Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Σχολικοί φύλακες, άκυρες απολύσεις.

Περίληψη. Διαθεσιμότητα. Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ. Στην έννοια της περιουσίας υπάγεται και η σύμβαση εργασίας. Σχολικοί φύλακες που προσλήφθηκαν ως άνεργοι και κατά το ΠΔ 164/2004 κατέστησαν υπάλληλοι ΟΤΑ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η κατάργηση όλων των θέσεων σχολικών φυλάκων με μόνο το κριτήριο της ειδικότητας και θέση τους σε διαθεσιμότητα κατά το άρθρο 80 του ν. 4272/2013 αντιστρατεύεται τις αρχές της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ αλλά και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που επιβάλλουν το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, την προστασία της εργασίας και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αξιοκρατίας. Η εργασία τους ήταν απαραίτητη για τον Δήμο. 

Συνεπώς η ένταξη τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας είναι παράνομη και άκυρη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο, επιπλέον και καταχρηστική, αφού ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος και κατ` επέκταση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας που παρέχει στους ενάγοντες το δικαίωμα να αξιώσουν την επαναφορά της εργασιακής τους απασχόλησης στην προηγούμενη κατάσταση. Δεκτή η αγωγή. Υποχρεώνει το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με το καθεστώς πριν την θέση τους σε διαθεσιμότητα και επιδικάζει τις αντίστοιχες διαφορές αποδοχών. 
  
 ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ,  1951/ 2014

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή, Μιχαήλ-Αγγελο ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΟ, Πρωτοδίκη.

Ι. Σε περίπτωση παραίτησης από το δικόγραφο δεν εκδίδεται απόφαση και δεν είναι δυνατή η επιβολή δικαστικών εξόδων [βλ. ΑΠ 642/2002 Ελ.Δνη. 43,1617]. Η παραίτηση αυτή γίνεται με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επιφέρει, δε, αναδρομικά την άρση των συνεπειών της άσκησης της αγωγής, άρα και της εκκρεμοδικίας και επομένως η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα και η δίκη, που ανοίχθηκε με αυτή, καταργείται (ΑΠ 1611/1999, ΕλλΔνη 41. 342, ΕφΘεσ. 939/2000 Αρμ 54. 1407, Π.Πρ.Θεσ. 2474/2002 Χρ.Ιδ.Δικ. 2002,60, Μον.Πρωτ.Αθ. 446/2012 αδημ. στο νομικό τύπο, Μον.Πρ. Πειρ. 174/2003 ΝοΒ 2003,1264, βλ. και ΕρμΚΠολΔ Κεραμεύς Κονδύλης Νίκας αρ. 294 σελ 590 σημ. 10).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα), δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κλπ), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται καταρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 4/1998). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία «οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 372006, 23/2004, 11/2003). Επιπλέον, από την αρχή της ισότητας, το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) αλλά και την δημοκρατική αρχή και την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Σ), συνάγεται και η συνταγματικής περιωπής αρχή της αξιοκρατίας. Περαιτέρω στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α` 256) και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερομεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο - από - την τυπική - κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ` αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου,, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ` όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94). Επίσης, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η υπόσταση μιας σύμβασης εργασίας, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες γι` αυτό υπό του νόμου προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 5/2011, Ολ.ΣτΕ 668/2012, σκ. 34 επ.). Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ` αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση, δε, του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, No 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25 Adrejeva κατά Λετονίας, -της 18.2.2009, σκέψη 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50).
III. Η διαθεσιμότητα των εργαζομένων αποτελεί έναν αυτοτελή θεσμό προσωρινής αναστολής της σύμβασης εργασίας με καταβολή του μισού των αποδοχών την οποία μπορεί να επιβάλλει μονομερώς ο εργοδότης και ρυθμίζεται στο άρθρο 10 παρ. 1-3 του ν. 3198/1955, σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις μπορούν, σε περίπτωση περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας τους, να θέτουν σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς τους η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες ετησίως με καταβολή του μισού του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών τους των δύο τελευταίων μηνών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Στο νομοθέτη δεν αποκλείεται να θεσπίσει το θεσμό της διαθεσιμότητας στους εργαζόμενους στο δημόσιο προς το σκοπό της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών του, ώστε κάποιοι υπάλληλοι να μετακινηθούν σε άλλες υπηρεσίες και κάποιοι άλλοι να αποχωρήσουν, ώστε η χώρα να ανταποκριθεί και στη σχετική δέσμευση της για την αποχώρηση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το 2015. Σύμφωνα όμως με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), η επιλογή των εργαζομένων που τίθενται σε μια τέτοια κατάσταση δεν θα πρέπει να είναι ούτε αυθαίρετη, ούτε επιλεκτική, αλλά να γίνει με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, βάσει των ικανοτήτων, των προσόντων, της απόδοσης, της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και της οικονομικής κατάστασης των υπαλλήλων. Τούτο υπαγορεύει και η αρχή της αξιοκρατίας (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος), η οποία επιβάλλει, η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις αλλά και η διατήρηση των θέσεων αυτών από τους υπαλλήλους που τις έχουν καταλάβει να γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων (ΣτΕ 2099/2000, 5094/1996, 3675/1996 κ.α.). Περαιτέρω, ο νομοθέτης έχει από το Σύνταγμα ευρύτατη εξουσία οργάνωσης των δημοσίων υπηρεσιών, τόσο ως προς τη δομή τους (σύσταση και κατάργηση Υπουργείων, Γενικών ή Ειδικών Γραμματειών, Γενικών Διευθύνσεων, αυτοτελών υπηρεσιών κ.λ.π.), όσο και ως προς τη σύσταση, την κατάργηση θέσεων και τη βαθμολογική κλίμακα των δημοσίων υπαλλήλων που καταλαμβάνουν τις θέσεις αυτές (ΣτΕ 1715, 1722/1983 (Ολομ.), 2934/1993,3045- 46/1997). Ωστόσο, οι μεταβολές που επιχειρεί ο νομοθέτης στις δομές της δημόσιας διοίκησης πρέπει να είναι προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης βασιζόμενης στις αρχές της διοικητικής επιστήμης, ώστε να τεκμηριώνεται ότι οι νέες ρυθμίσεις είναι ορθολογικές, διαρκείς και αποτελεσματικές και όχι περιστασιακές και αποσπασματικές (Πρ.ΣτΕ 44/2000, 528/1999). Οσον αφορά ειδικότερα τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, η αρχή της διοικητικής αυτοτέλειας, η οποία κατοχυρώνεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος, αλλά και στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (άρθρο 3 παρ. 1), επιβάλλει οι μεταβολές να γίνονται αφού ληφθούν υπόψη, τυχόν, τοπικές ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες των θιγομένων ΟΤΑ και όχι οριζόντια χωρίς αποτυπωμένα στο νόμο κριτήρια αξιολόγησης των οργανωτικών δομών τους (Γ. Σωτηρέλη, γνμδ σε σχέση με τα άρθρα 80, 81 και 90 του ν. 4172/2013). Εξάλλου, με το άρθρο 90 του ν. 4173/2013 συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του θεσμού της διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης θέσης προσωπικού ανά κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα. Η διαδικασία της διαθεσιμότητας προβλέφθηκε αρχικά στην υποπαράγραφο 2 του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 «Εγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» και αποτέλεσε θεσμική συνέχεια της εργασιακής εφεδρείας. Πρόκειται για μια διαδικασία προσωρινής διατήρησης των μισθολογικών απολαβών του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ σε περίπτωση κατάργησης των θέσεών τους, μειωμένων κατά 25%, έως την ενδεχόμενη μεταφορά τους σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα. Σε περίπτωση που η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, τότε το προσωπικό απολύεται. Σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 1 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α 167 23.07.2013) «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α` 222), όπως ισχύει. Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη». Με την παράγραφο 2 του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 ορίσθηκαν εξαιρέσεις από την ως άνω διάταξη. Ειδικότερα ορίσθηκε ότι «Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνε»: α) τον υπάλληλο που είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67% ή πολύτεκνος, κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου πρώτου του "ν. 1910/1944 (Α` 229), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3454/2006 (Α` 75), εφόσον τα τέκνα, που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1910/1944, συνοικούν με αυτόν και ανήκουν στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., β) τον υπάλληλο του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο που ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως ισχύει, και έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, γ) τον υπάλληλο, ο οποίος, δυνάμει νόμου ή δικαστικής αποφάσεως, ασκεί κατ` αποκλειστικότητα τη γονική μέριμνα τέκνου, που συνοικεί με αυτόν και ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., και έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ, δ) τον υπάλληλο του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος τίθεται σε διαθεσιμότητα δυνάμει του παρόντος νόμου, ε) τον υπάλληλο, ο οποίος έχει ορισθεί δικαστικός συμπαράστασης δυνάμει δικαστικής αποφάσεως και συνοικεί με τον συμπαραστατούμενο, ο οποίος έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ. Οι υπάλληλοι που πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων αχ έως ε" καθώς και οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού διπλώματος εκ των υπαλλήλων της παραγράφου 1 που τίθενται σε διαθεσιμότητα, μετατάσσονται αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ειδικότητας Διοικητικού με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν στο δήμο στον οποίο ανήκε η θέση τους πριν την κατάργηση της με την παράγραφο 1. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 «Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ1 και Ζ2 του ν. 4093/2012 (Α` 222)». Περαιτέρω με τις υποπαραγράφους Ζ1 και Ζ2 του ν. 4093/2012 στις οποίες παραπέμπει η παρ. 3 του άρθρου 80 του ν. 4172/2013, όπως η υποπαράγραφος Ζ1 περίπτωση 1 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013 και η υποπαράγραφος Ζ1 περίπτωση 4 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 άρθρου 91 του ν. 4172/2013, προβλέπεται η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και η μεταφορά υπαλλήλων που διατηρούν τη δημοσιοϋπαλληλική τους ιδιότητα των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, εφόσον η μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η θέση των μονίμων πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι θέσεις των οποίων καταργούνται, σε καθεστώς διαθεσιμότητας σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α` 222), όπως ισχύει και εφαρμόζεται ανάλογα, κατά τα προαναφερθέντα, και στην περίπτωση της θέσης σε διαθεσιμότητα των σχολικών φυλάκων με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, λόγω κατάργησης στους δήμους των θέσεων της αντίστοιχης ειδικότητας, έγινε σε εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016, στο πλαίσιο υποχρεώσεων που έχει αναλάβει το Ελληνικό Δημόσιο, αφενός με την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης με την Ευρωπαϊκή Ενωση και εν συνεχεία της από 8.5.2010 σύμβασης δανειακής διευκόλυνσης, αφετέρου δε με την κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2014 (ν. 3986/2011) και 2013 - 2016 (ν. 4093/2012). Οι άνω ρυθμίσεις έχουν κατά το νομοθέτη διττό στόχο, μεταρρυθμιστικό και δημοσιονομικό. Το μέτρο της διαθεσιμότητας, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, απέβλεψε στον εξορθολογισμό και περιορισμό ενός διογκωμένου δημόσιου τομέα, που επιβαρύνει τις δημόσιες δαπάνες και δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί, εντάσσεται στον συνολικό σχεδιασμό αναδιοργάνωσης της δημόσιας διοίκησης και ορθολογικής κατανομής του προσωπικού της (που διαπιστωμένα πλεονάζει σε ορισμένες υπηρεσίες, ενώ άλλες έχουν σοβαρές ελλείψεις), αλλαγή η οποία έχει καταστεί ιδιαίτερα επιτακτική λόγω της πρωτοφανούς δημοσιονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα και αποβλέπει στη βέλτιστη αναδιοργάνωση και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού του δημοσίου τομέα. Παράλληλα το μέτρο αυτό - επίσης σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση - θα συμβάλλει έμμεσα στην περιστολή δημοσίων δαπανών και ως εκ τούτου αποτελεί τμήμα του ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, λαμβανομένης υπόψη της οξύτατης οικονομικής κρίσης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ` εξοχήν λόγους δημοσίου συμφέροντος. Πλην όμως ο θεσμός της διαθεσιμότητας, που θεσπίσθηκε με το ν. 4093/2012 «Eγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (ΦΕΚ Α` 222), όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 4 της από 19.11.2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α` 229) - η οποία όμως δεν κυρώθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 43 του Συντάγματος από την Βουλή - και εν συνεχεία με το άρθρο 15 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α` 18), το οποίο έχει αναδρομική ισχύ από 19.11.2012 (άρθρο 49 παρ. 3 ν. 4111/2013), εισάγει - όπως και η εργασιακή εφεδρεία των παρ. 3 επ. του άρθρου 34 του ν. 4024/2011 που προηγήθηκε - ένα νέο «sui generis» είδος απόλυσης υπό προθεσμία, το οποίο εφαρμόζεται στον στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (έτσι για τον θεσμό της «εργασιακής εφεδρείας» οι ΜΠρΑθ 4796/2012 ΕΕργΔ 2012.749 και ΜΠρΑθ 7112/2012 ΕΕργΔ 2012.1009). Για τη θέση του εργαζομένου σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, λαμβάνονται υπόψη μόνο (α) η κατηγορία εκπαίδευσης και ειδικότητα του εργαζόμενου, (β) η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί για την πρόσληψη του, καθώς και (γ) η αναλογία του προσωπικού που πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις για να τεθεί σε διαθεσιμότητα προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στον ίδιο κλάδο και συνολικά στον ίδιο φορέα. Το γεγονός, όμως, ότι ο νόμος προβλέπει ως ενδεχόμενο να μην απολυθεί τελικά ο εργαζόμενος που τίθεται σε διαθεσιμότητα, αλλά αντ` αυτού να μεταταγεί σε άλλη θέση εργασίας στον δημόσιο τομέα - ακόμη και με υποδεέστερα καθήκοντα ή δυσμενέστερους όρους εργασίας - ουδόλως αναιρεί τον χαρακτήρα του θεσμού αυτού ως «sui generis» διαδικασίας απολύσεως. Και αυτό, επειδή η μόνη βέβαιη έννομη συνέπεια που προβλέπεται από το νόμο είναι η λύση της σύμβασης εργασίας με την πάροδο της 13ης Νοεμβρίου 2013, ενώ αντίθετα είναι αβέβαιο αν ο εργαζόμενος που τέθηκε σε διαθεσιμότητα θα μεταταγεί μέχρι τότε. Αν επρόκειτο για διαδικασία κινητικότητας με σκοπό την ορθολογικότερη κατανομή του προσωπικού του δημοσίου τομέα και όχι για διαδικασία απόλυσης, ο νόμος δεν θα προέβλεπε ως έννομη συνέπεια τη λύση των συμβάσεων εργασίας, η οποία προδήλως υπερακοντίζει τον σκοπό αυτό. Αλλά ακόμη κι αν η θέση του εργαζομένου σε διαθεσιμότητα, παρά το γεγονός ότι οδηγεί στη λύση της εργασιακής σχέσης, δεν χαρακτηριζόταν ως διαδικασία απολύσεως, αναμφίβολα επιφέρει αμέσως την αναστολή της εργασιακής σχέσης. Ετσι, καθ` όλη τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, ο εργαζόμενος δεν δύναται πλέον να παρέχει την εργασία του, ούτε ο εργοδότης να την αποδέχεται. Ομως, η παροχή εργασίας αποτελεί δικαίωμα του εργαζομένου, το οποίο ερείδεται επί του δικαιώματος της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), επί του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και επί του ατομικού και κοινωνικού δικαιώματος για εργασία (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Επίσης, κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, ο εργαζόμενος υφίσταται δραστικότατη μείωση των αποδοχών του, αφού κατά το έτος που αυτή διαρκεί δικαιούται να λαμβάνει μόνο το 75%. Καθώς μάλιστα πρόκειται για εργαζομένους του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η περικοπή αυτή των αποδοχών του εργαζομένου έρχεται σε συνέχεια των επανειλημμένων δραστικών περικοπών αποδοχών που επέφεραν τα δύο τελευταία έτη οι νόμοι 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011. Ετσι η περικοπή αυτή των αποδοχών του εργαζομένου κατά 25% που συνεπάγεται η θέση σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, δεν μπορεί να κριθεί αυτοτελώς, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η νέα αυτή δραστική περικοπή κατά 25% των αποδοχών του εργαζομένου επιφέρει δραστική μείωση του βιοτικού επιπέδου του εργαζομένου σωρευτικά με τις προηγούμενες περικοπές αποδοχών. Οι μεταβολές αυτές στη σύμβαση εργασίας, οι οποίες μετά την πάροδο έτους οδηγούν στη λύση της, επέρχονται ανεξάρτητα από την πραγματική βούληση και τις ανάγκες των συμβαλλομένων σε αυτήν μερών. Συνακόλουθα, οι προδιαληφθείσες διατάξεις θίγουν κατ` αρχήν στον πυρήνα τους την συμβατική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και την εργασία ως δικαίωμα στην περιουσία του εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι λόγοι γενικότερου συμφέροντος, συνιστάμενοι στη δημοσιονομική εξυγίανση του Δημοσίου, θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογήσουν κατ` εξαίρεση την παρέμβαση του νομοθέτη, και πάλι οι επίμαχες διατάξεις δεν αντέχουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας και της συμφωνίας τους με τους ορισμούς της ΕΣΔΑ. Και αυτό γιατί το γενικό συμφέρον σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσβολή του πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο οποίος, ως περιορισμός των περιορισμών, συνιστά το απαραβίαστο όριο για κάθε ρύθμιση του κοινού νομοθέτη. Με τις επίμαχες διατάξεις παραβιάζεται όμως ο πυρήνας της συμβατικής ελευθερίας των μερών της σύμβασης εργασίας, καθόσον μ` αυτές ο νομοθέτης δεν επενέβη απλώς προς την κατεύθυνση της τροποποίησης των όρων της, αλλά επιβάλλει αμέσως την αναστολή και εν συνεχεία, με μόνη την πάροδο έτους, την κατάλυση της ίδιας της συμβατικής σχέσης. Εξάλλου, με τη νομοθετική αναστολή και εν συνεχεία κατάλυση της εργασιακής σχέσης και συνακόλουθα της υλικής βάσης της ύπαρξης του εργαζομένου, προσβάλλεται και η ανθρώπινη αξία, το απαραβίαστο της οποίας διακηρύττει το άρθρο 2 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Συντάγματος «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας, ελέγχοντας την συνταγματικότητα των μισθολογικών περικοπών που έγιναν στον στενό δημόσιο τομέα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, με σκοπό την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, συνήγαγε ότι οι επεμβάσεις του νομοθέτη που προκαλούν διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του εργαζομένου αντίκεινται στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ακόμη και όταν με αυτές επιδιώκεται σκοπός γενικού συμφέροντος (ΟλΣτΕ 668/2012, σκ 35, προς το τέλος). Με την αναστολή και εν συνεχεία κατάλυση των συμβάσεων εργασίας, που επιβάλλει ο ν. 4093/2012, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλομένων στη σύμβαση εργασίας μερών, αλλά και χωρίς συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των τιθεμένων σε διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξης του και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικά μεγάλης ανεργίας, οι οποίες καθιστούν την ανεύρεση άλλης εργασίας πρακτικά αδύνατη. Έτσι όμως προσβάλλεται και η ανθρώπινη αξία, το απαραβίαστο της οποίας διακηρύττει το άρθρο 2 του Συντάγματος. Περαιτέρω, η νομοθετική αυτή επέμβαση προσβάλλει και το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού». Τούτο διότι η προπεριγραφείσα νομοθετική παρέμβαση, δια της νομοθετικής επιβολής απολύσεων (και μάλιστα υπό τις παρούσες οικονομικές δυσμενείς συνθήκες) προδήλως λαμβάνει χώρα προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που επιτάσσει το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου η επέμβαση του νομοθέτη στα προστατευόμενα από τις διατάξεις αυτές ελευθερίες και αγαθά, θα πρέπει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι ως άνω ρυθμίσεις του ν. 4093/2012 θεσπίσθηκαν για λόγους γενικότερου συμφέροντος και ότι αυτές δεν φτάνουν στο σημείο να πλήττουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων που θίγονται, και πάλι θα έπρεπε να μην ξεπερνούν τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι από το τρίπτυχο της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της εν στενή εννοία αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. 4 του Συντάγματος). Επιπλέον θα έπρεπε να τηρείται σε κάθε περίπτωση και η αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), η παραβίαση της οποίας επίσης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από κανένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο που λήφθηκε πρόσφορο, θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο, ώστε να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση της εργασίας που αυτό παρέχει. Η καταβολή του μισθού στη σύμβαση εργασίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, ούτε κοινωνική παροχή, αλλά το αντάλλαγμα για την εργασία του εργαζόμενου. Κάθε εχέφρων εργοδότης κατά την κοινή πείρα θα επέλεγε πρώτα να περικόψει τις θέσεις εργασίας που δεν είναι αναγκαίες για την επιχείρηση, καθώς και να απολύσει τους ολιγότερο αποτελεσματικούς και ολιγότερο συνεπείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, ώστε να μεγιστοποιήσει το όφελός του από την παρεχόμενη εργασία για την οποία καταβάλλει τον μισθό. Το κριτήριο, όμως, που επελέγη από το νομοθέτη με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012 για την επιλογή των απολυτέων, ουδόλως κατάλληλο είναι για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Ετσι, η πλήρης παράβλεψη κατά την επιλογή των απολυτέων της αναγκαιότητας ή μη των θέσεων εργασίας που περικόπτονται, καθώς και της συγκριτικής αξιολόγησης της απόδοσης των εργαζομένων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον ορθό λόγο και την αρχή της οικονομικής αξιοποίησης των δημοσίων πόρων, αποτελώντας πρόδηλη σπατάλη, και ως εκ τούτου είναι απρόσφορη, αφού αντιστρατεύεται ευθέως τον σκοπό της ορθολογικότερης κατανομής του προσωπικού των φορέων του δημοσίου τομέα και της δημοσιονομικής εξυγίανσης, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι σκοποί αυτοί διώκονται από τον ν. 4093/2012. Με την αναστολή και στη συνέχεια κατάλυση των συμβάσεων εργασίας, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλομένων στις συμβάσεις εργασίας μερών, αλλά και χωρίς τη συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των τιθέμενων σε διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξης του και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικά μεγάλης ανεργίας, οι οποίες καθιστούν την ανεύρεση άλλης εργασίας πραγματικά αδύνατη. Δεν είναι, επομένως, επιτρεπτή η επιβολή μέτρων που βαρύνουν δυσανάλογα ορισμένες κατηγορίες πολιτών έναντι άλλων ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων μέτρων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών, εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο, που λήφθηκε, πρόσφορο, θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο ώστε να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση που αυτό παρέχει (για τα ανωτέρω βλ. ενδεικτικά ΜονΠρΑθ 1756/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΧίου 37/2013 ΕΕργΔ 2013.338, ΜΠρΜεσ 63/2013 ΕΕργΔ 2013.353, ΜΠρΞάνθης 90/2013 ΕΕργΔ 2013.347, ΜΠρΠατρών 494/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). 
Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής, με το άρθρο 80 παρ. 1 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α 167 23.07.2013), οι σχολικοί φύλακες υπήχθησαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, η οργανική τους θέση καταργήθηκε, ενώ από την 23.07.2013 λαμβάνουν το ποσό που αντιστοιχεί στο 75% των αποδοχών τους για διάστημα οκτώ μηνών μετά το πέρας του οποίου (και εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν), η υπαλληλική τους σχέση λύεται. Οι διατάξεις αυτές, όπως ήδη εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, αντιστρατεύονται ευθέως τις προαναφερθείσες αρχές της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της ορθολογικής διάρθρωσης των υπηρεσιών του Δημοσίου. Τούτο δε διότι η επιλογή των εργαζομένων που τίθενται σε μια τέτοια κατάσταση, δεν γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν και επί πλέον η κατάργηση των παραπάνω οργανικών θέσεων δεν πραγματοποιείται στη βάση μιας ολοκληρωμένης και εμπεριστατωμένης μελέτης αναδιάρθρωσης των δημοσίων υπηρεσιών, αλλά στηρίζεται αποκλειστικά στο τυχαίο κριτήριο της κατάληψης θέσεων κατηγορίας ΔΕ των προαναφερόμενων ειδικοτήτων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες ανάγκες της καθεμίας, ότι οι υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής δεν χρειάζονται τις υπηρεσίες των υπαλλήλων αυτών των ειδικοτήτων, μολονότι δεν έχει συνταχθεί σχετικό οργανόγραμμα στη βάση των πραγματικών αναγκών τους (ΜΠρΠατρ 202/2014 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΠρεβ117/2014 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΑθ 13915/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΑθ 13917/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΑθ 13919/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Εξάλλου, ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχόμενης από τον υπάλληλο θέσεως, είτε μεμονωμένως, είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία, πλην όμως και πάλι ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή του τρόπου ρυθμίσεως των θεμάτων που σχετίζονται με την κατάργηση οργανικών θέσεων, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια. Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και τη διοικητική αναδιοργάνωση του, ωστόσο οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει αφενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικούμενους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου, και αφετέρου να εναρμονίζονται με τις αναφερθείσες συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο διορισμός δημοσίου υπαλλήλου προϋποθέτει κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις την προηγούμενη νομοθέτηση οργανικής θέσεως, συνεπώς, δε, και την ορθολογική οργάνωση των λειτουργιών και των εν γένει υπηρεσιών του Κράτους, δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο θεμιτός σκοπός της αναδιοργανώσεως των δημόσιων υπηρεσιών και της ορθολογικής διαχειρίσεως της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης να καθορίζονται όροι υποχρεωτικής απομακρύνσεως υπαλλήλων από την υπηρεσία με βάση κριτήρια μη συνδεόμενα με τις λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της Διοικήσεως αλλά και με τα προσόντα, τις ικανότητες και την εν γένει υπηρεσιακή τους απόδοση και η κατάργηση των οργανικών θέσεων, τις οποίες κατείχαν οι απομακρυνόμενοι, να επέρχεται ως αυτόθροη συνέπεια της απομακρύνσεως (βλ. την υπ` αριθ. 3354/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του ν. 4024/2011, με τις οποίες προβλέπεται η προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα και η αυτοδίκαιη απόλυση των υπαλλήλων). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 2112/1920, 288, 361, 648, 652 ΑΚ προκύπτει ότι η επιχειρούμενη από τον εργοδότη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει την επαναφορά της εργασιακής του απασχόλησης στην προηγουμένη κατάσταση (ΑΠ 1743/1991 ΕΕργΔ51, 982, ΕφΑθ 3618/1990 ΝοΒ. 389 1349, ΜΠΠειρ 2700/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία). Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί πραγματικώς τον εργαζόμενο και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν, όμως, ως άνω νόμιμη άρνηση του εργοδότη καθίσταται παράνομη, όταν καθίσταται καταχρηστική, το οποίο συμβαίνει, όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ ή των προαναφερομένων διατάξεων του Συντάγματος, οπότε παρέχεται σε αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1672/2007 ΕΕργΔ 2008.968, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 2007.1487). Υπάρχει, δε, αγώγιμη αξίωση του μισθωτού, του οποίου ακυρώνεται, με δικαστική απόφαση, η απόλυση του ως καταχρηστική, να ζητήσει την πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, ενώ, για να καταδικαστεί ο εργοδότης σε πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ (για το ότι οι δημιουργούμενες από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεις των μερών, όπως είναι η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσφερόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες, εμπίπτουν στη ρύθμιση της ΚΠολΔ 946 παρ. 1, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 28/2006 Χρϊδ 2006.521, όμοια η ΑΠ 41/2006 ΕλλΔνη 2006.787, ΑΠ 255/2005 ΕΕργΔ 2006.487, ΕφΑθ 8860/2006 ΕλλΔνη 48(2007).886, βλ. ακόμη και ως προς την αυτεπάγγελτη εφαρμογή από το Δικαστήριο του άρθρου 946 ΚΠολΔ, ΑΠ 1167/1999 ΕΕργΔ 2001.731, Δημ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (εκδ. 2002), αρ. 940), δεν απαιτείται να συντρέχουν και άλλοι όροι, δηλονότι η απόκρουση των προσφερόμενων υπηρεσιών να έχει γίνει υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ ή να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθρο 57 ΑΚ) ή υπαιτίως να προσβάλουν το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ΑΠ 1540/2006 ΕΕργΔ 2007.810, ΕφΘεσ 1774/2007 Αρμ 2007.1748).

IV. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή τους, κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απασχολούνται από τις ημερομηνίες, που αναγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο σε σχολικά συγκροτήματα του εναγόμενου Δήμου Αθηναίων και ότι με το ν. 4172/2013, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 23.07.2013, εντάχθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των θέσεων τους, με την προηγούμενη σοβαρή μείωση των αποδοχών τους, έτι δε περαιτέρω ότι η θέση τους σε διαθεσιμότητα είναι παράνομη και άκυρη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο, καθώς και στις θεμελιώδεις διοικητικές αρχές για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής τους. Οτι η θέση τους σε διαθεσιμότητα ισοδυναμεί με παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας τους, προκαλώντας σε αυτούς υλική ζημία που προκλήθηκε από την περικοπή κατά 25% των αναφερόμενων στο αγωγικό δικόγραφο αποδοχών τους για διάστημα 8 μηνών.

Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες ζητούν - κατόπιν μερικού νόμιμου περιορισμού του αιτήματος της αγωγής τους, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους στο ακροατήριο, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την οποία (δήλωση) επανέλαβαν με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 294 εδαφ. 1, 295 παρ. 1, 297, 223, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, σχετικά με τα αιτούμενα ποσά, ττου αφορούν στη μείωση των αποδοχών τους κατά την οκτάμηνη περίοδο της διαθεσιμότητας τους (για το νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό βλ. ΑΠ 963/2006 δημ. στην Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1308/2004 Ελλ. Δνη. 2005.74, ΑΠ 652/2003 Ελλ. Δνη. 2004. 1023) - Α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, με τους αυτούς όρους, Β) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος υποχρεούται να καταβάλει ... Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί τη εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι οι διαφορές από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου των εργαζομένων στα ν.π.δ.δ. είναι ιδιωτικές και ως εκ τούτου η δικαστική αμφισβήτηση της θέσεως των εναγόντων σε διαθεσιμότητα γεννά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι ακυρωτική διαφορά (ΣτΕ 1070/2012 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1359/1996, ΕΕργΔ 57.329) και οι εν λόγω διαφορές ανήκουν στην κυριαρχική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων κατ` άρθρο 94 του ισχύοντος Συντάγματος (ΑΕΔ 3/2004 «ΝΟΜΟΣ», ΑΕΔ 11/1992 «ΝΟΜΟΣ», ΟλΑΠ 490/1982, ΝοΒ 1983.204, ΑΠ 1255/2013 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 873/2002). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις προμνησθείσες στη μείζονα πρόταση της παρούσας διατάξεις, καθώς και σ` αυτές των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349, 351 του ΑΚ, 1, 2, 7 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, και των άρθρων 68, 70, 176, 191 αρ. 2 και 946 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο είναι το παρεπόμενο αίτημα της κήρυξης της παρούσας προσωρινώς εκτελεστής, καθόσον κατά το άρθρο 909 αρ. 1 του ΚΠολΔ προσωρινή εκτέλεση δεν μπορεί να διαταχθεί σε βάρος του Δημοσίου, των Δήμων και των Κοινοτήτων, στην έννοια, δε, των τελευταίων περιλαμβάνονται και όλοι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), όπως και ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων. Εξάλλου, α) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν.Δ. 317/ 1968, «περί προστασίας της περιουσίας των Ο.Τ.Α. και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων», ορίζεται ότι «αι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενοι εις το Δημόσιον ειδικαί προστατευτικοί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον αι τυχόν υφιστάμενοι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομία! εν γένει δεν είναι ευρύτεροι ή ευνοϊκότεροι των επί του δημοσίου ισχυουσών» και β) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 276 εδ. β1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ισχύς από 01.01.2007), μεταξύ άλλων, οι Δήμοι και οι Κοινότητες (άρα και όλοι οι Ο.Τ.Α.) έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο (βλ. σχετ. και ΑΠ 1405/2008 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α). Ειδικότερα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το άρθρο αυτό δεν θεωρείται καταργημένο μετά τη δημοσίευση του ν. 2462/1997, που κύρωσε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπως υποστηρίζεται (βλ. σχετικά με την άποψη αυτή Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμ ΚΠολΔ, Συμπλήρωμα 2001, άρθρο 909, αρ. 2), αλλά συνεχίζει να ισχύει χωρίς να προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Συμφώνου, που υποχρεώνει τα κράτη - μέλη να εγγυώνται την εκτέλεση (όχι όμως και την προσωρινή εκτέλεση, που αφορά στην επίδικη περίπτωση) από τις αρμόδιες αρχές κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή μία προσφυγή (αγωγή κ.λπ.), αφού με το άρθρο 909 αρ. 1 του ΚΠολΔ δεν αποκλείεται γενικά η εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου (όπως συνέβαινε για τις χρηματικές απαιτήσεις με το ήδη καταργηθέν άρθρο 8 του ν. 2097/1952), αλλά απαγορεύεται απλά και μόνο η εκτέλεση σε ένα πρώιμο στάδιο, προτού δηλαδή η απόφαση καταστεί τελεσίδικη και αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (βλ. Σ. Σταματόπουλο, Αναγκαστική Εκτέλεση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, έκδ. 2000, σ. 229 έως 258, καθώς και Δ 31, 169 έως 189, για το ίδιο θέμα βλ. Κρουσταλάκης Δίκη 2003. 1092, Μπέης Δίκη 2005. 683, ο ίδιος στη Δίκη 2003. 1144, Κασιμάτης Δίκη 2003. 1075). Επιπροσθέτως και κατ` επάλληλη σκέψη, ειδικά, όσον αφορά στα ως άνω ποσά, που κατά τα ανωτέρω μετετράπησαν σε αναγνωριστικά, το ως άνω παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο για τον πρόσθετο λόγο ότι προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται μόνον οι καταψηφιστικές αποφάσεις και όχι εκείνες που προβαίνουν σε αναγνώριση δικαιώματος, ήτοι οι αναγνωριστικές αποφάσεις οι οποίες και τελεσίδικες να καταστούν δεν αποτελούν εκτελεστούς τίτλους (Εφ. Θεσ. 28365/2011 Αρμ. 2012 σελ. 914, Εφ. Αθ. 628/2003 Ελλ. Δνη 2004,1470, Π.Πρ. Αθ. 1232/2011 δημ. στην Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ», βλ. επίσης Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα «Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας», τόμος II, έκδοση 2000 υπό το άρθρο 907, σελ. 1721 αρ. 3, Β. Βαθρακοκοίλη «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση (κατ` άρθρο)» τόμος Ε` σελ. 48 αριθμ. 3 και σελ. 156 αριθμ. 6). Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, αφού για το αντικείμενο της δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

V. Από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα των εναγόντων (ο εναγόμενος δεν επιμελήθηκε της εξετάσεως μάρτυρα), η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται [άρθρα 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, βλ. ΑΠ 1351/2003 Ελλ.Δνη 45.1037, ΑΠ 1150/2003 Ελλ.Δνη 46 (2005) 405)] αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες απασχολούνταν στο Δήμο Αθηναίων, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον κλάδο ΔΕ σχολικών φυλάκων. Αρχικά και ήδη από το έτος 2001 απασχολήθηκαν στο πρόγραμμα «Απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων» που διοργάνωσε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «..............» στο πλαίσιο σχετικής προγραμματικής σύμβασης μεταξύ αυτής, του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας έως και τις 31.12.2006, οι πρώτος και τέταρτος των εναγόντων και τις 12- 10-2006, οι λοιποί ενάγοντες. Το Α.Σ.Ε.Π, με την υπ` αρ. 852/31-3-2006 απόφαση του Δ` Τμήματος, αποφάσισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγόντων, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους, ως συμβασιούχοι του Δήμου Αθηναίων, στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του Π.Δ 164/2004 και έτσι οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια και με την υπ` αρ. 43279/11-9-2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών-Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1398 Β`/14-9-2006, συστήθηκαν 375 οργανικές θέσεις σχολικών φυλάκων (Δ.Ε) με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δήμο Αθηναίων, τις οποίες κατέλαβαν, μεταξύ άλλων, και οι ενάγοντες. Κατόπιν των ανωτέρω και σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3320/2005, δυνάμει της υπ` αρ. 201586/6-12-2007 απόφαση Δημάρχου, ο πρώτος ενάγων και δυνάμει της υπ` αρ. 121750/12-10-2006, απόφασης Δημάρχου οι λοιποί ενάγοντες, κατετάγησαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως σχολικοί φύλακες στη Διεύθυνση Σχολικής Μέριμνας. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την Α.Η.Π 043321/7-3-2012 απόφαση Δημάρχου, άπαντες οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν ως σχολικοί φύλακες, σε οργανικές θέσεις, στο τμήμα Διοίκησης Εποπτείας και Υποστήριξης Σχολικών Επιτροπών και Δημοτικών Επιτροπών Παιδείας της Διεύθυνσης Παιδείας και Δια βίου Μάθησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το «Καθηκοντολόγιο Φυλάκων Σχολικών Κτιρίων», οι σχολικοί φύλακες είναι προσωπικό των OTA α` βαθμού και τα καθήκοντά τους καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 35 του νέου Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007 ΦΕΚ 143/Α/28.6.2007), σύμφωνα με τις οποίες οι υπάλληλοι εκτελούν τα καθήκοντα του κλάδου για τον οποίο προσλήφθηκαν. Επιπλέον, οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των Φυλάκων σχολικών κτιρίων προσδιορίζονται από το σχετικό καθηκοντολόγιο, που είχε εκδοθεί με την έναρξη του προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, με τη συνεργασία των συναρμόδιων Υπουργείων, του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού- ΛΑΕΚ της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, σύμφωνα, δε, με το εν λόγω έγγραφο, ο ρόλος του φύλακα σχολικού κτιρίου είναι η επιτήρηση, η διαπίστωση της καλής κατάστασης και η μέριμνα για τη διατήρηση της καλής κατάστασης του σχολικού κτιρίου και των γύρω υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων του, από φθορές οι οποίες μπορεί να προκύψουν από εξωσχολικά και μη εξωσχολικά άτομα, με στόχο τη διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών για την ομαλή λειτουργία του σχολείου (άρθρο 1). Τα καθήκοντα του φύλακα σχολικού κτιρίου κατά τη διάρκεια της δωρης βάρδιας του, είναι: 1) να καθιστά την παρουσία του εμφανή, 2) να επιτηρεί την καλή κατάσταση των κτιριακών εγκαταστάσεων του σχολείου, 3) να επιτηρεί την καλή κατάσταση των υπαίθριων χώρων του σχολείου, 4) να ελέγχει την είσοδο εξωσχολικών ατόμων σε χώρους του σχολείου, 5) να διαπιστώνει την καλή λειτουργία του φωτισμού, των υδραυλικών και λοιπών εγκαταστάσεων του σχολείου, 6) να επιβλέπει την ασφάλιση των χώρων του σχολείου (με την έννοια ότι θα διαπιστώνει εάν οι ευάλωτοι σε φθορές/κλοπές χώροι του σχολείου είναι κλειδωμένοι και τα κλειδιά βρίσκονται ασφαλισμένα σε προκαθορισμένη θέση), 7) να ενημερώνει αμέσως για οποιοδήποτε συμβάν τον Διευθυντή του σχολείου, το αρμόδιο προσωπικό του Δήμου και την καθ` ύλην αρμόδια Υπηρεσία (π.χ. οικεία Αστυνομική Αρχή, Πυροσβεστική Υπηρεσία, ΔΕΗ κλπ) και, 8) να συμπληρώνει και να υπογράφει το βιβλίο συμβάντων-παρουσίας ασκούμενου, με την έναρξη και λήξη της βάρδιας του και αντίστοιχα να παραδίδει και να παραλαμβάνει ενυπόγραφα τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό στο τέλος της βάρδιας του στο τηρούμενο βιβλίο παράδοσης του εξοπλισμού (άρθρο 5), όταν, δε, λειτουργεί το σχολείο (δηλαδή κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας και των διαλειμμάτων) ο σχολικός φύλακας α) φροντίζει κυρίως για τον περιβάλλοντα χώρο του σχολείου και όχι για τις κτιριακές εγκαταστάσεις στις οποίες πραγματοποιείται διδασκαλία. Ερευνά όμως την κατάσταση τους, τόσο κατά την ανάληψη της βάρδιας, όσο και κατά τον χρόνο που πλησιάζει το πέρας αυτής, β) ελέγχει τα άτομα που εισέρχονται στον αύλειο χώρο του σχολείου και απομακρύνει εκείνα που δεν έχουν καμία σχέση με αυτό, μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του σχολείου. Σε περίπτωση,που αυτά αρνούνται να απομακρυνθούν, ενημερώνει τον Διευθυντή του Σχολείου και ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας μετά από εντολή του και γ) πριν από την έναρξη και λήξη των μαθημάτων ελέγχει το χώρο που βρίσκεται στην είσοδο του σχολείου προκειμένου να αποφευχθεί η παρουσία και η είσοδος εξωσχολικών ατόμων στον αύλειο χώρο. Ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του χώρου του κάθε σχολικού κτιρίου, ο Διευθυντής του σχολείου θα ενημερώσει τον φύλακα, πόσες και ποιες είσοδοι του σχολείου θα παραμένουν ανοιχτές κατά την προσέλευση των μαθητών και αντίστοιχα εάν κατά πόσο αυτές θα πρέπει να κλείνουν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου. Και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ελέγχεται η είσοδος των επισκεπτών, να συστήνει να απομακρυνθούν τα άτομα που υπερπηδούν τα κάγκελα και σε περίπτωση που αρνούνται να απομακρυνθούν, ενημερώνει το Διευθυντή του σχολείου και ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας, μετά από εντολή του (άρθρο 6). Επίσης, όταν δεν λειτουργεί το σχολείο (δηλαδή μη εργάσιμες ημέρες και ώρες): Α) στις κτιριακές εγκαταστάσεις του σχολείου: ελέγχει, περιπολώντας σε τακτά χρονικά διαστήματα, όλους τους χώρους του κτιρίου και ιδιαίτερα εκείνους που στεγάζουν μεγάλης αξίας εκπαιδευτικό υλικό, όπως ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φροντίζει οι αίθουσες διδασκαλίας, τα εργαστήρια, οι κλειστές αθλητικές εγκαταστάσεις, τα γραφεία των διδασκόντων και οι χώροι οι οποίοι στεγάζουν μεγάλης αξίας υλικό και εξοπλισμό, να είναι ασφαλισμένοι και τα κλειδιά τους τοποθετημένα σε ασφαλή προκαθορισμένη θέση, μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του σχολείου, ελέγχει περιπολώντας σε τακτά χρονικά διαστήματα τους χώρους υγιεινής του σχολικού κτιρίου και ελέγχει περιπολώντας τους διαδρόμους έξω από τις αίθουσες διδασκαλίας και Β) στον αύλειο και περιβάλλοντα χώρο του σχολείου: ελέγχει περιπολώντας τον αύλειο και περιβάλλοντα χώρο του σχολείου, αποτρέπει την είσοδο ατόμων στο χώρο του σχολείου μόνο για τη χρήση των αθλητικών εγκαταστάσεων και εφόσον αυτό επιτρέπεται (μετά από συνεννόηση με το αρμόδιο πρόσωπο του Διευθυντή του σχολείου). Αντιστοίχως, συστήνει να απομακρυνθούν εκείνα τα άτομα από το χώρο της άθλησης και σε περίπτωση που αυτά αρνούνται να απομακρυνθούν, ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Δήμος δεν επιτρέπει τη χρήση των αθλητικών εγκαταστάσεων τού σχολείου κατά τις ώρες μη λειτουργίας του, φροντίζει ώστε όλες οι είσοδοι του σχολείου στον αύλειο χώρο να παραμένουν κλειστές και κλειδωμένες και τα κλειδιά τους ασφαλισμένα και τοποθετημένα στην προκαθορισμένη θέση μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του σχολείου, εκτός από τα κλειδιά μιας εισόδου τα οποία και θα κρατά κατά ιη διάρκεια της βάρδιας του. Τέλος, αποτρέπει τα εξωσχολικά άτομα να υπερπηδούν τα κάγκελα που περικλείουν τον αύλειο χώρο και σε περίπτωση που αρνούνται να απομακρυνθούν, ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας (άρθρο 5). Συνεπώς, οι σχολικοί φύλακες αποτελούν μέρος της ορθής λειτουργίας των σχολείων, καθώς επιτηρούν τις κτιριακές εγκαταστάσεις, αλλά και τους γύρω κοινόχρηστους υπαίθριους χώρους, φροντίζοντας καθημερινά για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου και την προστασία των μαθητών. Ειδικότερα, οι σχολικοί φύλακες, έχουν παρουσία στα γυμνάσια και στα λύκεια 145 δήμων της επικράτειας από το 2001, όταν, δε, αυξήθηκαν οι φθορές στις σχολικές εγκαταστάσεις, μέσω της διαδικασίας επιλογής του ΑΣΕΠ άρχισαν να επιλέγονται οι φύλακες στο πλαίσιο του προγράμματος «Απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων», πρόγραμμα το οποίο υλοποιήθηκε έπειτα από συνεργασία των 145 δήμων και κοινοτήτων της επικράτειας και των υπουργείων Εσωτερικών, Παιδείας, Εργασίας, Δημόσιας Τάξης, τον ΟΑΕΔ και την ΚΕΔΕ. Ακολούθως, οι ίδιοι υπέβαλαν τις αιτήσεις τους, μέσω ΑΣΕΠ, για τις θέσεις των φυλάκων σχολικών κτιρίων. Το έτος 2004 και έπειτα από υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι εργαζόμενοι εντάχθηκαν στο προεδρικό διάταγμα 164/2004. Παράλληλα και με τις διατάξεις του ν. 3320/2005, όσοι από τους, μέχρι τότε, 3.000 σχολικούς φύλακες κρίθηκαν από το ΑΣΕΠ ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004, κατατάχθηκαν σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας ΔΕ Σχολικών Φυλάκων, στους φορείς, στους οποίους απασχολούνταν κατά τη διάρκεια του προγράμματος «Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων». Από το Μάρτιο του 2006 έως και τον Φεβρουάριο του 2007 είχαν προσληφθεί σταδιακά 2.753 άνεργοι ως σχολικοί φύλακες. Ισως για κάποιους ο ρόλος του σχολικού φύλακα να είναι ανούσιος και να πρέπει να απολυθούν αυτοί οι 2.200 εργαζόμενοι, για τη σχολική όμως κοινότητα η παρουσία τους είχε ουσιαστικό και σημαντικό ρόλο. Χαρακτηριστικά, πριν από την τοποθέτηση τους η κατάσταση μέσα και έξω από τα σχολικά προαύλια ήταν δραματική. Ειδικά σε λύκεια της πρωτεύουσας γινόταν ακόμα και διακίνηση ουσιών, κατάσταση την οποία δεν μπορούσαν να διαχειριστούν οι εκπαιδευτικοί. Επίσης, προστάτευαν τον ακριβό τεχνολογικό εξοπλισμό από κλοπές και βανδαλισμούς, αλλά και τους ίδιους τους μαθητές και καθηγητές από εξωσχολικούς, οι οποίοι κυκλοφορούσαν εντός και εκτός των σχολείων. Παρόλα αυτά με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 80 του Ν. 4172/23.07.2013 (ΦΕΚ 167 τ. Α`) καταργήθηκαν στους Δήμους οι θέσεις της ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων, ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από 23.07.2013. Ειδικότερα, με την Α.Η.Π 171617/31-7-2013 Διαπιστωτική Πράξη Δημάρχου Αθηναίων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80 του Ν. 4172/2012, οι ενάγοντες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από 23-7-2013 και για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών. Για όσο χρόνο διαρκεί η διαθεσιμότητα τους παύουν να ασκούν τα καθήκοντα τους, κύρια και παρεπόμενα. Με δεδομένο, όμως, ότι οι σχολικοί φύλακες είχαν προσληφθεί στους ΟΤΑ ως άνεργοι στο πλαίσιο του προγράμματος «απόκτησης εργασιακής εμπειρίας 2700 ανέργων αποφοίτων λυκείου στη φύλαξη σχολικών κτιρίων» και οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου με το π.δ. 164/2004, καθώς κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ΟΤΑ και το αντικείμενο των καθηκόντων τους ήταν η επιτήρηση και η μέριμνα της καλής κατάστασης των σχολικών κτιρίων από τις φθορές με στόχο τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των σχολείων, τα εν λόγω καθήκοντα συνδέονταν άμεσα με την αρμοδιότητα που είχε δοθεί στους ΟΤΑ α` βαθμού να μεριμνούν για τη συντήρηση, την καθαριότητα και τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων με το άρθρο 75 παρ.1 περ. στ του ν. 3464/2006 ΔΚΚ (Γ. Σωτηρέλη ο.π). Συνεπώς, οι παραπάνω διατάξεις του ν. 4172/2013, με τις οποίες καταργήθηκαν οι θέσεις της παραπάνω ειδικότητας και το προσωπικό που υπηρετούσε σ` αυτές τέθηκε σε διαθεσιμότητα, αντιστρατεύονται ευθέως τις προαναφερθείσες αρχές της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ. Τούτο, δε, διότι η επιλογή των εργαζομένων που τέθηκαν στην κατάσταση αυτή δεν έγινε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν και επιπλέον η κατάργηση των παραπάνω οργανικών θέσεων δεν πραγματοποιήθηκε με αποτυπωμένα στο νόμο κριτήρια αξιολόγησης των οργανωτικών δομών των θιγομένων ΟΤΑ, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τυχαίο κριτήριο της εν λόγω ειδικότητας, χωρίς να ληφθούν υπόψη, τυχόν, τοπικές ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες καθενός ΟΤΑ. Θεωρήθηκε δηλαδή εκ προοιμίου βέβαιο ότι οι ΟΤΑ δεν χρειάζονται τις υπηρεσίες των υπαλλήλων αυτών των ειδικοτήτων, μολονότι δεν έχει συνταχθεί σχετικό οργανόγραμμα στη βάση των πραγματικών τους αναγκών. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 αντιστρατεύονται ευθέως στις προαναφερθείσες συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ, διότι η επιλογή των εναγόντων ως κλάδου και η θέση τους σε κατάσταση διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων, δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, αλλά πραγματοποιήθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες κάλυψης των οργανωτικών δομών του εναγομένου ΟΤΑ και της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης της λειτουργίας του, σημαντικό τμήμα της οποίας αφορά η φύλαξη και προστασία των σχολικών μονάδων και της πολύτιμης σχολικής περιουσίας από επιθέσεις και προσβολές τρίτων, οι οποίες είναι πολύ πιθανό να ενταθούν στο προσεχές μέλλον λόγω και της αύξησης της τοπικής εγκληματικότητας. Πέραν, όμως, των προαναφερομένων, η ανωτέρω ρύθμιση προσβάλλει και δη στον πυρήνα τους και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγόντων (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1, 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος), που επιβάλλουν το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, την προστασία της εργασίας και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αξιοκρατίας, διότι μεταβάλλει άρδην προς το χειρότερο τους όρους εργασίας των εναγόντων, αφενός μεν μειώνοντας κατά 25% τις ήδη μειωμένες αποδοχές τους, αφετέρου δε καθιστώντας αβέβαιο το μέλλον της ίδιας της εργασιακής σχέσης τους. Συνεπώς, η ενέργεια αυτή του εναγομένου να θέσει τους ενάγοντες σε κατάσταση διαθεσιμότητας συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών τους όρων. Ειδικότερα, η θέση των εναγόντων σε διαθεσιμότητα από τις 23.7.2013 και η ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών τους, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προσβάλλει, στον πυρήνα τους, συνταγματικά δικαιώματά τους και ειδικότερα τις αρχές της μη διάκρισης, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας. Αλλωστε, πιθανολογείται βάσιμα ότι η διαθεσιμότητα θα οδηγήσει σε οριστική απώλεια των θέσεων εργασίας τους, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 η σχέση εργασίας των εναγόντων, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν εντός του οκταμήνου από τη θέση τους σε διαθεσιμότητα - ενδεχόμενο σφόδρα πιθανό με τα σημερινά δεδομένα - λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας. Η μεταβολή αυτή είναι αδικαιολόγητη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι πλεονάζον προσωπικό του εναγόμενου Δήμου, αλλά τουναντίον αποδείχθηκε ότι είναι απολύτως απαραίτητοι για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων του Δήμου Αθηναίων. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων, με την με αριθμό 696/11-7-2013 απόφασή του, εξέφρασε τη σφόδρα αντίθεσή του στο μέτρο της διαθεσιμότητας σε βάρος των σχολικών φυλάκων και ενέκρινε ψήφισμα, στο οποίο, εκτός άλλων, αναφέρονται τα εξής: «Το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή αποτελεί μια αναιτιολόγητη και αυταρχική υποβάθμιση του ρόλου των δήμων όλους της χώρας που αγωνίζονται να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή προσφέροντας υπηρεσίες στους χειμαζόμενους πολίτες. Με το προωθούμενο σχέδιο νόμου η Τοπική Αυτοδιοίκηση γυρίζει πενήντα χρόνια πίσω. Η κυβέρνηση, χωρίς καμία προηγούμενη διαβούλευση, με τους ΟΤΑ "φορτώνει" την ανεπάρκεια της στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, την απογυμνώνει από τον συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο της και την θέτει σε "διαθεσιμότητα". Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων .............. Εκφράζει απερίφραστα την αντίθεσή του στις οριζόντιες, αυθαίρετες και άμεσες απολύσεις αλλά και τη διαθεσιμότητα που προβλέπει το εν λόγω σχέδιο νόμου και εκπαραθυρώνει αυταρχικά, άδικα και κυρίως αντισυνταγματικά χιλιάδες δημοτικούς αστυνομικούς και σχολικούς φύλακες στο Δήμο Αθηναίων και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση γενικότερα ..............». Μάλιστα, ο μάρτυρας των εναγόντων, .............., Αντιδήμαρχος Παιδείας του Δήμου Αθηναίων, κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ότι η υπηρεσία των εναγόντων ήταν σημαντική και αναγκαία και εργάζονταν αυτοί σε δύο βάρδιες (πρωινή και απογευματινή), ότι, μετά την απομάκρυνση των σχολικών φυλάκων από τα σχολεία, τίθεται θέμα ασφάλειας τους, καθόσον γίνονται σε αυτά κλοπές και καταστροφές, αφού δεν υπάρχει κανείς για τη φύλαξη των χώρων αυτών και έτσι ο Δήμος Αθηναίων είναι αναγκασμένος να αντικαθιστά αντικείμενα, που έχουν καταστραφεί και κλαπεί από τους χώρους των σχολείων. Τούτο, άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι πολλοί Δήμοι της χώρας προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες τους για προσωπικό στον τομέα της επιστασίας και καθαριότητας των σχολείων, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την αποχώρηση των εναγουσών, με την πρόσληψη τρίτων προσώπων μέσω προγραμμάτων του ΕΣΠΑ (δηλαδή του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς, τα οποία συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση). Οι ενάγοντες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με μοναδικό κριτήριο την κατηγορία και τον κλάδο, χωρίς επαρκή αιτιολογία για ποιο λόγο επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε άλλους εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας και του ίδιου κλάδου, κατά παράβαση της αρχής της μη διακρίσεως. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ενάγοντες είναι πλεονάζον προσωπικό, τα συγκεκριμένα πρόσωπα ετέθησαν σε διαθεσιμότητα, χωρίς να προηγηθεί αντικειμενική και αξιοκρατική διαδικασία αξιολόγησης. Με τον τρόπο όμως αυτό ο νομοθέτης αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο τους ικανούς και ευσυνείδητους υπαλλήλους με τους αργόμισθους και τους ανεπαρκείς. Προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διότι, ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας και της προσφορότητας του μέτρου, πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν συγκεκριμένα πρόσωπα, των οποίων η ζωή ανατρέπεται άρδην και ία οποία θυσιάζονται, χάριν των οικονομικών στοχεύσεων της εκάστοτε Κυβέρνησης και της περιστολής των κρατικών δαπανών, που αναγορεύονται σε σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, θέτοντας στο περιθώριο τον άνθρωπο ή μετατρέποντας αυτόν σε μέσο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Επίσης, με το επιβληθέν μέτρο της διαθεσιμότητας προσβάλλεται καίρια η επαγγελματική προσωπικότητα και η εν γένει αξιοπρέπεια των εναγόντων, διότι ανατρέπεται άρδην η ζωή τους και τίθενται στο κοινωνικό περιθώριο, καθόσον ύστερα από πολλά χρόνια και αφού οι ίδιοι διαμόρφωσαν για τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους ένα αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης με βάση την εργασία τους, απομακρύνονται κατ` ουσίαν απ` αυτήν, μετατρεπόμενοι με τον τρόπο αυτό σε απλό μέσο για την επίτευξη του γενικά επιδιωκόμενου σκοπού της «περιστολής των κρατικών δαπανών». Προσβάλλεται, δε, βάναυσα η προσωπικότητα των εναγόντων, καθόσον απομακρύνονται από τη θέση εργασίας τους και τους αποστερείται το δικαίωμα να εργαστούν. Εξάλλου, η καταβολή του 75% των αποδοχών των εναγόντων, που ούτως ή άλλως υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης είχαν ήδη υποστεί δραματικές μειώσεις, σε συνδυασμό με την αλλεπάλληλη επιβολή νέων φόρων και «εισφορών» έχει ως συνέπεια τη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ιδίων και των οικογενειών τους, η οποία έχει τεθεί ως συνταγματικό όριο των μειώσεων των μισθών και των συντάξεων (βλ. Ολ.ΣτΕ 668/2012 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, σκέψη 35, Ολ.ΣτΕ 1285/2012 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, σκέψη 16). Οι μεταβολές αυτές στις συμβάσεις εργασίας τους, οι οποίες οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη λύση τους, επήλθαν ανεξάρτητα από την πραγματική βούληση και τις ανάγκες των συμβαλλομένων σε αυτή, θίγοντας στον πυρήνα του τη συμβατική ελευθερία. Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ` του Συντάγματος, οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες, προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι αυτές κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των πολιτών, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός και με τήρηση των αρχών της προσφορότητας και της αναγκαιότητας. Με την αναστολή και στη συνέχεια κατάλυση των συμβάσεων εργασίας, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλομένων στις συμβάσεις εργασίας μερών, αλλά και χωρίς τη συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των τιθέμενων σε διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξης του και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικά μεγάλης ανεργίας, οι οποίες καθιστούν την ανεύρεση άλλης εργασίας πραγματικά αδύνατη. Δεν είναι, επομένως, επιτρεπτή η επιβολή μέτρων που βαρύνουν δυσανάλογα ορισμένες κατηγορίες πολιτών έναντι άλλων ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων μέτρων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών, εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο που λήφθηκε πρόσφορο θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο ώστε να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό, που τίθεται σε διαθεσιμότητα, πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση που αυτό παρέχει. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι απολύτως απαραίτητοι στον εναγόμενο Δήμο για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων, το έργο δε και τη χρησιμότητα των υπηρεσιών των σχολικών φυλάκων τόνισε ιδιαιτέρως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο Αντιδήμαρχος Παιδείας του δήμου Αθηναίων. Ενόψει τούτων, οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν την τήρηση των προϋφισταμένων όρων των συμβάσεων εργασίας τους, αφού η ένταξη τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης των θέσεών τους, με την ταυτόχρονη σοβαρή μείωση των αποδοχών τους, είναι παράνομη και άκυρη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο, επιπλέον δε και καταχρηστική, αφού ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος και κατ` επέκταση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και παρέχει στους ενάγοντες το δικαίωμα να αξιώσουν την επαναφορά της εργασιακής του απασχόλησης στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 1743/1991 ΕΕργΔ 51,982, Εφ.Αθ. 3618/1990 ΝοΒ 38,1349). Επομένως, ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων πρέπει να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και με τους ορούς που παρείχαν τις υπηρεσίες τους μέχρι και την 23.07.2013 (δηλαδή πριν τεθούν σε διαθεσιμότητα), καταβάλλοντος πλήρως τις νόμιμες αποδοχές τους (δηλαδή σε ποσοστό 100%). Περαιτέρω, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε έκαστος εκ των εναγόντων, πριν τη θέση αυτού σε διαθεσιμότητα, το ποσό που αντιστοιχεί στη μείωση του μισθού, που υπέστη έκαστος κατά 25% μηνιαίως και το οφειλόμενο ποσό σε έκαστο των εναγόντων, που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του μηνιαίου ποσό της μείωσης επί (επί) οκτώ μήνες, που διήρκεσε η διαθεσιμότητα των εναγόντων, έχουν ως εξής: ...

Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και με τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας που ίσχυαν για αυτούς μέχρι τις 23.07.2013 (ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε διαθεσιμότητα) και περαιτέρω να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων υποχρεούται να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα ως άνω ποσά, (ατόκως, διότι δεν υπάρχει αγωγικό αίτημα περί καταβολής τόκων), όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των προαναφερομένων κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 τελευτ. περίπτ. ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ` αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται την αγωγή.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο, Δήμο Αθηναίων, όπως νομίμως εκπροσωπείται να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και με τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας, που ίσχυαν για αυτούς μέχρι και τις 23.07.2013 (ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε διαθεσιμότητα)
Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων, όπως νομίμως εκπροσωπείται υποχρεούται να καταβάλει ...
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα, μεταξύ των διαδίκων, δικαστικά έξοδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis