Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Ο δικαστικός λειτουργός ως υποκείμενο του δικαιώματος έκφρασης.

Γράφει ο κ. Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας. ΠΗΓΗ.

Πριν από λίγες ημέρες, την 26.2.2016, εκδόθηκε από το Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ανακοίνωση με θέμα «Ελευθερία έκφρασης δικαστικού λειτουργού». Η ανακοίνωση αναφέρεται στην από 9.7.2015 επιστολή της Προέδρου του Αρείου Πάγου προς τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων (των κρατών μελών) της ΕΕ, στην κριτική που της ασκήθηκε από καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών και στη μήνυση που κατατέθηκε σε βάρος του από την ανωτέρω Πρόεδρο. Για προφανείς λόγους, δεν θα επιχειρήσω να υπεισέλθω στην ουσία της εκκρεμούς αυτής ποινικής υπόθεσης και να προδικάσω την τύχη της. Κρίνω όμως αναγκαίο, ενόψει ορισμένων τμημάτων της προαναφερόμενης ανακοίνωσης και της ενεστώσας ιδιότητάς μου ως Αντιπροέδρου της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, να γράψω λίγες γραμμές για την ελευθερία της έκφρασης των δικαστών.

Η ως άνω ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων αφορά στην ελευθερία έκφρασης των δικαστικών λειτουργών, τόσα γενικά όσο και ειδικά, σε σχέση με την προεκτεθείσα περίπτωση. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι «Με επιστολή της, που απεστάλη τον μήνα Ιούλιο του έτους 2015 προς τους Προέδρους των Ανώτατων Δικαστηρίων των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε μία περίοδο, που ολόκληρη η ελληνική κοινωνία αντιμετώπιζε πρωτόγνωρες καταστάσεις, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου, με μοναδικό σκοπό τη διαφύλαξη του εθνικού συμφέροντος και την προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών, που, επί εξαετία, δοκιμάζονται και οι οποίοι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, δεν ευθύνονται για την επιβολή των μνημονιακών μέτρων στη χώρα μας, ζήτησε από τους Ομολόγους της, εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, να ενσκύψουν επί του ελληνικού προβλήματος και να συνδράμουν στην επίλυσή του. Υπενθυμίζουμε ότι η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του έτους 2012 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2015, που διετέλεσε Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων είχε επανειλημμένα προβεί σε ανάλογες ενέργειες ενώπιον θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (επιστολές κατά τα έτη 2012, 2013, 2014 σε Μπαρόζο, Γιούνγκερ, Ρέντιγκ κ.α.). Η ελευθερία της έκφρασης, είτε δια του γραπτού είτε δια του προφορικού λόγου, η οποία συνιστά αναγκαίο θεμέλιο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και βασική προϋπόθεση για την πρόοδό της καθώς και για την ανάπτυξη του ατόμου, αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και για το Δικαστικό Λειτουργό, υπό τους περιορισμούς της μη οποιασδήποτε μορφής εκδήλωσης υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος και της μη προσβολής του κύρους της Δικαιοσύνης. Ο θεσμικός ρόλος του Προέδρου του Αρείου Πάγου επιβάλλει την έκφραση δημόσιας γνώμης, εκ μέρους του, προς διαφύλαξη του Συντάγματος και των νόμων, κείμενα στα οποία, και μόνο, υπόκειται κατά την άσκηση των καθηκόντων του. […] Οφείλουμε […] σε συνέχεια της επιστολής της Προέδρου του Αρείου Πάγου, να διαβεβαιώσουμε τους πολίτες ότι οι Έλληνες Δικαστές δώσαμε όρκο να είμαστε θεματοφύλακες των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και συνεπώς θα εξακολουθήσουμε να προασπιζόμαστε τα δικαιώματα αυτά και η Δικαιοσύνη να αποτελεί το ανάχωμα της αδικίας και πραγματικό καταφύγιο όλων των πολιτών, σε πείσμα αυτών που μας θέλουν “φιμωμένους”». 

Το ανωτέρω απόσπασμα της ανακοίνωσης απηχεί την αντίληψη ότι ο θεσμικός ρόλος του Έλληνα δικαστικού λειτουργού μπορεί να περιλαμβάνει και δημόσιες παρεμβάσεις στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, για ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, που βαίνουν πέραν της οργάνωσης και της λειτουργίας των δικαστηρίων και της κατάστασης των λειτουργών της και ανάγονται στην τήρηση της αρχής της νομιμότητας και στην προάσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Με όλο το σεβασμό που έχω στους συναδέλφους που εξέδωσαν την ανακοίνωση και σε όσους τυχόν τη στηρίζουν, θα ήθελα να εισφέρω στη συζήτηση για ένα τόσο σημαντικό και ευαίσθητο θέμα την ακόλουθη, αποκλίνουσα ως προς ορισμένες αποχρώσεις της, οπτική σχετικά με την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης από τους δικαστικούς λειτουργούς. Η προσέγγιση αυτή, για τον μη δικαιοδοτικό λόγο του δικαστή, ερείδεται στο τρίπτυχο “πολίτης – δικαστής”, “δικαστής – άμεσο όργανο του κράτους” και “δικαστής – εκλεγμένος εκπρόσωπος”.
Όταν ο (Έλληνας) πολίτης διορίζεται δικαστής, βεβαίως δεν αφήνει τα συνταγματικά του δικαιώματα στην είσοδο της δικαστικής αίθουσας στην οποία ορκίζεται. Εξακολουθεί να απολαύει αυτών, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας έκφρασης, την οποία ασκεί, όπως και οι άλλοι πολίτες, με τη διατύπωση γνώμης, ιδιωτικά ή δημόσια. Ωστόσο, συνεπεία της ειδικής υπηρεσιακής σχέσης που έχει με το κράτος και της ανάγκης διαφύλαξης του κύρους της δικαιοσύνης και της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή και αντικειμενική λειτουργία της, η ελευθερία του αυτή υπόκειται σε ευρύτερους περιορισμούς (μεταξύ άλλων, με βάση το άρθρο 29 παρ. 3 του Συντάγματος) σε σχέση με τους γενικώς ισχύοντες. Δηλαδή, ο δικαστής εκφέρει μεν το λόγο του, λ.χ. επιστημονικό, με την (προέχουσα) ιδιότητα του πολίτη, στο πλαίσιο της ενεργού συμμετοχής του στη ζωή της χώρας και της κοινωνίας της πληροφορίας, αλλά, λόγω της συντρέχουσας ιδιότητάς του ως δικαστικού λειτουργού, υπέχει ιδιαίτερες υποχρεώσεις, που ενδέχεται να εντείνονται όταν ο λόγος συνοδεύεται από την επίκληση της δικαστικής ιδιότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ο λόγος του πολίτη – δικαστή πρέπει να χαρακτηρίζεται από αυτοσυγκράτηση, νηφαλιότητα και μετριοπάθεια, αρετές που προσήκουν επίσης στην άσκηση του δικαιοδοτικού έργου του. Ειδικότερα, ο δημόσιος λόγος του πολίτη – δικαστή για (συχνά σύνθετα και εριζόμενα) θέματα πολιτικής, στο πεδίο της κοινωνικής και οικονομικής νομοθεσίας, πρέπει να διενεργείται με ιδιαίτερη περίσκεψη, φειδώ και προσοχή. Και όταν πρόκειται περί ζητήματος απτόμενου της διαχείρισης των διεθνών σχέσεων της χώρας και της συμμετοχής της σε διεθνείς οργανισμούς, ο αυτοπεριορισμός του δικαστή πρέπει να είναι ακόμα μεγαλύτερος (πρβλ. Bundesverfassungsgericht 6.6.1988, 2 ΒvR 111/88). H κατάσταση διαφοροποιείται επί το αυστηρότερο όταν ο δικαστής εκφράζεται δημόσια όχι ως πολίτης αλλά με την ιδιότητά του ως δικαστικού λειτουργού και στο πλαίσιο ή επ’ ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων της θέσης του. Πράγματι, σε τέτοια περίπτωση, η έκφραση του δικαστή – άμεσου οργάνου του κράτους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 14 του Συντάγματος ή του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, παρά μόνο και στο μέτρο που συνδέεται επαρκώς με την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή με την ιδιότητα υπό την οποία μιλάει ο δικαστής, οπότε η ελευθερία έκφρασης ενεργοποιείται όχι τόσο ως ατομικό δικαίωμα του δικαστή, αλλά ως θεσμική εγγύηση, εντασσόμενη στο πλέγμα των θεμελιωδών κανόνων της δημοκρατικής κοινωνίας, κυρίως δε εκείνων περί της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών και της ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ 27.5.2014, Baka v. Hungary). Στην περίπτωση αυτή, που η δημόσια έκφραση του δικαστή αρθρώνεται σε συνάρτηση με την άσκηση των καθηκόντων του, η προαναφερόμενη απαίτηση νηφαλιότητας, μετριοπάθειας και προσοχής είναι ακόμα εντονότερη. Εξάλλου, ο δικαστής – άμεσο κρατικό όργανο που εκφέρει δημόσιο λόγο με περιεχόμενο το οποίο δύναται ευλόγως να υποστηριχθεί ότι εξέρχεται των ορίων των αρμοδιοτήτων της θέσης του εκτίθεται σε κριτική και έλεγχο για καταχρηστική επίκληση και χρήση του αξιώματός του, ήτοι για ενέργεια στην οποία προβαίνει, ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης, για να προσδώσει μείζονα εμβέλεια ή/και βαρύτητα στο λόγο που θα μπορούσε μεν να εκφέρει ως πολίτης, αλλά δεν έχει εξουσία να διατυπώσει ως δικαστής – κρατικό όργανο. Τα ως άνω όρια μπορεί, βέβαια, να είναι δυσδιάκριτα σε κάποιες περιπτώσεις. Αλλά, τότε, καλό είναι ο δικαστής να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και αυτοπεριορισμό, σε αρμονία και με όσα μνημονεύονται στην προηγούμενη παράγραφο, προκειμένου να διαφυλάξει το κύρος του καθώς και το κύρος και την αξιοπιστία της δικαιοσύνης. 

Κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ του “πολίτη – δικαστή” και του “δικαστή – άμεσου οργάνου του κράτους” βρίσκεται ο χώρος στον οποίο δραστηριοποιούνται και εκφράζονται οι εκπρόσωποι των δικαστικών λειτουργών, δηλαδή εκείνοι που εκλέγονται από τους συναδέλφους τους ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αντίστοιχης ένωσης. Συναφώς, αποφεύγω να υιοθετήσω τον όρο “δικαστής – συνδικαλιστής” ή “δικαστικός συνδικαλισμός”, που χρησιμοποιούν κάποιοι συνάδελφοι, προεχόντως διότι (i) οι δικαστικές ενώσεις δεν απολαύουν των δύο βασικότερων δικαιωμάτων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ήτοι του δικαιώματος απεργίας και του δικαιώματος συλλογικών διαπραγματεύσεων και σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας, (ii) οι συνδικαλιστές συνήθως ανήκουν σε παρατάξεις, που συνδέονται με πολιτικά κόμματα, (iii) τα μέλη των δικαστικών ενώσεων είναι άμεσα όργανα του κράτους. Πράγματι, οι δικαστικοί λειτουργοί συμμετέχουν στις ενώσεις αυτές (προβλεπόμενες από την ειδική διάταξη του άρθρου 89 παρ. 5 του Συντάγματος) όχι με την ιδιότητα του πολίτη ή του εργαζόμενου, που ασκεί τo κατ’ άρθρ. 12 ή 23 του Συντάγματος δικαίωμα (του συνεταιρίζεσθαι ή του συνδικαλίζεσθαι), αλλά ως δικαστές και λόγω αυτής της ιδιότητάς τους. Γι’ αυτό, άλλωστε, και οι καταστατικοί σκοποί των δικαστικών ενώσεων αφορούν κατά βάση στην απονομή της δικαιοσύνης, στην προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών, στις συνθήκες υπό τις οποίες επιτελούν το έργο τους και στα συναφή έννομα συμφέροντά τους. Τα ανωτέρω σημαίνουν ότι ο δικαστής – εκλεγμένος εκπρόσωπος ενεργεί και εκφέρει δημόσιο λόγο αποκλειστικά ή, τουλάχιστον, πρωτίστως με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού – άμεσου κρατικού οργάνου. Συνακόλουθα, εφαρμόζονται, καταρχήν, αναλογικά όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο. Ωστόσο, ο δικαστής – εκλεγμένος εκπρόσωπος διαθέτει κάπως μεγαλύτερο περιθώριο εκτίμησης, σε σχέση με εκείνο που απολαύει ως δικαστής – άμεσο κρατικό όργανο, αναφορικά με το δημόσιο λόγο που προορίζεται να αρθρώσει, λαμβανομένου υπόψη ότι ενεργεί (εξ ορισμού με τη δικαστική του ιδιότητα, αλλά) όχι στο πλαίσιο ή επ’ ευκαιρία της άσκησης των strictο sensu υπηρεσιακών του καθηκόντων, παρά εντός των (ευρύτερων) ορίων που τίθενται από τους καταστατικούς σκοπούς της οικείας ένωσης. Και ναι μεν στους σκοπούς αυτούς ενδέχεται να περιλαμβάνεται και η βελτίωση της νομοθεσίας, η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας βρίσκεται στην καθημερινή ζωή του δικαστή, αλλά, υπό το φως των προεκτεθέντων, εφόσον πρόκειται για νομοθετικές διατάξεις που δεν αφορούν στη δικαιοσύνη ή στους λειτουργούς της, αλλά έχουν μείζονα σημασία για την κοινωνία, η συμβολή των δικαστικών ενώσεων πρέπει, κατά κανόνα, να διενεργείται μέσα από τη συμμετοχή εκπροσώπων τους σε συλλογικές διαδικασίες νομοπαρασκευής ή επιστημονικού διαλόγου και όχι με δημόσιες ανακοινώσεις τους, περιβεβλημένες με την αυθεντία του δικαστή – άμεσου οργάνου του κράτους. Σε κάθε περίπτωση, το ύφος και το περιεχόμενο τέτοιων εξαιρετικών δημόσιων παρεμβάσεων πρέπει όχι μόνο να συνάδει με την προαναφερόμενη γενική απαίτηση αυτοσυγκράτησης, μετριοπάθειας και αντικειμενικότητας, αλλά και να καθιστά λυσιτελές το οικείο εγχείρημα. Εξάλλου, η υποχρέωση αυτοπεριορισμού του δικαστή – εκπροσώπου επιβάλλει, καταρχήν, τη σιωπή του, όταν πρόκειται για ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής κανόνα δικαίου το οποίο έχει ήδη τεθεί ή επίκειται να υποβληθεί στην δικαιοδοτική κρίση του δικαστή
Συνοψίζοντας τις σύντομες παρατηρήσεις μου επί της ελευθερίας της έκφρασης του δικαστή, σημειώνω τούτο:
Ο δικαστής, αποφαινόμενος επί των υποθέσεων που άγονται ενώπιόν του, απονέμει δικαιοσύνη, σύμφωνα με το το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία, που του δίνουν την εξουσία να έχει τον τελευταίο και κατά τεκμήριο τον πλέον χρήσιμο λόγο σε πολλά ζητήματα, σοβαρά και κρίσιμα για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων αναγόμενων στα θεμελιώδη (ατομικά ή κοινωνικά) δικαιώματα του προσώπου. Αυτός είναι ο θεσμικός του ρόλος. Στο πλαίσιο της άσκησης άλλων αρμοδιοτήτων του ως άμεσου οργάνου του κράτους ή των αρμοδιοτήτων του ως εκλεγμένου εκπροσώπου των συναδέλφων του, ο δικαστής είναι φυσικό να μιλά για θέματα αναγόμενα στην οργάνωση και στη λειτουργία της δικαιοσύνης και στην κατάσταση των λειτουργών της, όχι όμως και να εμφανίζεται ως αυτόκλητος υπερασπιστής των εν γένει δικαιωμάτων των πολιτών, με τη διατύπωση δημόσιας γνώμης, ενδεδυμένης με το δικαστικό κύρος, παρά μόνον σε εξαιρετικές, πολύ σοβαρές και εμφανείς περιπτώσεις παραβιάσεων, που κλονίζουν τις αξιακές αρχές – θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας μας και απαιτούν την άμεση αντίδραση του δικαστικού σώματος. Αυτό δεν αποτελεί φίμωση του δικαστή. Απλώς, πλήρη συνειδητοποίηση της θέσης που του επιφυλάσσει η έννομη τάξη και βασική εγγύηση για την ορθή, αμερόληπτη και αποτελεσματική άσκηση της προαναφερόμενης εξουσίας που του απονέμει. 
Μάρτιος 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis