαντάται μόνον παρά τω δράστη, ως εις την περίπτωσιν καθ ην το θύμα είναι παις μικράς ηλικίας μη έχων γενετήσιον λειουργίαν” (Κρίππας, Μαγκάκης, όπ.πάρ, υποσημείωση 15, σελίδες 64-65). Μπορεί να διαπραχθεί αποπλάνηση μεταξύ μνηστών; Κατά την νμλγ μας ναι! (βλ. ΑΠ 271/ 81, 962/ 1980, 1149/ 1980 την οποία βλ. στους Μ. Μαργαρίτη-Α. Μαργαρίτη, όπ.πάρ άρθρο 339 § 2.Β.α, σελ. 1031, Παρασκευόπουλος-Φυτράκης, πλαγιάριθμος 25, σελ. 231, Αθ. Κονταξής, όπ.πάρ, σελίδες 2807-2808 με πλούσιες παραπομπές στην νμλγ και των δικαστηρίων ουσίας). Υποστηρίζεται από τους Παρεκευόπουλο-Φυτράκη (όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 25, σελ. 231) ότι, “ορθότερο είναι να στραφούμε στην σταθερή σχέση μεταξύ νέων ανθρώπων η οποία έχει προοπτική θεσμικής κατοχύρωσης (γάμος)”. Μια τέτοια σχέση, είτε λάβει την μορφή μνηστείας είτε όχι, θεωρείται σήμερα πια ως στάδιο γνωριμίας και αλληλοανίχνευσης των μελλονύμφων και ως τέτοια δεν μπορεί να νοηθεί ελεύθερη από την σεξουαλική τους γνωριμία, σημείο όπου η αρμονία των συντρόφων επιτελεί κρίσιμο ρόλο στην επιτυχία του γάμου. Βέβαιη αποτύπωση αυτής της προοπτικής και ταυτόχρονα εγγύηση προστασίας του ανηλίκου προσφέρει η άδεια τέλεσης γάμου που δίδει το δικαστήριο, εφόσον ο μελλόνυμφος είνι ανήλικος. Συνεπώς, εφόσον υπάρχει μια τέτοια άδεια, η σεξουαλική πράξη του μελλονύμφου με τον ανήλικο δεν αποτελεί αποπλάνηση”. Όλες οι παραπάνω απόψεις (και της νομολογίας και της Επιστήμης!) έτσι γενικά, χωρίς αναφορά στην ηλικία του θύματος και, ιδίως, στον διαδικτυακό περίγυρο, δείχνει μια μάταιη απόπειρα να σταματήσει την κοινωνική εξέλιξη! Αλήθεια για ποια ηθική καθαρότητα του ανηλίκου και προστασία της ψυχικής υγείας του μπορεί να γίνεται λόγος όταν υπάρχει ελευθερία πρόσβασης στους κινηματογράφους ερωτικών ταινιών, υπάρχει απόλυτη ελευθερία στον διαδικτυακό ερωτισμό (ιστότοποι ερωτικού περιεχομένου) κλπ; Το ζήτημα είναι δηλαδή η απαγόρευση επαφής με τον ανήλικο για να μην επηρεασθεί η ψυχική υγεία του ή να μην ενημερώνεται καθόλου για την σεξουαλική λειτουργία και να παραμένει μέχρι την ηλικία των 15 ετών!!! ένα σεξουαλικό “φυτό”;  Και αν φθάνουμε στο απίστευτο σημείο να δεχόμαστε ότι αποπλάνηση μπορεί να συμβεί ακόμη και ανάμεσα σε ανήλικους μνηστούς αλλά να αίρεται η “αποπλάνηση” αυτή με την επίδειξη άδειας γάμου, τι καλύτερη ομολογία μπορεί να υπάρξει ότι αυτές οι απόψεις οδηγούν σε επαίσχυντο εκβιασμό (όπως παρακολουθούσαμε σε κωμωδίες του ελληνικού κιν/ φου στα λεγόμενα εγκλήματα τιμής της αγνότητας της ακόμη και ενήλικης αποπλανηθείσας); Η αποφυγή της κακουργηματικής ποινικής δίωξης να οδηγεί σε ένα εκβιαστικό γάμο! Πόσο μέλλον έχει ένας γάμος κάτω από τέτοιες συνθήκες; Πόσο μέλλον; Αν θέλουμε να επιτύχουμε μια τέτοια προστασία των ανηλίκων, πρώτη πράξη που πρέπει να ακολουθήσει η “Πολιτεία” είναι να απαγορεύσει τον διαδικτυακό ερωτικό βομβαρδισμό! Κάτι τέτοιο προϋποθέτει να συγκρουστείς με ένα Γίγαντα που ακούσει στο όνομα Google! ή, γενικά, Ιντερνέτ! Όπερ έδει δείξαι! Καλό θα είναι κάποτε να πάψουμε να στρουθοκαμηλίζουμε ενόψει και της δρακόντειας ποινικής καταστολής. Καταστολή την οποία θεωρώ σωστή για ανηλίκους κάτω των 12 ετών που όντως είναι εντελώς ανώριμοι. Όποιος θεωρεί ότι, σήμερα, παιδιά άνω των 12 ετών είναι πνευματικά ανώριμα ή σεξουαλικά άσχετα, είναι αιθεροβάμωνας! Αλλά για να είναι δίκαιη αυτή η δρακόντεια ποινική καταστολή πρέπει να εξαφανιστούν και τα ανωτέρω αναφερθέντα ερεθίσματα. Δράττομαι της ευκαιρίας να επικαλεσθώ το συμπέρασμα των Παρασκευόπουλου-Φυτράκη για την παιδοφιλία (όπ.πάρ, § 10, πλαγιάριθμο 12, σελ. 219), “στον παιδεραστή η Κοινωνία των “κακών” βρίσκει τον δικό της “πραγματικά κακό” και ταυτόχρονα μια ευκαιρία για εκτόνωση αλλά και απενεχοποίηση”!! 
2). Παραπλάνηση ανηλίκου. Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο (1505/ 2005), «Ως παραπλάνηση νοείται η επίδραση επί του ανηλίκου, με λόγια ή με έργα (π.χ. ψευδείς παραστάσεις, διέγερση της περιέργειας, του φόβου, της επιθυμίας του κ.λ.π.), ώστε να ενεργήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη. Τέτοιες πράξεις (ασελγείς) είναι η κατά φύση ή παρά φύση συνουσία, ο πεοθηλασμός και άλλες, συναφείς με αυτές, πράξεις, όπως ο αυνανισμός η ο ετεροαυνανισμός, η εισαγωγή δακτύλων στο αιδοίο ή στον πρωκτό του ανηλίκου η προστριβή του πέους στο αιδοίο ή στον πρωκτό του ανηλίκου, οι ψαύσεις ερωτογόνων περιοχών του σώματος». Κατά την Επιστήμη (Γ-Αλ. Μαγκάκης, όπ.πάρ, § Β.α, σελ· 67-68, από τον οποίο το παρακάτω απόσπασμα, Παρασκευόπουλος-Φυτράκης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 31, σελ· 236-237, Κρίππας, όπ.πάρ, υπό στοιχείο β, σελ· 77, Αθ. Κονταξής, όπ.πάρ, σελ· 1817), «η έννοια της παραπλανήσεως δέον να συλληφθή ευρέως, διότι τούτο επιβάλλει ο σκοπός της διατάξεως 339, η προστασία δηλαδή της ψυχικής υγείας και της ηθικής καθαρότητος των ανηλίκων. Συνεπώς παραπλάνησιν συνιστά πάσα επίδρασις επί της βουλήσεως του ανηλίκου, ανευ της οποίας ούτος δεν θα ελάμβανε την απόφασιν να ενεργήση την πράξιν την συνιστώσαν ασέλγειαν. Η έννοια συνεπώς της παραπλανήσεως είναι ενταύθα ευρυτέρα της εννοίας της δημιουργίας πλάνης. Ούτως υπάρχει παραπλάνησις ουχί μόνον οσάκις ο δράστης δι’ απατηλών μέσων, δια των οποίων απεκρύπτετο ο γενετήσιος χαρακτήρ της πράξεως ωδήγησεν τον ανήλικον εις την ενέργειαν ταύτης, αλλά και οσάκις τούτο επετεύχθη δια της πειθούς, δι’ υποσχέσεων, δια δώρων ή άλλων παροχών, έτι δε και δι’ απειλών ή δι εκφοβισμού, χωρίς να αποκρύπτεται ο γενετήσιος χαρακτήρ της πράξεως».
3). Παράσταση ανηλίκου σε ασελγή πράξη. Ο σκοπός αυτής της ποινικής καταστολής είναι ότι "και μόνη η παρουσία και παρακολούθηση ασελγών πράξεων, χωρίς συμμετοχή σ’ αυτές μπορεί να διαταράξει τον ψυχικό κόσμο του ανηλίκου και να βλάψει την σεξουαλική ανάπτυξη του, προκαλώντας του ενδεχομένως μια στρεβλή εικόνα για την σεξουαλικότητα» (Μ. Μαργαρίτης-Α. Μαργαρίτη, όπ.πάρ, σελ· 1033 υπό § 8). Εξώθηση και παράσυρση ανηλίκου να παραστεί σε τέλεση ασελγούς πράξης άλλων. Κατά την Επιστήμη (Παρασκευόπουλος-Φυτράκης, όπ. πάρ, πλαγιάριθμος 33, σελίδες 238-239), «η εξώθηση ανηλίκου συνίσταται στην, μέσω της άσκησης ψυχολογικής επίδρασης “πλύση εγκεφάλου”, διαμόρφωση των ψυχολογικών συνθηκών που οδηγούν τον ανήλικο στην απόφαση να παρασταθεί σε ορισμένη ασελγή πράξη. Ο δράστης παρασύρει το θύμα όταν, αποκτώντας υπεροχή απέναντι του, το υποτάσσει, υπάγοντας το στο χώρο ευθύνης του και το καταπείθει να συναινέσει σε ορισμένη ασελγή πράξη. Τα μέσα που μπορεί α χρησιμοποιηθούν είναι η βία, η απειλή, ο εξαναγκασμός, η παρακίνηση, οι υποσχέσεις, τα δώρα κλπ. Ο ανήλικος παρίσταται σε ασελγή πράξη όταν αυτός είναι φυσικά/ σωματικά παρών, δηλαδή η ασελγής πράξη τελείται ενώπιον του ανηλίκου και μάλιστα γίνεται αντιληπτή από αυτόν. Ενώπιον τρίτου ενεργείται κάποια πράξη εφόσον αυτή λαμβάνει χώρα μπροστά του, με την φυσική παρουσία του. Δεν συνιστά, ως εκ τούτου, παράσταση απλώς η δυνατότητα του ανηλίκου να αντιληφτεί (π.χ. να ακούσει) την ασελγή πράξη. Ενώπιος είναι αυτός που βρίσκεται απέναντι στον άλλον, ή με άλλες λέξεις “πρόσωπο με πρόσωπο”».
Β) Τέλος, για την ολοκλήρωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται και η συνδρομή της υποκειμενικής υπόστασης, δηλαδή ο καταλογισμός του εγκλήματος στον δράστη. Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο (63/ 2013), «Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ` αυτόν πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία». Κατά την Επιστήμη (ενδεικτικά βλ· Παρασκευόπουλο-Φυτράκη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 38, σελ· 241), «θα πρέπει ο δράστης να καλύπτει υποκειμενικά, δηλαδή να γνωρίζει και να θέλει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, ιδίως την ηλικία του ανήλικου. Αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος. Πάντως τόσο το στοιχείο της “παραπλάνησης” όσο και της σεξουαλικής πράξης, από την φύση τους προϋποθέτουν άμεσο δόλο. Από την άλλη πλευρά, ενδεχόμενος δόλος ιδίως συντρέχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει και αδιαφορεί για την ηλικία του θύματος. Πρέπει πάντως ο δράστης να θεωρεί τουλάχιστον ως πιθανό ότι ο ανήλικος είναι κατά των 15, 14 ή 12 ετών. Αν ο δράστης εσφαλμένα πιστεύει ότι ο ανήλικος έχει άλλη ηλικία, είναι δηλαδή ενήλικος ή πάντως άνω των 15 ετών, τελεί υπό πραγματική πλάνη (ΠΚ 30) και η πράξη του διέπεται από την διάταξη αυτή. Το γεγονός ότι ο δράστης γνωρίζει το θύμα αρκετό καιρό δεν αποτελεί τεκμήριο γνώσης και της ηλικίας του. Για την κρίση αυτή, αντίθετα, θα ληφθεί υπόψη η σωματική ανάπτυξη και η εν γένει εμφάνιση και συμπεριφορά του ανηλίκου, ώστε να διευκρινισθεί κατά πόσο δίδει την εξωτερική εικόνα ενηλίκου» .
V. Συρροή εγκλημάτων
Α) Αληθινή συρροή. Πρωτίστως συρρέει αληθινά (δηλαδή τιμωρείται για περισσότερα εγκλήματα) με το έγκλημα του βιασμού. Σύμφωνα με την νμλγ μας (βλ. ΑΠ 291/ 2015), "Μεταξύ του βιασμού και της αποπλανήσεως υπάρχει αληθής κατ’ ιδέαν συρροή, διότι μεταξύ των εγκλημάτων αυτών δεν υφίσταται ταυτότητα των προσβαλλόμενων αγαθών, τα οποία συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία το καθένα και κανένα δεν απορροφάται από το άλλο αφού κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου και στο μεν έγκλημα του βιασμού προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας ενώ στην αποπλάνηση παιδιών προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας από γενετήσιες προσβολές".  Συρρέει επίσης αληθινά με: την κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια (ΠΚ 342), την αιμομιξία (ΠΚ 345), την ασέλγεια με συγγενείς (ΠΚ 346), την αρπαγή ανηλίκου (ΠΚ 324), την εκούσια απαγωγή (ΠΚ 328), την βάναυση προσβολής αιδούς (ΠΚ 353 § 2) και την συκοφαντική δυσφήμιση (ΠΚ 363). Για όλα αυτά βλ Παρασκευόπουλο-Φυτράκη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 43 σελίδες 244-245, Γ-Αλ. Μαγκάκη, όπ. πάρ, σελ. 72, Μ. Μαργαρίτη-Α. Μαργαρίτη, όπ.πάρ, § 16, σελίδες 1034-1035, Αθ. Κονταξή, όπ.πάρ, σελίδες 2820-2821. 
Β) Φαινομενική συρροή. Συρρέει φαινομενικά η αποπλάνηση ανήλικου με: την παρά φύση ασέλγεια (με αποροφόμενη πράξη την παρά φύση ασέλγεια, ΑΠ 272/ 2002), την μαστροπεία (ΠΚ 349), την σωματεμπορία (ΠΚ 351). Για περισσότερα βλ τους ανωτέρω εκπροσώπους της Επιστήμης.  
VI. Ερωτική ζωή και παιδική ηλικία. Θεωρώ χρήσιμο γι’  αυτό το ζήτημα να παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από το σπουδαίο Έργο των Παρασκευόπουλου- Φυτράκη (όπ.πάρ,  10, πλαγιάριθμοι 1-8, σελίδες 212-215).  
α. Ερωτική ζωή και παιδική ηλικία.
Από πολλούς, στους οποίους όμως δεν συγκαταλέγονται και οι ψυχολόγοι, η παιδική ηλικία, ή μάλλον η ζωή πριν την ενηλικίωση, θεωρείται ως η περίοδος της αγνότητας και της αθωότητας και, ωσαύτως, συνυφαίνεται με «καθαρότητα». Αντίθετα, η σεξουαλικότητα εμφανίζεται, κατά κανόνα, ταυτισμένη με την ενοχή και τη μιαρότητα και, ως εκ τούτου, λογίζεται ως ασύμβατη με την παιδική ηλικία. Εφόσον, συνεπώς, το σεξ είναι κάτι μιαρό, θα πρέπει να μένει μακριά από τα παιδιά. Θεμελιώνεται, έτσι, η μονοσήμαντη σύνδεση ανάμεσα στο σεξ και τους ανηλίκους, κατά την οποία κάθε επαφή τους με το σεξ επιφέρει βλάβη, συνιστά δηλ. κακοποίηση και, βέβαια, θα πρέπει να τιμωρείται αναλόγως.
Η παιδική κακοποίηση αποτελεί μια, ευρέως διαδεδομένη, μοντέρνα έννοια η οποία, αν και δεν έχει εισέτι εισέλθει στο ποινικό δίκαιο, κυριαρχεί στο χώρο των κοινωνικών επιστημών. Πρόκειται για έννοια γένους που εμπεριέχει από πολύ σοβαρές έως ηπιότερες συμπεριφορές. Ως παιδική σεξουαλική και κακοποίηση, ειδικότερα, ορίζεται η σεξουαλική δραστηριότητα ενός ενηλίκου, ή σαφώς μεγαλύτερου σε ηλικία παιδιού, με παιδί, που δεν είναι αναπτυξιακά διατεθειμένο ή δεν συγκατατίθεται εγκύρως, και αποσκοπεί στη σεξουαλική ικανοποίηση. Εδώ δηλ. εμπίπτουν οπωσδήποτε εκδηλώσεις με σωματική (π.χ. στοματογεννητική, γεννητική ή πρωκτική επαφή) ή χωρίς σωματική επαφή (π.χ. διά της βίας επίδειξη γεννητικών οργάνων από ή προς το παιδί, ηδονοβλεψία/επιδειξιμανία, διά της βίας παρακολούθηση πορνογραφίας). Ενίοτε, ωστόσο, στον ορισμό της κακοποίησης προστίθενται κοινωνικές παράμετροι όπως η παραβίαση του νόμου ή των κοινωνικών ταμπού, στοιχεία τα οποία -οπωσδήποτε- σχετικοποιούν την έννοια. Πάντως η σεξουαλική κακοποίηση πρέπει να διακρίνεται από το «σεξουαλικό παιγνίδι» το οποίο αναφέρεται στην θέαση ή επαφή των γεννητικών οργάνων, των γλουτών ή του στήθους μεταξύ ανηλίκων προεφηβικής ηλικίας χωρίς εξαναγκασμό.
Ερευνητικά έχει βρεθεί ότι τα παιδιά θύματα κακοποίησης όχι σπάνια εμφανίζουν προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις και την ενήλικη σεξουαλική τους ζωή, ως απόρροια της τραυματικής εμπειρίας που βίωσαν. Ειδικότερα, επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η σεξουαλική κακοποίηση έχει ως επίπτωση τη δημιουργία προβλημάτων ψυχικής υγείας (κατάθλιψη, διαταραχές προσωπικότητας, τροφής, ύπνου, μάθησης, ουσιοκατάχρηση κ.λπ.) και σεξουαλικής δυσλειτουργίες, ενώ φαίνεται να συμβάλλει στην εκδήλωση εγκληματικής συμπεριφοράς. Τα τραυματικά συμβάντα οξύνουν την ακρίβεια της μνήμης και αποθηκεύονται για μεγαλύτερο διάστημα. Παράλληλα όμως το τραύμα από την κακοποίηση συχνά ακολουθείται από την απώθηση. Συνεπώς οι αναμνήσεις από την σεξουαλική κακοποίηση δεν σβήνουν αλλά διατηρούνται στην «κατάψυξη» του μυαλού με λεπτομέρειες. Οι μετατραυματικές συνέπειες της κακοποίησης είναι αφενός πρωτογενείς (σωματικής ή ψυχοσωματικής υφής) αλλά δευτερογενείς (από την θεσμική διαχείριση της υπόθεσης). Ωστόσο, κάθε ερωτική εμπειρία του ανηλίκου δεν θα πρέπει να θεωρείται άνευ ετέρου, ως κακοποίηση, δεν αποτελεί δηλ. αναπόδραστα τραυματική εμπειρία ούτε προκαλεί βλάβη οπωσδήποτε. Αυτό φαίνεται να εξαρτάται από μια σειρά παράγοντες και ιδίως από το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, τις ατομικές χαρακτηρολογικές παραμέτρους και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανηλίκου, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα κ.λπ. Σε κάθε, βέβαια, περίπτωση, το είδος και η ένταση των επιπτώσεων της κακοποίησης εξαρτώνται από τη διάρκεια της, το επίπεδο της ασκηθείσας βίας, τη σχέση με το δράστη και -εν γένει- το πλαίσιο εκδήλωσης της κακοποιητικής συμπεριφοράς ζωής και του παιδιού.
β. Ερωτική βούληση, σεξουαλική αυτοδιάθεση και ηλικία.Κρίσιμο σημείο για την κατάστρωση της έννοιας της σεξουαλικής κακοποίησης, αποβαίνει η διενέργεια ορισμένης σεξουαλικής συμπεριφοράς προς, από, ή με τον ανήλικο, η οποία δεν καλύπτεται βουλητικά απ' αυτόν. Ενώ, όμως, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ανήλικος εκδηλώνει αρνητική βούληση προς ορισμένη σεξουαλική δραστηριότητα εμπίπτουν στις αντίστοιχες προσβολές της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης, ζήτημα υπάρχει όταν ο ανήλικος δεν αντιτίθεται σ' αυτό το ενδεχόμενο. Τέτοιες είναι π.χ. οι περιπτώσεις της αποπλάνησης παιδιών (άρ. 339 ΠΚ) και της κατάχρησης  ανηλίκων σε ασέλγεια (άρ. 342 ΠΚ). Έχει σημασία, και ποια, αυτή η στάση του ανηλίκου;
Η περιορισμένη (ηλικιακή) ανάπτυξη του ανηλίκου του στερεί, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα διαμόρφωσης έγκυρης βούλησης, αφενός, και υλοποίησης της βούλησης αυτής, αφετέρου. Έτσι, όπου υπάρχει ανήλικος, δεν υπάρχει θετική ή αρνητική αλλά ελαττωματική βούληση, εφόσον αυτή -λόγω έλλειψης της ηλικιακής προϋπόθεσης- δεν εκδηλώνεται έγκυρα. Επιπλέον, όμως ο ανήλικος δεν διαθέτει εξουσία σεξουαλικής αυτοδιάθεσης, αφού ακριβώς αυτή προϋποθέτει πλήρως ανεπτυγμένη σεξουαλικά προσωπικότητα, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει. Σ’ αυτή τη βάση ο νομοθέτης θέτει ηλικιακούς περιορισμούς στην σεξουαλική αυτοδιάθεση, δηλ. περιορισμούς στη προσωπική ελευθερία (άρ. 5 § 1 Συντ.), στοχεύοντας ακριβώς στην προστασία των αγαθών της παιδικής ηλικίας (άρ. 21 § 1 Συντ.) και της νεότητας (άρ. 21 § 3 Συντ.). Η διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας αναπτύσσεται ως μέρος της συνολικής προσωπικότητας και, ως εκ τούτου, η ικανότητα καθορισμού της σεξουαλικής δράσης συνοδεύει την ηλικιακή ακολουθία. Πάντως, η ικανότητα έγκυρης (σεξουαλικής) συγκατάθεσης δεν ταυτίζεται με την ικανότητα καταλογισμού αλλά ούτε και με την ικανότητα δικαιοπραξίας του αστικού δικαίου. Αντίθετα, κάθε μια υπόκειται σε διαφορετικές προϋποθέσεις και γνωρίζει διαφορετικές κατηγορίες. Παραμένει, όμως, η πιθανή αντίφαση ότι ο ανήλικος, έστω και όχι απόλυτα, θεωρείται στην ίδια ηλικιακή φάση ανεύθυνος σεξουαλικά αλλά υπεύθυνος ποινικά, αφού υπάρχουν διαφορετικά όρια ηλικίας (ποινικής ευθύνης και σεξουαλικής αυτοδιάθεσης).
Η ηλιακή ωρίμανση αποτελεί μια μεταβλητή τιμή, όχι μόνο στο χρόνο και στον τόπο αλλά ακόμα και στην ίδια χώρα, την ίδια στιγμή, ανάλογα με την κοινωνική ή εθνοτική ομάδα ή το φύλο του παιδιού. Έτσι π.χ. ο μέσος όρος του πρώτου γάμου στους τσιγγάνους της Ελλάδας βρέθηκε στα 17 έτη με συχνότερη τιμή αυτή των 15. Στη διαμόρφωση αυτής της τιμής φαίνεται να επιδρούν όχι μόνο βιολογικοί λόγοι αλλά και κοινωνικές προτεραιότητες και αξιολογήσεις. Έτσι π.χ. το καθεστώς προικοδότησης ή ο μέσος όρος ζωής, σε ορισμένη κοινότητα, καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το ηλικιακό όριο ωρίμανσης και γάμου. Όμως, ο νομοθέτης χάριν και της ασφάλειας και σαφηνείας του δικαίου, προβαίνει σε μια αυθεντική οριοθέτηση της ανηλικότητας και, συνεπώς, της αδυναμίας σεξουαλικής αυτοδιάθεσης. Βέβαια, με το πέρασμα χρόνου, ιδίως από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, η «βαρύτητα» της συγκατάθεσης και ο βαθμός της αυτοδιάθεσης του ανηλίκου ενισχύονται οπότε και η ένταση των πιθανών προσβολών, το άδικο δηλ., και η αντίστοιχη ποινική προστασία εξασθενούν. Συνεπώς, η ηλικία είναι αντιστρόφως ανάλογη της ποινικής αντίδρασης ή, μ' άλλα λόγια, όσο το παιδί ενηλικιώνεται τόσο η ποινική καταστολή (της σεξουαλικής παρέμβασης σ' αυτό) αποκλιμακώνεται. 

Παιδοφιλία.

Θα επικαλεστώ την βοήθεια της ψυχοθεραπεύτριας κ. Παναγιώτας Κυπραίου από την ανάρτηση της “οι ψυχολογικές διαστάσεις της παιδοφιλίας” την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα να διαβάσετε ολόκληρη στον παρατιθέμενο σύνδεσμο (ο τίτλος της ανάρτησης είναι σύνδεσμος). Είναι αναδημοσιευμένη και τον ΠΟΛΙΤΗ μου. Σύμφωνα με αυτήν:
Η παιδοφιλία είναι ένα είδος παραφιλίας (σεξουαλικής παρέκκλισης) που αφορά ένα έντονο, μη φυσιολογικό ενδιαφέρον προς τα παιδιά. Παραφιλία είναι μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επανειλημμένες, έντονες και σεξουαλικά διεγερτικές φαντασιώσεις, σεξουαλικές παρορμήσεις ή συμπεριφορές που γενικά αφορούν: μη ανθρώπινα αντικείμενα, βασανισμό ή ταπείνωση του ίδιου του ατόμου ή του συντρόφου του (όχι απλή προσποίηση), ζώα, παιδιά ή άλλα άτομα που δεν συναινούν. Η παιδοφιλία είναι επίσης μια ψυχοσεξουαλική διαταραχή στην οποία το προτιμώμενο ή αποκλειστικό μέσο σεξουαλικής διέγερσης και ικανοποίησης είναι η φαντασίωση ή η πραγματική συμμετοχή σε σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά προεφηβικής ηλικίας (συνήθως 13 ετών και κάτω). Το ενδιαφέρον μπορεί να στρέφεται σε παιδιά του ίδιου φύλου ή σε παιδιά του άλλου φύλου. Μερικοί παιδόφιλοι έλκονται και από αγόρια και από κορίτσια. Ορισμένοι έλκονται μόνο από παιδιά, ενώ άλλοι έλκονται και από ενήλικους και από παιδιά. Το επίκεντρο λοιπόν της παιδοφιλίας είναι η σεξουαλική δραστηριότητα με ένα παιδί.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του παιδόφιλου.

Ο παιδόφιλος συχνά είναι πολύ ελκυστικός στα παιδιά που αποτελούν υποψήφια θύματα. Μπορεί να προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε αθλητικές ομάδες, ομάδες προσκόπων, θρησκευτικές ή πολιτικές οργανώσεις που αφορούν τους νέους. Σε κάποιες περιπτώσεις, παιδόφιλοι που έλκονται από παιδιά του ευρύτερου οικογενειακού τους περιβάλλοντος, μπορεί να προσφερθούν στους συγγενείς τους για τη φύλαξη των παιδιών. Συχνά έχουν καλές διαπροσωπικές ικανότητες με τα παιδιά και μπορούν εύκολα να κερδίσουν τη εμπιστοσύνη τους. Κάποιοι παιδόφιλοι κάνουν εκλογικεύσεις ή φτιάχνουν δικαιολογίες που τους επιτρέπουν να αποφεύγουν την ανάληψη ευθύνης για τις πράξεις τους. Μπορεί να κατηγορήσουν τα παιδιά επειδή είναι πολύ ελκυστικά ή σεξουαλικώς προκλητικά. Επίσης μπορεί να υποστηρίζουν ότι «διδάσκουν» στο παιδί «τα μυστικά της ζωής» ή «την αγάπη». Αυτή η εκλογίκευση συχνά γίνεται από παιδόφιλους που έχουν παρενοχλήσει παιδιά του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Όλες αυτές οι εκλογικεύσεις συναντώνται στην παιδική πορνογραφία.

Το ψυχολογικό υπόβαθρο του παιδόφιλου

Οι παιδόφιλοι φαίνεται να έχουν ναρκισσιστικά και αντικοινωνικά (ψυχοπαθητικά) χαρακτηριστικά. Δεν έχουν ενσυναίσθηση (δηλ. ικανότητα να μπαίνουν στη θέση του άλλου και να κατανοούν πώς νιώθει, πώς σκέπτεται κ.ο.κ.) για τα θύματά τους, ούτε μετανοούν για τις πράξεις τους.
Η παιδοφιλία είναι στην ουσία αυτοερωτική, αν λάβουμε υπόψη ότι ο παιδόφιλος χρησιμοποιεί τα σώματα των παιδιών για να αυνανιστεί. Έτσι εξηγείται η επιτυχία του διαδικτύου στον κύκλο των παιδόφιλων: προσφέρει εξαϋλωμένο, ανώνυμο, αυνανιστικό σεξ. Τα παιδιά στο διαδίκτυο είναι απλά αναπαραστάσεις – συχνά τίποτα παραπάνω από ερωτικές φωτογραφίες και ονόματα οθονών.
Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι οι παιδόφιλοι δεν δελεάζονται από τα παιδιά αυτά καθαυτά, από το σώμα τους ή από την εκκολαπτόμενη σεξουαλικότητά τους. Αντίθετα, οι παιδόφιλοι έλκονται απ’ αυτό που συμβολίζουν τα παιδιά, απ’ αυτό που αντιπροσωπεύουν και εκπροσωπούν. Σε παλαιότερες εποχές, οι γυναίκες αποτελούσαν (σεξουαλικό) σύμβολο της παιδικότητας. Με την εμφάνιση όμως του φεμινισμού και της ισότητας των δύο φύλων, οι γυναίκες έχασαν τον παραδοσιακό τους ρόλο ως κοινωνικώς αποδεκτά και επιτρεπτά σεξουαλικά «παιδικά υποκατάστατα». Ίσως αυτή η κοινωνική αναστάτωση να έχει σχέση με την αύξηση της παιδοφιλίας παγκοσμίως.

Το σεξ με παιδιά είναι μια «αμοιβαία» ψύχωση

Ο παιδόφιλος μεταχειρίζεται το παιδί που έχει επιλέξει, ως ένα αντικείμενο, μια προέκταση του εαυτού του, χωρίς ξεχωριστή ύπαρξη και χωρίς ξεχωριστές ανάγκες. Ικανοποιείται από την υποχωρητικότητα και ευπιστία του παιδιού. Δυσανασχετεί με οποιαδήποτε ένδειξη προσωπικής αυτονομίας και τη θεωρεί απειλή. Με εκφοβισμό, καλόπιασμα, άσκηση γοητείας και ψεύτικες υποσχέσεις, απομονώνει το θύμα του από την οικογένεια, το σχολείο, τους φίλους και την υπόλοιπη κοινωνία και έτσι κάνει το παιδί να εξαρτάται απόλυτα απ’ αυτόν.
Για τον παιδόφιλο, το παιδί είναι ένα μεταβατικό αντικείμενο, ένα «γήπεδο προπόνησης» πάνω στο οποίο εξασκεί τις διαπροσωπικές του ικανότητες ως ενήλικας. Πιστεύει (εσφαλμένα) ότι το παιδί ποτέ δεν θα τον προδώσει, ούτε θα τον εγκαταλείψει, οπότε εξασφαλίζει τη «σταθερότητα του αντικειμένου». (Η «σταθερότητα του αντικειμένου» είναι η σιγουριά που θέλει να νιώθει το μικρό παιδί για την αγάπη και τη φροντίδα της μητέρας του, η οποία αποτελεί απαραίτητη βάση για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας).

Ο παιδόφιλος εκμεταλλεύεται τα τρωτά σημεία στη ψυχοσύνθεση του θύματός του. Το παιδί μπορεί να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, ασταθή αίσθηση προσωπικής αξίας, πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας, φοβίες, ψυχική ασθένεια, αναπηρία, ιστορικό αποτυχιών, κακές σχέσεις με τους γονείς, τ’ αδέρφια, τους δασκάλους ή τους συνομηλίκους, ή μια τάση να κατηγορεί τον εαυτό του ή να αισθάνεται ανεπαρκής. Μπορεί να προέρχεται από ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο του έχει δημιουργήσει την τάση να αναμένει την κακοποίηση ως κάτι αναπόφευκτο και «φυσιολογικό». Σε ακραίες και σπάνιες περιπτώσεις, το θύμα είναι μαζοχιστής που διακατέχεται από μια παρόρμηση να επιζητά την κακομεταχείριση και τον πόνο.
Ο παιδόφιλος απαιτεί απόλυτη υπακοή από το θύμα του και επιβάλλει πειθαρχία. Τιμωρεί κάθε παρέκκλιση και κάθε προσπάθεια αυτονόμησης.
Το παιδί βρίσκεται στη ζώνη του λυκόφωτος. Ο παιδόφιλος το καθιστά συμμέτοχο στη δική του ψύχωση, η οποία είναι γεμάτη από διωκτικές πλάνες, εχθρούς, μυθικές αφηγήσεις και από δυσοίωνα σενάρια αποκάλυψης. Το παιδί καθίσταται ο αλληλέγγυος φύλακας ενός φρικτού μυστικού.
Ο θύτης κατασκευάζει έναν φανταστικό κόσμο που κατοικείται από τον εαυτό του και το θύμα και περιστοιχίζεται από φανταστικούς εχθρούς. Αναθέτει στο θύμα το ρόλο της υπεράσπισης αυτού του πλαστού κόσμου. Το θύμα πρέπει να ορκιστεί σε εχεμύθεια, να σταθεί δίπλα στον θύτη του ότι κι αν συμβεί, να πει ψέματα, να παλέψει, να προσποιηθεί και να κάτι οτιδήποτε άλλο χρειάζεται ώστε να προστατέψει αυτή την όαση ανοησίας. Η συμμετοχή στο βασίλειο του θύτη παρουσιάζεται ως πλεονέκτημα και ως έπαθλο, που δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Το θύμα πρέπει να εργαστεί σκληρά για να κερδίσει τη διατήρηση της ιδιότητας του μέλους και συνεχώς δοκιμάζεται και αξιολογείται. Αναπόφευκτα, αυτό το συνεχές στρες μειώνει την αντίσταση του θύματος και την ικανότητά του να βλέπει καθαρά.
Ο έλεγχος που ασκεί ο παιδόφιλος βασίζεται στην αμφιβολία, στην ασάφεια, στην απρόβλεπτη συμπεριφορά και στην δημιουργία ατμόσφαιρας κακοποίησης δηλ. στην καλλιέργεια, στην αναπαραγωγή και στην εξάπλωση μιας ατμόσφαιρας φόβου, τρομοκράτησης, αστάθειας, μιας αίσθησης απρόβλεπτου και εκνευρισμού. Μπορεί να μην υπάρχουν σαφείς πράξεις κακοποίησης αλλά υπάρχει μια δυσάρεστη αίσθηση, ένα κακό προαίσθημα.
Ο παιδόφιλος λειτουργεί με έναν πατροναριστικό και συγκαταβατικό τρόπο και κριτικάρει συχνά. Εναλλάσσει τη συμπεριφορά του μεταξύ της υποτίμησης (τονίζοντας τα πιο ασήμαντα ελαττώματα) και της εξιδανίκευσης (μεγαλοποιώντας την εμφάνιση, τα ταλέντα, τα γνωρίσματα) του παιδιού.
Οι περισσότεροι παιδόφιλοι έχουν κάποια νοητική στέρηση και παρερμηνεύουν την πραγματικότητα προκειμένου να προσαρμοστεί στις φαντασίες τους. Σε ακραίες περιπτώσεις, ο παιδόφιλος πιστεύει ότι είναι «πάνω από το νόμο». Αυτή η υπεροπτική πεποίθηση οδηγεί σε εγκληματικές πράξεις, αιμομικτικές ή πολυγαμικές σχέσεις και συνεχείς διενέξεις με τις αρχές.
Θα τελειώσω την παρούσα ανάλυση με τις απόψεις των Παρασκευόπουλου-Φυτράκη (όπ.πάρ, πλαγιάριθμοι 11-12, σελίδες 218-219).
Ο ποινικός έλεγχος της ερωτικής ζωής των ανηλίκων φαίνεται να στοιχείται με την τρέχουσα αντίληψη για την αθωότητα και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Η υιοθέτηση διεθνών κειμένων για προστασία του παιδιού και η σπουδή του Έλληνα νομοθέτη σε μια συχνά ανεπεξέργαστη ενσωμάτωση τους, ανταποκρίνονται κατ' αρχήν σε μια νέα θεώρηση του παιδιού, ως υποκειμένου και όχι απλού αντικειμένου εξουσία. Ταυτόχρονα όμως δείχνουν να ακολουθούν μια, διαρκώς ενισχυόμενη, σεξουαλική ηθική, δηλ. μια μοντέρνα ηθικολογία. Εξάλλου, απολύτως περιορισμένη (ή περιθωριακή) είναι η δράση ορισμένων οργανώσεων, κυρίως στις Η.Π.Α. και λιγότερο στην Ευρώπη, που αμφισβητούν την κρατούσα άποψη για τις σεξουαλικές σχέσεις με τους ανηλίκους και επιδιώκουν τη μείωση του ηλικιακού ορίου συναίνεσης σε σεξουαλικές πράξεις (συνήθως στα 12 χρόνια). Ωστόσο, οι σεξουαλικές πράξεις προς τους ανηλίκους φαίνεται να διαθέτουν μια ισχυρή ηθικοκοινωνική απαξία, η οποία διαπερνά διαφορετικές κοινωνικές τάξεις ή ομάδες. Τα δεδομένα αυτά συνδέονται με την ανάπτυξη μιας εξαιρετικά ισχυρής τάσης για ενίσχυση της ποινικής καταστολής των συμπεριφορών που συνδέονται με την σεξουαλικότητα των ανηλίκων ή και των νέων ευρύτερα. Έτσι συχνά, μετά από κάθε συμβάν ή φερόμενο συμβάν κακοποίησης παιδιού, το οποίο ελκύει τα Μ.Μ.Ε., διατυπώνεται ένα αίτημα για περισσότερο αυστηρές και περισσότερο «άμεσες» ποινές, ει δυνατόν, με «γρήγορες» και «χωρίς πολυτέλειες» δίκες. Πουθενά αλλού, στο πεδίο του ποινικού δικαίου, δεν εμφανίζεται με τέτοια ένταση ο ηθικός πανικός, όπως απέναντι στον, πραγματικό ή μη, κίνδυνο για την σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών Περίπου δηλ, «σε κάθε γωνιά παραμονεύει ένας παιδεραστής»! Αυτή, όμως, η δαιμονοποίηση δεν αφήνει ανεπηρέαστο το ποινικό δίκαιο, με αποτέλεσμα τόσο η νομοθέτηση τα τελευταία έτη όσο και η νομολογιακή εφαρμογή να υπακούουν σ' ένα πνεύμα ισοπεδωτικής αυστηρότητας. Έτσι, τις αστυνομικές ανακοινώσεις συχνά πλέον, με την άδεια του αρμόδιου εισαγγελέα, ακολουθεί η δημοσιοποίηση των ονομάτων των κατηγορουμένων για εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων (π.χ. πορνογραφίας). Οι συνέπειες μιας τέτοιας διαπόμπευσης είναι βέβαια βαρύτατες και μάλλον ισόβιες.
Αξίζει εξάλλου να σημειωθεί ότι ο δράστης σεξουαλικού εγκλήματος κατά   παιδιού αξιολογείται ιδιαίτερα αρνητικά στον κώδικα αξιών που κυριαρχούν στη φυλακή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται «οι παιδεραστές τοποθετούνται ανεξάρτητα από την ιδρυματική τους συμπεριφορά στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας» με αποτέλεσμα να υφίστανται μια ιδιαίτερα δυσμενή μεταχείριση από τους συγκροτούμενους τους που ξεκινά από αποκλεισμούς, στιγματισμό και φτάνει μέχρι την κακοποίηση. Έτσι, η φυλάκιση για τον «παιδεραστή» είναι ακόμα πιο βαριά. Στον παιδεραστή η κοινωνία των «κακών» βρίσκει τον δικό της «πραγματικά κακό» και ταυτόχρονα μια ευκαιρία για εκτόνωση αλλά και απενοχοποίηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis