Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Προσωπικά δεδομένα, έννοια αρχείου.

Περίληψη. Παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ποινική ευθύνη προσώπου που επεμβαίνει παράνομα σε "αρχείο". Εννοια "αρχείου". Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατά πλειοψηφία ένοχος ο κατηγορούμενος για παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Χωρίς δικαίωμα επίκληση και προσκόμιση εγγράφων, που περιείχαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσας και περιέχονταν σε φακέλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών που είχαν σχηματιστεί εις βάρος της, από τους κατηγορουμένους - δικηγόρους στο πλαίσιο εκδίκασης αγωγών του κατηγορουμένου κατά της εγκαλούσας - δικαστικής λειτουργού. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως. Αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από εκείνη που είχε γίνει δεκτή στον πρώτο βαθμό με την προσθήκη της επεξεργασίας κλητηρίου θεσπίσματος. Έλλειψη αιτιολογίας. Δεν αιτιολογείται η έννοια του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του όρου "χωρίς δικαίωμα", ούτε ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επέμβαση σε αρχεία προσωπικών δεδομένων. Αναιρεί την υπ΄αριθμ. 35/2013 απόφαση του Πεντ. Εφ. Δυτικής Μακεδονίας για τους ως άνω λόγους. 
  
Άρειος Πάγος 1110/ 2013, Β` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ, ΝΟΒ 2014/366 , ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2014/676.

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Οποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου "Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α` , β` , γ` , δ` , ε` και ι` του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 άρθρ. 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή). γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια"... και ι) "αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2472/97, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο Ν. 2472/97, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων".

Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ` άρθρο 2 περ. ε` , το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα.

Συνεπώς για την αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται μεταξύ των άλλων α) η ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αρχείο, ως τέτοιο δε θεωρείται κατά το αρθρ. 2 περ. ε` το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις ή ευαίσθητα δεδομένα, όπως περιοριστικά ορίζονται, για την επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τα δεδομένα που αφορούν πειθαρχικά μέτρα, πειθαρχικές διώξεις και πειθαρχικές ποινές και η παράνομη επέμβαση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο τέτοιων δεδομένων δεν υπάγεται στο εδαφ. β` της παρ. 4 του παραπάνω άρθρου 22, αλλά στο εδάφιο α` αυτού.

...Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων Κ. Κ. με την αναιρεσιβαλλομένη υπ` αριθ. 35/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καταδικάσθηκε με τη συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως, σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, για παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2473/1997.

Όπως προκύπτει από την, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επιτρεπτή επισκόπηση τόσον της εκκληθείσης υπ` αριθμ. 421/2002 πρωτοβάθμιας αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας όσον και της αναιρεσιβαλλομένης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την επεξεργασία, μεταξύ των άλλων, και του υπ` αριθμό /2003 κλητηρίου θεσπίσματος και συνακολούθως δεν ασκήθηκε εκ μέρους του έφεση σχετικά με καταδίκη του για την επεξεργασία αυτού του εγγράφου. Συνεπώς καθ` υπέρβαση εξουσίας το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τον κήρυξε ένοχο και της πράξεως αυτής διότι άσκησε δικαιοδοσία που από τον νόμο δεν είχε, χειροτερεύοντας την θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού αναγνώρισε βαρύτερη ενοχή αυτού από εκείνη που είχε γίνει δεκτή στον πρώτο βαθμό, με την προσθήκη της επεξεργασίας του παραπάνω κλητηρίου θεσπίσματος, ως προς το οποίο δεν εδικαιούτο να επιληφθεί και να κρίνει με τη έφεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο και πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η`, να αναιρεθεί κατά τούτο. 
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:
"Η εγκαλούσα, Μ. Μ., έχουσα την ιδιότητα της δικαστικής λειτουργού, είχε υπηρετήσει κατά το παρελθόν ως Πρωτοδίκης και στη συνέχεια ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Γρεβενών, όπου ασκούσε το λειτούργημα του δικηγόρου ο κατηγορούμενος. Μεταξύ αυτών είχε αναπτυχθεί σφοδρή αντιπαράθεση και αντιδικία, στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος κατέθεσε τις υπ` αριθμ. 60 και 61/17-8-2005 αγωγές του, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, με τις οποίες ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εγκαλούσα υποχρεούτο να του καταβάλει τα αιτούμενα σ` αυτές χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αναφερόμενες στις αγωγές αυτές υβριστικές φράσεις, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητα του. Τις ως άνω υβριστικές φράσεις είχε περιλάβει αυτή στην από 26-7-2005 έφεση της εγκαλούσας κατά της υπ` αριθμ. 46/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών και στην από 1-8-2005 αίτηση της, ενώπιον του Μονομελούς ομοίως, με αντικείμενο τη συντηρητική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος, με τις από 16-10-2005 προτάσεις που κατέθεσε στις 20-10-2005, επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφα, τα οποία περιείχαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσης και περιείχοντο σε φακέλλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών, που είχαν σχηματισθεί εις βάρος της εγκαλούσης και τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του ο κατηγορούμενος κατά τρόπο μη νόμιμο. Ειδικότερα, με τις από 16-10-2005 προτάσεις του επί της υπ` αριθμ. 60/17-8-2005 αγωγής του, επικαλέστηκε και προσεκόμισε μεταξύ άλλων και την υπ` αριθμ. 9,10/2002 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με την οποία η εγκαλούσα παύθηκε οριστικώς της υπηρεσίας της, λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας. Όσον όμως αφορά τα υπ` αριθμ. ../2003, ?/2003, ?/2003, ?/2003 κλητήρια θεσπίσματα του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, αυτά πράγματι δεν αναφέρονται στο σώμα των ως άνω προτάσεων του, όπως βασίμως διατείνεται ο κατηγορούμενος. Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι στο σώμα των προαναφερομένων προτάσεων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, αναφέρεται μόνο το υπ` αριθμ?./2003 κλητήριο θέσπισμα, που αφορά τον κατηγορούμενο και την εγκαλούσα. Επίσης, με την από 20-10-2005 "κατάσταση προσκομιζομένων εγγράφων επί της από 17-8-2005 αγωγής", όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο κατηγορούμενος, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών αργότερα, στις 22-11-2006 (σε μετ` αναβολή δικάσιμο), που επέχει θέση συμπληρωματικών προτάσεων, επικαλέστηκε και προσκόμισε και άλλα έγγραφα, πλην των αναφερομένων στο σώμα των από 20-10-2005 προτάσεων του. Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε και προσεκόμισε την από 9-6-1998 έκθεση του Εφέτη Πειραιά Ν. Τ, ο οποίος εις εκτέλεση εντολής του Προέδρου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης εις βάρος της εγκαλούσης, κατόπιν αναφοράς της Ρ. Μ., υπαλλήλου των δικαστηρίων των Γρεβενών, εισηγείτο την άσκηση πειθαρχικής διώξεως εις βάρος της (εγκαλούσης) για παράβαση του άρθρου 91 παρ. 1,2 και 3 περ. ζ` του Ν. 1756/1988, κατ` εξακολούθηση. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος, κατά τη συζήτηση των ως άνω αγωγών του επικαλέστηκε και προσκόμισε τα ως άνω έγγραφα (ήτοι την υπ` αριθμ. 9/10/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την από 9/6/1998 έκθεση του Εφέτη Πειραιά Ν.Τ. και το υπ` αριθμ?/2003 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Δυτ. Μακεδονίας), τα οποία περιέχουν πληροφορίες οι οποίες αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 περ. β` του ν. 2472/1997, αφού αφορούν την ποινική και πειθαρχική κατάσταση αυτής. Τα έγγραφα αυτά, τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του ο κατηγορούμενος κατά τρόπο μη νόμιμο, περιείχοντο σε φακέλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών, που είχαν σχηματιστεί σε βάρος της εγκαλούσας, οι οποίοι αποτελούν "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 περ. ε` του εν λόγω νόμου. Η κατά τα ανωτέρω προσκομιδή από τον κατηγορούμενο στοιχειοθετεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. δ` του ν. 2472/1997 και συνιστά παράβαση της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 22 του ιδίου νόμου...". Κατ` ακολουθίαν τούτων κήρυξε τον κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία, ένοχο του ότι, "στα Γρεβενά, στις 20-10-2005, χωρίς δικαίωμα επεξεργάστηκε, με τη μορφή χρήσης, ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτου και συγκεκριμένα με τις από 16-10-2005 προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών στις 20-10-2005, στα πλαίσια της ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου των με αριθμ. κατάθεσης 60/2005 και 61/2005 από 17-8-2005 αγωγών του κατά της εγκαλούσας Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ... χωρίς δικαίωμα επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφα που περιείχαν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της εγκαλούσας και περιέχονταν σε φακέλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών που είχαν σχηματισθεί σε βάρος της και ειδικότερα προσκόμισε α) την υπ` αριθμ. 9, 10/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την οποία αυτή παύθηκε οριστικά από την υπηρεσία της, β) την από 9-6-1998 έκθεση του Εφέτη Πειραιά Ν. Τ. , με την οποία αυτός εισηγείτο την άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος της ύστερα από αναφορά της υπαλλήλου των δικαστηρίων Γρεβενών Ρ. Μ. και γ) το ?/2003, κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με το οποίο αυτή παραπεμπόταν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας για αξιόποινες πράξεις που φερόταν ότι είχε τελέσει σε βάρος τρίτων".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, κατά την συζήτηση της αγωγής του κατά της εγκαλούσης, εκτός από το παραπάνω κλητήριο θέσπισμα, α) την υπ` αριθμ. 910/2002 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με την οποία η εγκαλούσα παύθηκε οριστικά από την Υπηρεσία της και β) την από 9.6.1998 έκθεση του εφέτη Πειραιά Νίκου Τζαβέλλα, ο οποίος εισηγείτο την άσκηση πειθαρχικής δίωξης της εγκαλούσης, τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του κατά τρόπο μη νόμιμο και τα οποία περιείχοντο σε φακέλλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών που είχαν σχηματισθεί σε βάρος της εγκαλούσης, τα οποία αποτελούν "αρχεία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη γιατί δεν αιτιολογείται πλήρως η έννοια του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του όρου "χωρίς δικαίωμα", ούτε ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επέμβαση σε αρχεία προσωπικών δεδομένων από τον αναιρεσείοντα ή από τρίτον, από τα οποία τα παραπάνω έγγραφα ακολούθως κατέληξαν στην κατοχή του αναιρεσείοντα.

Επομένως κατά τούτο, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί και κατά τούτο η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 35/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 35/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

7 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

...δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από την διατύπωση του άρθρου 22 παρ 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επέμβασης σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνα του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 2079/2007, ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3697/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1257/2003 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1770/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 3202/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 1597/2007 ΔΕΗ 2008, 603, ΕφΑθ 3833/2003 NOB 2004, 247, ΣυμβΕφΑθ 3140/2004 ΠοινΔ/νη 2005, 683). Το άρθρο 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997 εξάλλου, σκοπό έχει (βλ. και το άρθρο 1 του νόμου αυτού) να τιμωρήσει και να αποτρέψει προσβολές του έννομου αγαθού της ιδιωτικής ζωής και ειδικότερα του δικαιώματος για πληροφοριακή αυτοδιάθεση. Οι προσβολές του δικαιώματος για πληροφοριακή αυτοδιάθεση και της ιδιωτικής ζωής τότε μόνο είναι κατά την έννοια και τον σκοπό του νόμου κολάσιμες, όταν πραγματώνονται με επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε (παράνομα ή νόμιμα συσταθέν) αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με λήψη γνώσης αυτών, με αφαίρεση, με επεξεργασία, με μετάδοση, με ανακοίνωση, με γνωστοποίηση σε τρίτους κλπ. Γίνεται αντιληπτό ότι ο νόμος τιμωρεί ουσιαστικά την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής και την αποκάλυψη των στοιχείων της, η οποία ακολουθεί την κατάργηση του απορρήτου. Άλλωστε και όταν ο Ποινικός Κώδικας προστατεύει την ιδιωτική σφαίρα του προσώπου (άρθρα 370, 370 A, 371) τιμωρεί την παραβίαση κάποιου απορρήτου και συγκεκριμένα την παραβίαση του απορρήτου των επιστολών, την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας και την παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας. Ο Ν. 2472/1997 τιμωρεί μόνο, έστω και αν δεν εκφράζεται με σαφήνεια, την παραβίαση του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή μόνο τις επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και την επεξεργασία, μετάδοση, ανακοίνωση, γνωστοποίηση σε τρίτους κλπ δεδομένων που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Η ύπαρξη αρχείου και μάλιστα κρυφού και η ύπαρξη κρυφών (μη δημοσιοποιημένων) προσωπικών δεδομένων είναι οι βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997, οι οποίες διαγράφουν και τα όρια του ρυθμιστικού πλαισίου, της περιοχής ισχύος, του πεδίου εφαρμογής του νόμου. Ο νόμος θεωρεί ότι άξια ποινικού κολασμού είναι η επεξεργασία των κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ακολουθεί την επέμβαση σε κρυφό αρχείο. Όσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη είναι άξια προστασίας. Αντίθετα, όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί στον κοινωνικό περίγυρο, η προσβολή της είναι ήδη ολοκληρωμένη) και παύει να είναι άξια προστασίας κατά του Ν 2472/1997. Συνέχεια...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Συνέχεια...
Η διάρθρωση και η δομή του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997, στο οποίο περιγράφονται οι τρόποι προσβολής του δικαιώματος για πληροφοριακή αυτοδιάθεση (διαζευκτικά ή υπαλλακτικά μικτό έγκλημα: έχουμε πραγματική φαινομενική συρροή, έστω και αν πραγματωθούν διαδοχικά οι πλείονες τρόποι τέλεσης, γιατί μια μονάδα έννομου αγαθού προσβάλλεται (βλ. αντί άλλων Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1996, σελ. 242- 244, Μαργαρίτη, σε Μαργαρίτη-Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 2000, σελ. 324) δείχνει, ότι ο νόμος βαθμιαία τυποποιεί σε έγκλημα την επέμβαση στο κρυφό αρχείο, τη λήψη γνώμης προσωπικών δεδομένων, την αποκάλυψη και τη γνωστοποίηση αυτών σε τρίτους. Δεν θα ήταν νοητή και παραδεκτή η τιμωρία της επεξεργασίας και γενικότερα της αποκάλυψης και γνωστοποίησης προσωπικών δεδομένων, που θα είχαν ήδη ευρέως δημοσιοποιηθεί (ΕφΑθ 7960/2011 αδημοσίευτη). Εξαιρούνται περαιτέρω από την προστασία της ποινικής διάταξης προσωπικά δεδομένα, τα οποία είναι δημοσιοποιημένα. Τέτοια είναι προσωπικά δεδομένα, τα οποία είναι γνωστά σ` έναν σχετικά μεγάλο αριθμό ανθρώπων ή μπορεί να γίνουν εύκολα αντιληπτά και θεωρούνται από αυτούς ως εξακριβωμένα. Στα δημοσιοποιημένα δεδομένα θα πρέπει να αριθμούνται, να εντάσσονται, όχι μόνο ιστορικά συμβάντα ή γενικώς αναγνωρισμένες επιστημονικές αλήθειες αλλά και πληροφορίες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδας, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, χωρίς να επακολουθήσουν αντιρρήσεις, ενστάσεις, εναντιώσεις και διαμαρτυρίες από τη μεριά του υποκειμένου των δεδομένων). Επιβάλλεται λοιπόν ή να θεωρήσει κανείς, ότι στην περίπτωση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί δεν υφίσταται ουσιαστικό άδικο, δηλαδή προσβολή έννομου αγαθού, ή, αφού λάβει κανείς υπόψη τον προστατευτικό σκοπό του νόμου, δηλαδή τον σκοπό του να προστατεύσει το δικαίωμα για πληροφοριακή αυτοδιάθεση και την ιδιωτική ζωή του ατόμου, να ενεργήσει μια τελεολογική συστολή, η οποία αποδεικνύεται ως το καταλληλότερο μεθοδολογικό εργαλείο για την περιστολή του αξιοποίνου του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν 2472/1997 (για την τελεολογική συστολή ως μέθοδο ερμηνείας για την κατάλυση ή τη μείωση του αξιοποίνου βλ. Σατλάνη, Μεθοδολογικά προλεγόμενα, σελ. 229 επ.).
Το διαδίκτυο δεν είναι αρχείο για προσωπικά δεδομένα. blogs

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Εν μέρει αντίθετη, ευρύτερη, άποψη έχει η Επιστήμη. Ειδικότερα,
Κατά την Επιστήμη (Βλ. Αρμαμέντο- Σωτηρόπουλο, Προσωπικά Δεδομένα, 2005, πλαγιάριθμοι 165-167, σελίδες 69-70), «κατά το άρθρο 2.δ προκειμένου να στοιχειοθετείται η έννοια του αρχείου π.δ απαιτείτα να συντρέχουν τα εξής: α) σύνολο δεδομένων π.χ, β) εφαρμογή επεξεργασίας επί των δεδομένων που αποτελούν το εν λόγω σύνολο ή δυνατότητα εφαρμογής επεξεργασίας, γ) τήρηση των δεδομένων από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ, ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Ως σύνολο δεδομένων νοείται η ύπαρξη μιας στοιχειώδους, γενικής και αόριστης έστω, ομαδοποίησης περισσοτέρων προσωπικών δεδομένων. Είναι αδιάφορο αν η ομαδοποίηση αυτή προήλθε με την εφαρμογή της ειδικής επεξεργασίας της οργάνωσης ή αν τα δεδομένα ανευρέθησαν και συνελλέγησαν εξ αρχής ομαδοποιημένα. Αρχείο υπάρχει ακόμα και όταν τηρείται σύνολο π.δ, στα οποία δεν εφαρμόζεται αλλά ούτε και μπορεί να εφαρμοστεί επεξεργασία άλλη από την διατήρηση τους»... Επεξεργασία δεδομένων π.χ ορίζεται από το νόμο η πραγματοποιηη κάθε εργασίας ή σειράς εργασιών με ή χωρίς την βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και η εφαρμογή τους σε δεδομένα προσπικού χαρακτήρα. Με τον ευρύτατο αυτό ορισμό αποδίδεται η οποιαδήποτε συνειδητή επέμβαση τρίτου σε δεδομένα π.χ η οποία μπορεί είτε να επηρεάσει την σχέση ανάμεσα στα π.δ και στο περιβάλλον τους είτε να επηρεάσει τα ίδια τα δεδομένα (στο ίδιο έργο, πλαγιάριθμο 103, σελ. 47).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Από το περιεχόμενο της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995, συνάγονται τα ακόλουθα: α) ως προς το άρθρο 2 στοιχ. β' και δ', η δραστηριότητα μηχανής αναζήτησης πρέπει να χαρακτηρίζεται ως επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν οι πληροφορίες που εντοπίζονται μέσω της χρήσης της περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και αντίστοιχα, ο φορέας εκμετάλλευσής της πρέπει να θεωρείται ως «υπεύθυνος» της εν λόγω επεξεργασίας, β) ως προς το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α' της ως άνω Οδηγίας, η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιείται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων εγκατάστασης που έχει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας στο έδαφος κράτους-μέλους όταν ο φορέας εκμετάλλευσης της μηχανής αναζήτησης ιδρύει σε ορισμένο κράτος μέλος υποκατάστημα ή θυγατρική που έχει ως σκοπό την προώθηση και την πώληση του διαφημιστικού χώρου ο οποίος διατίθεται στο πλαίσιο της μηχανής αναζήτησης και που ασκεί δραστηριότητα κατευθυνόμενη προς τους κατοίκους του εν λόγω κράτους μέλους γ) ως προς τα άρθρα 12 στοιχ. β και 14
εδ. α' στοιχ α', ο φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης υποχρεούται να απαλείφει από τον κατάλογο αποτελεσμάτων, συνδέσμους προς δημοσιευμένες από τρίτους ιστοσελίδες που περιέχουν πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπο αυτό και στην περίπτωση, κατά την οποία οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διαγραφεί προηγουμένως ή ταυτοχρόνως από τις ως άνω ιστοσελίδες, υποχρέωση που ισχύει ακόμα και όταν η επίμαχη δημοσίευση είναι νόμιμη. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει τη δυνατότητα, βάσει των θεμελιωδών δικαιωμάτων του 7 και 8 του ΧΘΔ της ΕΕ, να ζητήσει να πάψει η επίμαχη πληροφορία να τίθεται στη διάθεση του ευρέως κοινού λόγω της εμφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο αποτελεσμάτων. Τα εν λόγω δικαιώματα καταρχήν υπερέχουν όχι μόνο του οικονομικού συμφέροντος του φορέα εκμετάλλευσης της μηχανής αναζήτησης, αλλά και του συμφέροντος του κοινού να αποκτήσει πρόσβαση στην πληροφορία αυτή στο πλαίσιο αναζήτησης με βάση το ονοματεπώνυμο του εν λόγω υποκειμένου. Εντούτοις, αυτό δεν ισχύει όταν, για ειδικούς λόγους, προκύπτει ότι η επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου δικαιολογείται από το υπέρτερο συμφέρον του κοινού για πρόσβαση στην επίμαχη πληροφορία, (ΔΕΕ απόφ. 13.5.2014, υπόθ. C-131/2012 ΔίΜΕΕ 2014,445).
Μάλιστα! Απόφαση βόμβα!!

Ανώνυμος είπε...

Σας παρακαλώ κάποιος έχει παραβιάσει ευαίσθητα προσωπικά μου δεδομένα,και τα έχει ανεβάσει στο ίντερνετ εγώ όμως δε μπορώ να τα βρω....ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ,ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ.....ΞΕΡΩ ΤΟ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΤΟΥ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩΩΩΩΩΩΩ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Αφού δεν μπορείτε να τα βρείτε, πως το ξέρετε αυτό; Είναι αντιφατικός ο ισχυρισμός σας αυτός. Τα ίδια θα σας ρωτήσουν και στην αστυνομία. Για πρώτο βήμα μπορείτε να απευθυνθείτε στην αστυνομία και να προβείτε σε καταγγελία για σύσταση, παρ' ότι πρόκειται για αδίκημα διωκόμενο αυτεπάγγελτα, αν δεν απατώμαι [αυτή τη στιγμή που σας απαντώ δεν ΄βρίσκομαι στο γραφείο] Λογικό θα φαινοταν να ισχυριστείτε ότι γνωρίζω τα προσωπικά δεδομένα ως δημοσιευμένα αλλά δεν γνωρίζω τον δράστη. Τότε, κατόπιν υποβολής σχετικής μήνυσης, θα ανελάμβανε η ηλεκτρονική δίωξη του εγκλήματος και θα ανακαλυπτοταν ο δράστης σχετικά εύκολο. Φοβάμαι ότι έτσι όπως περιγράφετε τα γεγονότα κάποιος θα έχει συκοφαντήσει τον "δράστη" για λόγους που μόνο εκείνος γνωρίζει. Αόρατη δημοσίευση πρ. δεδομένων δεν γίνεται κατανοητή. Όπως και νάναι, αν ανακαλυφθεί ή, ορθότερα, επιβεβαιωθεί η εγκληματική συμπεριφορά η χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται, κατ' ελάχιστο, σε 6.000 € και γυσικά κι καταδίκη σε φυλάκιση.

Ανώνυμος είπε...

Γειά σας,ευχαριστώ για την απάντηση.Μου το είπε και με έχουν στο ίντερνετ χίλια τα εκατό....Είμαι σίγουρη....Δε ξέρω αν είναι πρωτάκουστο αλλά σίγουρα συμβαίνει αυτό...Αυτοί οι άνθρωποι είναι αδίστακτοι...Μακάρι να μπορούσα να τα βρω για να τιμωρηθούν και να μπούν στη φυλακή...Αυτό τους αξίζει...Μιλάμε για προσβολή του ήθους,της προσωπικότητας μου και συκοφαντική δυσφήμιση...Σε μία κοινωνία γίνονται απίστευτα πράγματα και εσείς ως δικηγόρος θα έχετε δει πολλά περιστατικά που φαίνονται απίστευτα κι όμως είναι αληθινά...Πήγα στη δίωξη και θέλανε απόδειξη των λεγομένων μου...Να σας πώ λίγο δε γίνεται να κάνω μήνυση και να τον πάνε αυτώφορο και να ελέγξουν τον υπολογιστή του;Το αντίστροφο δηλαδή;Φαντάζομαι πώς όχι όπως γράψατε παραπάνω...Ευχαριστώ πολύ

Addthis