Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

ΜΜΕ και προσωπικά δεδομένα δημοσίων προσώπων.

Γεώργιος Αργυρόπουλος. ΠΗΓΗ.

Το δημόσιο ενδιαφέρον για την πληροφόρηση είναι εντονότερο και δικαιολογεί μεγαλύτερη διείσδυση στον ιδιωτικό βίο του προσώπου, όταν το άτομο ανήκει στην κατηγορία των «δημόσιων προσώπων». Δημόσια πρόσωπα θεωρούνται γενικά εκείνα στα οποία έχει ανατεθεί δημόσια εξουσία, αλλά και τα πρόσωπα «απόλυτης επικαιρότητας», τα πρόσωπα δηλαδή που κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία με ισχύ και επιρροή στα κοινωνικά δρώμενα, όπως πολιτικοί, καλλιτέχνες, αθλητές κτλ. και ενδιαφέρουν εν γένει το κοινό, καθώς και τα πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας.

Η ενσυνείδητη ή μη επιλογή του ατόμου για αυτοέκθεση και ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο καθιστά εύλογο το ενδιαφέρον του κοινού για πληροφόρηση επί του προσώπου του και αναμενόμενη την έρευνα σχετικά με τη δραστηριότητά του από τον Τύπο[1]. Τα πρόσωπα, μάλιστα, της απόλυτης επικαιρότητας πρέπει να ανέχονται δραστικές επεμβάσεις στην προσωπική τους σφαίρα κάτι που δεν ισχύει για κάθε πρόσωπο επικαιρότητας. Το ΕΔΔΑ έχει ασχοληθεί σε μια σειρά αποφάσεών του με τη σύγκρουση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ με το άρθρο 10 αυτής, μεταξύ δηλαδή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος ενημέρωσης του τύπου. Όσον αφορά τα δημόσια πρόσωπα η πιο διάσημη απόφαση του ΕΔΔΑ είναι η απόφαση της Καρολίνας του Μονακό (Von Hannover κατά Γερμανίας, 24/6/2004). Υποστήριξε κατ’ αρχήν ότι το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού υπερέχει του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής των απόλυτων προσωπικοτήτων έστω και αν η δημοσίευση αποβλέπει στην ψυχαγωγία και όχι στη strict sensu ενημέρωση των αναγνωστών. Εξέφρασε, όμως, έντονες αμφιβολίες ως προς το αν η Καρολίνα είναι πρόσωπο απόλυτης επικαιρότητας, με περιορισμένη, συνεπώς, προστασία της ιδιωτικής της ζωής αφού αν και είναι μέλος πριγκηπικής οικογένειας, δεν ασκεί επίσημα καθήκοντα. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει πάντα να προβαίνουν σε στάθμιση των άρθρων 8 και 10 ΕΣΔΑ και πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η επαπειλούμενη προσβολή της ιδιωτικής ζωής συμβάλλει στην προαγωγή μιας συζήτησης γενικού ενδιαφέροντος, που δε συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τελικά, όμως, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ για τη δημοσίευση μιας πληροφορίας που αφορά την ιδιωτική ζωή του ατόμου κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν το πρόσωπο είναι απόλυτης ή σχετικής επικαιρότητας ή αν η πληροφορία αφορά τον πυρήνα ή την περιφέρεια της ιδιωτικής του ζωής αλλά αν η πληροφορία είναι ευθέως πρόσφορη για την ενημέρωση της κοινής γνώμης. Η Καρολίνα του Μονακό προσέφυγε εκ νέου στο ΕΔΔΑ για τη μη συμμόρφωση των γερμανικών αρχών με την προηγούμενη απόφασή του καθώς υπήρξε δημοσίευση νέων φωτογραφιών της στον Τύπο. Στην υπόθεση Von Hannover κατά Γερμανίας ΙΙ[2] της 7ης Φεβρουαρίου 2012, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή τη φορά τα γερμανικά δικαστήρια προέβησαν σε σωστή στάθμιση του δικαιώματος ενημέρωσης των ΜΜΕ και του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας αφού ακολούθησαν τις αρχές που έθεσε το ΕΔΔΑ στην προηγούμενη απόφαση.
Στο άρθρο 7 § 2 του ν. 2472/ 97 προβλέπονται οι περιπτώσεις εξαίρεσης από την αρχή της απαγόρευσης επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ύστερα, όμως, από άδεια της Αρχής. Στην περ. ζ’ ειδικά προβλέπεται η επεξεργασία δεδομένων δημοσίων προσώπων, εφόσον συνδέονται με την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Γίνεται δεκτό ότι εκτός του πεδίου εφαρμογής μένουν τα πρόσωπα απόλυτης επικαιρότητας, καθώς όπως ειπώθηκε ανωτέρω, ως εκ της ιδιαίτερης θέσης τους στην κοινωνία με τη βαρύνουσα συμμετοχή στη διαμόρφωση του δημόσιου βίου, πρέπει να ανέχονται δραστικές επεμβάσεις στην ιδιωτική τους σφαίρα. Τα πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας οφείλουν να ανέχονται επεμβάσεις στην ιδιωτική τους ζωή μόνο κατά το διάστημα που βρίσκονται στην επικαιρότητα. Η απόφαση ΣτΕ 3545/ 02 έκρινε ότι δεν υπάγονται στην περ. ζ’ τα πρόσωπα απόλυτης και σχετικής επικαιρότητας. Ο νόμος ορίζει ότι η άδεια της Αρχής δίνεται μόνο για την επεξεργασία των ευαίσθητων εκείνων δεδομένων που σχετίζονται με την άσκηση του δημόσιου αξιώματος του δημοσίου προσώπου ή τη διαχείριση των συμφερόντων τρίτων και μόνο όσα είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Είναι εύλογο ότι πρέπει πάντοτε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Το δικαίωμα πληροφόρησης και το δημόσιο ενδιαφέρον δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στην ανοχή της διαπόμπευσης ή του εξευτελισμού του ατόμου.Η δράση της Αρχής προς την επαύξηση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη δράση του τύπου είναι φανερή ιδιαίτερα στις αποφάσεις της σχετικά με τη χρήση προσωπικών δεδομένων για τις ανάγκες τηλεοπτικής εκπομπής, όταν αποφάσισε ότι η τοποθέτηση σε αρχείο και η χρήση τόσο βιντεοταινίας που αφορούσε ιδιωτικές στιγμές γνωστού τραγουδιστή όσο και ημερολογίου γνωστού σχεδιαστή μόδας αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και της προσφορότητας σε σχέση με το σκοπό της επεξεργασίας [3].
Η Αρχή θεώρησε τη δημοσίευση της βιντεοταινίας και του ημερολογίου ως παράνομη επεξεργασία αρχείου και καταδίκασε τον τηλεοπτικό σταθμό επιβάλλοντας πρόστιμο 25 εκ. δραχμών, διακοπή της επεξεργασίας και καταστροφή των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (Απόφαση 100/31.1.2000). Η Αρχή επικαλέστηκε το άρθρο 9 § 1 εδ. β’ Σ αλλά και τις νομοθετικές διατάξεις του άρθρου 3 περ. β’ ν.2328/95 και άρθρου 3 περ. 2 ν.1730/87 που προβλέπουν την υποχρέωση των οργάνων της πολιτείας να εγγυώνται θετικά την προστασία της ιδιωτικότητας στο ραδιοτηλεοπτικό περιβάλλον. Η Αρχή αποδέχθηκε το δεσμό ιδιωτικότητας και ερωτικής ζωής υπογραμμίζοντας ότι είναι δυνατή η επιβολή κυρώσεως σε περίπτωση προσβολής του ιδιωτικού βίου των πολιτών, έννοια στην οποία γίνεται γενικά δεκτό ότι ανήκει η σφαίρα της ερωτικής τους ζωής.

Η απόφαση ΣτΕ 3545/2002 για την ίδια υπόθεση όχι απλώς συνέδεσε την ιδιωτική με την ερωτική ζωή αλλά την τοποθέτησε και στο απαραβίαστο του άρθρου 9 § 1 εδ. β΄ Σ, θεωρώντας την απαραβίαστο πυρήνα της. Επισημάνθηκε ότι «η ελευθερία της έκφρασης και διάδοσης των στοχα­σμών (όπως και η ελευθερία του πληροφορείν και πληροφορείσθαι που κατοχυρώνει το άρθρο 5Α§1 Συντ. και ειδικώς ως προς τον έγγραφο τύπο το άρθρο 14§1 Σ) δεν περιλαμβάνει και την ελευθερία διάδοσης πληροφο­ριών, που ανάγονται στην προστατευόμενη από τα άρθρα 2§1 Συντ. και 9§1 Συντ. απαραβίαστη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής, στον πυρήνα της οποίας ανήκει προδήλως και η ερωτική τους ζωή [4]. Στον ιδιωτικό αυτό πυρήνα, στο βαθμό που τα στοιχεία που τον συνθέτουν δε δημοσιοποιούνται οικειοθελώς, κανένας δεν (ούτε δημόσια αρχή αλλά και ούτε ιδιώτης) επιτρέπεται να διεισδύ­σει».
Επίσης, στην απόφασή της 17/ 2008 η Αρχή έκρινε ότι η δημοσίευση φωτογραφιών ερωτικού περιεχομένου πρώην ανώτατου κρατικού λειτουργού και της υφισταμένης του χωρίς τη συναίνεσή τους συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος ιδιωτικού και οικογενειακού βίου των εμπλεκόμενων προσώπων και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κριθεί απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης του κοινού επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην απόφαση ΣτΕ 1213/2010 το δικαστήριο διατήρησε την απόφαση 214/162/23.5.2002 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), όπου το τελευταίο είχε επιβάλλει κυρώσεις σε ραδιοτηλεοπτικό σταθμό που προέβαλε εικόνες βουλευτή ο οποίος ήταν πρόεδρος της δια­κομματικής επιτροπής της Βουλής για την αντιμετώπιση του φαινομένου των τυχερών παιχνιδιών. Οι εικόνες είχαν ληφθεί εν αγνοία του βουλευτή και τον παρουσίαζαν να εισέρχεται σε κατάστημα και να «παίζει» τυχερά παιχνίδια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε πως υπήρξε προσβολή του δικαιώματος του προσώπου στην εικόνα του, όπως αυτό θεμελιώνεται στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, σύμφωνα με τα άρθρα 9§1 Σ και 8 της ΕΣΔΑ.[5] Στην απόφαση ΤρΠλημΑιγίου 791/2012 σχετικά με παράνομη επέμβαση σε προσωπικά δεδομένα δια του Τύπου μετά από δημοσίευση φωτογραφιών που βρέθηκαν μέσω Facebook και συκοφαντική δυσφήμιση δια του Τύπου οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν καθώς δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις τόσο για την παράνομη επέμβαση σε αρχείο προσωπικών δεδομένων όσο και για τη συκοφαντική δυσφήμιση.
Ο Τύπος, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι απολαμβάνει ιδιαίτερου προνομίου ως προς την παραβίαση της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής. Αποκλίσεις που παρουσιάζονται έχουν να κάνουν είτε με τον αυτοπροσδιορισμό των ορίων προσωπικότητας από το άτομο είτε την ευρύτητα των ορίων παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή στις περιπτώσεις των δημοσίων προσώπων. Μόνο σε περιπτώσεις προάσπισης υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση από τον τύπο η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου, ακόμα και με χρήση παρανόμως κτηθεισών πληροφοριών, εντός όμως του πλαισίου που ορίζει ο νόμος και στα όρια που χαράσσει η αρχή της αναλογικότητας.
Αναφορικά με την τελευταία πρόταση είναι χρήσιμο να αναφερθούν οι αποφάσεις ΠΠρΑθ 65/2004 και ΕφΑθ 9099/2005 (Υπόθεση Μ. Παπανδρέου κατά Λ. Κανέλλη)  σχετικά με δημοσίευση χωρίς άδεια σε περιοδικό ιδιωτικών απόρρητων επιστολών προσώπου θεωρούμενου από τη δημοσιογράφο ως πρόσωπο επικαιρότητας σχετικά με τη σύσταση ιδρύματος προς τιμήν δημόσιου προσώπου και παροχή συμβουλών προς τον υιό της. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εναγόμενη δημοσιογράφος είχε επιβεβλημένο καθήκον και δικαιολογημένο ενδιαφέρον να δημοσιοποιήσει τις επιστολές λόγω της ιδιότητας της ενάγουσας ως τέως συζύγου πρώην πρωθυπουργού της χώρας, ως μητέρας τότε υπουργού και ως προσώπου με έντονη δράση και κοινωνική παρουσία και άρα με τη δημοσίευση αυτή θέλησε να πληροφορήσει το αναγνωστικό κοινό για δημόσιο πρόσωπο που η δράση του ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο.
Το Εφετείο από την άλλη έκρινε ότι επήλθε αθέμιτη εισχώρηση της εναγομένης στο απόρρητο των επιστολών της ενάγουσας αλλά και παραβίαση του άρθρου 19 Σ που προστατεύει το απόρρητο των επιστολών καθώς και κάθε άλλη μορφή ιδιωτικής επικοινωνίας όπως οι ηλεκτρονικές επιστολές και τα fax και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ που επίσης προστατεύει το απόρρητο και το δικαίωμα στην ελεύθερη επικοινωνία έναντι ιδιωτών. Δεν αναγνώρισε επίσης κάποιον λόγο άρσης του αδίκου κατ’ άρθρο 370 ΠΚ ή λόγω δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης και ενημέρωσης κατ’ άρθρο 14 Σ και 10 ΕΣΔΑ. Θεώρησε ότι η ελευθερία του τύπου δε δικαιολογεί την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, της ελευθερίας της επικοινωνίας και της διασφάλισης μυστικότητας προσωπικών απόψεων του προσώπου όταν τα ίδιο τα έχει κρατήσει απόρρητα.
Παρότι το άρθρο 4 του ν. 2472/ 97 δεν εισάγει κάποια εξαίρεση αναφορικά με τη νομιμότητα της συλλογής των προσωπικών δεδομένων έχει υποστηριχθεί ότι ακόμα και αν πρόκειται για παρανόμως κτηθείσες πληροφορίες από τρίτο[6] μπορούν να δημοσιευθούν από το δημοσιογράφο, εφόσον δεν εμπλέκεται στη συλλογή, όταν η ανάγκη για ενημέρωση είναι υπέρτερη του συμφέροντος του προσώπου για μη δημοσίευσή τους. Όμως με βάση το γράμμα του νόμου παράνομες στην κτήση τους πληροφορίες ακόμα και αν συντρέχει κάποια εκ των περιπτώσεων του άρθρου 5 ή 7 του ν. 2472/97, δηλαδή όταν αφορούν πρόσωπα επικαιρότητας, και αυτές δεν έχουν συλλεγεί από το δημοσιογράφο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Στην περίπτωση πολύ σοβαρού λόγου υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος κατ’ άρθρο 25 ΠΚ (κατάσταση ανάγκης) όπως αποκάλυψη ενός σοβαρού εγκλήματος ή γεγονότος μεγάλης σημασίας για το δημόσιο συμφέρον οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να τύχουν επεξεργασίας και έτσι να δικαιολογηθεί η εισβολή στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου. Όπως γίνεται κατανοητό στην περίπτωση της υπόθεσης Μ. Παπανδρέου κατά Λ. Κανέλλη αυτά τα κριτήρια δεν πληρούνται. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι η συγγένεια με ένα πρόσωπο επικαιρότητας δεν καθιστά και το συγγενή δημόσιο πρόσωπο περιορίζοντας την ιδιωτική του σφαίρα και επίσης οι προσωπικές απόψεις ενός μη πολιτικού προσώπου για πολιτικά πρόσωπα δεν ενδιαφέρουν το δημόσιο συμφέρον.
Υποσημειώσεις.
[1]Ένα δημόσιο πρόσωπο για όσο διάστημα βρίσκεται στην επικαιρότητα οφείλει να επιδεικνύει μεγαλύτερο βαθμό ανοχής απέναντι στην κριτική όταν και ο ίδιος προβαίνει σε αντίστοιχες δηλώσεις και πράξεις.
[2] Δημήτρης Αναστασόπουλος, Η προστασία της ιδιωτικότητας κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ στο ψηφιακό περιβάλλον, ΔΙΜΕΕ 2012/Τεύχος 3.
[3]Πρόκειται για την υπόθεση Ασλάνη-Κορκολή όταν οι εκπομπές «Ζούγκλα» και «Κίτρινος Τύπος» του δημοσιογράφου Μάκη Τριανταφυλλόπουλου δημοσίευσαν στοιχεία της προσωπικής ζωής δύο προσώπων της δημοσιότητας.
[4]Στην απόφαση ΣτΕ 3922/2005 σχετικά με πειθαρχικό έλεγχο του Δημάρχου Αλμυρού Βόλου, ο οποίος κατη­γορούνταν για εκμετάλλευση της δημόσιας ιδιότητας του, προκειμένου να προσεγγίσει σεξουαλικά γυναίκα που αναζητούσε εργασία, κρίθηκε επίσης ότι η ερωτική ζωή ανήκει στο πεδίο προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Επιπλέον, στην απόφαση ΣτΕ 1680/2007 σχετικά με εκδίκαση έφεσης κατά απόφασης αίτησης ακύρωσης πράξης επιβολής πειθαρχικής ποινής προσωρινής απόλυσης σε αξιωματικό των ενόπλων δυνάμεων, το Γ' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας επιβεβαίωσε την απόφαση του Εφετείου με την οποία ακυρώθηκε η πειθαρχική ποινή που είχε επιβληθεί στον αξιωματικό για λόγους σχετικούς με την προσωπική και ερωτική του ζωή. Στην απόφασή του έλαβε υπόψη και τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις.
[5]Ν. Αλιβιζάτος, «Όταν το ΣτΕ εξορκίζει την κρυφή κάμερα» (ΔιΜΕΕ), 2010, σελ. 166-172.
[6]Στην απόφαση ΑΠ 1187/2009 κρίθηκε μάλιστα ότι δε θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης καθώς υπήρχε έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με την πρόσβαση του κατηγορούμενου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis