Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Κόκκινα δάνεια, Γύπες International (Vulture Funds).

Γράφει ο blogger
Με το τρίτο, Αριστερό! Μνημόνιο (N. 4336/ 2015, άρθρο 3, παράγραφος Γ', 3, τακτοποίηση μη εξυπηρετούμενων δανείων, και άρθρο 3 ν. 4354/ 2015), προβλέπεται η μεταβίβαση των λεγόμενων κόκκινων τραπεζικών δανείων στους διεθνείς γύπες. Νομίζω ότι αξίζει να ασχοληθεί κανείς με το νομικό μόρφωμα που θα καθορίζει την λειτουργία των δανείων αυτών εφεξής. Η άποψη μου είναι ότι η μεταβίβαση αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σύμβαση (γνήσιου) factoring (πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων).

Έννοια και σκοποί factoring.

Η σύμβαση factoring ρυθμίζεται στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 1905/ 1990 «για την σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων» (στην Γαλλία, στην Γερμανία και στην Αγγλία ρυθμίζεται βάσει του κοινού εμπορικού και αστικού δικαίου. Βλ· Απ. Γεωργιάδη, νέες μορφές συμβάσεων, έκδοση έκτη, 2015, § 18, πλαγιάριθμο 3, σελ· 134).

Σύμφωνα με το άρθρο 1  ν. 1905/ 1990, «§ 1.  Η σύμβαση πρακτορείας  επιχειρηματικών  απαιτήσεων  καταρτίζεται  εγγράφως   μεταξύ  ενός  κατά  κύριο  επάγγελμα  προμηθευτή  αγαθών  ή  υπηρεσιών και  ενός  πράκτορα  επιχειρηματικών  απαιτήσεων,  ο  οποίος  αναλαμβάνει   να   παρέχει   στον  προμηθευτή,  για  το  διάστημα  που  συμφωνείται, έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με  την  παρακολούθηση  και   είσπραξη  μιας  ή  μέρους  ή  του  συνόλου  των  απαιτήσεων  του  προμηθευτή, ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής  υπηρεσιών  σε  τρίτους ή εκτέλεση έργων. Περιεχόμενο της πρακτορείας αποτελεί ιδίως η  εκχώρηση  απαιτήσεων  στον  πράκτορα  με  ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η  εξουσιοδότηση για την είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με  προεξόφληση των απαιτήσεων, η λογιστική  ή  νομική  παρακολούθηση  των  απαιτήσεων,  η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού  κινδύνου του προμηθευτή§ 2.  Η σύμβαση πρακτορείας είναι δυνατό να αφορά και σε μη γεννημένες  κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης απαιτήσεις, όπως  επίσης  και  στον  καθορισμό,  με  μορφή  ειδικού  ανοικτού  λογαριασμού,  του  ύψους του  πιστωτικού κινδύνου, που ο πράκτορας αναλαμβάνει κάθε φορά να καλύψει. "§ 3. Αντικείμενο της σύμβασης του άρθρου αυτού μπορεί να είναι και απαιτήσεις έναντι πελατών στο εξωτερικό, από επιχειρηματική δραστηριότητα στο εξωτερικό οίκων εγκατεστημένων στην Ελλάδα, όπως επίσης και απαιτήσεις οίκων του εξωτερικού έναντι πελατών τους στην Ελλάδα (Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 του άρθρου 10 του Ν.2367/1995). "§ 4. Αντικείμενο της σύμβασης του άρθρου αυτού μπορεί να είναι και απαιτήσεις ιδρυτών ή μετόχων του φορέα του άρθρου 4 του παρόντος έναντι πελατών τους στο εσωτερικό ή και στο εξωτερικό, εφόσον οι συμβάσεις αυτές δεν εξέρχονται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής του φορέα μετους πελάτες του. (Η παρ.4 προστέθηκε με την παρ.2 του άρθρου 10 του Ν.2367/1995). § 5  Αντικείμενο των  διατάξεων  του  παρόντος  νόμου  είναι  και  οι  συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ πρακτόρων επιχειρηματικών απαιτήσεων,  για  την  εκτέλεση  των  συμβάσεων  των  προηγούμενων  παραγράφων  του  παρόντος άρθρου και την άσκηση των εξ` αυτών δικαιωμάτων. § 6. Η νομική παρακολούθηση ή επιδίωξη είσπραξης των  απαιτήσεων, όπως περιγράφονται  στο  άρθρο αυτό, θα διενεργούνται δικαστικώς ή  εξωδίκως σύμφωνα με τις διατάξεις  του  Κώδικα  Πολιτικής  Δικονομίας   και  του Κώδικα περί Δικηγόρων».
Η σύμβαση factoring είναι «η διαρκής ενοχική σύμβαση με την οποία το ένα μέρος (προμηθευτής) εκχωρεί το σύνολο των γεννημένων και μελλοντικών, βραχυπρόθεσμων, τιμολογιακών απαιτήσεων του στο άλλο μέρος (πράκτορα, Factor), ο οποίος αναλαμβάνει –συνολικά ή σε συνδυασμό δυο εξ αυτών– τις υποχρεώσεις α) να προκαταβάλλει (προεξοφλεί), κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, την αξία κάθε εκχωρούμενης απαιτήσεως, β) να φέρει κατά τις περιστάσεις τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας των οφειλετών και γ) να παρακολουθεί λογιστικά και νομικά τις απαιτήσεις και να τις εισπράττει (ως εκδοχέας ή, σπανιότατα, απλώς κατ’  εξουσιοδότηση), δικαιούμενος για τις δραστηριότητες του αυτές προμηθειών και τόκων επί των προκαταβολών» (Σπ. Ψυχομάνης, τραπεζικό δίκαιο, δίκαιο των τραπεζικών συμβάσεων, τόμος ΙΙ, έκτη έκδοση 2010, πλαγιάριθμος 666, σελ· 277). Ή, κατά άλλη άποψη, «factoring είναι σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα είτε ειδική ανώνυμη εταιρεία (συνήθως θυγατρική τράπεζα), και μιας επιχείρησης–εμπορικής εταιρείας ή και φυσικού προσώπου–που ασχολείται κατ’  επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρεία factoring αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (προμηθευτή), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, την λογιστική και νομική παρακολούθηση καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της» [Απ. Γεωργιάδης, η εξασφάλιση των πιστώσεων, 2001, § 14, πλαγιάριθμος1, σελ· 353, ο ίδιος, νέες μορφές συμβάσεων, έκτη έκδοση, 2015, § 18, πλαγιάριθμος 1, σελ· 133. Βλ· και Α. Λιακόπουλο, Γενικό εμπορικό δίκαιο, 1998, § 9.ΙΙ.1, σελίδες 80-83, Λ. Γεωργακόπουλο, Εγχειρίδιο ΕμπΔ, τόμος 2, τεύχος 2, Γ, τραπεζικές συμβάσεις, 1995, § 36.ΙΙΙ.3.γ, σελ· 571]. Ας σημειωθεί ότι οι ανώνυμε εταιρείες factoring δεν σχετίζονται καθόλου με τις γνωστές μας εισπρακτικές εταιρείες του ν. 3758/ 2009 [Απ. Γεωργιάδης, νέες μορφές…, όπ.πάρ,  υποσημείωση 1, σελ· 133].

Σκοποί του factoring

Με την σύμβαση factoring επιδιώκονται, σωρευτικά ή διαζευκτικά τρεις σκοποί, χρηματοδοτικός, διαχειριστικός, ασφαλιστικός.
1. Χρηματοδοτικός σκοπός. Ο προμηθευτής (πωλητής επιχειρηματίας) μεταβιβάζει τις απαιτήσεις του από πωλήσεις προϊόντων ή παροχή υπηρεσιών, προς τον Factor, γεννημένες ή μέλλουσες να γεννηθούν, ο δε factor καταβάλλει αμέσως στον προμηθευτή το αντίτιμο των απαιτήσεων παρακρατώντας την αμοιβή του. Έτσι ο επιχειρηματίας αποκτά άμεση ρευστότητα αντί να αναμένει να καταστούν οι απαιτήσεις του κατά των πελατών του και να αποκτήσει, μελλοντικά, ρευστότητα. 2. Διαχειριστικός σκοπός. Με την σύμβαση factoring ο factor αναλαμβάνει την παρακολούθηση της πορείας των απαιτήσεων, την είσπραξη τους και ακόμη, αν χρειαστεί, την δικαστική επιδίωξη τους. Έτσι ο προμηθευτής επιχειρηματίας παύει να ασχολείται εντελώς με την πορεία των απαιτήσεων του κατά των πελατών του και έχοντας εξασφαλίσει άμεση χρηματοδότηση επεκτείνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του. 3. Εξασφαλιστικός σκοπός. Στο γνήσιο factoring ο factor πιστώνει (καταβάλλει) αμέσως με την κατάρτιση της σύμβασης το ποσό της εκχωρούμενης απαίτησης (μείον εννοείται την συμφωνηθείσα αμοιβή του) χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα να απαιτήσει το τίμημα αυτό σε περίπτωση μη ικανοποίησης του factor από την μη είσπραξη των εκχωρηθεισών απαιτήσεων. Αυτή είναι και η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο γνήσιο και μη γνήσιο factoring, δηλαδή στο γνήσιο factoring συντρέχει και ο εξασφαλιστικός σκοπός ενώ στο μη γνήσιο, όχι (παρεμφερώς Ψυχομάνης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 694, σελ· 292, Απ. Γεωργιάδης, νέες μορφές… § 20, πλαγιάριθμος 4, σελ· 145, ο ίδιος, η εξασφάλιση…, § 14.ΙΙΙ, πλαγιάριθμος 17, σελ· 357). Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς η χρησιμότητα του θεσμού αυτού για την επιχειρηματικότητα. Ειδικότερα, «η ανάπτυξη του factoring οφείλεται κυρίως στο ότι εξυπηρετεί σημαντικά την βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση των παραγωγικών επιχειρήσεων. Ενώ το leasing ελευθερώνει την επιχείρηση από το βάρος της δέσμευσης κεφαλαίων σε μακροπρόθεσμα μέσα παραγωγής (π.χ. μηχανικός ή ηλεκτρονικός εξοπλισμός) και της επιτρέπει να επενδύσει τα κεφάλαια αυτά σε άλλους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας, το factoring αποσκοπεί στην βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση της εταιρείας, δηλαδή στη ρευστοποίηση των εκκρεμών απαιτήσεων της επιχείρησης κατά των πελατών της, προκειμένου να ανταποκριθεί αυτή στις υποχρεώσεις της έναντι των δικών της προμηθευτών» [Απ. Γεωργιάδης, νέες μορφές…, § 18.ΙΙΙ.1, πλαγιάριθμος 13, σελ· 137, Λιακόπουλος, όπ.πάρ, § 9.ΙΙ.1.ε, σελ· 83, πλέον εκτεταμένα Ψυχομάνης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμοι 683-688, σελίδες 287-290]. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι το factoring αποτελεί «ένα μέσο διαχείρισης των κινδύνων πώλησης με πίστωση με αξιοποίηση των σχετικών από την πώληση αυτή απαιτήσεων, απαιτήσεων που ενσωματόνονται όχι σε αξιόγραφα αλλά σε τιμολόγια πώλησης» [Λιακόπουλος, όπ.πάρ, § 9.ΙΙ.1.α, σελίδες 80-81].

Μορφές εμφάνισης του factoring.

Υπάρχουν πολλές μορφές εμφάνισης του factoring. Το Ακυρωτικό μας [ΑΠ 59/ 2013 (από την οποία το απόσπασμα του κειμένου), ΑΠ 1233/ 2012 κλπ. Η νμλγ αυτή δεν μνημονεύεται στο μνημονευθέν σπουδαίο σύγγραμμα του Απ. Γεωργιάδη!] έχει απασχοληθεί με την σύμβαση αυτή και τις μορφές εμφάνισης της και έχει κρίνει ότι "σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring είναι, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1905/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το ν.2367/1995, μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες). Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1§1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψη του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης. Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων. Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του factoring, που έχει συμφωνηθεί. Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχωρήσεως απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring, γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή. Περαιτέρω, η σύμβαση factoring, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι: α) γνήσιο και μη γνήσιο factoring, β) εμφανές και αφανές, γ) factoring με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές factoring. Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το factoring, όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο factoring γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής. Εξάλλου, η διάκριση του factoring με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση. Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση". Από τον παραπάνω ορισμό της έννοιας του factoring προκύπτει σαφώς ότι η έννοια του factoring όπως περιορίζεται από τον Λιακόπουλο «… απαιτήσεων που ενσωματώνονται όχι σε αξιόγραφα αλλά σε τιμολόγια πώλησης» (όπ.πάρ, σελ· 81) είναι εσφαλμένη. Το Ακυρωτικό μας δεν προβαίνει σε τέτοια διάκριση, άλλωστε και ο νόμος απαριθμεί ενδεικτικά! τις υπαγόμενες στο factoring περιπτώσεις, «ιδίως». Για τις λοιπές μορφές εμφάνισης του factoring βλ. Απ. Γεωργιάδη, νέες μορφές… § 20, σελίδες 144-152, τον ίδιο, η εξασφάλιση…, § 14.ΙΙΙ, σελίδες 357-360, Ψυχομάνη, όπ.πάρ, πλαγιάριθμοι 689-717, σελίδες 290-301.
Από τις λοιπές μορφές εμφάνισης του factoring ενδιαφέρουν εδώ-ενόψει του αντικειμένου της θεματικής αυτής– το εσωτερικό και το διεθνές factoring. Σύμφωνα λοιπόν με την Επιστήμη [Απ. Γεωργιάδης, νέες μορφές… §20.IV, πλαγιάριθμοι 19-21, σελίδες 150-151, ο ίδιος, η εξασφάλιση… § 14.ΙΙΙ, πλαγιάριθμοι 27-29, σελ· 360, Ψυχομάνης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμοι 703-710, σελίδες 296-299], στο εσωτερικό factoring τόσον ο προμηθευτής όσο και ο οφειλέτης του έχουν την κατοικία ή την έδρα τους στην χώρα στην οποία αναπτύσσει τη δραστηριότητα του ο πράκτορας. Εάν ο προμηθευτής και ο πράκτορας δραστηριοποιούνται στην ίδια χώρα αλλά ο προμηθευτής πωλεί αγαθά ή παρέχει υπηρεσίες και στο εξωτερικό, γίνεται λόγος για εξαγωγικό factoring. Χαρακτηριστικό αυτής της μορφής factoring (εξαγωγικού) είναι ότι ο πράκτορας αναλαμβάνει να παρακολουθήσει και να εισπράξει απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι πελατών του που είναι εγκατεστημένοι στο εξωτερικό. Ως διεθνές χαρακτηρίζεται το factoring όταν οι απαιτήσεις προέρχονται από εξαγωγές αγαθών ή υπηρεσιών σε χώρα διαφορετική από εκείνη στην οποία εδρεύουν και δραστηριοποιούνται ο προμηθευτής και ο πράκτορας. Στην περίπτωση του διεθνούς factoring η ακολουθούμενη διαδικασία είναι η εξής: ο προμηθευτής απευθύνεται πριν από την εξαγωγή σε ένα πράκτορα της χώρας του (export factor) και του διαβιβάζει τα απαραίτητα στοιχεία, με βάση τα οποία εκείνος θα ζητήσει από τον ανταποκριτή του (import factor) πληροφορίες για φερεγγυότητα του αλλοδαπού πελάτη (ο Ψυχομάνης το ονομάζει αυτό σύστημα των δυο πρακτόρων, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 706, σελ· 297). Εφόσον οι πληροφορίες για τη φερεγγυότητα του πελάτη είναι θετικές, οι δυο πράκτορες κατανέμουν συνήθως μεταξύ τους τις προσφερόμενες στον προμηθευτή υπηρεσίες: ο πράκτορας της χώρας εξαγωγής αναλαμβάνει την χρηματοδότηση του προμηθευτή καταβάλλοντας το μεγαλύτερο μέρος της αξίας των τιμολογίων (χρηματοδοτική λειτουργία). Από την άλλη μεριά, ο πράκτορας της χώρας εισαγωγής αναλαμβάνει την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου (εξασφαλιστική λειτουργία)  καθώς και την είσπραξη των απαιτήσεων (διαχειριστική λειτουργία). Ανάλογα κατανέμεται μεταξύ των δυο πρακτόρων και η προμήθεια: περίπου το 1/ 3 αυτής παίρνει ο πράκτορας της χώρας εξαγωγής (Ελλάδα) και τα 2/ 3 ο πράκτορας της χώρας εισαγωγής (π.χ. ΗΠΑ). Αυτές είναι οι απόψεις του Απ. Γεωργιάδη. Θεωρώ όμως χρήσιμο να παραθέσω και τις απόψεις του καθηγητή Σπ. Ψυχομάνη (όπ.παρ, πλαγιάριθμοι 706-707, σελίδες 297-298). «Το σύστημα των δυο πρακτόρων. Είναι η κλασσικότερη μορφή του διεθνούς factoring με κύριο χαρακτηριστικό την συνεργασία ενός πράκτορα της χώρας εξαγωγής (export factor) με ένα πράκτορα– ανταποκριτή–της χώρας εισαγωγής (import factor). Ο ανταποκριτής “εγγυάται” ρητά για την φερεγγυότητα του οφειλέτη και επιμελείται της εισπράξεως των απαιτήσεων από τον αλλοδαπό οφειλέτη. Ο ημεδαπός πράκτορας χρηματοδοτεί τον προμηθευτή με τον συνήθη τρόπο, ενώ αναχρηματοδοτείται και ο ίδιος από τον αλλοδαπό πράκτορα, για να εκμεταλλευτεί κυρίως την υφιστάμενη συνήθως διαφορά επιτοκίων μεταξύ της ημεδαπής και αλλοδαπής και για να εκμηδενίσει τον κίνδυνο των τυχόν επαχθών διακυμάνσεων των νομισματικών ισοτιμιών. Με τον τρόπο αυτό ικανοποιείται, τόσο η ανάγκη εξασφάλισης του εξαγωγέα από τον κίνδυνο της αδυναμίας ή αρνήσεως πληρωμής της απαιτήσεως εκ μέρους του οφειλέτη, όσο και το συμφέρον του εισαγωγέα για προηγούμενο έλεγχο των εμπορευμάτων που παραλαμβάνει, προτού καταβάλλει το οφειλόμενο τίμημα στον πράκτορα. Η επιβάρυνση του προμηθευτή εξαγωγέα για την ανάληψη του κινδύνου αφερεγγυότητας ανέρχεται συνήθως σε ποσοστό 1 % επί της ονομαστικής αξίας των τιμολογίων. Το ποσό, βέβαια, που σχηματίζεται, εισπράττεται από τον ανταποκριτή πράκτορα στη χώρα εισαγωγής, που αναλαμβάνει τελικά και τον σχετικό κίνδυνο. Η ανάληψη του κινδύνου αυτού από τον ημεδαπό πράκτορα θα ήταν ιδιαίτερα ασύμφορη για τον ίδιο. Για το λόγο αυτό, το factoring εξαγωγών ασκείται πάντοτε από συνεργαζόμενες εταιρείες factoring ή τράπεζες σε διεθνές επίπεδο, ώστε να υπάρχει διασπορά των κινδύνων, κατά τρόπο που κάθε πράκτορας να ευθύνεται για την αφερεγγυότητα των οφειλετών της δικής του αποκλειστικά χώρας. Η άσκηση του εξαγωγικού factoring διευκολύνεται σήμερα από την δημιουργία τεσσάρων διεθνών ομίλων εταιρειών: α) Heller Group, β) Factors Chain International, γ) International Factoring, δ) Credit Factoring International».

Οι σχέσεις των εμπλεκομένων στην σύμβαση factoring.

Όπως γίνεται δεκτό από την νμλγ μας (ΑΠ 59/ 13, ΑΠ 1233/ 12, όπ.πάρ) και την Επιστήμη (Απ. Γεωργιάδης, νέες μορφές… όπ.πάρ, § 22.Ι.1, σελ· 155), η σύμβαση factoring είναι μια σύμβαση πλαίσιο ή σύμβαση μανδύας. Τέτοια θεωρείται «η σύμβαση με την οποία προσδιορίζεται το πλαίσιο και ο τρόπος σύναψης επιμέρους μελλοντικών συμβάσεων. Η σύμβαση πλαίσιο εξυπηρετεί κυρίως περιπτώσεις συμβάσεων με αντικείμενο μια διαρκή συνεργασία (π.χ. σύμβαση προμήθειας ή διανομής προϊόντων, μεταφοράς τεχνογνωσίας, franchising)  και αποσκοπεί ακριβώς στην ρύθμιση των αμοιβαίων υποχρεώσεων που είναι αναγκαίες για την ομαλή λειτουργία της συνεργασίας και την επίτευξη του σκοπού της. Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην σύμβαση πλαίσιο προϋποθέτει πολλές φορές την σύναψη ειδικότερων (εκτελεστικών) συμβάσεων, των οποίων τόσο η ανάγκη κατάρτισης όσο και το ακριβές περιεχόμενο μπορούν να καθορισθούν μόνο βάσει των αναγκών που προκύπτουν κατά την εξέλιξη της συνεργασίας. Η σύμβαση πλαίσιο περιέχει συνήθως και διάφορες παρεπόμενες υποχρεώσεις, όπως η υποχρέωση πίστης, διαρκούς υποστήριξης, μη ανταγωνισμού κλπ. Πρόκειται για μεικτή σύμβαση η οποία διέπεται από τις οικείες κατά περίπτωση διατάξεις» [Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 2002, § 32. VIII, πλαγιάριθμοι 59-60, σελίδες 415-416]. Με την σύμβαση αυτή καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring, το ανώτατο ποσό μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων (π.χ. με αποστολή καταστάσεων, αντιγράφων τιμολογίων κλπ). Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής από το factoring, της συνεχούς εκχώρησης απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν, η εξυπηρέτηση του factoring γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού ονόματι του προμηθευτή. Στον λογαριασμό αυτό ο πράκτορας πιστώνει τα ποσά προεξόφλησης ή είσπραξης των απαιτήσεων και χρεώνει την αμοιβή του, τις προμήθειες, τον προεξοφλητικό τόκο, τις απαιτήσεις που δεν μπόρεσαν να εισπραχθούν κλπ» [Απ. Γεωργιάδης, νέες μορφές, όπ.πάρ, § 22Ι.1, πλαγιάριθμοι 1, 3, σελ· 155]. Και φυσικά, όπως μόλις εκτέθηκε, ως σύμβαση πλαίσιο είναι μεικτή σύμβαση. Περιεχόμενο της αποτελούν: η πώληση απαιτήσεων (η μεταβίβαση των απαιτήσεων γίνεται με εκχώρηση-εκποιητική δικαιοπραξία, η causa της είναι η πώληση), παροχή πίστωσης, εκχώρηση απαιτήσεων προς εξασφάλιση πίστωσης (στο μη γνήσιο factoring), σύμβαση έργου όσον αφορά την διαχείριση των απαιτήσεων, ασφαλιστήρια ρήτρα στο γνήσιο factoring κλπ [Α. Γεωργιάδης, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 5, σελ· 156]. Θεωρώ σκόπιμο να ξεδιαλύνω μια κατάσταση που αφορά το μη γνήσιο factoring. Στο μη γνήσιο factoring, ως γνωστόν απουσιάζει ο εξασφαλιστικός σκοπός και συντρέχουν μόνο ο χρηματοδοτικός και ο διαχειριστικός σκοποί. Δηλαδή ο factor δανειοδοτεί τον προμηθευτή (πίστωση) αλλά συμφωνείται ρητά ότι αν δεν εισπράξει τις απαιτήσεις του προμηθευτή από τους οφειλέτες του [προμηθευτή) θα χρεώσει στον κοινό λογαριασμό το ανείσπρακτο ποσό από τις ανείσπρακτες απαιτήσεις, δηλαδή τον κίνδυνο φέρει ο προμηθευτής. Εδώ υπάρχει μια σύμβαση πιστωτική –δανειστική (χρηματοδοτικός σκοπός) και μια εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή προς είσπραξη. Διδάσκεται (Γεωργιάδης) ότι αυτή εκχώρηση γίνεται χάριν καταβολής (ΑΚ 421). Κι έχει δίκιο αρκεί να θυμηθούμε τα μορφώματα της υπόσχεσης αντί καταβολής και υπόσχεσης χάριν καταβολής. Κατά την Επιστήμη «όταν η υπόσχεσις δίδεται αντί καταβολής, ευθύς ως ο οφειλέτης αναλάβη την υποχρέωσιν όπως εκπληρώση εις το μέλλον την άλλην παροχήν, επέρχεται απόσβεσις της αρχικής ενοχής και ο δανειστής δικαιούται πλέον να ικανοποιηθή μόνον δια της εκπληρώσεως της νέας ενοχής (π.χ. η περίπτωσις αποδοχής υπό του οφειλέτου νέας συν/ κής εκδοθείσης υπό του δανειστού μετά την λήξιν προτέρας συν/ κής, ήτις και επιστρέφεται εις τονοφειλέτην). Όταν η υπόσχεσις δίδεται χάριν καταβολής, η αρχική ενοχή κατά την πρόθεσιν των μερών, δεν αποσβέννυται, αλλ’  ισχύει παραλλήλως προς την νέαν ενοχήν ο δανειστής δικαιούται μεν να ικανοποιηθή εκ της ετέρας τούτων, υποχρεούται όμως να επιδώξη πρώτον την ικανοποίησιν του εκ της νέας ενοχής και μόνον εν αποτυχία δικαιούται να επανέλθη εις την αξίωσιν του εκ της αρχικής ενοχής» [Καποδίστριας στην ΕρμΑΚ, άρθρο 421, πλαγιάριθμοι 2, 3, σελ· 729]. Ποιες είναι εδώ οι δυο απαιτήσεις του factor; Η μια είναι η πιστωτική, δηλαδή το ποσό που κατέθεσε στον κοινό λογαριασμό υπέρ του προμηθευτή και είναι το αντίτιμο της εκχωρηθείσας απαίτησης του προμηθευτή έναντι των πελατών του, η δεύτερη είναι η απαίτηση κατά του τρίτου οφειλέτη του προμηθευτή-πωλητή. Με βάση δε τα δεκτά γενόμενα στην Επιστήμη [Καποδίστριας, όπ.πάρ, πλαγιάριθμος 3, σελ· 729, Γεωργιάδη, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 47, πλαγιάριθμο 14, σελ· 482] αλλά και την νμλγ μας [ενδεικτικά βλ· ΑΠ 883. 2000, ΑΠ 1606/ 2000] ο factor υποχρεούται πρώτα να επιδιώξει την ικανοποίηση από την εκχωρηθείσα απαίτηση του προμηθευτή [αναγκαστική εκτέλεση κλπ] και σε περίπτωση αποτυχίας του θα αναζητήσει από τον προμηθευτή το πιστωθέν ποσό που κατέβαλλε για την εκχωρηθείσα απαίτηση του προμηθευτή. Δεν πρέπει να προκαλεί εδώ έκπληξη για την διαπίστωση ύπαρξης υπόσχεσης χάριν καταβολής ανάμεσα στον προμηθευτή και τον factor επειδή υπάρχουν έναντι του factor δυο διαφορετικοί οφειλέτες ενώ η υπόσχεση χάριν καταβολής είναι γνωστή ως ύπαρξη δυο απαιτήσεων του ίδιου οφειλέτη απέναντι στον δανειστή. Γίνεται δεκτό στην Επιστήμη [Α. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, όπ.πάρ, πλαγιάριθμο 15, σελίδες 482-482, Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, Β΄, 2003, άρθρο 421, § 5, σελ· 503, Γεωργιάδη– Σταθόπουλο– (Καρακατσάνη) ΑΚ, άρθρο 421, πλαγιάριθμο 6, σελ· 482] ότι η ΑΚ 421 «εφαρμόζεται αναλογικά και όταν ο οφειλέτης (εδώ, ο προμηθευτής) εκχωρεί στον δανειστή (εδώ factor) απαίτηση του κατά τρίτου».

                                         Α) Σχέση προμηθευτή με τον πράκτορα (Factor).

Λίγο πολύ έγιναν αντιληπτά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των εμπλεκομένων στην σύμβαση πλαίσιο ή μανδύα factoring. Επομένως, σημασία έχει η έρευνα του τι ισχύει στην παθολογία του factoring. Διακριτέο και πάλι ανάμεσα στο γνήσιο factoring και στο μη γήσιο. Στο γνήσιο factoring ο προμηθευτής–επιχειρηματίς δεν έχει καμιά ευθύνη απέναντι στον factor σε περίπτωση παθολογικής εξέλιξης των εκχωρηθεισών πιστώσεων. Η μοναδική ευθύνη του ανάγεται μόνο στην ύπαρξη και στο ύψος των εκχωρηθεισών απαιτήσεων (ΑΚ 467 § 1 και 3 § § 1 ν. 1905/ 1990) και στις τυχόν υπάρχουσες ενστάσεις του οφειλέτη–τρίτου έναντι του προμηθευτή (ΑΚ 463 § 1). Στο μη γνήσιο factoring επειδή απουσιάζει ο εξασφαλιστικός σκοπός και την ευθύνη της παθολογίας των εκχωρηθεισών απαιτήσεων φέρει ο προμηθευτής– επιχειρηματίας, υποχρεούται αυτός να επιστρέψει το πιστωθέν «τίμημα» για τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις.
Μπορεί άραγε ο προμηθευτής να επικαλεσθεί τις διατάξεις του ν. 2251/ 1994 για την προστασία του καταναλωτή; Κατά μέρος της Επιστήμης (Α. Γεωργιάδης, νέες μορφές… § 22.Ι,5, πλαγιάριθμο 20, σελ· 160 με παραπομπή στον Δέλιο) ναι, δεδομένου ότι πρέπει να γίνει ευρεία ερμηνεία του όρου «καταναλωτής» και να υπαχθεί σ’  αυτόν και ο έμπορος, δηλαδή ο προμηθευτής. Η άποψη αυτή όμως δεν γίνεται δεκτή από το ΔΕΚ. Με την απόφαση του από 20-1-2005 Johan Gruber v Bay Wa AG (υπόθεση C-464/ 2001) έκρινε ότι «ένα πρόσωπο που αγοράζει πράγματα που προορίζονται εν μέρει για ιδιωτική χρήση και εν μέρει για επαγγελματική, δεν δικαιούται να επικαλεστεί τις διατάξεις για την προστασία του καταναλωτή» [βλ· Ελ. Αλεξανδρίδου, Δίκαιο προστασίας καταναλωτή, δεύτερη έκδοση 2015, εισαγωγή, πλαγιάριθμο 27, σελίδες 17-18]. Όμως με εντελώς πρόσφατη σπουδαία νμλγ της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου [13/ 2015, την οποία θυμηθείτε την στην ανάρτηση "Έννοια καταναλωτή, τραπεζικό δάνειο, εγγύηση, προστασία καταναλωτή"], «Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διηύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας υπ` αριθ. 1961/1991 νόμος. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β` της Οδηγίας "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες", ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του προϊσχύσαντος νόμου 1961/1991 "καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών". Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ` αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι "Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή", επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σ` αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας. Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του, ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης-δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ίδιας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ίδιου παραπάνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ήδη ρητά στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ενόψει των εκτεθέντων: Α) Ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994. Β) Ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης».

Β) Σχέση πράκτορα με οφειλέτη (τρίτο).
Paul Singer (Vulture fund)
Μετά την αναγγελία του factoring προς τον οφειλέτη (άρθρο 2. πργφ. 4 ν. 1905/ 90 και ΑΚ 460) ο οφειλέτης υποχρεούται μόνο απέναντι στον πράκτορα και ο πράκτορας αποκτά μόνο από τότε τα δικαιώματα που απορρέουν από τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις έναντι του οφειλέτη (άρθρο 2 § 4 ν. 1905/ 90, ΑΚ 460).
Κατά συνέπεια, ο οφειλέτης αλλάζει απλώς δανειστή.
Τι θα αλλάξει στην πράξη; Τίποτα! Μόνο αν επιτραπεί (δεν το αποκλείω καθόλου μ'  αυτή την θλιβερή "πρώτη φορά Αριστερή Κυβέρνηση" που έχει καταφέρει να φαντάζουν-σε σύγκριση μαζί της-ως ήρωες ακόμη ένας Τσολάκογλου κι ένας Λογοθετόπουλος!!) στους δυνάστες-ΚΑΤΟΧΙΚΟΥΣ τοκογλύφους γύπες (Vulture funds) να χρησιμοποιούν μεθόδους μαφίας κατά των νεόδουλων της αποικίας χρέους, όπως μας διαφωτίζει ο προφητικός-αν και απαισιόδοξος εν τέλει- Ροζ Πάνθηρας. Βεβαίως, ΟΥΔΕΙΣ δημοσιογράφος-βοθρογράφος θα σας μιλήσει για Αργεντινή, για Ισλανδία, για Ισημερινό κλπ. Άξιος ο μισθός τους, βεβαίως βεβαίως!
Παρατήρηση. Το άρθρο 3 ν. 4354/ 2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων/Δημόσιες συμβάσεις/μισθολογικά" έχει ως εξής:

 Άρθρο 3
Συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις μη εξυπηρετούμενων  δανείων κσι πιστώσεων

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν εκτός Ελλάδος και οι εταιρίες ειδικού σκοπού του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (Α` 157) και οι Εταιρίες Μεταβίβασης Απαιτήσεων του παρόντος νόμου, δύνανται να πωλούν και μεταβιβάζουν σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα και Εταιρίες Μεταβίβασης Απαιτήσεων του παρόντος νόμου, απαιτήσεις τους από συμβάσεις χορήγησης κάθε μορφής δανείων και πιστώσεων, τα οποία έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών.
2. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου υπάγεται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενό της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζομένου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 ΑΚ. Σε περίπτωση πώλησης ομάδας απαιτήσεων κατά του ίδιου του δανειολήπτη, δύνανται να περιληφθούν σε αυτήν και απαιτήσεις από συμβάσεις χορήγησης κάθε μορφής δανείων και πιστώσεων που εξυπηρετούνται κανονικά με την προϋπόθεση ότι στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται απαιτήσεις από συμβάσεις χορήγησης δανείων και πιστώσεων που δεν εξυπηρετούνται. Άλλα δικαιώματα, ακόμα αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
3. Αναγκαία προϋπόθεση για να προσφερθούν προς πώληση απαιτήσεις της παραγράφου 1 είναι, από την έναρξη ισχύος του παρόντος, να έχει προσκληθεί με εξώδικη πρόσκληση ο δανειολήπτης και ο εγγυητής εντός δώδεκα (12) μηνών προ της προσφοράς να ρυθμίσει ή διακανονίσει τις οφειλές του. Εξαιρούνται απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4224/ 2013, όπως αυτοί ισχύουν.
4. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της παραγράφου 1 καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/ 2000 (Α` 220), και τυχόν συμφωνίες μεταξύ μεταβιβάζοντας πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρίας ειδικού σκοπού του άρθρου 10 του ν. 3156/ 2003 και δανειοληπτών περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων δεν αντιτάσσονται στον εκδοχέα. Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντας πιστωτικού ιδρύματος. Ο εκχωρητής θεωρείται αντίκλητος του εκδοχέα για οποιαδήποτε κοινοποίηση σχετίζεται με τη μεταβιβασθεισα απαίτηση.
5. Απαραίτητη είναι η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Αναγγελία της καταχώρισης γίνεται προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές, με κάθε πρόσφορο μέσο. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παραγράφου 1. Καταβολή προς το πιστωτικό ίδρυμα την εταιρία ειδικού σκοπού του άρθρου 10 του ν. 3156/ 2003 (Α` 157) πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον δανειολήπτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου.
6. Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος ή της εταιρίας ειδικού σκοπού του άρθρου 10 του ν. 3156/ 2003 δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει. Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πώλησης και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής συμβάσεως και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΑΚ.
7. Αν η μεταβιβαζόμενη απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος ή της εταιρείας ειδικού σκοπού του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 ασφαλίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υποβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου είναι απαραίτητη η καταχώριση της βεβαίωσης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/ 2000 και σχετική μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου. Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος ή της εταιρείας ειδικού σκοπού του άρθρου 10 του ν. 3156/ 2003 επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.8.1923.
8. Στις περιπτώσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων του παρόντος νόμου, καθώς και σε περιπτώσεις ανάθεσης διαχείρισης, δεν χειροτερεύει η ουσιαστική και δικονομική θέση του οφειλέτη και του εγγυητή.
9. «Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου αναστέλλεται ως προς τις καταναλωτικές δανειακές συμβάσεις, τις συμβάσεις με υποθήκη ή με προσημείωση υποθήκης πρώτης κατοικίας και τα δάνεια και τις πιστώσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται από τη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 (Επίσημη Εφημερίδα L124/20.5.2003), καθώς και τα δάνεια με εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι την 15η Απριλίου 2016».
Το εφαρμοστικό πλαίσιο της μεταβίβασης των παραπάνω κατηγοριών απαιτήσεων θα καθοριστεί νομοθετικά καταλλήλως.

*** Το πρώτο εδάφιο της παρ.9,όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο παρ. 3 Ν. 4366/ 2016, ΦΕΚ Α 18, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο δεύτερο Ν.4371/2016, ΦΕΚ Α 40/11.5.2016.

Μερικές σύντομες παρατηρήσεις στο επίμαχο αυτό άρθρο.
Από την όλη αυτή ρύθμιση περί μεταβίβασης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (γνωστότερων ως κόκκινων δανείων) έχει, περαιτέρω, σημασία η πργφ 6 του άρθρου 3 ν. 4354/ 2015 για την απαγόρευση καταπιστευτικής μεταβίβασης απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος (εν προκειμένω των ελληνικών τραπεζών-ζόμπι, όπως εύστοχα έχουν χαρακτηριστεί από τον καθηγητή Γιάνη Βαρουφάκη, Κρίσης Λεξιλόγιο, 2011, σελίδες 140-141, έκδοση ΠΟΤΑΜΟΣ).
Η εκχώρηση απαίτησης είναι εκποιητική δικαιοπραξία της οποίας η causa μπορεί να είναι πώληση (συνηθέστατα), δωρεάν κλπ ανάμεσα στον εκχωρητή (πωλητή, δωρητή) και τον εκδοχέα (λήπτης της εκχωρούμενης απαίτησης). Καταπιστευτική εκχώρηση είναι η εκχώρηση με την οποία μεταβιβάζεται η απαίτηση με σκοπό όχι την πρόσκτηση της στην περιουσία του εκδοχέα (καταπιστευματούχου) αλλά είτε την εξασφάλιση απαίτησης του τελευταίου κατά του μεταβιβάζοντος εκχωρητή (εξασφαλιστική εκχώρηση) είτε την διαχείριση της μεταβιβαζόμενης απαίτησης από τον εκδοχέα (συνήθως εκχώρηση για είσπραξη) (Απ. Γεωργιάδης, ΕνοχΔ, ΓενΜ, 1999, § 42.IV, πλαγιάριθμος 75, σελ· 426, ο ίδιος η εξασφάλιση… § 31, πλαγιάριθμος 2, σελ· 633). Ή  αλλιώς, κατά την ννμλγ μας (ΠολΠρωτοδΑθηνών 1367/ 2003, Εφετείο Αθηνών 6180/ 2002) «Από τις διατάξεις ΑΚ 455 επ., 460, 462, 421 και 361, συνάγεται ότι η εκχώρηση απαίτησης, η οποία γίνεται όχι προς αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλής προς τον εκδοχέα, αλλά προς εξασφάλιση του δανειστή και  διευκόλυνση της ικανοποίησης αυτής, δηλαδή η λεγόμενη καταπιστευτική εκχώρηση, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της σύμβασης αυτής βαίνει πέραν του επιδιωκόμενου σκοπού, είναι ισχυρή, με συνέπεια τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που πλέον δικαιούται να την εισπράξει για την εξόφληση της απαίτησής του. Δεσμεύεται όμως ο τελευταίος να ασκήσει τις εξουσίες του ως εκδοχέας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται και τα συμφέροντα του εκχωρητή, στον οποίο θα επιστραφεί είτε ολόκληρη η εκχωρηθείσα απαίτηση, αν εξοφληθεί η ασφαλιζόμενη οφειλή, είτε το ποσό κατά το οποίο η απαίτηση υπερβαίνει την ασφαλιζόμενη οφειλή, αν η οφειλή αυτή δεν εξοφληθεί και ο εκδοχέας εισπράξει την απαίτηση. Εκ των παραπάνω συνάγεται ότι και στην περίπτωση καταπιστευτικής εκχώρησης, η οποία μπορεί να αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις, που γεννιούνται απευθείας στην περιουσία του εκδοχέα, μετά την αναγγελία της εκχώρησης αυτής προς τον οφειλέτη, αποκόπτεται οριστικά οποιοσδήποτε δεσμός μεταξύ του εκχωρητή και του οφειλέτη και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, που μόνο αυτός δικαιούται να επιδιώξει την ικανοποίησή της, πλην αν υπάρχει συμφωνία των μερών περί δυνατότητας επιδίωξης και από τον εκχωρητή, συμφωνία που ο τελευταίος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΕφΑθ 1541/85 ΝοΒ 33. 1195, Απ. Γεωργιάδης, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, σ. 633 επ.). Επιπλέον, η εκχώρηση της απαίτησης για καταβολή του ασφαλίσματος ή μέρους αυτού κατά την ορθή έννοια της διάταξης του άρθρου 194 ΕμπΝ, που ορίζει ότι γίνεται με δήλωση στο ασφαλιστήριο υπογραφόμενη από τον εκχωρητή και τον εκδοχέα και δεν έχει αποτέλεσμα για τους τρίτους αν δεν κοινοποιηθεί στον ασφαλιστή και δεν γίνει εγγράφως αποδεκτή από αυτόν, δεν υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο, αλλά συντελείται κατά τις διατάξεις της κοινής εκχώρησης (ΑΚ 455-462) και μετά την αναγγελία αυτής στον ασφαλιστή μόνος δικαιούχος της εκχωρούμενης απαίτησης καθίσταται ο εκδοχέας, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ο οποίος και νομιμοποιείται στη δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 477/76 ΕΕμπΔ ΚΗ΄ 310, ΠΠρΑθ 5229/91 ΕΕμπΔ ΜΒ΄ 471)». Καθορίζοντας λοιπόν την έννοια και την λειτουργία της καταπιστευτικής μεταβίβασης απαίτησης ο κατοχικός νομοθέτης αποδεικνύεται -μέσω της απαγόρευσης της καταπιστευτικής μεταβίβασης απαιτήσεων από κόκκινα δάνεια-δύσπιστος έναντι των εταιρειών-γυπών. Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι το γιατί της θέσπισης αυτού του νόμου (4354/ 2015). Θα αρκούσε να δοθεί άδεια σε ξένες εταιρείες να ιδρύσουν υποκατάστημα τους εδώ (βλ. και άρθρο 1 § 1.β του ν. 4354/ 15), κάτι που δεν νομίζω να μπορούσε να τους απαγορευτεί. Ο νόμος αυτός δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ξεκάθαρο factoring με μόνη, ουσιώδη πάντως, διαφορά την απαγόρευση καταπιστευτικής εκχώρησης των απαιτήσεων. Ακόμη και αν η τύχη των κόκκινων δανείων επαφίετο στην εφαρμογή του factoring, πάλι θα ικανοποιούνταν ο factor πρώτος, δηλαδή, εδώ, ο διεθνής γύπας (βλ. Απ. Γεωργιάδη, νέες μορφές... § 23.ΙΙΙ, πλαγιάριθμο 11, σελίδες 166-167).

3 σχόλια:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

στο άρθρο 1 του ν. 4354/ 15 υπάρχουν και οι εξής παράγραφοι:
20. Οι εταιρίες του παρόντος άρθρου δύνανται, αναλογικά εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 2α του ν. 4261/2014 (Α 107), να λαμβάνουν άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να χορηγούν νέα δάνεια ή πιστώσεις σε δανειολήπτες, δάνεια ή/και πιστώσεις των οποίων έχουν εξαγοράσει, με αποκλειστικό σκοπό την αναχρηματοδότηση των δανείων τους. Οι Εταιρείες Διαχείρισης δύνανται να χορηγούν νέα δάνεια μόνο με την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του κυρίου των απαιτήσεων.
21. Το επαγγελματικό απόρρητο του δικαιούχου των υπό διαχείριση απαιτήσεων έναντι των δανειοληπτών αίρεται στις σχέσεις του με την Εταιρεία Διαχείρισης, στο μέτρο που οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για τις ανάγκες της διαχείρισης.
22. Οι εταιρίες του παρόντος νόμου θεωρούνται προμηθεύτριες κατά την έννοια του ν. 2251/1994 (Α 191), διέπονται από την κείμενη νομοθεσία περί Προστασίας Καταναλωτή, όπως αυτή κάθε φορά εφαρμόζεται και ισχύει, και λαμβάνουν ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, όπως ενδεικτικά ο Κώδικας Δεοντολογίας του ν. 4224/2013 (Α'288).
Δηλαδή, πέραν του ότι το απόρρητο έχει καταντήσει πλέον κουρελόχαρτο απέναντι στην φοροεπιδρομή τώρα το ίδιο θεσμοθετείται και έναντι των Γυπών!! Επίσης, οι Γύπες μπορούν να επιτελούν και τραπεζικέςεργασίες πλέον.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Μπορεί ένας άνθρωπος μόνος του να καταστρέψει μια χώρα; Ναι μπορεί αν είναι στυγνός κερδοσκόπος, τον λένε Πολ Σίνγκερ και είναι πρόεδρος του αμερικανικού Hedgefund “Elliott Management Corp”. Ο Πολ Σίνγκερ, ο αληθινός λύκος της Wall street, κάνει χρήματα με τα «άντερα χρεοκοπημένων κρατών» (χαρακτηρισμός της γερμανικής εφημερίδας Tageszeitung). Στο Κονγκό, μπλόκαρε τα χρήματα της βοήθειας κατά της χολέρας. Το νεότερο θύμα του είναι η Αργεντινή των 41 εκατομμυρίων, που κάποιοι άφρονες και απατεώνες πολιτικοί βύθισαν αυτήν την πλούσια χώρα στο χρέος. Κάποιοι στη χώρα μας, όπως ο γνωστός δημοσιογράφους, γνωστού καναλιού, χειροκροτούσε γι' αυτό το επίτευγμα της «κοπιαστικής δουλειάς» χρόνων του Σίνγκερ. Ο κύριος αυτός ξέρει από εμπειρία ότι δεν υπάρχει πιο σίγουρο κέρδος απ΄ την αγορά ομολόγων των χωρών υπό χρεοκοπία. Το 1996 αγόρασε ομόλογα του Περού για 11 εκατομμύρια δολάρια και τα ξαναπούλησε την ίδια χρονιά για 20,7 εκατομμύρια.
Ο κύριος αυτός, αγόρασε το αργεντίνικο χρέος σε τιμές ευκαιρίας μετά την πτώχευση του 2002 και τώρα απαιτεί να του το πληρώσουν με κέρδος 400%!!! (Οι τοκογλύφοι στο καζίνο της Πάρνηθας είναι πιο λογικοί κι ανθρώπινοι). Το ότι μέχρι και αμερικανοί συνάδελφοί του τον χαρακτηρίζουν όρνεο που γυρίζει ανά την υφήλιο ψάχνοντας πτώματα κρατών υπό χρεοκοπία, δεν του καίγεται καρφί. Το οικονομικό περιοδικό Bloomberg News έγραψε πρόσφατα: «η εμφάνισή του δείχνει έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να είναι καθηγητής λογοτεχνίας, κανένας δεν μπορεί να φανταστεί έτσι ένα όρνιο».
Πολ Σίνγκερ: Ο καλός άνθρωπος απ’ το New Jersey

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ είπε...

Η «Μέθοδος Σίνγκερ»
Η μέθοδος είναι απλή. Ο μεγιστάνας αγοράζει τους τίτλους πάμφθηνα από τρίτους και στη συνέχεια αρχίζει δικαστικό αγώνα συνήθως σε δικαστήρια της Νέας Υόρκης, του Χονγκ Κονγκ ή του Λονδίνου, όπου η νομοθεσία και οι δικαστές ευνοούν τους κερδοσκόπους. Στόχος είναι να εξαναγκαστεί δικαστικά το κράτος με το οποίο συνδέεται οικονομικά να αποπληρώσει το σύνολο της ονομαστικής αξίας των τίτλων. Η εμπλοκή του με το δημόσιο χρέος ξεκίνησε το 1996, όταν αγόρασε ομόλογα του χρεοκοπημένου Περού έναντι 11,4 εκατ. δολαρίων Στο «ενεργητικό» του ο Σίνγκερ έχει αρκετές υποθέσεις «κρούσης» σε προβληματικές οικονομίες, όπως εκείνη κατά την οποία κατάφερε να βγάλει 500% κέρδος από την κυβέρνηση του Περού κάνοντάς της αλλεπάλληλες αγωγές. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έλαβε από το Περού 45 εκ. ευρώ για ένα χρέος που είχε πληρώσει μόλις 9 εκ. ευρώ. Κι όλα αυτά από ένα κράτος όπου το 38% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και ο παιδικός υποσιτισμός είναι στο 18,3%. Η τακτική του καταγγέλθηκε δημόσια, από τον υπουργό Εξωτερικών της Αργεντινής, Έκτορ Τίμερμαν, με άρθρο του στο «Huffington Post» το 2012, όπου σημειωνόταν ότι ο Σίνγκερ απέκτησε έναντι 10 εκατ. δολαρίων ομόλογα της Δημοκρατίας του Κονγκό ονομαστικής αξίας 400 εκατ., για να καταλήξει να εισπράττει κατόπιν συμβιβασμού 127 εκατ., τα οποία «θα όφειλαν να διοχετευθούν στην κατασκευή δρόμων ή σχολείων και σε προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας». Η μαραθώνια διαμάχη του Σίνγκερ με την Αργεντινή βρισκόταν ήδη τότε σε εξέλιξη. Ωστόσο, στις βολές του Μπουένος Άιρες περί «δικαστικής αποικιοκρατίας», ο Σίνγκερ απαντά επισημαίνοντας απλώς ότι ήταν η ίδια η Αργεντινή που δέχτηκε να εκδώσει το 1994 τα επίμαχα ομόλογα υπό το Αμερικανικό Δίκαιο...
Ποιος είναι ο κερδοσκόπος που ευθύνεται για τη νέα πτώχευσης της Αργεντινής..

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...