Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Παρακράτηση κυριότητας, ενέχυρο κινητού, εκχώρηση, αναδοχή χρέους, τριμερείς σχέσεις.

Περίληψη.  Πώληση αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας και χρηματοδότηση της αγοράς από τραπεζικό ίδρυμα. Τριμερής σύμβαση με ενιαίο έγγραφο, με το οποίο συστήθηκε και "ενέχυρο". Αγωγή «ενεχυρούχου δανείστριας» Τράπεζας κατά αγοραστή επιδιώκουσα παράδοση νομής αυτ/του στην ίδια. Ισχυρισμοί ενάγουσας περί μεταβίβασης «όλης της έννομης σχέσης» ως σύνολο και της νομής του κινητού με εκχώρηση από την πωλήτρια στην ίδια, κατ΄άρθρ. 977 ΑΚ, με «συναίνεση» του εναγομένου. Παράλληλοι ισχυρισμοί «νομής της» εξαιτίας και «τραπεζικού ενεχύρου». Πώς μεταβιβάζεται ενοχική σχέση από το δανειστή (εκχώρηση, 455-470 ΑΚ) και από τον οφειλέτη (αναδοχή χρέους, 471-477 ΑΚ). Πότε χωρεί «στερητική αναδοχή χρέους» κατ΄άρθ. 471 ΑΚ, σε αμφοτεροβαρή σύμβαση. Απαιτείται «σαφής βούληση». Δεν θεωρείται ότι υπάρχει ούτε «συναίνεση» κι αποδοχή του αγοραστή. «Σύγχυση» δικαιωμάτων κι υποχρεώσεων από τις δύο συμβάσεις, του ιδίου εγγράφου.

Η έννοια του άρθ. 977 ΑΚ (Causa detentionis) και μη νόμιμες κατασκευές. Πώς εφαρμόζεται στη νομή και την ενεχυρική σύμβαση. Η εκχώρηση 455 ΑΚ προβλέπει μεταβίβαση «ενοχικών δικαιωμάτων», τα εμπράγματα μεταβιβάζονται κατ εξαίρεση, όταν ενσωματώθηκαν στη μεταβιβαζόμενη απαίτηση. Πώς συνιστάται η ενεχυρική σύμβαση, ως αιτιώδης δικαιοπραξία (η αιτία βρίσκεται στη φύση του ενεχύρου). Διαφορές και ομοιότητες ενεχύρου κατά τις κοινές διατάξεις άρθ. 1209 επ ΑΚ και τις ειδικές άρθρ. 39, 44 του ν.δ 17.7/18.8.1923 και «πλασματικό ενέχυρο». Τι εννοεί ο νομοθέτης με αναφορά στη «νομή» ενεχυρούχου Τράπεζας. Η ενάγουσα δεν είναι νομέας, με «animus dominii», αλλά περιορισμένα «οιονεί νομέας», με διάνοια εμπράγματης δικαιούχου. Προστατεύεται και με προσφυγή στις περί νομής διατάξεις. Στοιχεία του δικογράφου. Η «οιονεί νομή» δεν αποτελεί έλαττον σε σχέση με τη νομή, αλλά εντελώς διαφορετική έννοια.
 
                                              ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 979 /2015

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αρθρ. 383, 389 § 2, 455, 458, 460, 461, 462, 470, 532 § 1, 976, 977, 1034, 1035, 1094, 1095 Α.Κ συνάγεται ότι: Αν στην πώληση κινητού έχει τεθεί όρος, ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα ωσότου το τίμημα, που εν όλω ή εν μέρει έχει πιστωθεί, εξοφληθεί, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι η μεταβίβαση κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση αποπληρωμής του τιμήματος (ΕφΑΘ 1309/2008 ΕλλΔνη 2009, 601, 4861/2006, Νόμος, ΠΠρΡοδ 276/2006, Νόμος). Σε περίπτωση υπερημερίας αγοραστή, ως οφειλέτη του τιμήματος (εν όλω ή εν μέρει), ο πωλητής, που κατ' αρχή παραμένει όχι μόνο κύριος, αλλά και νομέας του κινητού, έχει δικαίωμα: α) είτε να απαιτήσει το τίμημα, η είσπραξη του οποίου θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, β) είτε, αφού υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως, να ασκήσει τα δικαιώματα του από την κυριότητα και ιδίως διεκδικητική αγωγή, κατά του αγοραστή, που είναι απλός κάτοχος του κινητού και δεν μπορεί να αρνηθεί την απόδοση αυτού με την από το αρθ. 1095 ΑΚ ένσταση, γ) είτε να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις, περί υπερημερίας οφειλέτη από αμφοτεροβαρή σύμβαση, οικεία ενοχικά δικαιώματα και ιδίως, αφού υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή απόδοσης κινητού, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 165/2006, ο.π. ΕφΑΘ 6309/2008, ο.π., 4861/2006, ο.π., ΠΠρΡοδ 276/2006, ο.π, ΜΠρΒολ 290/2001 ΑρχΝ 2003.686). Σε περίπτωση που υπάρχει αντιποίηση νομής εκ μέρους του οφειλέτη, υπό αίρεση αγοραστή, μπορεί να ασκήσει και αγωγή νομής ή και ασφαλιστικά μέτρα. Η υπαναχώρηση από τη σύμβαση, αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα και δεν υποβάλλεται σε τύπο. Για το λόγο αυτό μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις που δηλώνουν θέλησή του (πωλητή) προς υπαναχώρηση, όπως είναι η στρεφόμενη κατά του αγοραστή δικαστική επιδίωξη ανάκτησης κατοχής του κινητού (ΑΠ 165/2006, ο.π- ΕφΑθ 6309/2008, ο.π). Ως αποτέλεσμα, διαλύεται εξαρχής η έννομη σχέση πωλήσεως, που τρέπεται σε σχέση εκκαθάρισης, και τα μέρη αναζητούν τις παροχές, στις οποίες προέβησαν. Είναι φανερό, ότι η άσκησή υπαναχώρησης εκ μέρους εκείνου, που τη προβάλλει, δηλώνει και τη συγκέντρωση της ενοχής στην τραπείσα έννομη σχέση εκκαθάρισης, όπου προβλέπεται και εύλογη αποζημίωση για το ζημιωθέντα δανειστή. Μετά την άσκηση δεν είναι δυνατό να επιδιώξει ο δανειστής, εκτός από την επιστροφή του κινητού, που δόθηκε λόγω πώλησης, που ανατράπηκε και την καταβολή του τιμήματος.

Περαιτέρω, σε περίπτωση πώλησης κινητού με τον όρο διατήρησης κυριότητας ο πωλητής δικαιούται να εκχωρήσει σε τρίτο, με σύμβαση μεταξύ τους την απαίτησή του στο τίμημα, όπως και κάθε ενοχική απαίτηση από τη σύμβαση πωλήσεως. Αφότου, δε, ο τρίτος (εκδοχέας) ή ο πωλητής (εκχωρητής) αναγγείλει την εκχώρηση στον αγοραστή (οφειλέτη), αποκόπτεται κάθε δεσμός του πωλητή με την εκχωρούμενη απαίτηση, που αποκτά ο εκδοχέας. Εκτοτε ο τελευταίος (εκδοχέας) και όχι ο πωλητής δικαιούται σε δικαστική επιδίωξη και είσπραξη της απαίτησης (ΕφΛαρ 502/2004 Δικογραφία 2005, 448). Με την εκχώρηση (αρθ. 455 - 470 ΑΚ) δεν μεταβιβάζονται άνευ άλλου τα υπό αίρεση δικαιώματα νομής και κυριότητας του πράγματος, που έχουν χαρακτήρα παρεπόμενου δικαιώματος, από τον πωλητή στον τρίτο, ώστε να ακολουθήσουν την τύχη της εκχωρούμενης απαίτησης του τιμήματος. Η ίδια η εκχώρηση απαίτησης του τιμήματος της πωλήσεως, που αφορά ενοχικά δικαιώματα, δεν επιφέρει και μεταβίβαση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τον πωλητή στον εκδοχέα. Η υπαναχώρηση έχει χαρακτήρα διαπλαστικού δικαιώματος, που προϋποθέτει μεταβίβαση όλης της έννομης σχέσης (ΑΠ 246/1990, ΕλλΔνη 1991, 771). Και ναι μεν δεν αμφισβητείται ότι μπορεί να μεταβιβαστεί όλη η ενοχική σχέση δανειστή και οφειλέτη, που από την πλευρά του δανειστή επιτυγχάνεται με το θεσμό της εκχώρησης (455-470 ΑΚ), από δε του οφειλέτη με την αναδοχή χρέους (471- 477 ΑΚ). Κατά κρατούσα άποψη επιτυγχάνεται η μεταβίβαση όλης της έννομης σχέσης με συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων. Μπορεί, δε, να λάβει χώρα και ως προς την κατάρτιση τριπρόσωπης ιδιόρρυθμης σύμβασης, όπου μετέχουν οι συμβαλλόμενοι της σύμβασης, που αναλαμβάνεται, και ο τρίτος, που την αναλαμβάνει (ΑΠ 1400/2008- ΑΠ 681/1995- ΑΠ 1369/1993, ΝΟΜΟΣ). Η μεταβίβαση, όμως, αφορά ενοχικά δικαιώματα και όχι εμπράγματα, που ρυθμίζονται από τυπικές διατάξεις, που εξυπηρετούν την ανάγκη δημοσιότητας και προστασίας των τρίτων, ούτε διαπλαστικά.

Υποστηρίχθηκε, ότι στην περίπτωση τριμερών συμβάσεων πωλήσεως, με παρακράτηση κυριότητας και χρηματοδότησης του αγοραστή από τραπεζικό ίδρυμα, μπορεί να γίνει μεταβίβαση όλης της έννομης σχέσης, στο τραπεζικό ίδρυμα, με διάσπαση της και με τη συναίνεση του οφειλέτη, που ως τέτοιος θεωρείται, κατά την παραπάνω άποψη, σε κάθε περίπτωση, ο αγοραστής. Τα προβλήματα, που προκύπτουν, από αυτή τη μη πραγματική θεώρηση, που εκλαμβάνει 2 συμβάσεις (πώλησης - χρηματοδότησης) ως μία και τα συμβαλλόμενα μέρη ως τρία, εξ ων παραβλέπεται ότι το ένα (πωλητής), δεν συμβάλλεται στη σύμβαση χρηματοδότησης και το άλλο (Τράπεζα) δεν συμβάλλεται στην πώληση, είναι μάλλον δυσεπίλυτα.

H πώληση είναι αμφοτεροβαρής σύμβαση, που εκτός από στοιχεία ενοχικής δικαιοπραξίας, ενέχει και εμπράγματα δικαιώματα και τελικό σκοπό την μετάθεση νομής και κυριότητας του πωλούμενου πράγματος στον αγοραστή. Η νομή, αποτελεί πραγματική κατάσταση, αλλά και ιδιόρρυθμο δικαίωμα, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας. Βρίσκεται έτσι στα όρια μεταξύ εμπραγμάτου και ενοχικού δικαιώματος, που ρυθμίζει ο νομοθέτης κατά τρόπο ανάλογο με τα εμπράγματα, αν και δεν αποτελεί (αρθ. 973 ΑΚ). Ενώ χαρακτηρίζεται από 2 στοιχεία, που πρέπει να συντρέχουν για την ύπαρξή της: «διάνοια κυρίου» και «σωματική εξουσίαση» του υλικού αντικειμένου, στο οποίο ασκείται. Εξ αυτού, πηγάζουν πλείστα όσα προβλήματα. Κατά το ρωμαϊκό δίκαιο αναγνωριζόταν κατασκευή «νομής» και σε δικαιώματα, που στην πραγματικότητα έλειπε το animus dominii. Τέτοια νομή π.χ είχε ο ενεχυρούχος δανειστής ή ο κατά παράκληση λαβών το πράγμα ως μεσεγγυούχος. Υπό τον Αστικό Κώδικα τέτοιες εξαιρέσεις δεν γίνονται αποδεκτές (αρθ.974 ΑΚ). Για να υπάρχει νομή πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει «διάνοια κυρίου» κτήση και χωρίς αυτή δεν μπορεί, να υπάρξει (βλ. Μπαλή, εμπράγματο δίκαιο, έκδοση 4η, § 2, σελ. 11). Η παραπάνω προϋπόθεση, αποτελεί κατά νόμο την α ικανή και αναγκαία συνθήκη (με β την σωματική) για την ύπαρξη της κι εξ αυτής οδηγούμαστε στην ύπαρξη ή μη ύπαρξη νομής του κατέχοντα ή άλλου. Ετσι, κατά τον κώδικα ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να έχει «οιονεί νομή», φυσική δηλαδή, μερική εξουσίαση «αλλοτρίου» πράγματος, με διάνοια δικαιούχου δικαιώματος, ενώ ο μεσεγγυούχος (θεματοφύλακας) έχει προστατευόμενη κατοχή (χρήση και φύλαξη). Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 976 εδ.α ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή μεταβιβάζεται με παράδοση, με τη βούληση αυτού (του άλλου). Υπό τον κώδικα δεν είναι νοητή κι αποδεκτή η συμβολική ή πλασματική παράδοση νομής (ούτε υπό το προϊσχύσαν δίκαιο), που αποδεχόταν το ρωμαϊκό δίκαιο (traditio symbolica, traditio fictitia). Το β' εδ. αρθρ. 976 ΑΚ, όπου για κτήση της νομής αρκεί συμφωνία του μέχρι τότε νομέα και του αποκτώντα, όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία του πράγματος, περιλαμβάνει την υπό το ρωμαϊκό δίκαιο ισχύουσα νομή brevi manu conditio (κατ' αντίθεση της longa manu conditio). Με εξαίρεση συνεπώς της μικρής υποχώρησης του παραπάνω άρθρου, όπως και των αρθρ. 977, 978 ΑΚ δεν νοείται μεταβίβαση νομής με γυμνή συμφωνία, αλλά απαιτείται υλική παράδοση και κυρίως σωματική εξουσίαση του πράγματος από τον αποκτώντα, με διάνοια κυρίου. Στην αντίθετη περίπτωση υπάρχει εικονικότητα βουλήσεως, που αποδεικνυόμενη επιφέρει ακυρότητα δηλώσεως.

Περαιτέρω, για μεταβίβαση της νομής απαιτείται σύμβαση και συνεπώς πρέπει να συντρέχουν οι όροι των δικαιοπραξιών και των συμβάσεων. Η συμφωνία είναι αφηρημένη δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν αναφέρεται στην αιτία (διαφοροποιείται, όμως, η διάταξη του αρθρ. 977 ΑΚ, που απαιτεί causa detentionis). Εκ των παραπάνω συνάγεται, ότι «όποια αίρεση προβλέφτηκε για την παράδοση της νομής περιέχει αντίφαση, εκτός όταν γίνεται σε παράδοση και της κυριότητας του πράγματος» (Μπαλή ο.π § 4, σελ. 17, βλ. και αίρεση στην πώληση κατ αρθ. 532 ΑΚ και ΕιρΑθ 2110/2014 ΝΟΜΟΣ και 1048/2010, ΑρχΝ 2010, 549). Σύμβαση παράδοσης της νομής πράγματος, που γίνεται με το λήπτη, που συμβάλλεται «στο όνομά του», ως αγοραστής του πράγματος, και αποκτώντα τη σωματική εξουσία, αλλά υπέρ τρίτου, για να προσποριστεί η νομή όχι στο λήπτη, αλλά στον τρίτο, δεν μεταβιβάζει τη νομή σε αυτόν, που έχει απλά ενοχική αξίωση για την παράδοσή της (αρθ. 410, 411, 976 ΑΚ), ενώ διαφοροποίηση υπάρχει μόνο σε αντιπροσώπευση. Συνεπώς, όταν συμβάλλεται κάποιος στο δικό του όνομα, ως λήπτης (αγοραστής κινητού), δεν προσπορίζεται η νομή στον τρίτο (δανειστή του), ακόμη και όταν συναινεί (βλ. Μπαλή ο.π § 4 σελ. 17). Η κατασκευή 2 αιρέσεων, για αιτιολόγηση της μη παράδοσης της νομής του πωλούμενου κινητού από τον πωλητή στον αγοραστή, όπως θα ήταν φυσικό (όταν μοναδική επιτρεπτή αίρεση κατά νόμο, για παράδοση της νομής, είναι «της αποπληρωμής του τιμήματος, προς μεταβίβαση και της κυριότητας»), είναι μη νόμιμη.

Η κατασκευή, ότι μεταβιβάζεται η έννομη σχέση ως σύνολο, άρα εννοείται και η νομή (όπως εννοείται δια εκχωρήσεως) στην Τράπεζα, που δανειοδότησε τον αγοραστή, για την αγορά του πωλούμενου κινητού, δια «στερητικής αναδοχής χρέους», κατ αρθρ. 471 ΑΚ και την θέση του πωλητή αναλαμβάνει πλήρως η τράπεζα (βλ. γνωμοδότηση του καθηγητή Α. Γεωργιάδη από 31/12/2013), δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα κι επιφέρει προβλήματα. Αφενός δεν νοείται τέτοια μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων, ούτε και νομής, που ρυθμίζεται ανάλογα με τα τελευταία, αλλά μόνο ενοχικών. Αφετέρου η στερητική αναδοχή χρέους προϋποθέτει «σύμβαση» μεταξύ δανειστή και εκδοχέα, ενώ δεν είναι απαραίτητη η σύμπραξη του παλαιού οφειλέτη. Στην περίπτωση της Τράπεζας, εκ τρίτου συμβαλλόμενης στην πώληση, καταβάλλουσα το τίμημα της πωλήσεως στον πωλητή, η τελευταία δεν θεωρείται εύλογα εκδοχέας αλλότριου χρέους (του πωλητή), με τον οποίο δεν συμβάλλεται άμεσα, μη έχοντας ανάμειξη στην πώληση και καμία θέληση να αποκτήσει τη «διανοία κυρίου» νομή, που οδηγεί σε κτήση κυριότητας του πωλούμενου πράγματος. Το μόνο που ενδιαφέρει την τράπεζα είναι η εξασφάλιση της απαίτησής της εκ του δανείου και όχι η μετάσταση νομής και τελικά κυριότητας του πωλούμενου πράγματος στην ίδια (βλ. και καταπιστευτική εκχώρηση κινητού, για εξασφάλιση απαίτησης, που προσομοιάζει, ΜΠρΗλείας 309/ 2013, ΝΟΜΟΣ). Ετι περαιτέρω, ο πωλητής στην αμφοτεροβαρή σύμβαση πωλήσεως είναι και οφειλέτης (της παροχής του) και δανειστής (για την αντιπαροχή). Με βάση το νόμο υποχρεώσεις και δικαιώματα τρέχουν συγχρόνως και δεν εξέρχονται του απώτατου χρονικού ορίου της «λήψης του τιμήματος» εκ μέρους του πωλητή, που αποτελεί και τη μόνη δυνατή αίρεση «νομής» για μεταβίβαση κυριότητας του πράγματος στον αγοραστή και όχι στη δανειοδοτούσα τον αγοραστή τράπεζα, χωρίς να ενδιαφέρει από ποιόν έγινε η καταβολή του τιμήματος (αποτελεί μεν στοιχείο της πωλήσεως, αλλά λαμβάνεται υπόψη υπό αόριστη θεώρηση). Εφόσον ο πωλητής λάβει το τίμημα του πωλούμενου δεν είναι πλέον δανειστής (έλαβε την αντιπαροχή), είναι όμως «οφειλέτης», αφού δεν μεταβίβασε τη νομή και κυριότητα του πωλούμενου (οφείλει την παροχή). Είναι δε οφειλέτης «του αγοραστή», με τον οποίο συμβλήθηκε με σύμβαση πώλησης, προς τον οποίο δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση. Οχι της Τράπεζας, με την οποία δεν τον συνδέει σύμβαση. Η τελευταία δεν μετέχει στην πώληση και ο ίδιος παραμένει τρίτος στη σύμβαση δανείου, ωφελούμενος εξ αυτής, λόγω της ενέργειας του αγοραστή. Ο αγοραστής τέλος, μόνος συμβαλλόμενος «ιδίω ονόματι» (όχι αντιπρόσωπος άλλου) και στις 2 συμβάσεις, παραμένει εκτός, παρότι είναι μόνος θιγόμενος και από τις 2. Ενώ, έχει και αντίλογο και έννομο συμφέρον στην μη απομόνωση του πωλητή, από την όλη σχέση, εξαιτίας πολλών προβλημάτων, που ελλοχεύουν στην πώληση κινητού, όπως ελαττώματα πραγματικά του πωλούμενου, δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πωλήσεως, στις περιπτώσεις πλάνης και απάτης, δικαίωμα λήψης της προκαταβολής, που έδωσε στον πωλητή, στην περίπτωση αυτή κ.α. Σε περίπτωση που ανακύψουν τέτοια θέματα απαιτούν την δημιουργία άλλων κατασκευών για την επίλυσή τους, ώστε στο τέλος να περιπλέξουν τόσο τα πράγματα, που να μη υπάρχει ούτε αρχή, ούτε τέλος, ούτε ασφαλές συμπέρασμα. Το να προκρίνουμε τη διαφύλαξη απώτερων δικαιωμάτων της πιστοδότριας τράπεζας, που δεν προέκυψαν ακόμη, και του πωλητή αποτελεί εξωπραγματική, μη εύλογη κατασκευή, σε σχέση με ότι λαμβάνει χώρα. Ετσι η μεν τράπεζα διασφαλίζει τη «δανειακή απαίτηση» και δη με περισσότερα εχέγγυα, από ότι προκρίνει το δίκαιο (συνήθως υπάρχει και σύμβαση ενεχύρου). Ο δε πωλητής λαμβάνει το «τίμημα». Ο αγοραστής; Αυτόν τον λησμονήσαμε τελείως, παρότι είναι ο «έτερος συμβαλλόμενος» και στις 2 συμβάσεις (πώλησης- χρηματοδότησης). Ο τελευταίος θεωρείται ότι έχει μόνο «προσδοκία δικαιώματος» έναντι όλων αυτών, να λάβει (αν λάβει) την κυριότητα του πράγματος, που προϋποθέτει τη νομή, που θεωρείται ότι εκχωρήθηκε στην τράπεζα, που δεν είναι «διανοία κυρίου» νομέας του πωλούμενου κινητού!! Προς απόδειξη του ιδιαίτερα στρεβλού της κατασκευής αρκεί, να σκεφτούμε, ότι ο αγοραστής θα μπορούσε, να προβεί απλά σε σύναψη καταναλωτικού δανείου και στη συνέχεια να αγοράσει το κινητό, εξασφαλίζοντας τη νομή και κυριότητά του επί αυτού και οφείλοντας το δάνειο. Ποιος είναι ο λόγος για τη δυσμενέστερη μεταχείρισή του, στην α περίπτωση, με τέτοιες κατασκευές; Κανείς δεν προκύπτει. Αντίθετα προκύπτουν μόνο ταλαιπωρία και έξοδα του αγοραστή, έναντι της χρήσης του κινητού (αυτ/του συνήθως). Ενώ, τέλος στην περίπτωση που δεν προκύπτει ρητά και ανενδοίαστα «σαφής βούληση» των μερών για στερητική αναδοχή χρέους, αυτή δεν επέρχεται (ΠΠρΒολ 458/2001, ΑρχΝ 2002, 483). Κυρίως δεν επέρχεται με απλή «συναίνεση» του δανειοδοτούμενου αγοραστή, που αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει το δάνειο, που έλαβε, αλλά στην ίδια έγγραφη σύμβαση σημειώνεται και το γεγονός της υποτιθέμενης αγοράς του κινητού, όπου μέρος του τιμήματος του πωλούμενου αποτελεί και το δάνειο. Στην περίπτωση αυτή η «συναίνεση» του αγοραστή στην ιδιόμορφη σχέση δεν είναι ούτε «ρητή», ούτε «ειδική», όπως απαιτεί ο νόμος. Διότι, ακόμη και όταν ρητά αναφέρεται και δηλώνει ο αγοραστής, ότι περιέχει η έγγραφη σύμβαση, που ετοίμασε η τράπεζα, δημιουργείται «σύγχυση» δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του, που, ως ασθενέστερου μέρους, πρέπει να προστατευθεί. Διότι, η μια εκ των 2 συμβάσεων (πώληση) περιλαμβάνει και εμπράγματα δικαιώματα, που ούτε εκχωρούνται και άνευ ευλόγου αιτίας δεν μετέστησαν στον ίδιο, αλλά θεωρείται ότι είτε παραμένουν σε μη δικαιούχο (πωλητή), είτε εκχωρήθηκαν σε μη δικαιούχο (τράπεζα). Παράλληλα, μέρος της αξίας του κινητού, που ενσωματώθηκε σε αυτό αποτελεί και η προκαταβολή εκ μέρους του αγοραστή και εξ ιδίων πόρων στον πωλητή, όπως και τα έξοδα έκδοσης αδείας και διασάφησης, που απόλλυνται, μη νόμιμα και μη εύλογα. Συνεπώς, καμία «συναίνεση» του αγοραστή για όλα αυτά δεν θεωρείται ότι μπορεί, να εξαχθεί, εφόσον δεν προκύπτει για ποια από τις 2 συμβάσεις δόθηκε.

Το αρθρ. 977 ΑΚ, περαιτέρω, που αφορά μεταβίβαση νομής, αναφέρεται σε 2 περιπτώσεις διαφορετικές, από όσα αναφέρθηκαν. Η μεν μια την περίπτωση όπου ο μεταβιβάζων τη νομή είναι νομέας, αλλά όχι κάτοχος, γιατί την κατοχή έχει άλλος, που ασκεί νομή στο όνομα του μεταβιβάζοντα, δυνάμει ενοχικής ή άλλης σχέσης υπαρκτής, ως προϋπόθεση της κατοχής, που πρέπει να είναι νόμιμη. Η άλλη αναφέρεται στην περίπτωση που, κατά τη θέληση των μερών, μεταβιβάζεται μεν η νομή, αλλά η κατοχή συμφωνείται, να παραμείνει στον μεταβιβάζοντα. Η πρώτη περίπτωση προβλέπει την «πραγματική» κατάσταση, που ο νομέας δεν είναι κάτοχος κατά τη στιγμή της μεταβίβασης νομής του κινητού, που η κατοχή του βρίσκεται σε άλλο, δυνάμει σχέσης είτε ενοχικής, που συνδέει τον κύριο και νομέα του κινητού με τον κάτοχο (μίσθωση, παρακαταθήκη κ.α), είτε και εμπράγματης (οιονεί νομή ενεχύρου, επικαρπίας κ.α), η οποία και πρέπει να υφίσταται κατά τη μεταβίβαση της νομής, να είναι υπαρκτή και έγκυρη, όχι υποθετική, και να υποχρεώνει τον κάτοχο σε παράδοση της νομής στον αποκτώντα. Διαφορετικά δεν εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη στη μεταβίβαση νομής, ενώ εξυπακούεται ότι τέτοια κατοχή είναι και προστατευόμενη. Τέτοια έννομη σχέση, όμως, περιέχει ήδη «Causa detentionis» και αποτελεί συνεπώς αιτιώδη δικαιοπραξία. Συνεπώς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτή, με άλλη μια μη εύλογη και μη νόμιμη «κατασκευή», προς υποθετική μεταβίβαση της νομής και εμπραγμάτων δικαιωμάτων στην περίπτωση τριμερούς σχέσης: Πώληση του πράγματος, που κατέχεται από τον πωλητή κύριο- χρηματοδότηση του αγοραστή από τράπεζα, ως προς το τίμημα, που θεωρείται ότι της μεταβιβάζεται η νομή από τον πωλητή- «συναίνεση» του αγοραστή, που θεωρείται ότι υπάρχει, παρότι δεν συνάγεται και θεώρηση του αγοραστή, την ίδια χρονική στιγμή της μεταβίβασης ως κατόχου του πράγματος, που δεν κατέχει). Ετι περαιτέρω, αν ο τρίτος (αγοραστής εν προκειμένω) είχε ή έχει όχι κατοχή, αλλά εκ του νόμου θεωρούμενη νομή κινητού, προς απόκτηση κυριότητας, ο παραδίδων πωλητής δεν δικαιούται σε παράδοση νομής σε άλλον. Η παραπάνω περίπτωση, που ομοιάζει με «έκταξη» δεν μπορεί να εφαρμοστεί, παρά μόνο στην περίπτωση ενεχύρου, όταν παραδίδεται στον ενεχυρούχο δανειστή το πράγμα, ενόσω βρίσκεται ήδη στην κατοχή τρίτου, αν η κατοχή, σύμφωνα με τη στηρίζουσα αυτή έννομη σχέση είναι τέτοια, ώστε να πληρούνται οι όροι των διατάξεων 1212, 1224 ΑΚ. Παράδοση, κατ' αντίθεση, σύμφωνα με το αρθρ. 977 ΑΚ υπάρχει επί συστάσεως ενεχύρου και όταν ο τρίτος δεν βρίσκεται προ της ενεχυράσεως στην κατοχή του πράγματος, αλλά αυτό συμβαίνει το πρώτο με την ενεχυρική σύμβαση, με κοινή συναίνεση του τρίτου και του δανειστή και ενεχυράζοντος, κατά την οποία λαμβάνει ο τρίτος, ονόματι του δανειστή, την κατοχή (1212 ΑΚ). Ενώ, η περίπτωση αντιφώνησης της νομής, που προβλέπει το άρθρο (παράδοση νομής, κατά την οποία ο αποκτών συμφωνεί, να παραμείνει η κατοχή στον ίδιο, το μεταβιβάζοντα), δεν ισχύει ως παράδοση στην περίπτωση τριμερούς σχέσης, όπου ο πωλητής έλαβε την αντιπαροχή του (τίμημα), ούτε όμως, κατά τις διατάξεις, που ρυθμίζουν την ενεχυρική σύμβαση (αρθ. 1213 ΑΚ). Διότι η ενεχυρική σύμβαση πρέπει να πληροί τους κανόνες δημοσιότητας έναντι των τρίτων, που δεν επιτυγχάνεται, στην περίπτωση που το πράγμα, παρά το ενέχυρο, παραμένει στον αρχικό κύριο. Η παράδοση της νομής τέλος, δεν προβλέπεται στην πώληση κατ αρθρ. 513 ΑΚ, από τον πωλητή στο δανειστή του αγοραστή, για την εξασφάλιση της απαίτησης του τελευταίου (καταπιστευτική μεταβίβαση, μη ρυθμιζόμενη στο νόμο, με εξαίρεση την ειδική ρύθμιση του ΚΙΝΔ,190- 194, για πλοίο). Είναι αυτονόητο, ότι εφόσον η μεταβιβαστική σύμβαση είναι αιτιώδης, όπως στην πώληση, η συμφωνία ότι πωλείται και παραδίδεται το πράγμα περιέχει και τα 2 στοιχεία του αρθ. 1034. Ενώ και στην περίπτωση της αφηρημένης μεταβίβασης κυριότητας, προκειμένου για κινητά, η αιτία δεν αποχωρίζεται εντελώς από την μεταβίβαση, που αποτέλεσε το σκοπό της (1036 ΑΚ και ΜΠρΗλ 309/2013, ΝΟΜΟΣ- ΕιρΑθ 2110/2014, ο.π). Πρέπει, να αναφερθεί, ότι ως προς ορισμένα κινητά πράγματα η μεταβιβαστική συμφωνία περί κυριότητας υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, επί ποινή ακυρότητας (εγγραφή επί της αδείας κυκλοφορίας του αυτ/του και ανακοίνωση στην αρμόδια διεύθυνση Υπουργείου Συγκοινωνιών- έγγραφη συμφωνία και νηολόγηση του πλοίου).

Η σύσταση ενεχύρου επί κινητού πράγματος, τέλος (αρθρ. 1209 επ ΑΚ), ενώ ως προς τα ακίνητα αναγνωρίζεται δικαίωμα υποθήκης (με προβλεπόμενες εξαιρέσεις, όπως υποθήκη σε μηχανήματα), αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα, επί αλλοτρίου πράγματος, γεννά απευθείας εμπράγματο δικαίωμα (όχι ενοχικό, που δεν νοείται εκ παραλλήλου συντρέχον) που, όμως, περιλαμβάνει συναφή ενοχικά δικαιώματα και συνεπάγεται και εκχώρηση ενεχυράσματος κατ' αρχή στον ενεχυρούχο δανειστή, που προστατεύεται σύμφωνα με το νόμο, όπως ο κύριος του πράγματος (1236 ΑΚ). Η ενεχυρική σύμβαση, ομοιάζει με την καταπιστευτική μεταβίβαση, αλλά διαφοροποιείται εξ αυτής κατά την εξουσία, που έχει επί του πράγματος ο ενεχυρούχος δανειστής. Ο νόμος δεν απαγορεύει και τη μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος στο δανειστή, αρκεί να γίνεται σπουδαίως. Δυνατή είναι και η μεταβίβαση κινητού προς εξασφάλιση αλλότριας απαίτησης και όχι του ίδιου του ενεχυράζοντα (αρθ. 1218 § 2, 1233, 1234 ΑΚ), αρκεί η απαίτηση, που εξασφαλίζεται, να είναι έγκυρη (αφού το ενέχυρο έχει χαρακτήρα παρακολουθηματικό της κυρίας ασφαλιζόμενης απαίτησης). Η σύσταση του ενεχύρου γίνεται με σύμβαση, ενώ προβλέπεται και «νόμιμο ενέχυρο», σε όσες περιπτώσεις ορίζονται. Κατά ρητή πρόβλεψη, οι διατάξεις περί εκ συμβάσεως ενεχύρου εφαρμόζονται και στο νόμιμο ενέχυρο (αρθ. 1246 ΑΚ). Οι όροι για σύναψη έγκυρης ενεχυρικής σύμβασης είναι: α) ο ενεχυράζων (οφειλέτης ή τρίτος) να είναι κύριος του πράγματος. Αρκεί, όμως, στην περίπτωση που δεν είναι κύριος συναίνεση του κυρίου ή έγκριση, για να είναι ισχυρή η σύμβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο μη κύριος για να συστήσει ενέχυρο έγκυρο απαιτείται να συντρέχουν οι όροι των αρθρ. 1036-1039 ΑΚ (1215 ΑΚ), β) ο ενεχυράζων να έχει ικανότητα δικαιοπρακτική και προς τη διάθεση του πράγματος, γ) να μη υπάρχει απαγόρευση, δ) να υπάρχει συμφωνία περί συστάσεως ενεχύρου μεταξύ ενεχυράζοντος και δανειστή. Ενεχυράζων μπορεί να είναι και τρίτος, οπότε και δεν απαιτείται σύμπραξη του οφειλέτη. Αυτή η σύμβαση όμως είναι αφενός εμπράγματη, αφετέρου «αιτιώδης». Η αιτία δεν διακρίνεται ειδικά, αλλά ενυπάρχει στη φύση της ενεχυρικής σύμβασης (Μπαλή, ο.π § 205, σελ. 444 και Γεν. Αρχ. § 34), ε) η συμφωνία πρέπει να περιβληθεί ορισμένο τύπο (συμ/κου ή ιδιωτικού εγγράφου), στ) να προσδιορίζεται η απαίτηση, στ) να επακολουθήσει παράδοση του πράγματος, είτε στην οιονεί νομή του ενεχυρούχου δανειστή, είτε στην κατοχή τρίτου, συναινούντος δανειστή και ενεχυράζοντος, να κατέχει εκείνος στο όνομα του δανειστή. Ο σκοπός της εξασφάλισης δημοσιότητας προς τους τρίτους της ύπαρξης ενεχύρου κι η παράδοση της νομής εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να εμποδιστεί με αντίθετη συμφωνία, ούτε είναι νοητή η δια αντιφωνήσεως παράδοση της νομής (1213 ΑΚ). Ωστόσο, μπορεί να γίνει παράδοση brevi manu ή με έκταξη, σε τρίτο κάτοχο του πράγματος, ή με συμφωνία των μερών με τον τρίτο κάτοχο. Ενέχυρο άνευ παραδόσεως του ενεχυρασθέντος πράγματος στον δανειστή ή σε τρίτο πρόσωπο κατ αρχή, ως μη ρυθμιζόμενη ειδικά (πλασματικό ενέχυρο) δεν ήταν νοητή κι αποτέλεσε λόγο αποφυγής του ενεχύρου, όπως και οι διατυπώσεις δημοσιότητας, με τους οποίους περιβαλλόταν η ενεχυρική σύμβαση. Ο νομοθέτης, όμως, αναγνωρίζοντας την ανάγκη, ενίοτε, μη υλικής παράδοσης του πράγματος στον ενεχυρούχο δανειστή, προς επίτευξη κοινωνικής οικονομίας και ωφέλειας, προέβλεψε, στο αρθ. 1214, ότι με μόνη τη συμφωνία συνιστάται ενέχυρο χωρίς παράδοση, αν η συμφωνία καταχωριστεί στο υπό του νόμου προβλεπόμενο δημόσιο βιβλίο. Ενώ υπήρξαν και ειδικές διατάξεις, που προέβλεψαν αντίστοιχα, μεταξύ των οποίων το ν.δ της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρθρ. 41 και 70 ΕισΝΑΚ και στη συνέχεια με αρθρ. 52 § 3 ΕισΝΚΠολΔ, που αφορά εξασφάλιση απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων από δάνειο ή χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, προγενέστερης του ενεχύρου (βλ. ΑΠ 246/90 Δνη 1991, 771- ΑΠ 1048/98 Δνη 1998, 1571- ΑΠ 577/1964, ΝοΒ 13, 233- ΑΠ 108/97- ΑΠ 1430/99, ΝΟΜΟΣ- ΕφΑθ 6177/1998, ΑρχΝ 2000, 94). Το ενέχυρο αυτό, είναι παρόμοιο με το κοινό του αστικού κώδικα κι αντιδιαστέλλεται μόνο ως προς τον τρόπο κατάρτισης (και με ιδιωτικό έγγραφο), τη γνωστοποίηση (αποκλειστικά με επίδοση αντιγράφου της ενεχυρικής σύμβασης) και προς τα αποτελέσματα. Ως προς τα αποτελέσματα ορίζουν τα αρθρ. 39, ότι η ενεχύραση συνεπάγεται εκχώρηση απαίτησης από τον οφειλέτη στην πιστώτρια (§ ι) και η πιστώτρια θεωρείται ότι νέμεται την απαίτηση (§ 3), ενώ κατά το αρθ. 44 δικαιούται η πιστώτρια να εισπράξει την ενεχυρασμένη απαίτηση και να αποδώσει στον οφειλέτη το μέρος της απαιτήσεως που απέμεινε, μετά την εξόφληση. Ακόμη και κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, όμως, τα αποτελέσματα της ενεχύρασης ρυθμίζονται κατά αρχή από το ειδικό και γενικό δίκαιο του ενεχύρου και μόνο επικουρικά, εφόσον δεν αντίκειται στη φύση του ενεχυρικού δικαιώματος, από τις διατάξεις για την εκχώρηση. Ενώ, η εκχώρηση (455-470 ΑΚ) δεν φτάνει ποτέ μέχρι του σημείου να υπερακοντίζει το σκοπό, για τον οποίο συνομολογείται, που είναι η εξασφάλιση της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας. Με την έννοια αυτή η σύσταση ενεχύρου δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση τέλεια, απόλυτη και οριστική διάθεση της απαίτησης προς την τράπεζα, με την έννοια της ΑΚ 455, αλλά πλασματική, περιορισμένη, που τα αποτελέσματά της ρυθμίζονται κατά πρώτο και κύριο λόγο από το δίκαιο του ενεχύρου κι όχι από τις περί εκχωρήσεως διατάξεις (βλ. ΠΠρΘεσσαλ 3088/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 843/2006, Αρμ 2008, 237 και Δημάκου στον Αστ Κωδ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, τομ VI, υπ αρθρ. 1247-1248, κεφV, § 72-83 και Μπαλή, ο.π §217, σελ.469). Ετσι, τα παραπάνω τέθηκαν, για να δείξουν ότι η τράπεζα έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνη αυτή την απαίτηση (κατ αντίθεση με το κοινό ενέχυρο), όχι διότι ο νομοθέτης ήθελε να θεωρήσει το πιστωτικό ίδρυμα «κύριο» ή «νομέα» του υπέγγυου πράγματος, επί του οποίου προβλέπεται και υπάρχει ενέχυρο, που προστατεύει αρκούντως τα δικαιώματα του ενεχυρούχου δανειστή. Διότι, η ευθεία και κανονική πορεία της ενεχυρικής σύμβασης είναι συγχρόνως με τη λήξη του χρέους, οπότε γίνεται απαιτητό το τελευταίο, να πωληθεί το ενέχυρο, που ενσωματώνει την απαίτηση, με έγκυρη και αδιάβλητη πώληση (που τέτοια θεωρούσε ο νόμος μόνο τη δημόσια) και το περισσεύον, μετά από αυτή, να αποδοθεί στον ενεχυραστή. Συνεπώς, σκοπός να γίνει η τράπεζα και ενεχυρούχος δανείστρια απόλυτη και τέλεια «νομέας» και κυρία του πράγματος, δεν υπάρχει ούτε κατά τις διατάξεις, που ρυθμίζουν το ενέχυρο. Αυτό προκύπτει και από το ότι ο νόμος θεωρεί απαγορευμένες τις συμφωνίες και τους καταπιστευτέους όρους (1239 ΑΚ). Οτι επιτάσσει την κατά τον παραπάνω τρόπο ικανοποίηση της ενεχυρούχου δανείστριας (1237, 1239 ΑΚ), με πώληση του πράγματος, επί του οποίου συστήνεται ενέχυρο. Οτι απαγορεύει και συμφωνίες (και δη πριν το χρέος καταστεί εισέτι απαιτητό), όπως ότι αν δεν πληρωθεί το χρέος η κυριότητα του ενεχυρασμένου πράγματος περιέρχεται στη δανείστρια και παρόμοιες. Αλλωστε το ενέχυρο αποσβεννύεται με τη σύμπτωση των ιδιοτήτων του κυρίου και ενεχυρούχου δανειστή στο ίδιο πρόσωπο.

Συνεπώς, στην περίπτωση τριμερών συμβάσεων πώλησης κινητού και δανειοδότησης αγοραστή, από τράπεζα ως προς το τίμημα της πώλησης, καταδεικνύεται, ότι τα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας μπορούν να εξασφαλιστούν με «ενέχυρο» και οι κατασκευές, που έγιναν και γίνονται, ως μη νόμιμες και μη λαμβάνουσες υπόψη την πραγματικότητα, όχι μόνο υπερακοντίζουν τη βούληση όλων των συμβαλλόμενων μερών, αλλά βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με το σκοπό, για τον οποίο συνάφθηκαν οι συμβάσεις, και την πραγματικότητα. Διότι, αποδεικνύεται, ότι υπό το βάρος κατασκευών μη ευλόγων: O «αγοραστής» που συμβλήθηκε και στις 2 συμβάσεις (πώληση- δανειοδότηση) με σκοπό την απόκτηση κυριότητας του πωλούμενου κινητού πράγματος θεωρείται μάλλον ανύπαρκτος, με μηδενικά δικαιώματα, έναντι υποχρεώσεων, που αναλαμβάνει και από τις 2 συμβάσεις, ενώ η πώληση παραμένει ατελής και άκυρη. Ο «πωλητής», που συμβλήθηκε για την ευχερέστερη πώληση του κινητού, ωφελούμενος από ενέργειες του αγοραστή, αντιμετωπίζεται αφηρημένα και μόνο ως «γρανάζι της δανειακής σύμβασης», που δεν συνήψε ο ίδιος. Η «δανείστρια» τράπεζα τέλος θεωρείται μόνη έχουσα απεριόριστα δικαιώματα και δη όχι μόνο ενοχικά, ούτε περιορισμένα εμπράγματα, αλλά απεριόριστα, που πρέπει να προστατευθούν με τη διάπλαση εξωπραγματικών κατασκευών, που την καθιστούν νομέα, αντί οιονεί νομέα περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος ενεχύρου. Τέτοια δικαιϊκή διάπλαση, εννόμων σχέσεων και συμφερόντων δεν είναι δυνατή υπό το δίκαιο, κατά το οποίο όλα τα δικαιώματα πρέπει να προστατεύονται και όλοι οι συμβαλλόμενοι εκλαμβάνονται ίσοι. Το πόσο μη εύληπτες και μη εύλογες είναι οι κατασκευές και τι σύγχυση προκάλεσαν αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση που προκύπτουν προβλήματα, που αναμένουν λύση. Δεν πρέπει, δε, να διαφύγει της προσοχής η πραγματικότητα, ότι όλες οι συμβάσεις κινήθηκαν γύρω από τον ίδιο μοχλό, που έδωσε «κίνηση»: Τον αγοραστή/καταναλωτή. Εξ ου προκύπτει και ο λόγος, για τον οποίο πρέπει να προστατευθεί, αφού είναι απαραίτητος και στον πωλητή και στην τράπεζα. Είναι, δε, φανερό, ότι όλα τα παραπάνω μαζί με τη σύσταση ενεχύρου στο πωλούμενο πράγμα, από τη δανειοδοτούσα τράπεζα, δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο σημαντικός θεσμός του «πλασματικού ενεχύρου», που διαφαινόταν η εξέλιξή του κι ο ρόλος, που θα διαδραμάτιζε, μετά και τις αλλαγές που επήλθαν με τη θέση σε ισχύ των Ν. 2844/2000 «περί ενεχύρου χωρίς παράδοση» και Ν. 3301/2004, που ενσωμάτωσε την οδηγία 2002/47/ΕΚ, για τη συμφωνία χρηματοοικονομικής ασφάλειας, με σκοπό να συμβάλλει στην ενοποίηση και οικονομικότερη λειτουργία χρηματοπιστωτικών αγορών, αποτελεί γεγονός, που επίκειται η καθόλου ρύθμισή του. Παρά τα προβλήματα, λόγω μη ενοποίησης των κανόνων και της εν μέρει ισχύουσας παλαιάς ρύθμισης του παραμένει μόνος ασφαλής θεσμός. Αν πρόκειται να γίνουν κατασκευές μπορούν να αφορούν μόνο το ενέχυρο και όχι όλα τα υπόλοιπα.

Η «οιονεί νομή» εμπράγματου δικαιούχου, τέλος, λόγω σύστασης ενεχύρου, προστατεύεται όχι μόνο με τις αγωγές περί κυριότητας (1094 επ σε συνδ. 1236 ΑΚ), αλλά και με τις περί νομής διατάξεις, εφόσον η «οιονεί νομή δικαιούχου», δεν είναι τίποτε άλλο, παρά περιορισμένη νομή. Από το συνδυασμό των διατάξεων 974, 975, 980 § 1, 987, 996 ΑΚ συνάγεται ότι κατ' ανάλογο τρόπο της νομής, εκείνος που απέκτησε τη φυσική εξουσία του πράγματος με βάση εμπράγματο δικαίωμα είναι «οιονεί νομέας» του, που ασκεί τη νομή με διάνοια εμπράγματου δικαιούχου. Στην περίπτωση που προσβάλλεται η νομή του, με αποβολή του, ο παρανόμως αποβληθείς οιονεί νομέας του πράγματος δικαιούται, να αξιώσει την απόδοσή της, από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα έναντί του. Στοιχείο της αγωγής νομής, όπως και «οιονεί νομής», συνεπώς, είναι η νομή του αποβληθέντα κατά το χρόνο της αποβολής, την οποία ασκούσε με διάνοια εμπράγματου δικαιούχου, ασκώντας εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, που προσιδιάζουν στον προορισμό του. Δεν ενδιαφέρει ούτε ο τρόπος απόκτησης της νομής, παρά μόνο για να κριθεί ως υπάρχουσα και μη ελλείπουσα στον ενάγοντα, ούτε ο αρχικός χρόνος αυτής, διότι τεκμήριο υπάρχουσας νομής από την ποτέ νομή δεν αναγνωρίζει ο νόμος (ΑΠ 202/2005, ΝΟΜΟΣ-ΑΠ 1152/1999, ΕλλΔνη 41,452- ΑΠ 1272/1997, ΕλλΔνη 40, 156). Περαιτέρω, στοιχεία του δικογράφου, που πρέπει να υπάρχουν για να είναι ορισμένο (αρθ. 118 § 4, 216 ΚΠολΔ) είναι η «ύπαρξη οιονεί νομής» του ενάγοντα κατά το χρόνο αποβολής, «το μη νόμιμο» των πράξεων του προσβολέα, που τον απέβαλε από την οιονεί νομή του, παρανόμως και χωρίς τη θέλησή του, το πράγμα, επί του οποίου ασκείται η «οιονεί νομή» και «ορισμένο αίτημα», που στην περίπτωση αυτή είναι η απόδοση της οιονεί νομής στον ενάγοντα. Κεντρικό γνώρισμα της «οιονεί νομής» είναι η ύπαρξη μερικής εξουσίασης σε ξένο πράγμα και η θέληση άσκησης της με εξουσία «διανοία δικαιούχου εμπραγμάτου δικαιώματος» (ΑΠ 1953/1986, ΝοΒ 35, 1229- ΑΠ1484/1988, Νόμος). Το αίτημα συνεπώς θα πρέπει να είναι η απόδοση της οιονεί νομής του στον ενάγοντα (ΑΠ 1179/1012, ΝΟΜΟΣ). Το δικαστήριο δεν μπορεί, να επιδικάσει «οιονεί νομή» στον ενάγοντα, όταν ο ίδιος επιδιώκει απόδοση νομής. Η «οιονεί νομή» δεν θεωρείται κάτι έλασσον σε σχέση με τη νομή, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό, στηριζόμενο σε ειδικά πραγματικά γεγονότα, που έλαβαν χώρα (ΠΠρΘεσσαλ 46474/ 2008, ΝΟΜΟΣ. Βλ και Γεωργιάδη- Σταθόπουλο ΕρμΑΚ, αρθ. 975, αριθ.1).

Με την προκείμενη αγωγή εκθέτει η ενάγουσα, που είναι Γερμανική εταιρεία, που ενεργεί μέσω παραρτήματος στην Ελλάδα, ότι: Με την αριθ. ...., όπως παραδεκτά διορθώνει τον αριθμό, σύμβαση χορήγησης δανείου- πώλησης αυτ/του και συστάσεως ενεχύρου χορήγησε στον εναγόμενο δάνειο, ποσού 25.408,00€, για την αγορά, από την εταιρεία με την επωνυμία «...», ενός αυτ/του μάρκας VOLKSWAGEN, τύπου SCIROCCO, με αριθ. πλαισίου ... Το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο, πλέον επιβαρύνσεων κι η αποπληρωμή συμφωνήθηκε σε 84 μηνιαίες δόσεις, ποσού 398,40€ καθεμίας, καταβλητέου την 25η ημέρα κάθε μήνα. Στη συνέχεια, με την αριθ. ... σύμβαση το υπόλοιπο του αρχικού δανείου, συμφωνήθηκε, να καταβληθεί σε 101 μηνιαίες δόσεις, ποσού 330,25€ κάθε μία. Με βάση ρητό όρο της σύμβασης πώλησης η πωλήτρια εγγυήθηκε υπέρ του καθ' ου (εννοεί του εναγομένου) την πλήρη και εμπρόθεσμη εξόφληση δανειακών υποχρεώσεών του στην ίδια και παρακράτησε την κυριότητα επί του πωληθέντος αυτ/του, ως τη πλήρη αποπληρωμή των δανειακών οφειλών του εναγομένου, για την απαλλαγή του από την ευθύνη της εγγύησης. Η παρακράτηση της κυριότητας συντελέστηκε με την έκδοση της σχετικής αδείας του οχήματος, όπου σημειώθηκε η παρακράτηση. Μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος από τον εναγόμενο αγοραστή και την εκπλήρωση όλων των εκ του συμφωνητικού πωλήσεως, η πωλήτρια συμφωνήθηκε, να παρακρατήσει την κυριότητα και ο εναγόμενος να θεωρείται απλός χρησάμενος το όχημα, με βάση σχέση χρησιδανείου, που συνάφθηκε στα πλαίσια της σύμβασης πωλήσεως. Οτι για εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της πωλήτριας, εκ της εγγυήσεως, η πωλήτρια εκχώρησε και μεταβίβασε στην ίδια (ενάγουσα) το δικαίωμα αναγωγής κατά του αγοραστή, τις αξιώσεις της, που απορρέουν από την πώληση και τα διαπλαστικά δικαιώματα από τη σχέση χρησιδανείου και την παρακράτηση κυριότητας του οχήματος, που παραδόθηκε στον εναγόμενο μόνο κατά κατοχή. Με τον όρο 2.3 συμφωνήθηκε, ότι ο πωλητής δεν θα μεταβιβάσει την κυριότητα και νομή του οχήματος στον αγοραστή, μέχρι ολοσχερή και προσήκουσα αποπληρωμή του δανείου και όλων των οφειλόμενων βάσει αυτού (δανείου) ποσών από τον αγοραστή στην Τράπεζα. Εκχώρησε δε ο πωλητής και μεταβίβασε κατά το αρθρ. 977 ΑΚ προς την ενάγουσα και η τελευταία αποδέχτηκε την εκχώρηση και μεταβίβαση του συνόλου των δικαιωμάτων και απαιτήσεων του, ως κυρίου και νομέα του οχήματος, ενοχικών και εμπραγμάτων, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ή άλλης φύσης και κάθε άλλο διαπλαστικό ή παρεπόμενο δικαίωμα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται, χωρίς περιορισμό, κάθε δικαίωμα σχετικό με την κυριότητα, νομή, κατάσχεση, απόδοση, πλειστηριασμό, και μεταπώληση του οχήματος. Ο δε εναγόμενος αγοραστής αποδέχτηκε πως η παρούσα σύμβαση ισοδυναμεί και ισχύει ως η προβλεπόμενη εκ του νόμου αναγγελία προς αυτόν της εκχώρησης και μεταβίβασης της κυριότητας και νομής στην Τράπεζα και αναγνωρίζει και αποδέχεται, πως δεν θα απαιτείται στο μέλλον η κατ' επανάληψη αναγγελία επ ευκαιρία της άσκησης από την ενάγουσα οποιουδήποτε από τα εκχωρούμενα δικαιώματα. Οτι αναγνωρίζει δε την ενάγουσα ανεπιφύλακτα κύριο και νομέα του οχήματος και εκδοχέα των αξιώσεων του πωλητή, που απορρέουν από την παρακράτηση της κυριότητας και αποδέχεται το δικαίωμα της τελευταίας (ενάγουσας) να ασκήσει η ίδια χωρίς περιορισμό, όλα τα ένδικα μέσα για την προστασία της κυριότητας και νομής του οχήματος. Ότι επιπλέον ο εναγόμενος αναγνωρίζει ως ισχυρή την άσκηση ή και εκτέλεση εκ μέρους της (ενάγουσας), οποιουδήποτε από τα παραπάνω ή κάθε παρόμοιου δικαιώματος και παραιτείται από το δικαίωμα να αμφισβητήσει ή να προβάλλει ενστάσεις σχετικά με το κύρος της άσκησης ή εκτέλεσής τους. Συμφωνήθηκε δε, ότι σε περίπτωση που παρέλθει προθεσμία 60 ημερών, μετά τη μη καταβολή έστω και μιας δόσης η ενάγουσα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου εγγράφως, οπότε καθίσταται απαιτητό, όλο το οφειλόμενο ποσό του δανείου και μπορεί να αναλάβει την κατοχή του οχήματος, με κάθε νόμιμο μέσο και τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Οτι προς περαιτέρω εξασφάλιση κάθε απαίτησής της από την παραπάνω σύμβαση και το δάνειο, η παραπάνω πωλήτρια εταιρεία με την ανεπιφύλακτη συναίνεση του καθ ου (εννοεί εναγομένου) συνέστησε ως κυρία και νομέας υπέρ της ενάγουσας ειδικό τραπεζικό ενέχυρο κατά τις διατάξεις του ν.δ 17.7/18.8.1923, μέχρι την αποπληρωμή του δανείου και την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων προς την ίδια, που απορρέουν από τη σύμβαση, το δε βεβαρημένο με ενέχυρο κινητό παραδόθηκε με την υπογραφή της σύμβασης στον εναγόμενο, ως χρησαμένου ενεχυροφύλακα της ίδιας. Ο καθ' ου, όμως (εννοείται εναγόμενος) αν και παρέλαβε τη χρήση του παραπάνω αυτ/του δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του και δεν κατέβαλε 3 ληξιπρόθεσμες δόσεις από 330,25€ την κάθε μια πλέον τόκων και εξόδων και μετά την παρέλευση 60 ημερών από την καταβολή της δόσης, με αποτέλεσμα στις 2/7/12 να οφείλει το ποσό των 23.338,05€. Για το λόγο αυτό καταγγέλλει τη σύμβαση πωλήσεως με την παρούσα αίτηση (εννοείται αγωγή) και ζητά την απόδοση του παραπάνω αυτ/του, που ο εναγόμενος αρνείται να το πράξει, παρά τις προφορικές και την έγγραφη όχληση της. Με τον τρόπο αυτό δε ο εναγόμενος προσβάλλει τη νομή της επί του παραπάνω αυτοκινήτου και την απέβαλε από την κατοχή της στο παραπάνω κινητό, μετά τη λήξη της ενοχικής σχέσης, με τη γενόμενη καταγγελία. Οτι παράλληλα, μετά την καταγγελία της σύμβασης και με βάση ότι διαθέτει δικαίωμα ενεχύρου στο παραπάνω όχημα, κατήγγειλε και τη σύμβαση δανείου. Οτι η ίδια ως ενεχυρούχος δανείστρια είναι νομέας ενεχύρου του οχήματος. Οτι η αξία του επιδίκου αυτ/του δεν υπερβαίνει σήμερα το ποσό των 10.000,00€ και συνεπώς το δικαστήριο έχει αρμοδιότητα προς κρίση. Επιδιώκει δε, να αναγνωριστεί νομέας του επιδίκου αυτ/του, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τη νομή και κατοχή αυτού, με απόφαση κηρυσσόμενη προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί αυτός στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Ετσι έχουσα η αγωγή, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (αρθ. 7, 9, 14 § 2, 25 § 2 και 42 επ, 37 § 1 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία, αφού το αλλοδαπό πιστωτικό ίδρυμα διαθέτει υποκατάστημα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2076/92, με τον οποίο εναρμονίστηκε στην Ελλάδα, με τις οδηγίες της Ε.Ε, είναι όμως με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, αόριστη, μη νόμιμη, αντιφατική και απορριπτέα.

Αρχικά η ενάγουσα εμπλέκει την «υπαναχώρηση» από τη σύμβαση πωλήσεως, δικαίωμα που χαρακτηρίζει τη δυνατότητα του πωλητή, να ανατρέψει την ενοχική σύμβαση (πωλήσεως), που καταλύεται εξ υπαρχής (ex tunc) με τον τρόπο αυτό και τρέπεται σε «σχέση εκκαθάρισης», με την καταγγελία της «δανειακής σύμβασης» εκ μέρους της, που λειτουργεί «ex nunc» στην οποία προέβη, κατά τους ισχυρισμούς της, με την προκείμενη αγωγή. Στη συνέχεια εμπλέκει την εκχώρηση ενοχικών δικαιωμάτων εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας στην ίδια, με την εκ του 977 ΑΚ, παράδοση της νομής και δη με έκταξη ή αντιφώνηση! Δεν καθίσταται αντιληπτό, τι ακριβώς εννοεί. Η μεν έκταξη δεν ισχύει στην σύμβαση πώλησης και χρηματοδότησης, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση, η δε μεταβίβαση νομής με «αντιφώνηση» δεν ισχύει στη σύσταση ενεχύρου. Σε κάθε περίπτωση η «εκχώρηση νομής» του πωλούμενου στη δανείστρια δεν μπορεί να χωρήσει, επ ευκαιρία της σύμβασης πώλησης και χρηματοδότησης, όπως αναφέρθηκε. Δημιουργείται περαιτέρω ασάφεια, αν η ενάγουσα υποστηρίζει απλά, ότι ο εναγόμενος την αναγνώρισε ως νομέα και κύριο του πωλούμενου πράγματος, αν, δηλαδή, αυτά στηρίζονται στην θεωρούμενη παράσχεση της συγκατάθεσής του, κατά τη σύμβαση, στα δικαιώματα που υποτίθεται ότι έχει, ή υπονοεί, ότι υπεισήλθε πλήρως έτσι, με τη συναίνεση του παραπάνω, στη θέση της αρχικής πωλήτριας, ή μεταβιβάστηκε σε αυτή ως σύνολο, όλη η έννομη σχέση. Αυτά δεν είναι βάσιμα κατά το νόμο, όπως διεξοδικά αναφέρθηκαν. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι της εκχωρήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα ενοχικά δικαιώματα, αλλά και εμπράγματα δικαιώματα και η νομή, που ρυθμίζεται ως εμπράγματο δικαίωμα, απεριόριστα. Ο θεσμός της εκχώρησης προβλέπεται για ενοχικά δικαιώματα, όχι εμπράγματα ή νομής, που κατ εξαίρεση εκχωρούνται, με βάση το νόμο, εφόσον ενσωματώνονται σε «εκχωρούμενη απαίτηση» (458 εδ.α ΑΚ και ΑΠ 755/1993, ΝΟΜΟΣ). Σε όλα αυτά στη συνέχεια εμπλέκει και τα δικαιώματά της, εκ σύστασης «ενεχύρου». Ετσι υποστηρίζει αφενός ότι είναι τελεία νομέας του αυτοκινήτου, παράλληλα, όμως, ότι έχει περιορισμένα δικαιώματα ως «εμπράγματη δικαιούχος» ενεχύρου. Αυτά όλα δεν μπορούν, να συνδυαστούν, ούτε βέβαια να αφεθεί στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, να βρει τι ακριβώς συμβαίνει και τι ακριβώς δικαιώματα επιδιώκει, να προστατεύσει η ενάγουσα. Περαιτέρω, δεν αναφέρεται καν ποια ήταν η «μη νόμιμη πράξη» του εναγόμενου, «πότε συνέβη» και με ποιόν τρόπο την απέβαλε από την «οιονεί νομή της» επί του αυτ/του. Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε το χρόνο, που όλα αυτά συνέβησαν. Ούτε καν, πότε συνάφθηκαν οι συμβάσεις και η σύμβαση ενεχύρου, που δεν αναφέρεται. Οπως βέβαια και πότε και κατά ποιόν τρόπο συντελέστηκε η αποβολή της από το αυτ/το εκ μέρους του εναγομένου, που δεν αναφέρεται, όπως ούτε ότι αυτή ήταν «παράνομη» και έγινε χωρίς τη θέλησή της, από τον εναγόμενο, που έδρασε μη νόμιμα. Διότι, από όσα αναφέρει δεν συνάγεται κάτι τέτοιο. Οτι δηλαδή ο εναγόμενος καθυστέρησε την καταβολή 3 ληξιπρόθεσμων δόσεων (δεν γνωρίζουμε ποιών και πότε) και η ίδια έκλεισε το λογαριασμό του εναγομένου, τον Ιούλιο 2012. Μέχρι αυτή την ενέργεια της ενάγουσας, δεν υπάρχει καμία ενέργεια του εναγομένου, που να δηλώνει παράνομη αποβολή της ενάγουσας, από την «οιονεί νομή της εμπράγματης δικαιούχου» επί του αυτ/του. Στη συνέχεια, αναφέρει ότι με την προκείμενη αγωγή καταγγέλλει την σύμβαση δανειοδοτήσεως και καταγγέλλει και τη σύμβαση πωλήσεως, που εννοεί ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση πωλήσεως. Το δικαίωμα υπαναχώρησης, κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού, δεν εκχωρήθηκε στην ενάγουσα. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι εκχωρήθηκε. Ποια είναι η πράξη, ενέργεια υλική ή άλλη του εναγομένου, που να δηλώνει την «παράνομη αποβολή της» από την οιονεί νομή της; Δεν υπάρχει αναφορά καμίας. Με δεδομένο δε, όπως η ίδια αναφέρει, ότι ο εναγόμενος είναι κάτοχος του ενεχυρασθέντος κινητού, δυνάμει ενοχικής σχέσης είτε χρησιδανείου, είτε ενεχυροφύλακα (αφού η ίδια αναφέρει και τα δύο, που ρυθμίζονται διαφορετικά στο νόμο, χωρίς καμία αναφορά στο από ποιόν και πότε έγιναν η καθεμία, αν έγιναν), η κατοχή του κινητού από τον τελευταίο αιτιολογείται ως νόμιμη, προστατευόμενη, βάσει υπάρχουσας έννομης σχέσης. Συνεπώς, θα έπρεπε να αναφέρει η ενάγουσα κατά ποιόν τρόπο και με ποιες ενέργειες του εναγομένου αυτή μεταβλήθηκε, καθιστάμενη παράνομη, και το χρονικό σημείο που συνέβη, που θα αποτελούσε και το χρόνο αποβολής της. Ενώ, οι ενέργειές της, χωρίς χρόνο συμμόρφωσης ή μη του εναγομένου, αφού αυτά ανακοινώνονται στον τελευταίο με την ίδια την αγωγή, δεν δηλώνει παράνομη ενέργεια του τελευταίου, ούτε αποβολή της ίδιας από την «οιονεί νομή της» δικαιώματος εμπράγματης δικαιούχου. Παράλληλα και το αίτημα της αγωγής, να αναγνωριστεί νομέας, παρότι αναφέρει ότι είναι «οιονεί νομέας» δυνάμει σύμβασης ενεχύρου, δεν παρίσταται νόμιμο. Το σύμφυρμα, απόψεων, δικαιωμάτων, που δεν είναι δυνατόν να συντρέχουν όλα μαζί, και τη σύγχυση, που προκύπτει ως ιδεοληψία της ενάγουσας από τις αναφορές της αγωγής, εμφανίζει περισσότερο από τα υποστηριζόμενα από το παρόν δικαστήριο, τι προκύπτει στην πράξη, ως αποτέλεσμα μη εύπεπτων, μη εύλογων και μη νόμιμων κατασκευών, που ακολούθησαν τις τριμερείς συμβάσεις του είδους. Αντιλαμβάνεται κανείς έτσι, αν η ενάγουσα εκφράζει όλα αυτά, μέσα από τα οποία δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τα «πραγματικά δικαιώματα», που όντως έχει, από τα «υποθετικά», που πείστηκε ότι έχει, τη σύγχυση που ακολούθησε τις μη νόμιμες κατασκευές, το αδιανόητο μπλέξιμο και την ανασφάλεια δικαίου, σε λιγότερο γνώστες, όπως π.χ ο εναγόμενος, αλλά και τρίτοι.

Κατ΄ ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, ως αόριστη και μη νόμιμη και να καταδικαστεί η ενάγουσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εναγομένου κατ αρθρ. 176, 192 § 1 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικά στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή
Καταδικάζει την ενάγουσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εναγομένου, που ορίζει στα διακόσια ευρώ (200,00€).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 27 Φεβρουαρίου 2015, ενώ απουσίαζαν οι διάδικοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...