Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Δεοντολογία και Κριτική.

Γράφει ο κ. Κωνσταντίνος Μενουδάκος, πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας. ΠΗΓΗ 1. ΠΗΓΗ 2.

Δεν θεωρώ ότι οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να μένουν εγκλωβισμένοι στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Έχουν και αυτοί δικαίωμα να εκφράζουν τη γνώμη τους για τα θέματα που απασχολούν την κοινωνία, ακόμη και για εκείνα που έχουν πολιτικό υπόβαθρο και συναρτώνται με πολιτικές επιλογές. Αρκεί το δικαίωμα αυτό να ασκείται κατά τρόπο ώστε να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμεροληψία και την αντικειμενικότητά τους. Να μη δημιουργούνται, δηλαδή, εις βάρος τους υπόνοιες ότι λειτουργούν με σκοπιμότητες ή ότι διακατέχονται από άκαμπτες υποκειμενικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση τους και κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους. Αυτό είναι η ουσία της δικαστικής δεοντολογίας, που τελικό σκοπό έχει να διαφυλάξει τη θεσμική αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.

Η ελευθερία αυτή του λόγου που πρέπει να αναγνωρίζεται στους δικαστές ασφαλώς δεν περιορίζει το δικαίωμα κριτικής των απόψεών τους. Όταν ο δικαστής εκφράζεται για θέματα που δεν ανήκουν στα συνταγματικά καθήκοντά του, δεν δικαιούται να επικαλείται τη θεσμική ιδιότητά του για να αποκτήσει μια μορφή ασυλίας έναντι της κριτικής. Οι πολίτες μπορούν να κρίνουν τόσο το περιεχόμενο των απόψεων όσο και τον τρόπο, τον χρόνο και τα μέσα με τα οποία εκφράζεται, να δίνουν τη δική τους εκτίμηση και εξήγηση και να συνάγουν τα δικά τους συμπεράσματα. Όπως δικαιούνται να κρίνουν και αν υπάρχει υπέρβαση των ορίων της δικαστικής δεοντολογίας.
Ως προς το περιεχόμενο και τα όρια της κριτικής στις περιπτώσεις αυτές, υπάρχει ουσιώδης διαφορά σε σχέση με την κριτική των δικαστικών αποφάσεων και γενικότερα των δικαστικών ενεργειών, η οποία ασφαλώς μπορεί και πρέπει να ασκείται, αλλά κατά τρόπο ώστε να μη θίγεται το κύρος της Δικαιοσύνης ως κρατικής λειτουργίας, δηλαδή με συγκεκριμένα επιχειρήματα και τεκμηρίωση, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Ενέργειες, όμως, και δηλώσεις δικαστικού λειτουργού που εξέρχονται των ορίων των συνταγματικών καθηκόντων του, είναι δεκτικές κριτικής στα όρια που είναι επιτρεπτά, κατά τον νόμο και την ηθική, για ενέργειες και δηλώσεις οποιουδήποτε προσώπου ασκεί δημόσια δραστηριότητα. Δεν αποκλείονται καταρχήν και εκτιμήσεις, οι οποίες εκφράζουν απαξία για το αντικείμενο της κριτικής, στον βαθμό που δεν αποτελούν ισχυρισμούς υβριστικούς και συκοφαντικούς,
Με τη γνωστή επιστολή της προέδρου Βασιλικής Θάνου προς τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί το νόημα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015 του περασμένου καλοκαιριού, χωρίς, μάλιστα, προβληματισμό για τις νομικές αμφισβητήσεις που είχαν εγερθεί για την προκήρυξή του, και να εξηγηθούν οι αιτίες της δημιουργίας του χρέους του ελληνικού κράτους. Ακόμη περιέχονται και εκτιμήσεις για την αποτελεσματικότητα του προγράμματος που επιβλήθηκε από τους «δανειστές», τη λεγόμενη τρόικα. Το κείμενο αυτό αναφέρεται στο βασικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας και στην καρδιά της κομματικής αντιπαράθεσης. Ανεξάρτητα από το ζήτημα εάν η επιστολή αυτή –η οποία υπογράφεται με την ιδιότητα της προέδρου του Αρείου Πάγου, αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του δικαστηρίου και απευθύνεται σε πρόσωπα που ουδεμία σχέση μπορεί να έχουν με τις αιτίες του προβλήματος και με τον τρόπο επίλυσης– παραβιάζει ή όχι τις αρχές της δεοντολογίας, πάντως αποτελεί κείμενο δεκτικό κριτικής, στον ίδιο βαθμό και με την ίδια ένταση που θα μπορούσε να ασκηθεί σε κείμενο προερχόμενο από οποιοδήποτε άλλο «δημόσιο πρόσωπο». Ως προς τα επιτρεπόμενα όρια κριτικής του κειμένου αυτού, ο συντάκτης του δεν δικαιούται να επικαλείται την ιδιότητά του και το κύρος της δικαιοσύνης και του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί. Το λάθος της κυρίας Θάνου είναι ότι επικαλείται την ανάγκη διατήρησης του κύρους της θέσης της προκειμένου να περιορίσει την κριτική για ενέργειά της που βρίσκεται έξω από τα όρια των καθηκόντων αυτής της θέσης.
Η κατάθεση από την πρόεδρο του Αρείου Πάγου έγκλησης κατά του καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη για την κριτική την οποία άσκησε κατά του περιεχομένου της επιστολής της αποτελεί ενέργεια που ξαφνιάζει, αλλά και δημιουργεί ανησυχίες. Διότι προδίδει αδυναμία αποδοχής της κριτικής και έλλειψη νηφαλιότητας και ψυχραιμίας, που αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ορθή άσκηση του έργου της απονομής δικαιοσύνης.

2 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε,
σας θυμίζω ότι η περιύβριση δικαστικής αρχής καταργήθηκε το 1993 από τον συνάδελφο Σας και Υπουργό Δικαιοσύνης Γεώργιο Κουβελάκη, διωχθέντα επί της σκοτεινής Εφταετίας. Με ΚΑΝΕΝΑ τρόπο δεν δικαιούται κανείς δικαστής, είτε εκφράζεται ως πολιτικό πρόσωπο είτε ως δικαστής, να επικαλείται καταργημένους νόμους. Στην κατάργηση της Προκρούστειας αυτής διάταξης πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε-προς τιμή της!-η Ελληνική Δικαιοσύνη με την υπ' αριθμό 644/ 26-6-1991 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/ των Κρήτης (ομόφωνα αθωωτική!). Η σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου: Πρόεδρος Γεώργιος Καράμπελας, οι υπόλοιποι δυο εφέτες οι κ.κ. Δημ. Δαλιάνης και Κων. νος Κούκλης, Εισαγγελέας Κων/ νος Βομπίρης. Συνήγορος υπεράσπισης, η ταπεινότητα μου. Άπαντες οι δικαστές και ο Εισαγγελέας έγιναν Αρεοπαγίτες, ο μεν Πρόεδρος απεβίωσε νωρίς, οι δε κ.κ. Κούκλης και Δαλιάνης έγιναν Αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου. Το δημοσίευμα είχε το εξής περιεχόμενο: "γνωρίζετε ότι ένας ειρηνοδίκης μπορεί να έρθει να κάνει έρευνα στο διαμέρισμα σας όταν έχει κάποια καταγγελία εις βάρος σας; και μάλιστα η έρευνα να γίνει ακόμη και εν απουσία σας; Μην ξαφνιαστείτε λοιπόν όταν αντιληφθείτε παραβίαση της πόρτας σας. Δεν είναι απαραίτητο να έχει μπει μόνο κλέφτης. Μπορεί να έχει περάσει κάποιος πταισματοδίκης". Ακόμη θυμάμαι την ερώτηση που υπέβαλλε στον ένα κατ/ νο δημοσιογράφο ο κ. Κ. Κούκλης, «ένας αναγνώστης που διαβάζει αυτό το σχόλιο δεν θα σχηματίσει βάσιμα την εντύπωση ότι ο πταισματοδίκης παρομοιάζεται με τον κλέφτη;»!!!
Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε του ΣτΕ, ότι η μάρτυρας κατηγορίας που πρότεινε η εγκαλούσα κατά του κ. Τσακυράκη και εναντίον μου, ονόματι Μ. Στενιώτη, έχει συμμετάσχει στο ψήφισμα της ΕΔΕ που "καταδικάζει" πριν την δίκη όλους τους εμπλεκόμενους, δεν παραθέτει δε την θέση της μειοψηφίας των μελών του Δ.Σ της ΕΔΕ;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Και πριν την κατάργηση της περιύβρισης δικαστικής αρχής (ΠΚ 181) το 1993 από τον Σύμβουλο Επικρατείας Υπουργό Δικαιοσύνης Γεώργιο Κουβελάκη, τονιζόταν με έμφαση εκ μέρους της Επιστήμης, «δεν αφορά την προστασία της τιμής η τιμώρηση της “περιϋβρίσεως της αρχής” (πρώην 181 ΠΚ), γιατί η τιμή προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 361 επ του ΠΚ περί εγκλημάτων κατά της τιμής. Εκείνο που προστάτευε το πρώην 181 ήταν η αυθεντία των δημόσιων αρχών και αρχηγών κομμάτων, ένα αγαθό άγνωστο στο Σύνταγμα και ξένο προς την ουσία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μια τέτοια ποινική διάταξη δεν μπορεί να περιορίσει την συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της γνώμης. Η τιμή των δημόσιων αξιωματούχων προστατεύεται επαρκώς από τα άρθρα 361 επ του ΠΚ. Ορθά επομένως καταργήθηκε η διάταξη του πρώην άρθρου 181 ΠΚ…» [Π. Δαγτόγλου, ΣυντΔ, ατομικά δικαιώματα, 20124, πλαγιάριθμους 632 σελίδες 432-433].

Addthis