Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Η νμλγ του ΣτΕ για την αστική ευθύνη των δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο του κ. Δημήτριου Εμμανουηλίδη, Συμβούλου στο ΣτΕ [στο βιβλίο με τίτλο "Το Δημόσιο Δίκαιο μέσα από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων" (της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων, επιμέλεια Βασιλείου Τζέμου, Διδάκτορος Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Freiburg και Προέδρου της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων), έκδοση ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 2016, σελίδες 25-31. Σπουδαίο Έργο επιτελεί η Ένωση αυτή (και το εκδοτικό της Ν.Β) σε ένα νευραλγικό τομέα του Δικαίου, ιδίως στην μνημονιακή εποχή της Καταχνιάς].

Α. Η οργάνωση και λειτουργία των κρατικών νοσοκομειακών υπηρεσιών αποτελεί στο σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου ένα από τα κύρια μέσα για την προαγωγή και τη βελτίωση της υγείας των πολιτών (αρθρ. 21 § 3 Συντ). Η υγεία του πολίτη στο πλαίσιο αυτό δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως δημόσιο αγαθό, αλλά έχει το χαρακτήρα κοινωνικού δικαιώματος που στρέφεται κατά του Κράτους και θεμελιώνει, στο μέτρο που οι σχετικές υπηρεσίες έχουν συσταθεί και οργανωθεί, αξίωση των χρηστών τους για την επιστημονικά αρτιότερη δυνατή παροχή τους, με σκοπό την αποκατάσταση της υγείας όσων προσφεύγουν σ' αυτές.

Περαιτέρω, το κράτος αναλαμβάνει ρητώς την ευθύνη για την παροχή υπηρεσιών! [υγείας στο σύνολο των πολιτών και είναι κατ' επέκταση υπόχρεο να λαμβάνει θετικά μέτρα για τον σκοπό αυτό. Κύριο και ίσως σημαντικότερο χαρακτηριστικό | της ευθύνης αυτής είναι η υποχρέωση των κρατικών υπηρεσιών υγείας να αντιμετωπίζουν όλους τους πολίτες ισότιμα, ανεξάρτητα από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες τελεί κάθε ένας.
Τα ανωτέρω νομικά δεδομένα αναδεικνύουν δύο κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ανάμειξης του κράτους στην προστασία της υγείας των πολιτών: Το πρώτο είναι η "δεσπόζουσα θέση" των κρατικών υπηρεσιών στο σύνολο των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας (κρατικών και ιδιωτικών). Την θέση αυτή την επιβάλλει το Σύνταγμα και την εξειδικεύουν οι κανόνες δικαίου της κοινής νομοθεσίας, που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία του εθνικού συστήματος υγείας. Απόρροια της ιδιάζουσας αυτής θέσης του κράτους στον τομέα της υγείας είναι η αυξημένη έως απόλυτη εξάρτηση της πλειοψηφίας των πολιτών από αυτές, και ιδίως εκείνων που δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα οικονομικά μέσα για να προσφύγουν στον ιδιωτικό τομέα της υγείας· το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η νομοθετικά διακηρυγμένη υποχρέωση του κράτους να παρέχει κρατικές υπηρεσίες υγείας ισότιμα προς (όλους τους πολίτες. Η ισοτιμία αυτή αποτελεί εκδήλωση της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου. Από την αρχή της ισότητας, σε συνδυασμό με το συνταγματικά κατοχυρωμένο κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία (21 παρ. 3 Σ) και τη νομοθεσία περί ΕΣΥ, απορρέει η αξίωση κάθε χρήστη των κρατικών υπηρεσιών υγείας να του παρέχονται όχι οποιεσδήποτε υπηρεσίες, αλλά εκείνες που αρμόζουν στην κατάσταση του και είναι αντικειμενικά ικανές να οδηγήσουν στην ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Και Βέβαια οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορεί να είναι παρά αυτές που υπαγορεύουν οι θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και το σύνολο των ιατρικών γνώσεων, που αποτελεί κοινό κτήμα της παγκόσμιας επιστημονικής εμπειρίας. Είναι, εξ άλλου, αυτονόητο ότι τα πορίσματα κάθε επιστήμης, που σχετίζεται πρακτικά με την παροχή υπηρεσιών υγείας, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο αν ορισμένη διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ενδεδειγμένη ή μη. Η τεχνική δε αυτή κρίση περί του ενδεδειγμένου ή μη χαρακτήρα της ανάγεται τελικά σε νομική κρίση, αφού η θεσμική οργάνωση της κρατικής υγείας οδηγεί επιτακτικά σε νομικό δέον την εκτέλεση επιστημονικά ενδεδειγμένων ιατρικών πράξεων και την αποφυγή παραλείψεων, οι οποίες επιστημονικά αντενδείκνυνται.
Οι κανόνες ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος δεν νοούνται ως γενικοί και αφηρημένοι κανόνες συμπεριφοράς των γιατρών, αλλά ως αντικειμενικοί όροι της οργανώσεως και λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, οι «θεμελιώδεις αρχές της Ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης εμπειρίας» και η «ευσυνείδητη άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος» αποτελούν αόριστες έννοιες αξιολογικού χαρακτήρα. Το έργο της εξειδίκευσης τους ανατίθεται βέβαια στο δικαστή και είναι ιδιαίτερα σύνθετο, αν ληφθεί υπ' όψη ότι πέρα από την κοινή λογική και εμπειρία που εξ ορισμού αυτός διαθέτει, απαιτείται η συνεκτίμηση ειδικών γνώσεων ή επιστημονικών πορισμάτων, που προϋποθέτουν ειδική εμπειρία και αντίστοιχη αποδεικτική τεκμηρίωση. Η επιτυχής ερμηνευτική εξειδίκευση των εννοιών αυτών είναι προαπαιτούμενο για την ορθή κρίση ως προς τον παράνομο ή μη χαρακτήρα ορισμένης διαγνωστικής ή θεραπευτικής πράξης κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Ο χαρακτήρας των τελευταίων ως «λευκών κανόνων» δεν αίρεται αυτομάτως με τον εντοπισμό από το δικαστή της κρίσιμης κάθε φορά διάταξης. Αν η τελευταία περιέχει και αόριστες έννοιες, το κανονιστικό κριτήριο της παρανομίας συγκροτείται τελικά με την ερμηνευτική παρέμβαση του δικαστή. Το κρίσιμο περιεχόμενο της δικαιοπλαστικής του παρέμβασης αποτελεί, όπως πάντα, την τομή της εξειδικευόμενης αόριστης εννοίας με τη σύνθεση του συγκεκριμένου πραγματικού, που αντλείται από το αποδεικτικό υλικό κάθε υποθέσεως.
Β. Το παράνομο της ιατρικής συμπεριφοράς μπορεί να συνίσταται:
Ι. στην εσφαλμένη διάγνωση της ασθένειας, υπό την έννοια είτε της μη πραγματοποίησης των αναγκαίων και κατάλληλων εξετάσεων είτε της μη ορθής εκτίμησης τους
II. στην εσφαλμένη επιλογή της προσήκουσας θεραπευτικής μεθόδου,
III. στην πλημμελή εκτέλεση της ιατρικής πράξης,
IV. στη μη ή στην πλημμελή ενημέρωση του ασθενούς, και
V. στην πλημμελή τήρηση του ιατρικού αρχείου, από το οποίο ο ασθενής ή ο θεράπων ιατρός του θα μπορούσε να εξασφαλίσει ακριβείς και πολύτιμες για την υγεία του πρώτου πληροφορίες.
Γ. Η κρίση περί του «παρανόμου» μπορεί να στηριχθεί είτε σε ιατρικό σφάλμα είτε στην πλημμελή οργάνωση του νοσοκομείου ως δημόσιας υπηρεσίας.
Η πλέον συνήθης περίπτωση ευθύνης του δημόσιου νοσοκομείου αφορά σφάλματα του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού κατά την παροχή νοσηλείας στους ασθενείς, δηλαδή πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν πλημμελή τήρηση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης εκ μέρους του ιατρού. Στο αστικό δίκαιο της ιατρικής ευθύνης θεωρείται ότι στην έννοια του ιατρικού σφάλματος εμπεριέχεται και η υπαιτιότητα υπό την έννοια της αθέτησης της υποχρέωσης επιμέλειας του ιατρού. Στο αντίστοιχο πεδίο του δημόσιου δικαίου το ζήτημα της υπαιτιότητας είναι αδιάφορο, έστω και αν κατά κανόνα συντρέχει. Με τις ΣτΕ 572/2013 και 2224/2014 αποφάσεις έγινε δεκτό ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ασθενής του από κάθε αμέλεια αυτού, ακόμη και ελαφριά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτήν που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο κύκλου του.
Η θεμελίωση του παρανόμου υπάρχει κι όταν έχουμε αθέτηση θεσμοθετημένης (ρητώς ρυθμισμένης) υποχρέωσης. Ειδικότερα, με την ΣτΕ 2539/2008 κρίθηκε ότι ο θεσμός της εφημερίας συνιστά πτυχή της αρχής της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας της υγείας. Τούτο σημαίνει ότι η υποχρέωση εφημερίας παρακολουθεί την ένταξη του ιατρού σε θέση συγκεκριμένης ειδικότητας όπως και σε συγκεκριμένη κλινική. Επομένως, είναι υποχρεωτική η παρουσία του ιατρού κατά την εφημερία, αν δε αυτός παραλείψει να μεταβεί στο νοσοκομείο για την εξέταση περιστατικού που σπέληξε σε θάνατο ή η παράλειψη αυτή είχε ως συνέπεια τη μη σωστή διάγνωση της πάθησης οδηγεί σε ευθύνη του ιατρού και περαιτέρω του δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος. Επίσης το παράνομο θεμελιώνεται και όταν απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση και εξασφάλιση της συναίνεσης του ασθενή, όταν αυτή είναι δυνατή. Νομική βάση αποτελούν τα άρθρα 5-10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και τη Βιοϊατρική (Σύμβαση του Οβιέδο, κυρωμένη με τον Ν 2619/1998), 47 παρ 14 του Ν 2071/1992 και 11 παρ. 1 και 12 του Ν 3418/2005. Οι διατάξεις αυτές διαμορφώνουν το δικαίωμα πλήρους, ενδελεχούς και ακριβούς ενημέρωσης του ασθενούς τόσο ως προς την κατάσταση του όσο και ως προς την προτεινόμενη αγωγή. Όπως επισημαίνεται σχετικώς, το δικαίωμα αυτό συνδέεται με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ασθενούς, αποτελώντας το θεμέλιο για την ενημερωμένη συγκατάθεση του. Μάλιστα με δεδομένο ότι η γνώση ενυπάρχει στον ιατρό και η άγνοια στον ασθενή υποστηρίζεται ότι το Βάρος απόδειξης της προσήκουσας ενημέρωσης θα πρέπει να βαραίνει τον ιατρό. Ακόμη, όταν απαιτείται η συνεχής παρουσία του αναισθησιολόγου καθ' ον χρόνον ο ασθενής υποβάλλεται σε αναισθησία καθώς και η απαγόρευση, κατά το άρθρο 32 παρ. 2 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν 3418/2005), παροχής ιατρικών υπηρεσιών σε περίπτωση μεταμόσχευσης ιστών ή οργάνων με αντάλλαγμα. Περαιτέρω, το παράνομο θεμελιώνεται κι όταν υπάρχει έλλειψη της προσήκουσας προσοχής κατά την άσκηση των ιατρικών - νοσηλευτικών καθηκόντων, αναφέρονται δε ενδεικτικά νομολογιακά παραδείγματα π.χ. σε περίπτωση παράλειψης ελέγχου μεταγγισθέντος αίματος σε χρονική περίοδο, κατά την οποία το νοσοκομείο ήταν υποχρεωμένο να πραγματοποιεί σχετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να μολυνθεί ο ασθενής με τον ιό του AIDS και να αποβιώσει (ΣτΕ 1471/2008, ΣτΕ 2463/1998 7μ.). Επίσης, όταν ο ασθενής ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου λόγω της ασθένειας του (ΣτΕ 3457/2003). Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει ότι ο ασθενής μπορεί να καθορίζει τους ενδεδειγμένους ιατρικούς χειρισμούς (ΣτΕ 330/2009). Σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται κατά την έρευνα του προσήκοντος της υιοθετηθείσας ιατρικής μεθόδου. Τούτο, προκειμένου να αποφεύγεται το φαινόμενο της «αμυντικής ιατρικής», δηλαδή είτε επιλογή ιατρικής μεθόδου με χαμηλό κίνδυνο αλλά και περιορισμένη αποτελεσματικότητα είτε άρνηση ανάληψης επεμβάσεων με υψηλό κίνδυνο αποτυχίας είτε υποβολή του ασθενούς σε πολυάριθμες και δαπανηρές εξετάσεις. Εξάλλου, ρ νομοθέτης είναι επιφυλακτικός απέναντι σε νέα πειραματικά φάρμακα ή μεθόδους άγνωστων μη διακριβωμένων επιπτώσεων. Ο κανόνας είναι ότι η υγεία του ασθενούς έχει προτεραιότητα έναντι της επιστημονικής γνώσης. Όπως χαρακτηριστικώς ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 3 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν 3418/2005): «Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί νέα φάρμακα άγνωστης αποτελεσματικότητας ή να εφαρμόζει νέες θεραπευτικές ή διαγνωστικές μεθόδους άγνωστων συνεπειών, χωρίς την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων που διέπουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή κλινικών μελετών. Αναγνωρίζει ως θεμελιώδη κανόνα ότι η πιθανή διαγνωστική ή θεραπευτική αξία, προς όφελος του ασθενή, έχει προτεραιότητα έναντι της επιστημονικής γνώσης, που ενδεχομένως αποκτάται από τα νέα φάρμακα ή τις νέες θεραπευτικές ή διαγνωστικές μεθόδους. Περαιτέρω, το παράνομο θεμελιώνεται κι όταν υπάρχει παράλειψη ενεργειών που προσιδιάζουν κατά τις αρχές της καλής πίστης και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας (ΣτΕ 2818/2005), όπως λ.χ. η διαπιστωθείσα παράλειψη διενέργειας των επιβαλλόμενων εξετάσεων (ΣτΕ 2727/2003) ή η πλημμελής μεταχείριση νεφροπαθούς από τις στρατιωτικές - νοσηλευτικές αρχές που παρέλειψαν να του συστήσουν την εισαγωγή σε ειδικό νοσηλευτικό ίδρυμα για την ασφαλή διάγνωση της νόσου (ΣτΕ 3102/1999, ΣτΕ 926/2009), αλλά και η υποβολή σε σκληρές εργασιακές συνθήκες ιατρού του ΕΚΑΒ με πρόσφατο σοβαρό ιατρικό - καρδιολογικό ιστορικό με αποτέλεσμα να υποστεί θανατηφόρο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΣτΕ 2818/2005), ενώ το παράνομο και συνακόλουθα η ευθύνη θεμελιώνονται στα άρθρα 928 και 929 ΑΚ που προστατεύουν τα αγαθά της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας (ΣτΕ 1018/2008).
Επομένως, ο νομοθέτης συνδέει τρία πεδία, δηλαδή το δίκαιο, την άσκηση της ιατρικής επιστήμης και την επαγγελματική δεοντολογία. Επίσης, η κρίση περί του παρανόμου μπορεί να στηριχθεί και σε πλημμελή οργάνωση των υπηρεσιών του δημόσιου νοσοκομείου ή εν γένει του Εθνικού Συστήματος Υγείας π.χ. προκειμένου για την αμελή συντήρηση ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και τη μη προσήκουσα ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού στην χρήση του (ΣτΕ 1221/2002) ή οε περίπτωση ενδονοσοκομειακής λοίμωξης λόγω πλημμελούς αποστείρωσης των χειρουργικών εργαλείων ή της μονάδας εντατικής θεραπείας (ΣτΕ 938/2014).
Δ. Η παράνομη συμπεριφορά θα πρέπει να προκαλεί ζημία στον ενδιαφερόμενο και η βλάβη να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη. Ο αιτιώδης σύνδεσμος πρέπει να είναι πρόσφορος π.χ. χειρουργική επέμβαση που έγινε λόγω εσφαλμένης διάγνωσης και η οποία προκάλεσε βλάβη στην υγεία του ασθενούς που υποχρεώθηκε να νοσηλευθεί σε ιδιωτικό θεραπευτήριο.
Με τη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής αποζημίωσης αποκαθίσταται οποιαδήποτε περιουσιακή βλάβη προκληθεί, δηλαδή είτε αυτή είναι θετική (λ.χ. πρόσθετα έξοδα νοσηλείας ή φυσιοθεραπείας Βλ. ΣτΕ 1018/2008 ή κηδείας βλ. ΣτΕ 2727/2003) είτε αποθετική, λ.χ. διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία εργασίας λόγω του προβλήματος που προκλήθηκε (ΣτΕ 2539/2008, 2739/2007, 11221-1224/2002, 3102/1999) ή την αδυναμία παροχής υπηρεσιών στους γονείς, όπως συνηθίζεται για τα ανύπανδρα τέκνα ορισμένης ηλικίας σε συγκεκριμένη αγροτική περιοχή (ΣτΕ 2463/1998 7μ.). Και οι δύο μορφές βλάβης πρέπει να αποδειχθούν, η μεν πρώτη με πλήρη τρόπο, ενώ η δε δεύτερη αρκεί να πιθανολογηθεί (λχ. κατά μέσο όρο προσδιορισμός των εσόδων κατά την αντίστοιχη περίοδο ενός ελεύθερου επαγγελματία).
Επίσης μπορεί να χορηγηθεί ένα χρηματικό ποσό ως ικανοποίηση για την ψυχική ταλαιπωρία που προκλήθηκε στον ίδιο τον παθόντα και στα μέλη της οικογένειας του. Η σχετική κρίση εκφέρεται κυριαρχικώς, πλην όμως αιτιολογημένους, από τα δικαστήρια της ουσίας, ελέγχεται δε αναιρετικώς επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας και της τυχόν υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας υπό την έννοια της ούτε ιδιαιτέρως χαμηλής ούτε ιδιαιτέρως υψηλής αποζημίωσης, ώστε να αγόμεθα στον πλουτισμό του ενός μέρους. Συγκεκριμένα, με τις ΣτΕ 2202/2014 και 3695/2015 λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης η δε σχετική κρίση των δικαστηρίων της ουσίας ελέγχεται ως προς το αν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια ότι τα δικαστήρια της ουσίας δεν πρέπει, ούτε να υποβαθμίζουν την απαξία της παράνομης πράξης, παράλειψης υλικής ενέργειας ή παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας με την επιδίκαση ιδιαίτερα χαμηλών ποσών, ούτε να καταλήγουν με ακραίες εκτιμήσεις στον υπέρμετρο πλουτισμό του ενός μέρους (Βλ. και ΣτΕ 4133/2011 7μ., 424, 1219, 4100/2012).
Ως κριτήρια για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεωρούνται από τη νομολογία :
(i) Ο πόνος, η μελαγχολία και η θλίψη που προκαλεί ο απροσδόκητος θάνατος 44χρονου ιατρού του ΕΚΑΒ, κατά την άσκηση των καθηκόντων του λόγω υποβολής σε μη νόμιμες και ιδιαιτέρως επιβαρυντικές για την υγεία του εργασιακές συνθήκες, που καταλείπει σύζυγο και 9χρονο παιδί (ΣτΕ 2818/2005 - ύψος χρηματικής αποζημίωσης 88.000 ευρώ έκαστος).
(ii) Η ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που προκλήθηκε λόγω μερικής τύφλωσης (ΣτΕ 2739/2007 - ύψος αποζημίωσης 92.251,73 ευρώ).
(ii) Η σοβαρότητα και το ανεπανόρθωτο της βλάβης που προκλήθηκε σε ασθενή (λόγω καταστροφής του αριστερού νεφρού: ΣτΕ 3081/2003 - ύψος αποζημίωσης: 40.000.000 δρχ.),
(iv) Η εξουθενωτική απομόνωση που υπέστη ανήλικο παιδί που προσεβλήθη λόγω μετάγγισης αίματος από τον ιό του AIDS, όπως και η οικογένεια του από τον κοινωνικό περίγυρο. Το παιδί εκδιώχθηκε από το τοπικό σχολείο, στο οποίο επανήλθε μετά από παρέμβαση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, υπέστη δε εν γένει αξιοπρόσεκτη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία από την ασθένεια του πριν καταλήξει (ΣτΕ 2463/1998 7μ., ύψος αποζημίωσης : 100.000.000 δρχ. στους γονείς).
(v) Το νεαρό της ηλικίας, ο βαθμός συγγένειας (ΣτΕ2768/2003, 2539/2008) η υπαιτιότητα του ιατρού, οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος (ΣτΕ 2539/2008) καθώς και η οικονομική ή η κοινωνική κατάσταση του θιγέντος (ΣτΕ 1018/2008 και 2727/2003).
(vi) Το μειωμένο ενδιαφέρον των συγγενών ενόσω το διανοητικώς καθυστερημένο παιδί νοσηλευόταν (ΣτΕ 2320/2003 - ύψος αποζημίωσης: 25.000.000 δρχ. στη μητέρα και 1.000.000 δρχ. στον πατέρα και την αδελφή, δεδομένου ότι σε 18 μήνες η μητέρα το είχε επισκεφθεί 6 φορές και είχε τηλεφωνήσει 13 φορές, ενώ ο πατέρας και η αδελφή δεν είχαν δείξει κανένα ενδιαφέρον). Εξάλλου,
(vii) δεν αποζημιώνεται αυτοτελώς η μητέρα της παθούσας για την απώλεια εσόδων που προκλήθηκε από τη διακοπή λειτουργίας του καταστήματος της, ενόσω την φρόντιζε, δεδομένου ότι το κονδύλιο αυτό έχει συνεκτιμηθεί στην επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΣτΕ 2796/2006).
Εξυπακούεται ότι τα σχετικά ποσά μειώνονται στην περίπτωση, κατά την οποία ο ίδιος ο θιγείς συνέβαλε με δική του συμπεριφορά στην πρόκληση ή την έκταση της βλάβης (συντρέχον πταίσμα: ΑΚ 300) (ΣτΕ 2539/2008: απόκρυψη τεχνητής διακοπής κύησης). Τέτοια όμως συνυπαιτιότητα δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για πρόσωπο βαριάς νοητικής καθυστέρησης, δεδομένου ότι αυτό στερείται καταλογισμού (ΣτΕ 2320/2003: πνιγμός βαρέως νοητικώς καθυστερημένου παιδιού στο πλαίσιο εκδρομής των τροφίμων ιδρύματος σε παραθαλάσσια περιοχή). Η συνυπαιτιότητα αποδίδεται σε πρόσωπα, τα οποία μπορούν να αντιληφθούν τη σημασία των πράξεων και των παραλείψεων τους. Τέλος, σύμφωνα με την ΣτΕ 2011 /2014, όταν ο διοικούμενος αναζητεί το νομικό πρόσωπο που νομιμοποιείται παθητικώς για να στραφεί το ένδικο βοήθημα της αγωγής και δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες λόγω της πολυπλοκότητας των εισαγομένων ρυθμίσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να διασφαλισθεί η ανάγκη πραγματικής αλλά και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των διοικούμενων κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, τα δικαστήρια της ουσίας πρέπει να ερευνήσουν και μάλιστα αυτεπαγγέλτως και να ερμηνεύσουν το δικόγραφο της αγωγής κατά του ορθώς νομιμοποιούμενου νομικού προσώπου. Η απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας που για λόγους μείζονος σπουδαιότητας παρέπεμψε την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος ακολουθεί την απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου της 26.7.2011 Georgel και Georgeta Stoicescu κατά Ρουμανίας, σύμφωνα με την οποία η ανυπαίτια αδυναμία προσδιορισμού του εναγομένου, οφειλόμενη σε ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων τοπικών αρχών και στη μη προφανή ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας περί της παθητικής νομιμοποίησης επί αγωγής αποζημίωσης για ζημία προκληθείσα από παράνομες ενέργειες των αρμόδιων αρχών, στερεί τον ενάγοντα πραγματικής και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και συνεπώς, παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ακολούθως, δημοσιεύθηκε η ΣτΕ 1816/2015 7μ., με την οποία κρίθηκε ότι νομοθετικές μεταβολές στην διοικητική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών που με τις εισαγόμενες ρυθμίσεις τους δυσχεραίνουν τον καθορισμό του προσώπου κατά του οποίου πρέπει να στραφεί κατά το άρθρο 72 ΚΔΔ η αγωγή αποζημιώσεως δεν επιτρέπουν την μεταβολή από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως του δικογράφου της ως προς τον καθ' ου στρέφεται αυτή, είναι δε διάφορο ζήτημα αν η αποτυχία παροχής ένδικης προστασίας εξ αιτίας των μεταβολών αυτών και η, εξ αυτού του λόγου, πρόκληση ζημίας μπορεί να προκαλέσει ευθύνη του Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Η μειοψηφία της απόφασης αυτής (ο Πρόεδρος του Τμήματος, ένας Σύμβουλος και η εισηγητής της υπόθεσης Πάρεδρος) υποστήριξε τη γνώμη της παραπεμπτικής απόφασης,
Ε. Συμπερασματικώς, ιδιαίτερη σημασία έχει για τη νομολογία η επακριβής τήρηση των υποχρεώσεων που καθιερώνουν ο νομοθέτης, η ιατρική επιστήμη και δεοντολογία. Κατά τα λοιπά, επιφυλάσσεται ευρύ περιθώριο επιστημονικής - ιατρικής εκτίμησης στον θεράποντα ιατρό, ο οποίος έχει να αντιμετωπίσει την ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης, τον όγκο των περιστατικών και την ανεπάρκεια της υφιστάμενης ανθρώπινης και υλικοτεχνικής υποδομής. Τα δεδομένα αυτά συνεκτιμά ο δικαστής, ο οποίος φαίνεται να επιδεικνύει αυστηρή στάση ως προς την τήρηση των νόμιμων υποχρεώσεων (π.χ. παρουσία κατά την εφημερία), ενώ είναι πιο επιεικής ως προς το περιεχόμενο των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών και ιδίως την επιλογή της θεραπευτικής μεθόδου, αρκεί να παρέχονται με την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Τούτο είναι εύλογο, δεδομένου ότι οι θεραπευτικές επιλογές αφορούν σε ιατρικά - τεχνικά ζητήματα που κατ' αρχήν δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Επειδή, το ιατρικό λειτούργημα αποτελεί λειτούργημα υψηλής διακινδύνευσης, δυστυχώς δεν μπορεί να απαλλαγεί από το ακούσιο ιατρικό σφάλμα. Άλλωστε, μόνον εκείνος που δεν εργάζεται, δεν κάνει λάθος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...