Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Το παρασύνταγμα του μνημονίου και ο άλλος δρόμος.

Γιώργος Κατρούγκαλος, η κρίση και η διέξοδος [έκδοση Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2012, σελίδες 215-221].
«Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·
παρά προστάτας νάχωμεν»
[Α. Κάλβος, Ευχαί]

Νέο Παρασύνταγμα» - Νέα εθελοδουλεία; 
 Με τον όρο «παρασύνταγμα» περιγράφεται στην ελληνική συνταγματική ιστορία το σύνολο των μετεμφυλιακών νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων κατά των ατομικών δικαιωμάτων που ήταν μεν αντίθετα στο ισχύον τότε Σύνταγμα του 1952, εφαρμόζονταν όμως παράλληλα με αυτό, με επίκληση της ανάγκης απόκρουσης του φαντάσματος του κομουνιστικού κινδύνου. Τα δύο Μνημόνια, όπως αναθεωρούνται συνεχώς, με την «εκτελεστική» τους μεταγενέστερη νομοθεσία, ουσιαστικά αποτελούν ένα νέο «παρασύνταγμα», γιατί η εφαρμογή τους προϋποθέτει αναγκαστικά τον παραμερισμό πολλών θεμελιωδών ρυθμίσεων του οικονομικού -και όχι μόνο- Συντάγματος.

Μάλιστα, η έκταση και η ένταση των επεμβάσεων που επιφέρει η υπό κρίση βίαιη αναπροσαρμογή του ελληνικού οικονομικού συστήματος, σε συνδυασμό με την έξωθεν επιβολή της, δικαιολογεί απολύτως τον ισχυρισμό του Ι. Κουκιάδη ότι επιχειρείται να επιβληθεί «δίκαιο κατεχόμενης χώρας». Πράγματι, η ασφυκτική δέσμευση της κυβερνητικής πολιτικής από τις προβλέψεις των Μνημονίων συνιστά περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας πολύ χειρότερο από αυτόν του διεθνούς οικονομικού ελέγχου που είχε επιβληθεί στη χώρα μετά την πτώχευση της το 1893. (Για την ακρίβεια, μάλιστα, ο τότε διεθνής οικονομικός έλεγχος δεν επιβλήθηκε το 1893, αλλά το 1897, μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο. Μόνο τότε έγινε αναγκαστικά δεκτή η επιβολή του ελέγχου, ως αναπόδραστη δηλαδή αποδοχή της συντριπτικής στρατιωτικής ήττας, σε συνδυασμό με τις πολεμικές αποζημιώσεις).
Δύο είναι οι κύριες υπερασπιστικές γραμμές της νομικής αυτής «κατοχής»: η χειρότερη από αυτές, ακραίο δείγμα εθελοδουλείας, ψελλίζει ότι μας χρειάζονταν οι ξένοι για να συμμαζέψουμε τα του οίκου μας, αφού με την οικονομική χρεοκοπία μας αποδείξαμε την πολιτική ανωριμότητα μας. Δεν μπορεί να γίνει συζήτηση σε επίπεδο συνταγματικού δικαίου με το επιχείρημα αυτό, γιατί η προβολή του και μόνο συνιστά άρνηση της δημοκρατικής αρχής, που αποτελεί το θεμέλιο του σύγχρονου συνταγματισμού. Επί του πραγματικού, περιορίζομαι να αναφέρω το αυτονόητο: η ουσία των πολιτικών του Μνημονίου δεν αφορά το (αναντίρρητα αναγκαίο) «συμμάζεμα» του πελατειακού κράτους, αλλά την άρδην ανατροπή των θεμελίων του κοινωνικού κράτους και των προστατευτικών αρχών του εργατικού δικαίου.
Το άλλο επιχείρημα είναι πιο πειστικό, γιατί αφενός εμφανίζεται ουδέτερο και πραγματιστικό, αφετέρου αξιοποιεί ψυχολογικά το απόλυτο όπλο του φόβου. Οι απολογητές του μας λένε ότι, όσο αποκρουστικές και εάν είναι οι πολιτικές αυτές, αποτελούν μονόδρομο. Και ρωτούν προκλητικά: Τι θέλετε, τέλος πάντων, τη χρεοκοπία της χώρας; Πώς αλλιώς θα πληρωθούν μισθοί και συντάξεις, αν δυσαρεστήσουμε τους κυρίους και αφέντες μας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; Η θέση αυτή υπόρρητα αποδέχεται την αντισυνταγματικότητα των υπό κρίση ρυθμίσεων, ουσιαστικά όμως επικαλείται μια ιδιόρρυθμη κατάσταση ανάγκης για να δικαιολογήσει την επιβολή τους. Θα επιχειρήσω στη συνέχεια την αντίκρουση του κλίματος των απόψεων αυτών, παρουσιάζοντας συνοπτικά τον άλλο δρόμο που δείχνει το διεθνές δίκαιο και η εμπειρία των χωρών που ξέφυγαν από το φαύλο κύκλο του ελέγχου από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Η αντισυνταγματικότητα της δανειακής σύμβασης 

Η πρώτη μείζων παραβίαση του Συντάγματος αφορά τη μη κύρωση από τη Βουλή των σχετικών δανειακών συμβάσεων με το ΔΝΤ και την ΕΕ. Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι παρέλκει η κύρωση, με το επιχείρημα ότι οι σχετικές ρυθμίσεις αποτελούν απόρροια των υποχρεώσεων που έχουμε από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επιχείρημα αυτό είναι εντελώς αβάσιμο, δεδομένου ότι κεντρική ιδέα της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η αδυναμία νομικής ανάληψης της ευθύνης για το δημόσιο χρέος μιας χώρας από άλλη ή την Ένωση.
Για το λόγο αυτό, η δανειακή σύμβαση δε συνάφθηκε με την κοινοτική διαδικασία, αλλά αποτελεί διεθνή σύμβαση μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, ως ανεξάρτητων κρατών, και της Ελλάδας. Άλλωστε, εάν υπήρχε σχετική βάση στις συνθήκες, δε θα χρειαζόταν η αποφασισθείσα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2010 αναθεώρηση της Συνθήκης της Λισαβόνας για το σχηματισμό του πάγιου μηχανισμού στήριξης. 
Περαιτέρω, η δανειακή σύμβαση καθαυτή παραβιάζει πολλές, και μάλιστα θεμελιώδεις, διατάξεις του Συντάγματος. Ορίζει ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό και αρμόδιο δικαστήριο, κατ' αποκλειστική δικαιοδοσία, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αποφάσεις του οποίου θα είναι πλήρως δεσμευτικές και άμεσα εκτελεστές. Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 5 αυτής, «ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει δεσμευτικό δίκαιο (mandatory law)». Η ρήτρα αυτή, που δεν έχει προηγούμενο στη συνταγματική ιστορία μας, συνιστά de facto εκχώρηση της οικονομικής κυριαρχίας κατά κατάφωρη παραβίαση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.
Το χειρότερο είναι ότι αποσκοπεί στο να θωρακίσει τους δανειστές μας απέναντι στο κύριο νομικό όπλο που έχει απομείνει στη χώρα μας: σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες που προχώρησαν σε στάση πληρωμών και επαναδιαπραγμάτευση του χρέους τους, το ελληνικό δημόσιο χρέος διεπόταν, μέχρι την υπογραφή της, κατά 90% των σχετικών κεφαλαίων από το ελληνικό δίκαιο. Το γεγονός αυτό έδινε τη δυνατότητα σε μια ελληνική κυβέρνηση που θα επιθυμούσε να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους αποπληρωμής του (που αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική έξοδο από την κρίση) να το πράξει με μονομερή, κυριαρχική της πράξη. Με την υπαγωγή του στο αγγλικό δίκαιο αυτή η δυνατότητα περιορίζεται σοβαρά. (Δεν περιορίζεται αντίθετα η δυνατότητα επίκλησης κατάστασης ανάγκης, όπως συνέβη άλλωστε και στην περίπτωση της Αργεντινής, της οποίας το χρέος δε διεπόταν από το εθνικό δίκαιο).
Και τούτο, κατ' αρχάς, γιατί δε θα είναι πλέον δυνατή η επέμβαση της ελληνικής Βουλής στους όρους αποπληρωμής του χρέους, για παράδειγμα, στο νόμισμα αποπληρωμής ή για την εισαγωγή των λεγόμενων «ρητρών συλλογικής δράσης», όπως έγινε με το ΡSΙ. Περαιτέρω, το αγγλικό δίκαιο είναι το πλέον φιλικό προς τους δανειστές, μην αναγνωρίζοντας στα κράτη-οφειλέτες πολλές από τις ασυλίες που άλλα δίκαια κατοχυρώνουν.
Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, η νομική ασυλία των κρατών έχει ήδη κωδικοποιηθεί στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τη δικαστική ασυλία των κρατών και των περιουσιακών τους στοιχείων. Αναφέρεται τόσο στην ειδική δωσιδικία (αδυναμία παραπομπής κράτους ενώπιον δικαστή άλλου κράτους, όσο και στην απαγόρευση κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων. Γενικά, η σύμβαση διακρίνει ανάμεσα σε απλές εμπορικές δραστηριότητες των κρατών (jure gestiones), για τις οποίες δεν απολαμβάνουν ασυλία, και κυριαρχικές δραστηριότητες τους (jure imperii), για τις οποίες ισχύει το αντίθετο. Είναι αλήθεια ότι είναι γνωστοί στο διεθνές δίκαιο και όροι άρσης της ασυλίας  που μπορούν να συμφωνηθούν συμβατικά μεταξύ των κρατών και των δανειστών τους. Αυτοί όμως αφορούν κυρίως την αναγνώριση δικαιοδοσίας άλλων, πλην των εθνικών δικαστηρίων, και όχι την επιβολή αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης. Το αγγλικό δίκαιο, και συγκεκριμένα η State Immunity Act του 1978, θεωρεί ρητά ότι τα δάνεια που συνάπτουν τα κράτη έχουν εμπορικό χαρακτήρα, συνεπώς ενστάσεις που βασίζονται στην κρατική κυριαρχία δεν μπορεί, κατά το δίκαιο αυτό, να προβληθούν.
Εξίσου σημαντική, αν όχι σημαντικότερη, είναι η αφαίρεση της δικαιοδοσίας από τα ελληνικά δικαστήρια και ο ορισμός ως δικαστηρίου της σύμβασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Τούτο είναι προβληματικό από πολλές απόψεις. Πρώτα απ' όλα, όταν δικάζουν τα ελληνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να μην εφαρμόσουν ρυθμίσεις αντίθετες προς το ελληνικό Σύνταγμα, περιορισμό που δεν έχει το ΔΕΕ. Δεύτερον, το ΔΕΕ είναι όργανο της μιας πλευράς, των θεσμικών δανειστών μας. Πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί, υπό το πρίσμα αυτό, αντικειμενικό και αμερόληπτο δικαστήριο; (Ενδεχομένως για το λόγο αυτό η δεύτερη δανειακή σύμβαση του 2012 αντικατέστησε το ΔΕΕ με τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου, ως αρμόδιο όργανο για τη δικαστική επίλυση των διαφορών.)
Οι σημαντικότερες όμως παραβιάσεις της συνταγματικής τάξης είναι οι επεμβάσεις του ν. 3845/2010 στο ουσιαστικό οικονομικό Σύνταγμα. Όπως αναλυτικότερα εκτίθεται στα επόμενα κεφάλαια, οι πολιτικές του Μνημονίου επιχειρούν μια βίαιη αναπροσαρμογή του οικονομικού Συντάγματος της χώρας σε μια νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, σε αντίθεση με βασικές θεμελιώδεις διατάξεις του.

Υπάρχει άλλος δρόμος; 

Αναφέρθηκε ήδη ότι το φάσμα της χρεοκοπίας της χώρας και της επιγενόμενης αδυναμίας να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις αποτελεί το -φαινομενικά- απόλυτο επιχείρημα όσων υποστηρίζουν τις πολιτικές του Μνημονίου. Πάσχει όμως τόσο νομικά, όσο και πραγματολογικά.
Αφενός, από νομική άποψη, τα κράτη δε χρεοκοπούν όπως οι ιδιωτικές εταιρείες. Αφετέρου, αυτό που δεν είναι δυνατόν είναι να πληρώνουμε ταυτόχρονα μισθούς, συντάξεις και τους διεθνείς δανειστές μας. Το Μνημόνιο δε χαλαρώνει την ασφυκτική πίεση του δημόσιου χρέους στην οικονομία, αλλά την επιτείνει διαχρονικά in extremis. Διαλύει το κοινωνικό κράτος και συρρικνώνει την οικονομία, με αποτέλεσμα το ποσοστό του χρέους προς το ΑΕΠ να μη μειώνεται, αλλά αντίθετα να αυξάνεται. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει δυνατότητα διαχείρισης χρέους αυτού του μεγέθους, όποιοι και να είναι οι ρυθμοί ανάπτυξης.
Η αντικυκλική πολιτική ακραίας λιτότητας και η αφαίμαξη του ενός πέμπτου του προϋπολογισμού για την εξυπηρέτηση του χρέους οδηγεί μοιραία σε αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν «σπείρα θανάτου» (death spiral), ένα φαύλο κύκλο δηλαδή ανατροφοδοτούμενης συρρίκνωσης της οικονομίας και του εισοδήματος των εργαζομένων, χωρίς ελπίδα διεξόδου. Το γενικό ξεφούσκωμα της οικονομίας, που επιφέρουν οι πολιτικές ακραίας λιτότητας, καταλήγει στην καταστροφή ακόμα και του ήδη συσσωρευμένου παραγωγικού κεφαλαίου και αποκλείει την ανάπτυξη. Και, χωρίς ανάπτυξη, είναι αδύνατο να υπάρξουν πλεονασματικοί προϋπολογισμοί.
Συνεπώς, οι πολιτικές του Μνημονίου δεν αποτελούν μονόδρομο. Φυσικά, δεν είναι στο επίπεδο του δικαίου που θα αναζητηθεί η διέξοδος από τα αδιέξοδα στα οποία έχει συρθεί η χώρα. Όσοι όμως θεραπεύουμε, από οποιαδήποτε θέση, τη νομική επιστήμη έχουμε υποχρέωση να δώσουμε τη δική μας μάχη.

Παρατήρηση. "Οι προυντονιστές ήταν κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Η ειρωνεία της Ιστορίας θέλησε-όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται στην Εξουσία οι δογματικοί-να κάνουν και οι δυο το αντίθετο από ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους" [Φρ. Έγκελς, πρόλογος στον Εμφύλιο Πόλεμο στην Γαλλία].
Εγώ θα έλεγα, απλά, σε νεοελληνικά, "Δάσκαλε που διδασκες..."!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...