Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Ακηδεμόνευτη Δικαιοσύνη.

Στ. Ματθίας
άρθρο του αείμνηστου Προέδρου του Αρείου Πάγου Στέφανου Ματθία, [Ελληνική Δικαιοσύνη 1998.741-743].

Ι. ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ

Η Ελληνική Δικαιοσύνη, μολονότι θεσμικά ανεξάρτητη, στην πράξη εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να λειτουργεί υπό τη σκιά της Διοίκησης, δηλαδή του κόμματος που βρίσκεται κάθε φορά στην εξουσία.
Η Διοίκηση έχει στη διάθεση της τα ακόλουθα κυρίως μέσα επηρεασμού:
1. Το Υπουργικό Συμβούλιο επιλέγει, σύμφωνα με το άρθρο 90 § 5 του Συντάγματος, τους Προέδρους και τους Αντιπροέδρους των Ανώτατων δικαστηρίων, καθώς και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι επιλογές αυτές γίνονται χωρίς αιτιολογία και χωρίς κανένα διαφανές κριτήριο. Οι προσδοκίες των υποψηφίων έως το χρίσμα και η μετά το χρίσμα ευγνωμοσύνη των επιλεγέντων παρέχουν όχι σπάνια στη Διοίκηση τη δυνατότητα να επηρεάζει, μέσω μιας πυραμίδας ευνοιών και εξαρτήσεων, με επικεφαλής την υπό εκλογή ή τη διορισμένη «ηγεσία», τα δικαστικά πράγματα. Μάλιστα εκείνοι που ... προσδοκούν και, στη συνέχεια, εκείνοι που έχουν επιλεγεί, «συμμορφώνονται» ενίοτε προληπτικά προς τις εικαζόμενες κυβερνητικές επιθυμίες πριν καν αυτές εκδηλωθούν. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να καταλήξει σε αληθινή αλλοτρίωση.

Τέτοιες καταστάσεις δεν αποτελούν τον κανόνα. Ούτε όλες οι Κυβερνήσεις επιδιώκουν επεμβάσεις στη Δικαιοσύνη ούτε όλοι οι προσδοκώντες ή λαβόντες το χρίσμα έγιναν τοποτηρητές του κόμματος ούτε οι δικαστές ενδίδουν, συνήθως, στις άνωθεν υποδείξεις ή πιέσεις. Αντίθετα μάλιστα.
Πρόκειται, ωστόσο, για ένα βαθύτατα νοσηρό φαινόμενο που εκθέτει την αξιοπιστία των θεσμών. Ορισμένοι άλλωστε εθίζονται τελικά στο καθεστώς των παρεμβάσεων, το οικειώνονται και θεωρούν και δικό τους δικαίωμα να κάνουν κι αυτοί με τη σειρά τους παρεμβάσεις σε νεότερους συναδέλφους τους σε κάθε είδους υποθέσεις, ανεξαρτήτως κομματικού ενδιαφέροντος...
2. Η Διοίκηση έχει τη δυνατότητα να ευνοεί ορισμένους δικαστές τους οποίους θεωρεί «δικούς της», προωθώντας τους σε αμειβόμενες διοικητικές θέσεις, αναθέτοντας τους καθήκοντα συμβούλου, μεριμνώντας για τη χορήγηση σ' αυτούς υποτροφιών και αδειών, προσλαμβάνοντας τους μετά την έξοδο τους από την υπηρεσία σε κυβερνητικές θέσεις κ.ά. Τέτοιες εύνοιες δεν γίνονται χωρίς υστεροβουλίες.
3.  Κάθε Κυβέρνηση ελέγχει τη νομοθετική παραγωγή. Έτσι η Διοίκηση μπορεί να περιορίζει τις εξουσίες μιας μη αρεστής σ' αυτήν «ηγεσίας» της Δικαιοσύνης. Μπορεί επίσης να μεταβάλλει την οργάνωση των δικαστηρίων, των θεσμικών οργάνων εσωτερικής διοίκησης της Δικαιοσύνης, των δικαστικών υπηρεσιών, προκειμένου να αποδυναμώσει ή να μειώσει την ηγεσία αυτή. Μπορεί επιπλέον να χρησιμοποιεί την απειλή τέτοιων νομοθετικών μέτρων για να κάμψει αντιστάσεις.
4.  Άλλη μεθόδευση αποτελεί η αυθαίρετη καθυστέρηση από τη Διοίκηση της εκτέλεσης των αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Με την καθυστέρηση υπονομεύεται ή και ματαιώνεται η εφαρμογή των αποφάσεων του Ανώτ. Δικαστικού Συμβουλίου, ενώ στα μάτια των δικαστών ενισχύεται η Διοίκηση, στην οποία και καταφεύγουν προκειμένου να αποφύγουν την εφαρμογή δυσμενών γι' αυτούς αποφάσεων του Ανώτ. Δικαστικού Συμβουλίου. Ετσι η Διοίκηση αποκτά προσβάσεις, συνταγματικά ανεπίτρεπτες, καλλιεργείται η χρήση πλάγιων μέσων για την εξυπηρέτηση προσωπικών επιδιώξεων, ενώ, παράλληλα, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις περαιτέρω «εξυπηρετήσεων», παρεμβάσεων και συναλλαγής.
5.  Έχοντας προσβάσεις στον τύπο και στα ΜΜΕ, η Διοίκηση μπορεί να παρέχει μέσω αυτών μονομερή πληροφόρηση, ενίοτε παραμορφωτική, προκειμένου να υποσκελίσει τη φυσική δικαστική ηγεσία και να την απομονώσει από τη βάση του δικαστικού σώματος, ώστε να ενισχύσει τη δική της θέση σ' αυτό.
6.  Η Διοίκηση διαθέτει όλα τα χρηματικά κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού που προορίζονται για τις ανάγκες της Δικαιοσύνης και τα διαχειρίζεται κατά την κρίση της. Η δικαστική λειτουργία, αντίθετα, στερείται οιουδήποτε κονδυλίου και πόρου. Είναι έτσι υποχρεωμένη, και για την πιο ασήμαντη λειτουργική ανάγκη της, να ζητεί, ως ικέτης, από το Υπουργείο την έγκριση του αναγκαίου χρηματικού εντάλματος. Η προθυμία έγκρισης είναι ανάλογη προς την επιδεικνυόμενη ευπείθεια...
Η ανεξαρτησία, όμως, περνάει μέσα από την οικονομική αυτάρκεια. Χωρίς την αυτοδιαχείριση των κονδυλίων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του αυτοδιοικήτου της Δικαιοσύνης, αυτή τίθεται ενίοτε ενώπιον διλημμάτων που θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την ανεξαρτησία της.
Γι' αυτό ακριβώς το λόγο η από δικαστικές αρχές διαχείριση των κονδυλίων που έχουν σχέση με τη λειτουργία των θεσμών και των οργάνων αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης ισχύει από μακρού χρόνου σε όλα (όσο γνωρίζω) τα δημοκρατικά οργανωμένα συστήματα. Και όχι μόνο στα ευρωπαϊκά, αλλά και στη μετακομμουνιστική Ρωσία, στην κομμουνιστική Κίνα και στην αδελφική Κύπρο κ.ά. Ισχύει άλλωστε και στη Χώρα μας ως προς τα Πανεπιστήμια και πλήθος άλλους οργανισμούς.

II.   ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ   ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΗΣ   ΤΩΝ   ΕΠΕΜΒΑΣΕΩΝ.

Για να δικαιολογηθεί το δικαίωμα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την Κυβέρνηση (και μάλιστα με τον αναιτιολόγητο και αδιαφανή τρόπο που ασκείται) προβάλλεται συνήθως ότι μόνη η Κυβέρνηση διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση από την ψήφο του κυρίαρχου Λαού. Επομένως αυτή μόνη δικαιούται να επιλέγει τη δικαστική ηγεσία στο όνομα του Λαού, ως μοναδικής πηγής όλων των εξουσιών, κατά το άρθρο 1 § § 2 και 3 του Συντάγματος. Παρόμοιες δικαιολογίες διατυπώνονται και για τις λοιπές ως άνω (2-6) επεμβάσεις, όταν και όσο αυτές ομολογούνται ...
Το επιχείρημα ότι η δικαστική λετιουργία και οι φορείς της στερούνται δημοκρατικής νομιμοποίησης είναι σαθρό. Η νομιμοποίηση της θεμελιώνεται στο Σύνταγμα (άρθρα 87 επ.), το οποίο αποτελεί την ύψιστη έκφραση της λαϊκής θέλησης. Το ότι οι δικαστές δεν εκλέγονται από το Λαό είναι σύμφυτο προς την αποστολή τους. Διότι οι δικαστές δεν εκφράζουν πρωτογενή λαϊκή βούληση αλλ' εφαρμόζουν απλώς την προϋπάρχουσα, όπως αυτή είναι καταστρωμένη στο ισχύον δίκαιο. Το έργο τους έχει επομένως σταθερό και δεδομένο περιεχόμενο. Για την εκπλήρωση του άρα δεν απαιτείται ούτε νοείται νέα εκάστοτε εντολή του Λαού.
Η νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας στηρίζεται επιπλέον στην ίδια τη διάκριση των λειτουργιών, αφού μεταξύ αυτών το άρθρο 26 ρητά τη συναριθμεί. Επιβεβαιώνεται δε η νομιμοποίηση αυτή και από τον περί λαϊκής κυριαρχίας συνταγματικό κανόνα του άρθρου 1 § § 2-3. Διότι σ' αυτόν υπάρχει η ρητή επιφύλαξη ότι οι εξουσίες που πηγάζουν από το Λαό ασκούνται όχι χύδην αλλά «όπως ορίζει το Σύνταγμα», όσον αφορά λοιπόν τη δικαστική λειτουργία, από τα συντεταγμένα δικαστήρια.
Άρα η προβαλλόμενη ως άνω αιτιολογία δεν προσφέρει καμιά βάση για τη χειραγώγηση της Δικαστικής από την Εκτελεστική λειτουργία.

III.  Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ Σ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Όλος ο οικονομικός και ο κοινωνικός βίος προϋποθέτει την ύπαρξη έννομης τάξης. Η δικαστική λειτουργία έχει ως αποστολή να διαφυλάσσει την έννομη τάξη, τη νομιμότητα. Οφείλει να παρέχει σε όλους, αντικειμενικά και αδιάβλητα, έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τους.
Χωρίς τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων οι σοβαρές επενδύσεις, οι ομαλές εργασιακές σχέσεις, οι υγιείς πιστωτικές συναλλαγές, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι αξίες του πολιτισμού και ο κοινωνικός εν γένει βίος είναι αδιανόητος. Όταν η εγγύηση της δικαστικής προστασίας λείπει, οι καιροσκόποι, οι μεσάζοντες, οι κακοπληρωτές, τα αντικοινωνικά στοιχεία, το έγκλημα ακμάζουν. Οι κοινωνικές αξίες αποσαθρώνονται. Οι θρασείς και οι ασυνεπείς ενθαρρύνονται. Οι υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας και της αγοράς χειμάζονται. Η αδιάβλητη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη είναι το βάθρο κάθε Πολιτείας.
Τέτοια όμως Δικαιοσύνη είναι αδύνατη ενόσω η Δικαστική Λειτουργία κηδεμονεύεται από την εκάστοτε Διοίκηση. Διότι αυτή έχει ανεξίτηλη κομματική προέλευση, κομματικό πρόγραμμα, κομματικούς δεσμούς και δεσμά. Κάθε επέμβαση της στα έργα της Δικαιοσύνης είναι κατ' ανάγκην κομματική. Η διείσδυση του κόμματος στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει απλώς κάποιες διακριτικές υποδείξεις στην κορυφή και κάποιες αμφισβητήσεις του αδιάβλητου ορισμένων επιλογών, οι οποίες πάντως είναι, σε κάθε περίπτωση, καταδικαστέες. Σημαίνει επεμβάσεις σκοτεινών κομματικών παραγόντων, επικράτηση άδηλων παρασκηνιακών πιέσεων και συναλλαγών, παράλυση των εγγυήσεων της νομιμότητας, διάβρωση της εγγυητικής και της κυρωτικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης, σημαίνει γενική διάβρωση των θεσμών και αξιών της ζωής.

IV. ΤΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Η διαφύλαξη της ουδετερότητας, της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης δεν είναι δυνατή παρά μόνο με την ολοκλήρωση των θεσμών και των μηχανισμών αυτοδιοίκησης της.
Με τα άρθρα 87 επομ. του Συντάγματος καθιερώνεται η «λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία» των δικαστών. Ολόκληρη η υπηρεσιακή τους εξέλιξη (τοποθετήσεις, προαγωγές, μεταθέσεις, αποσπάσεις, μετατάξεις, πειθαρχικός έλεγχος, επιθεώρηση) ανατίθεται, με τα άρθρα 90, 89, 87 § 3 του Συντάγματος, σε δικαστικά αμιγώς όργανα. Προβλέπονται επιπλέον διάφορες διασφαλίσεις έναντι επεμβάσεων και επιρροών.
Ωστόσο η Δικαιοσύνη στη Χώρα μας «είναι και δεν είναι ανεξάρτητη, είναι και δεν είναι αξιόπιστη, είναι και δεν είναι αποτελεσματική».
Αυτό οφείλεται κατά μέγα μέρος στην αμφιθυμία του Κράτους έναντι της ανεξαρτησίας των δικαστών. Κοντόφθαλμες επιδιώξεις, η ψευδαίσθηση της παντογνωσίας και η εξουσιαστική νοοτροπία βάζουν ως στόχο τη δικαστική ανεξαρτησία, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους που επισημάνθηκαν παραπάνω (υπό Ι).
Με δεδομένη τη θέληση εκσυγχρονισμού της Δικαιοσύνης η λύση είναι μία: θεσμική ολοκλήρωση του αυτοδιοικήτου με τα ακόλουθα κυρίως μέτρα:
1. Αλλαγή του τρόπου ανάδειξης της ηγεσίας του Δικαστικού Σώματος, έτσι ώστε αυτή να μην εξαρτάται από την Κυβέρνηση. Η εκλογή από μικτό εκλεκτορικό σώμα αποτελεί τη «χειρότερη λύση», όπως ομοψήφως αποφάνθηκε στις 26.3.1998 η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Η ίδια Ολομέλεια διατύπωσε την εξής επιτυχή πρόταση: α) Η εκλογή των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου να γίνεται από την Ολομέλεια του με μυστική ψηφοφορία των μελών της. β) Η εκλογή του Προέδρου του Αρείου Πάγου να γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μεταξύ των τριών αρχαιότερων Αντιπροέδρων. Και γ) η εκλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μεταξύ των τριών αρχαιότερων Αντιπροέδρων και των τριών αρχαιότερων αντει-σαγγελέων του.
2.  Να απαγορευθεί η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς οποιωνδήποτε διοικητικών καθηκόντων. Με το μέτρο αυτό, υπέρ του οποίου τάχθηκε η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις 30.4.1998, όλοι οι δικαστές θα αφιερωθούν απερίσπαστοι στα έργα τους. Η μετά τη συνταξιοδότηση τοποθέτηση τους σε διοικητικές εν γένει θέσεις να γίνεται ύστερα από απόφαση της Βουλής, με αυξημένη πλειοψηφία. Για τη συμμετοχή δικαστών σε νομοπαρασκευαστικές και δικαστικές επιτροπές να απαιτείται πάντοτε απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
3.  Να οριστεί με συνταγματική διάταξη ότι για οποιαδήποτε νομοθετική μεταβολή που ανάγεται στην προσωπική ή υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστών, στην εν γένει οργάνωση των δικαστηρίων και εισαγγελιών, στην επιθεώρηση, καθώς και στους θεσμούς αυτοδιοίκησης και λειτουργίας της Δικαιοσύνης πρέπει να ζητείται γνωμοδότηση της Ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Το μέτρο αυτό, που άλλοτε η Διοίκηση κατά παράδοση εφάρμοζε, έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο δεδομένου ότι η Ολομέλεια, αποτελούμενη από πενήντα ώριμους και υπεύθυνους δικαστικούς λειτουργούς, όχι μόνο δικαιούται, σε μια Δημοκρατία, να έχει γνώμη σε θέματα οργανωτικά της Δικαιοσύνης, αλλ' επιπλέον είναι κατεξοχήν αρμόδια και κατεξοχήν ικανή να τη διατυπώνει με περίσκεψη και κατά τρόπον υπεύθυνο. Η ίδια τάχθηκε ομοψήφως υπέρ της πρότασης αυτής στις 30.4.1998.
4.  Να οριστεί και ρητά το αυτονόητο, ότι η Διοίκηση οφείλει να εκτελεί απροφάσιστα, μέσα στον απολύτως αναγκαίο χρόνο, τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο επίσης να έχει την εξουσία να επισπεύδει την εκτέλεση τους.
5.  Να ενισχυθεί θεσμικά το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ως αποκλειστικό όργανο εσωτερικής αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των δικαστών να προσφεύγουν στην Ολομέλεια σε περίπτωση παράλειψης προαγωγής. Τα όργανα της Επιθεώρησης να απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, στο οποίο και να αναφέρονται. Η Ολομέλεια πρόσφατα τάχθηκε υπέρ των μέτρων αυτών (4 και 5).
6.  Όσα κονδύλια είναι απαραίτητα για τη λειτουργία των θεσμών αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης (πλην των πάγιων, ανελαστικών δαπανών, όπως η μισθοδοσία των δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων) πρέπει να τα διαχειρίζεται, ως διατάκτης, η ίδια. Υπέρ της καθιέρωσης της αυτοδιαχείρισης των «δικαστικών» κονδυλίων τάχθηκε η Ολομέλεια κατά την ίδια ως άνω συνεδρίαση της.
Η λήψη των μέτρων αυτών είναι επίκαιρη, ενόψει της συνταγματικής μεταρρύθμισης. Είναι δε εντελώς αδάπανη, ενώ θα αποδώσει πλούσιους καρπούς. Διότι όταν οι δικαστές απαλλαγούν από την κηδεμονία, τότε θα είναι ανεξάρτητοι, άρα και υπεύθυνοι, θα δώσουν έτσι στην ελληνική κοινωνία τη Δικαιοσύνη που της αξίζει.

Παρατήρηση 1. Διαβάστε εδώ και τις καταγγελίες του κ. Στ. Ματθία για τις ωμές κομματικές παρεμβάσεις στον χώρο της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Παρατήρηση 2. "Μοναδικός συνδετικός κρίκος μεταξύ κυβέρνησης και δικαστηρίων είναι η κατά το άρθρο 90 πργφ 5 Συντάγματος επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από το υπουργικό συμβούλιο.Η διάταξη αυτή έχει προκαλέσει κατά καιρούς έντονες αμφισβητήσεις, ενώ το οιο ουσιαστικό πρόβλημα εντοπίζεται στον ραγδαίο πολλαπλασιασμό, με ευκαιριακές νομοθετικές ρυθμίσεις, των θέσεων των αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, καθ'  υπέρβαση των λειτουργικών αναγκών των τελευταίων. Με τις κακοήθεις αυτές μεθοδεύσεις παρέχονται εξ αντικειμένου κίνητρα σε σημαντικό αριθμό μελών των ανωτάτων δικαστηρίων, να γίνονται με την δικαιοδοτική τους συμπεριφορά αρεστά στην εκάστοτε κυβέρνηση, ώστε να έχουν αυξημένες πιθανότητες επιλογής σε κάποια από τις θέσεις αντιπροέδρων οι οποίες κενώνονται ή δημιουργούνται σχεδόν ανελλιπώς κατ' έτος υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις" [Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, 2014, πργφ. 17.Α, σελίδες 354-355].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...