Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Η παράκαμψη της Βουλής ως πρόβλημα δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Γιώργος Κασιμάτης
Από το σπουδαίο βιβλίο του Δασκάλου μου κ. Γιώργου Κασιμάτη, Το απάνθρωπο καθεστώς δανεισμού της Ελλάδας [έκδοση Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2015, σελίδες 61-67].

α. Το παράδειγμα ανυπόστατου της πρώτης νομοθετικής εφαρμογής.

Ο ν. 3845/2010 αποτελεί την πρώτη νομοθετική εφαρμογή μέτρων του «Μνημονίου Συνεννόησης» (των συμβάσεων δανεισμού του Μαΐου του 2010) και, ουσιαστικά, τον πρώτο «εκτελεστικό» νόμο των εν λόγω συμφωνιών. Θεωρούμε ότι η παρουσίαση της προβληματικής του ως προϊόντος της νομοθετικής λειτουργίας είναι χρήσιμη γιατί είναι χαρακτηριστική της όλης μεθόδου άσκησης της πρώτης λειτουργίας του κράτους μέχρι σήμερα από το καθεστώς δανεισμού. Από την περιγραφή του νόμου αυτού, προκύπτει το βασικό ζήτημα, τι είδους νόμο αποτελεί το εν λόγω νομοθέτημα, σύμφωνα με τις επιστημονικές διακρίσεις της νομοθετικής πράξης και θεωρίας· δηλαδή, τι είδους ρυθμίσεις περιλαμβάνει και με ποια νομοθετική βάση συντάχθηκαν, ώστε αφενός μεν να διαφανεί με πληρότητα η τήρηση των συνταγματικών προϋποθέσεων σύνταξης νόμου και να μπορέσει να διαγνωστεί η συμβατότητα του περιεχομένου του με το υπερκείμενο δίκαιο και αφετέρου να καταστεί δυνατή η ερμηνεία εφαρμογής του, σε περίπτωση που είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα.
Ο εν λόγω νόμος ψηφίστηκε κατά τη διαδικασία ψήφισης των τυπικών νόμων από την Ολομέλεια της Βουλής. Ως εκ τούτου, εξωτερικά, ως τυπικός νόμος, φαίνεται άψογος. Παρατηρούνται, όμως, και άλλα ζητήματα αντισυνταγματικότητας: έλλειψη ουσιώδους κατά το Σύνταγμα όρου ή προϋπόθεσης άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας, καταστρατήγηση θεμελιωδών κανόνων και αρχών του πολιτεύματος που αφορούν στην άσκηση της εν λόγω λειτουργίας, παράκαμψη διαδικασιών για τη συγκεκριμένη κατηγορία ρυθμίσεων κ.ά. Εδώ, βεβαίως, τίθεται το ζήτημα, αν η παράβαση των θεμελιωδών αυτών όρων άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας ή η καταστρατήγηση τους ελέγχεται από τα δικαστήρια, δεδομένου ότι το Σύνταγμα επιβάλλει τον έλεγχο της ουσιαστικής συνταγματικότητας (άρθρα 95 § 4 και 100 § 1 περ. ε). Πρέπει να θεωρηθεί αυτονόητο ότι τα δικαστήρια οφείλουν να ελέγχουν, πέρα από την ουσιαστική συνταγματικότητα των νόμων, και την τήρηση συνταγματικών όρων και προϋποθέσεων που είναι ουσιώδεις για την υπόσταση του νόμου ως άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας. Αντιστρέφοντας τη διατύπωση του άρθρου 95 § 4, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει τη θέση αυτή ως εξής: τα δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν «νόμο» για τη θέση σε ισχύ του οποίου δεν τηρήθηκαν ουσιώδεις για την υπόσταση του όροι ή διαδικασίες. Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν: η παράκαμψη κάποιου υποχρεωτικού σταδίου της νομοθετικής διαδικασίας στη Βουλή (για παράδειγμα: μιας φάσης της συζήτησης, όπως είναι η κατ' άρθρον συζήτηση), η έλλειψη υπογραφής από τα αρμόδια όργανα της νομοθετικής λειτουργίας (π.χ. η υπογραφή του αρμόδιου υπουργού), η μη κύρωση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή η έλλειψη της υπογραφής του, η μη δημοσίευση στην Εψημερίδα της Κυβερνήσεως, η έλλειψη της νομοθετικής βάσης, όπως είναι η έλλειψη κυρωμένης κατά το Σύνταγμα διεθνούς σύμβασης κατά την άσκηση της νομοθετικής πρωτοβουλίας και την έναρξη της νομοθετικής διαδικασίας για εκτελεστικό νόμο της σύμβασης, η έλλειψη γνώσης από το νομοθετικό σώμα της πραγματικής νομοθετικής βάσης για τη συζήτηση και την ψήφιση συγκεκριμένου νόμου κ.ά. Είναι φανερό ότι οι ελλείψεις αυτές καθιστούν το νόμο ανυπόστατο, γιατί παρακάμπτεται πραγματικά ή δε βεβαιώνεται με τα μέσα που ορίζει το Σύνταγμα (υπογραφή αρμόδιων οργάνων, Εψημερίδα της Κυβερνήσεως) η έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας μέσα από τη νομοθετική διαδικασία που ασκούν τα αρμόδια νομοθετικά όργανα. Οι παρακάμψεις αυτές βασικών συνταγματικών όρων και προϋποθέσεων άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας είναι αυτονόητο ότι αφορούν και στο περιεχόμενο του νόμου - πράγμα, άλλωστε, που εκφράζει και η λέξη-όρος «ανυπόστατος». Θα ήταν, συνεπώς, αντίθετο με τη λογική του δικαίου και με την αποστολή της δικαστικής λειτουργίας, που ανήκουν στον πυρήνα της αρχής του κράτους δικαίου, να αποκλειστεί ο δικαστικός έλεγχος τόσο θεμελιωδών και ουσιωδών όρων θέσπισης του δικαίου.
Το πρώτο που προκύπτει από την τεχνική διατύπωσης και από το περιεχόμενο αυτού του νόμου είναι ότι αποτελεί ένα ιδιότυπο νομοθετικό μόρφωμα, το οποίο έχει στοιχεία «επικυρωτικού» και «εκτελεστικού νόμου» διεθνών συμβάσεων, χωρίς, όμως, να είναι συμβατό με τη συνταγματική νομοθετική λειτουργία που ξέρομε.
Ως προς τα στοιχεία νόμου επικύρωσης και εκτέλεσης διεθνών συμβάσεων, παρατηρούμε ότι ο ν. 3845/2010 συζητήθηκε μεν, ψηφίστηκε, εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε ως κοινός τυπικός νόμος, ορίζεται, όμως, με τον τίτλο του ως νόμος εφαρμογής διεθνούς σύμβασης, αριθμώντας, μάλιστα, τα άρθρα του ολογράφως, όπως συνηθίζεται στους κυρωτικούς νόμους διεθνών συμβάσεων, και περιλαμβάνοντας προσαρτημένα σχετικά διεθνή πολιτικά κείμενα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης (Παραρτήματα Ι και II) και της Ελλάδας (Παραρτήματα III και IV) ως Παραρτήματα του νόμου. Τα κείμενα αυτά, σύμφωνα με την πάγια νομοθετική πρακτική και την πρακτική των συμβάσεων, αποτελούν πάντοτε αναπόσπαστο μέρος της διεθνούς σύμβασης και του κυρωτικού νόμου. Αντίθετα, τα εν λόγω κείμενα δεν έχουν αυτές τις ιδιότητες. Τίθεται, συνεπώς, το ζήτημα, τι είδους νομική σημασία έχουν τα πολιτικά αυτά κείμενα των τεσσάρων Παραρτημάτων, δεδομένου ότι δε συνιστούσαν μέρη διεθνούς σύμβασης, ούτε το περιεχόμενο τους μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελείται από διατάξεις νόμου, αφού δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, αλλά ούτε εισήχθησαν, ούτε συζητήθηκαν και ψηφίστηκαν στη Βουλή ως σχέδια νόμου. Με τα δεδομένα αυτά, ο ν. 3845/2010 δεν μπορεί να είναι κυρωτικός διεθνών συμβάσεων νόμος. Όσον αφορά στα «μέτρα» που ορίζει ειδικά, καθώς και εκείνα για τον καθορισμό και τη θέσπιση των οποίων παρέχει εξουσιοδοτήσεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε όργανα της Διοίκησης, παρατηρούμε ότι αναφέρονται στον τίτλο του εν λόγω νόμου ως «μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Τέτοια σύμβαση, όμως, δεν είχε συναφθεί ακόμη. Η Σύμβαση υπεγράφη λίγες μέρες μετά, με τους πρωτοφανείς όρους που είδαμε. Ήταν, επομένως, σύμφωνα με το περιεχόμενο του και σύμφωνα με τον παραπλανητικό τίτλο του, ένα μόρφωμα a priori «εκτελεστικού νόμου» «διεθνών συμφωνιών», οι οποίες δεν είχαν υπογραφεί ακόμη, ούτε έχουν επικυρωθεί ποτέ. Έτσι, με βάση την παραπλανητική αυτή μεθόδευση, καταδεικνύεται ότι ο εν λόγω νόμος δεν ήταν προϊόν άσκησης νομοθετικής, αλλά κυβερνητικής λειτουργίας· ήταν μια εκούσια ή, κατόπιν πίεσης των δανειστών της χώρας μας, κυβερνητική πρόταση μέτρων για σύναψη διεθνούς σύμβασης, που ενεδύθη το σχήμα του νόμου, για να καταστεί η πρόταση αξιόπιστη. Λόγω αυτής, βεβαίως, της μεθόδευσης, το νομοθετικό μόρφωμα που προέκυψε δεν μπορεί να θεωρηθεί προϊόν κατά το Σύνταγμα άσκησης νομοθετικής λειτουργίας, δηλαδή νόμος. Με τη μεθόδευση αυτή θέσπισης «νόμου» με τίτλο εκτελεστικού διεθνούς συμβάσεως νόμου πριν από τη «σύναψη» των συμφωνιών δανεισμού, η λαϊκή αντιπροσωπεία παραπλανήθηκε ως προς τη βάση του νομοθετικού της έργου, όπως παραπλανήθηκε και ο τελικός αποδέκτης των μέτρων, ο ελληνικός λαός.
Όσον αφορά στο ζήτημα, αν ο ν. 3845/2010 αποτελεί «νόμο-πλαίσιο», παρατηρούμε ότι ορισμένες διατάξεις του έχουν το χαρακτήρα νομοθετικού πλαισίου. Ωστόσο, υπόθεση νόμου-πλαισίου δεν μπορεί να γίνει, γιατί δεν κατατέθηκε ως τέτοιος νόμος βάσει του άρθρου 43 § 4 ή/και βάσει του άρθρου 78 § 5 του Συντάγματος. Πέρα απ' αυτό, δε θα μπορούσε να κατατεθεί ως νόμος-πλαίσιο: πρώτον, γιατί περιλαμβάνει διατάξεις που ανήκουν, κατά το άρθρο 72 § 1 Σ, στην Ολομέλεια της Βουλής, και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδότησης βάσει νόμου-πλαισίου (άρθρο 43 § 5 Σ)· δεύτερον, γιατί περιλαμβάνει μέτρα τα οποία είναι κατ' ουσίαν επιβολή φόρων, που δεν είναι δεκτικά νομοθετικής εξουσιοδότησης, κατά το άρθρο 78 § 4 Σ· τρίτον, γιατί οι ουσιαστικές διατάξεις νόμου, που θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει και να προσδιορίσει ως νόμο-πλαίσιο, δεν αποτελούν «γενικές αρχές και κατευθύνσεις», ούτε ομοιογενές «γενικό πλαίσιο» προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως απαιτεί, ορθά ερμηνευόμενο, το άρθρο 43 § 4 Σ· τέταρτον, γιατί στις διατάξεις του αναμειγνύονται άμεσα εκτελεστές διατάξεις με εξουσιοδοτήσεις προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και προς άλλα όργανα της Διοίκησης, πράγμα που δε συμβιβάζεται με τη φύση του νόμου-πλαισίου, ο οποίος, ως εξαιρετικό είδος νόμου, πρέπει, κατά την ορθή ερμηνεία των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, να περιέχει μόνο νομοθετικά πλαίσια που συγκεκριμενοποιούνται με προεδρικά διατάγματα. Ανεξάρτητα δε από όλες αυτές τις αντισυνταγματικότητες σχετικά με την υπόθεση του «νόμου-πλαισίου», οι εξουσιοδοτήσεις του ν. 3845/2010, ως εξουσιοδοτήσεις κοινού τυπικού νόμου, είναι αντισυνταγματικές, γιατί δεν τηρούνται οι όροι της ειδικότητας και της ρύθμισης τοπικού, τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα, που θέτει το άρθρο 43 § 2 Σ. Συνεπώς, και από αυτή τη σκοπιά ο εν λόγω νόμος είναι ανυπόστατος, όπως ανυπόστατες είναι και όλες οι μεταγενέστερες νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις εφαρμογής των δανειακών συμφωνιών για ανάλογες αντισυνταγματικότητες.

β. Η σημασία της παράκαμψης της Βουλής ας έλλειψης δημοκρατικής νομιμοποίησης των νομοθετικών μέτρων.

'Όταν η Βουλή παρακάμπτεται, παραπλανάται και αγνοεί τις πράξεις της κυβέρνησης, παρακάμπτεται, παραπλανάται και μένει στην άγνοια ο ίδιος ο λαός ως πολιτική κοινωνία. Αυτό καταλύει την ιστορική βάση της αστικής δημοκρατίας, ανατρέπει την κοινοβουλευτική μορφή της και ακυρώνει τον έστω και ατελή ρόλο της λαϊκής αντιπροσωπείας. Μία από τις βασικές εγγυήσεις αυτής της λειτουργίας και του ρόλου της είναι η σωστή κοινοβουλευτική διαδικασία και η σωστή τήρηση της, που αποτελεί και βάση της συνταγματικής νομιμότητας της όλης πολιτειακής δράσης. Η διαδικασία και η ακολουθητέα σειρά σταδίων που περιγράψαμε αποτελούν τη βάση της συνταγματικής νομιμότητας των σχετικών πολιτειακών πράξεων και, συνεπώς, τη συνταγματική βάση ισχύος και κύρους τους. Και τούτο, γιατί οι διαδικασίες αυτές που επιβάλλει το Σύνταγμα δεν είναι απλώς για να τηρηθεί ένας τύπος· συγκεκριμενοποιούν τον τρόπο άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας και διασφαλίζεται η δημοκρατική νομιμοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 3 Σ («Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα»). Πρέπει δε να επισημάνομε ότι η διάταξη αυτή του πρώτου άρθρου του ελληνικού Συντάγματος ενσωματώνει και αποδίδει με άριστο τρόπο το νόημα όλων των μορφών της αστικής δημοκρατίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Βουλή, που αποτελεί στην κοινοβουλευτική δημοκρατία ταυτόχρονα τη λαϊκή αντιπροσωπεία, το νομοθετικό σώμα και το σώμα ελέγχου της κυβέρνησης, δεν έλαβε γνώση -ακόμη και μέχρι σήμερα- μέσα από τις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα διαδικασίες, ούτε του είδους και του περιεχομένου των κυβερνητικών διαπραγματεύσεων για τις συμφωνίες δανεισμού, ούτε καν τους όρους που τέθηκαν και δέσμευσαν την Ελληνική Δημοκρατία για τη συναφή τους, πριν και κατά τη θέσπιση των μέτρων εφαρμογής τους. Πολύ περισσότερο δεν έγινε, ούτε μπορούσε -αφού δεν υπήρχε η γνώση- να γίνει ο κατά το Σύνταγμα δημοκρατικός διάλογος στη Βουλή μεταξύ των μελών της λαϊκής αντιπροσωπείας, ούτε μπόρεσε να πραγματοποιηθεί η επιβαλλόμενη από τη δημοκρατική αρχή ενημέρωση του λαού. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι σήμερα η συντριπτική πλειονότητα του λαού αγνοεί όχι μόνο τους όρους και το περιεχόμενο αλλά και την ίδια την ύπαρξη της «Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης», όπως ονομάστηκε η πρώτη και βασική σύμβαση, καθώς και όλων, γενικά, των συμφωνιών δανεισμού μέχρι σήμερα. Αυτό οφείλεται, βεβαίως, και στο γεγονός ότι έχει καταλυθεί η ελευθερία του Τύπου, αφού το σύνολο των βασικών τηλεοπτικών και έντυπων ΜΜΕ είναι, όπως εκθέτομε σε άλλη θέση, χειραγωγημένα και δεν ενημέρωσαν ποτέ τον ελληνικό λαό για τις συμφωνίες αυτές, όπως όφειλαν.
Η αδυναμία της Βουλής να έχει πλήρη γνώση όλων των απαιτουμένων κατά το Σύνταγμα στοιχείων, όπως είδαμε και στο παράδειγμα του ν. 3845/2010, σημαίνει, για την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, την πλήρη έλλειψη ουσιώδους βάσης και όρου του νομοθετείν: την πραγματική βάση νομοθετικής πρόβλεψης και ρύθμισης. Η νομοθετική λειτουργία δεν μπορεί να ασκείται με υποθέσεις μελλοντικών υποχρεώσεων ή δικαιωμάτων, ούτε να ρυθμίζει εκπλήρωση υποχρεώσεων του κράτους και των πολιτών που δε γνωρίζει -γιατί πράγματι δε γνώριζε-, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Κανένα πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, πολύ περισσότερο το κράτος, δια των οργάνων του, δεν μπορεί να αποδέχεται και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις που δε γνωρίζει. Η πραγματική βάση της πρόβλεψης αποτελεί το λογικό θεμέλιο κάθε ρύθμισης και προϋπόθεση άσκησης κάθε ρυθμιστικής λειτουργίας. Στη δημοκρατία επιβάλλεται, επιπλέον, και από τη δημοκρατική αρχή, ως ουσιώδες στοιχείο άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας μέσω του Αντιπροσωπευτικού Σώματος, το οποίο ασκεί την πρώτη λειτουργία του κράτους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η λαϊκή αντιπροσωπεία, ως όργανο της νομοθετικής λειτουργίας, θέσπισε βαρύτατα για τους πολίτες μέτρα και εξουσιοδότησε όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας για θέσπιση και άλλων, τα οποία συνιστούσαν εφαρμογή όρων διεθνών συμβάσεων, τις οποίες ούτε γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, αφού δεν είχαν υπογραφεί ακόμη. Η προσπάθεια του ν. 3847/ 2010, με την παράγραφο 9 του Άρθρου Μόνου, να καλύψει το κενό αυτό με απλή ενημέρωση της Βουλής ήταν, όπως είδαμε, αντισυνταγματική, αλλά και πλήρως αλυσιτελής.
Η παράκαμψη, συνεπώς, της Βουλής, η μη τήρηση των διαδικασιών επικύρωσης των συμφωνιών, το αδιαπέραστο τείχος αποκλεισμού της ενημέρωσης του λαού και η όλη μεθόδευση επιβολής του καθεστώτος που περιγράψαμε αφαιρούν ολοκληρωτικά τη βάση συνταγματικότητας όλων των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών μέτρων εφαρμογής των όρων των συμφωνιών δανεισμού. Ειδικότερα δε, η μη επικύρωση των διεθνών συμβάσεων, επηρεάζει καταλυτικά το κύρος των πράξεων εφαρμογής τους. Παρά ταύτα, σήμερα εφαρμόζονται μέτρα πρωτοφανούς βαρύτητας για τους πολίτες και ασκούνται αρμοδιότητες ελέγχου του κράτους από ξένα όργανα (της Τρόικας) με βάση τις άκυρες αυτές διεθνείς συμφωνίες δανεισμού. Επισημαίνομε δε ειδικότερα ότι οι πράξεις ελέγχου τήρησης των συμφωνιών δανεισμού, που διενεργούνται στις ελληνικές διοικητικές Αρχές από την Τρόικα, δεν έχουν νόμιμο έρεισμα, είναι, συνεπώς, αντίθετες προς το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο και προς το ελληνικό Σύνταγμα και παραβιάζουν την αρχή σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας.
Πρέπει, τέλος, να υπογραμμιστεί εδώ ότι όλες οι παραβιάσεις του υπερκείμενου δικαίου που σκιαγραφήσαμε σχετικά με τα κείμενα των πρώτων συμφωνιών δανεισμού, που συνεχίζονται σε όλη τους την έκταση με διάφορες μορφές σε όλες τις συμφωνίες δανεισμού και στην εφαρμογή τους από την Τρόικα μέχρι σήμερα, συνιστούν, αναμφίβολα, ουσιαστική κατάλυση του Συντάγματος και βαρύτατη συνταγματική ανωμαλία. Δεδομένου δε ότι η συνταγματική αυτή ανωμαλία δεν πλήττει μόνο την Ελλάδα, αλλά και τις βάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ολοκλήρωσης της, μήπως είναι αυτός ο σκοπός της;
Παρακολουθείστε και την παρουσίαση του βιβλίου του αυτού στο Ηράκλειο. ΠΗΓΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...